Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

πυριτόλιθος

 
 
 
Πυριτόλιθος. Ο τάφος του κυνηγού.
 
Του Daniel de Bruycker.

Είναι το πρώτο του μυθιστόρημα, διαβάζεις. Το προχωράς αργά-αργά όπως όταν ένα αυθεντικό ποίημα που απαιτεί την απόλυτη εγρήγορσή σου. Που έχει την ικανότητα να σε βυθίσει στην κατακόμβη της ενδοχώρας, μιας ενδοχώρας παναθρώπινης, αφού πρώτα σε υποχρεώσει σε παύση ξανά και ξανά, προκειμένου να γευτείς το προσφερόμενο απόλυτα διαθέσιμος για τη συγκίνηση στην οποία εξαρχής σε υποβάλλει.

Μια κοιλάδα, ένας ποταμός, οι πρόποδες ενός όρους, υψόμετρο 1200 μέτρων, λουλούδια γεντιανής, η ώχρα, ο πυριτόλιθος, οι αίγαγροι, οι δεσποινίδες-γερανοί της Νουμιδίας, το Τατζικιστάν. Ένας τάφος 48.000 χρόνων πριν από το σήμερα, ένας κυνηγός ασκεπής εντός του θανάτου, ούτε σε σπήλαιο ούτε σε βραχοσκεπή ούτε και άταφος. Με την απόλυτη πρώτη ένδειξη της πίστης στο μετά. “Μήπως αυτός, ο άνθρωπος του Νεάντερταλ, δεν ήταν ο πρώτος που φρόντισε να θάψει τους νεκρούς του;”. Ο τάφος ενός κυνηγού από το τότε στο τώρα. Σε λήθαργο ή γαλήνη, ατάρακτος εντός της ανυπαρξίας του. Ένα χειρόγραφο που ανευρίσκεται μαρτυρεί την ύπαρξή του.

Τρεις άνθρωποι εισορμούν σε αναζήτησή του. Τρεις άνθρωποι και μια σιωπή. Χαμένοι μέσα στη μουστιαία περίοδο αναζητώντας απλά τον Άνθρωπο, τα ίχνη του μέσα στον κόσμο, στο πιο γυμνό του σχήμα και προπάντων άνευ των απορριμμάτων του σύγχρονου πολιτισμού. Ο άνθρωπος μόνο. Με τα ουσιώδη. Όλα τα άλλα ανύπαρκτα τα θεωρούν -και είναι.

Ξαφνικά σκέπτομαι ότι, ακριβώς τρεις μήνες τώρα που είμαστε εδώ ούτε μια φορά δεν ανοίξαμε τον ασύρματο της κατασκήνωσης για να ακούσουμε μουσική ή να παρακολουθήσουμε την πορεία του κόσμου, αλλά μόνο για να πιάσουμε τα δελτία καιρού. Αλλόκοτη εντύπωση, όχι να ζεις εκτός χρόνου αλλά να έχεις αλλάξει, σε σχέση με αυτόν, διαστάσεις -λες και εδώ υπάρχουν δυο είδη χρόνου. Ο ένας, οριζόντιος, λεπτός σαν τον αέρα αλλά δυνατός σαν τον άνεμο, που το θόρυβό του μας στερεί προσωρινά το τείχος των χωμάτων γύρω από το χώρο κι ο άλλος κάθετος, ίδιος με το πυκνό αλλά ακίνητο αργιλόχωμα και στον οποίο αποφασίσαμε για κάποιο καιρό να χωθούμε”.

Ο χρόνος. Ο χρόνος μόνο. Αυτός που ζουν δίπλα του. Τον ανασκάπτουν όπως ανασκάπτεις για να εξορύξεις την ενδοχώρα. Σπαράγματα, απολεπίσματα, ίχνη ελάχιστα να οδηγούν στο σώμα. Στο σώμα του χρόνου, της μνήμης, της αιωνιότητας. Στον θάνατο. Τρεις άνθρωποι του τώρα, εγκαταλείποντάς το, εισβάλλοντας στο χώμα του παρελθόντος, προκειμένου να εκφύγουν από το εφιαλτικό παρόν που προβάλλεται ως κανονικό, “ένα παρόν που στερείτο εξίσου γοητείας και ειλικρίνειας”. “Είναι δύσκολο να σκεφτείς ότι παράλληλα με το εδώ συμβαίνει και το εκεί”.


Η μέρα η πιο μεγάλη του χρόνου -αλλά κάθε μέρα, από τότε που είμαστε εδώ, φαίνεται συγχρόνως πολύ σύντομη και με μια διάρκεια άγνωστη μέχρι τώρα, με μια πυκνότητα που ακυρώνει την ίδια την ιδέα ότι μια μέρα μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό από μια σελίδα αιωνιότητας!”.


Τίποτα κανονικό δεν τους συνδέει. Για κανέναν κανονικό λόγο δεν υπάρχουν εκεί, μες στη στέπα, από την άνοιξη ως το καλοκαίρι, χαμένοι σχεδόν από όλους, με μοναδικούς γείτονες τους νομάδες. Τρεις άνθρωποι. Ο ένας καταγράφει μέρα τη μέρα την ανασκαφή. Λόγια και σιωπές, ποιήματα στο τέλος. Ο Ντάνιελ Αντρέγιεβιτς, η Βέρα Πετρόβνα, ο Ολέγκ Παύλοβιτς, 34, 35 και 30 χρόνων. Παλαιανθρωπολόγοι και παλαιοντολόγοι. Άνθρωποι σε αναζήτηση ανθρώπου. “Συνδαιτημόνες στο σπίτι ενός κοινού φίλου που τον περιμένουν για να κάνει τις συστάσεις”. Ως τότε σιωπή. “Τα μουρμουρητά της κοιλάδας, του ποταμού, του ανέμου”. Η σιωπή.


Σιωπή μέχρι εδώ
μα όλα πρέπει να σημειώνονται
για τη μέρα που οι πέτρες θα μιλήσουν.

Ένας homo neandertalensis εν τέλει ενάντια στον homo sapiens sapiens. Η φωνή του πιστού και αδελφικού νεαντερντάλιου έναντι του αποτελεσματικού sapiens sapiens. Αν ήταν αυτοί με τον δεύτερο δεν θα έβγαιναν ποτέ σε αναζήτηση του πρώτου. Αν είχαν κάτι από την οξείδωση της σκέψης του δεύτερου, την παντοδυναμία του λογικού, δεν θα βρίσκονταν εκεί.


Αυτός ο άλλος, που χωρίς αυτόν όμως
δεν θα είχαμε γίνει ο εαυτός μας.
Αυτός ο πρόγονος, απαρχή
ενός δρόμου που δεν ακολουθήσαμε
και που όμως για να τον συναντήσουμε
μας οδηγούσε εδώ.

Δεν θα βρίσκονταν εκεί. Κάτω από το φως μιας λάμπας. Μέσα σε μια σκοτεινή και έρημη κοιλάδα. Ίδια όπως και πριν από 48.000 χρόνια. Στο πλάι ενός ποταμού και ενός τάφου. Κάτι το καρδιακό σε κρατά αλληλέγγυο με τους σαλούς ανασκαφείς.

Κάθε φτυαριά χώματος, κάθε κόκκος σκόνης που αφαιρέθηκε από εδώ τους δυο τελευταίους μήνες μάς ξαναβύθισε σιγά-σιγά στην κόκκινη λάμψη πριν από πάρα πολύ χρόνο, στην αντανάκλαση της μέρας που έλουσε τις τελευταίες στιγμές αυτού του άνδρα, του ίδιου του φωτός, που ατένιζε καθώς έσβηνε. [...] Απόψε, λέει ο Ντάνιελ, είμαι σαράντα οχτώ χιλιάδων χρόνων”.

Ένας τάφος σε ανασκαφή. Ένα τάφος ανοίγει. Αντάμωση ή βεβήλωση; Το ερώτημα διασχίζει και τους τρεις τους ως το τέλος. “Χθες ο τύμβος έμοιαζε με ένα απαλό νυφικό μαξιλάρι, σήμερα ξεκοιλιασμένος, σημαδεμένος με μια μαυριδερή χαρακιά, μοιάζει βιασμένος”. Κι ωστόσο από αυτόν εξαρτάται η επιβίωσή τους.


Δεν μοιάζουμε, λέει γεμάτη θαυμασμό η Βέρα, με Μάγους από τη Δύση, οι οποίοι αναζητούν λίγο εκτός εποχής, μια νέα Γέννηση, που δίνει νόημα στον ερχομό μας, στους κόπους μας, στις ζωές μας ίσως;”.


Ίσως; “Εμείς οι ίδιοι, λέει ο Ντάνιελ, επιλέγουμε να σταματήσουμε την ανασκαφή στο επίπεδο αυτό κάνοντας τον τάφο ορίζοντά μας, δηλαδή τον πυθμένα του δικού μας ορύγματος”. Καθώς το να τον ανταμώσουν έχει να κάνει με το να βρούνε τη ρίζα από το τώρα στο πριν και από εκείνο στο μετά. Έχει να κάνει με τη γεύση του θανάτου μες στη ζωή και τη ζωή μετά τον θάνατο.


Μπροστά στα πενήντα χιλιάδες χρόνια του τάφου, τι σημασία έχει το δικό μας μοναδικό πέρασμα από αυτά τα μέρη; Η γη προ πολλού θα μας ξεχάσει, κι ακόμα πιο γρήγορα το ποτάμι, που μόλις πριν από λίγα λεπτά το περάσαμε πεζοί, έχει κιόλας σβήσει την ανάμνηση από τις μπότες μας. Αλλά η ανάμνηση της εδώ παρουσίας μου, της διάβασης αυτού του ποταμού, αυτών των λόγων που ανταλλάξαμε, τα σημάδια όλων αυτών που με διαπερνούν αυτή τη στιγμή πότε θα σβηστούν; Με το που έφτασα, μήπως δεν είμαι κιόλας σαν θαμμένος εδώ για πάντα;”
 
Τάφος. Όρυγμα κυκλικό. Χαράκωμα ή και δίοδος υπογείου. Είσοδος και έξοδος την ίδια ώρα.


Τριγύρω μαζεύονται τα χώματα
οι στρώσεις η μια πάνω στην άλλη: πάντα
υπάρχει και πιο μακριά να φτάσεις.


Όλα συμβαίνουν τόσο αργά.
Το πιο παράξενο είναι ακόμα
ότι πρέπει να περιμένεις μέχρι αύριο
για να μάθεις πόσο.


Ένα δάπεδο νεκρικό με ανεξίχνιαστους τους συμβολισμούς των κτερισμάτων. Έτσι. Να χάνονται μέσα στη μυθοπλασία των λαών που προϋπήρξαν. Τότε που γι' αυτούς ο άνεμος ήταν άνεμος, ο ήλιος ήταν πρόσωπο, η σελήνη το ίδιο, και όλοι γυμνοί μέσα στην παντοδυναμία του σήμερα.


Το ίχνος μιας πατημασιάς μες στην ξεραμένη λάσπη.
Ναι: κάθε βήμα γίνεται για πάντα.
Όχι: δεν ξαναγυρίζουμε ποτέ.


Μια στέπα. Και νομάδες βοσκοί με το κοπάδι τους και τις μαύρες μάλλινες τόκες τους. Ο Οσμάν. Απόγονος ίσως αυτού του μεγάλου αγνώστου. Μια συνομιλία βουβή που οδηγεί σε μια ανόθευτη φιλία. Για να πει πόσο λίγο χρειάζεσαι τα λόγια όταν υπάρχει η αλήθεια. “Κάθε λέξη άλλωστε είναι άχρηστη” μεταξύ τους, γράφει κάπου στο τέλος.


Έχει ένα βλέμμα εξεταστικό χωρίς ποτέ να γίνεται βαρύ, που ζυγίζει ήρεμα ανθρώπους και πράγματα, που βυθίζεται μέσα στα δικά μου μάτια, όπως σε τοπίο. Και καλά κάνει. Δεν θα πίστευε κανείς ότι ένα τέτοιο βλέμμα μπορεί να λέει ψέματα -ούτε κι εμείς, μπροστά σε ένα τέτοιο βλέμμα μπορούμε τίποτα να κρύψουμε”.


Η αλήθεια των ανθρώπων. Όταν και ο τόπος είναι καθαρός από τη βοή του τώρα. Όταν ο τόπος αμόλυντος του περιττού, καθ' όλα ιερός.


Αν μπορούσαν να υποψιαστούν σε ποιο βαθμό η απλή μου σκηνή, μέσα σ' αυτή την κοιλάδα, μου φαίνεται σαν παλάτι σε μια γωνιά του παραδείσου, αντίθετα με το πένθιμο δωμάτιό μου στην εστία των ερευνητών στο Λένινγκραντ!”.
 
Ακόμα και όταν τους επισκέπτεται το αφγκάνιετς, που “επίμονο εισχωρεί μέσα στην ανασκαφή με δίνες σκόνης”. Τότε που υποχωρούν “αφήνοντας τον Θεό να σκουπίσει τη σκηνή του” κατά την έκφραση των νομάδων.


Παίρνουμε το τσάι μέσα σε αυτή τη σιωπή, προσέχοντας την πυκνή και συνάμα ανάλαφρη παρουσία του [....] και της απλής ευχαρίστησης που αναβλύζει από τα βάθη της ψυχής μας, της ευχαρίστησης που βρισκόμαστε εδώ, της ήρεμης βεβαιότητας και της χαράς που ζούμε”.


Και πλάι τους αυτός. Αυτός ο άγνωστος ακόμη. Να συνοδεύει τα βήματά τους. Το βλέμμα του διαρκώς το νιώθουν στραμμένο απάνω τους. Μια ακατάπαυτη νοερή συνομιλία.


Αυτός που κείται σ' αυτόν εδώ τον τάφο, αν μας βλέπει έτσι καθισμένους κοντά στη φιλική φωτιά, δεν θα την ταύτιζε με ανθρώπους, ομοίους και δεν θα ερχόταν κι αυτός κοντά στον κύκλο του φωτός; Έτσι, το μαγκάλι μας ζεσταίνει κι αυτόν, η λάμψη του καίει και γι' αυτόν και η νύχτα γίνεται σπηλιά γύρω μας”.


Ο άνθρωπος και η φωτιά. Σχέση πανάρχαια. Σχεδόν, σχεδόν ομφάλια. Σχέση γέφυρα με τον εαυτό και τον άλλο.
 
Μέσα σε αυτή τη λάμψη είναι που ο άνθρωπος έγινε άνθρωπος. Ανακαλύπτοντας τον εαυτό του, όχι μέσα στην οσμή του ψημένου κρέατος ή στη θερμότητα που ζέσταινε τα δάκτυλά του αλλά μέσα στον ολέθριο φόβο μήπως χαθεί ξανά μέσα στην κρύα νύχτα, και τότε ξαφνικά τον διαπέρασε η ανάγκη και η αβεβαιότητα της ζωής”.


Η μοναξιά εντός τούτου του τόπου καταλύεται. “Παύει μόλις σηκώσω τα μάτια μου προς το στερέωμα και ο γαλαξίας ξαφνικά μου φαίνεται φτιαγμένος από τις φωτιές του καταυλισμού μιας μυριάδας φυλών που αιωρούνταν αργά από την ανατολή στη δύση, σαν ένα αργό πανοραμικό πλάνο της ανθρώπινης εξέλιξης”. 

"Η ανθισμένη στέπα, τα αστέρια που φεγγοβολούν σαν αναμμένα κεριά κάτω από τον ουράνιο θόλο, όλα θυμίζουν μια εκκλησία τη νύκτα της ζαουτρίνα" τόσο που "απαγγέλλεται με πεποίθηση ενώπιον του μικροσκοπικού εκκλησιάσματος που άναβε τα κεριά του, το "Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος", καταλύοντας επιπλέον το θάνατο μετά τον θάνατο.


Ένα σχήμα κυκλικό που υποχρεώνει σε ανάγνωσή του. “Όλα είναι πιθανά. Τίποτα δεν φανερώνεται”. Ερωτήματα που ο Ντάνιελ απαντά καθ' οδόν και για όλους, δίνοντας την εντύπωση ότι κονταροχτυπιέται διαρκώς με την άγνωστη αυτή γλώσσα, με τον άγνωστο αυτό οικείο κόσμο. Ο κύκλος. Ο κύκλος πάντα.


Ένα κουβάρι από πορείες, περάσματα, ίχνη που περιβάλλουν ακτινωτά το καταφύγιό τους, απαρχή και τέλος όλων των διαδρομών. Η αντίληψη του χώρου ως ενός κόσμου χαραγμένου από ομόκεντρους κύκλους. Όπως σε ένα λαβύρινθο, στην αλληλουχία των βημάτων, των στροφών και των στάσεων ενός κυκλικού χορού, εντός του κόσμου των κυνηγών”.


Τι ωραία να συλλογίζεσαι αυτόν τον χρόνο -τον πριν από το χρόνο-που-φεύγει, να ονειρεύεσαι ένα διάστημα και ένα χρόνο καμωμένα από συναρμολογημένους κύκλους, από το στρογγύλεμα της κοιλιάς της γυναίκας μέχρι την ουράνια σφαίρα, από τη ζώνη που φωτίζεται με τη φωτιά της φυλής μέχρι το δακτύλιο του ορίζοντα, του φευγαλέου κύκλου μιας μέρα μέχρι αυτό των γενεών που διαδέχονται η μια την άλλη”.

Ή μήπως δεν κάνω τίποτα άλλο παρά να ξαναεπινοώ ένα τυπικό, να υπακούω θολά, κύκλο με κύκλο, σε αρχαίες εκφράσεις σεβασμού, να διαποτίζομαι σιγά-σιγά από ένα “σχήμα”, αυτό του τάφου συγκεκριμένα, με τη στρογγυλάδα του, που είναι τρούλος και μαστός γυναίκας, ουράνιος θόλος και κέλυφος αυγού, πρόσκληση ν' ανοίξω τα φτερά μου και υπόσχεση μιας επανάληψης;”.


Τον ανασύρουν. Για να τον χάσουν έπειτα. Αξαφνα, σχεδόν βίαια, επιστρέφει στην αιωνόβια μοναξιά του. Μες σε μια νύχτα επιλέγει να βυθιστεί στην ανυπαρξία ξανά -ίσως και για πάντα. Κόβει τους δεσμούς. Φουσκώνει το ποτάμι, παρασύρει τα ευρήματά τους, τις μετρήσεις, τα σχεδιαγράμματα, τα κασάκια, τις επιμελημένες ετικέτες, το ασκί που φαντάζεται ο καθένας ότι κουβαλά για πάντα. Το ανοιχτό σώμα βυθίζεται εκ νέου. Κόβει τους δεσμούς. Τους κόβει όμως; Ή τους καλεί μαζί του, εκεί, στην άλλη όχθη της ανασκαφής, σε μια προμελετημένη αντάμωση;


Όλα εδώ είναι ηθελημένα:
η κάθε πέτρα, με φροντίδα επιλεγμένη:
η κίνηση να τοποθετηθεί, ώρα πολλή συλλογισμένη:
η στιγμή της κίνησης, είχε πια ωριμάσει...


Όλα αυτα είναι ηθελημένα:
εμείς οι ίδιοι, κληθέντες από πάντα:
τις προσδοκόμενες κινήσεις μας είχαν προβλέψει πολύ πιο πριν,
τη στιγμή του καθενός χαραγμένη στην αιωνιότητα.


Εκτός εαν...

Έπειτα από δυο μέρες η ανατίναξη του αεροπλάνου της επιστροφής, διαλύει και αυτούς στο φως όπου τον ανέσυραν, στη γέννηση μετά τον θάνατο, οδηγώντας τους στην πραγματική αντάμωση. “Το πιο παλιό από τα απολιθώματα είναι ο ουρανός”, έλεγε από μικρός ο Ντάνιελ. Και κλήθηκε, μικρός και πάλι, να εισέλθει εντός του. Να λουστεί αυτό το ίδιο φως που ατένιζε τον άντρα καθώς έσβηνε. Να γίνει ό,τι και αυτός. Άνθρωπος.


Ίσως όλοι οι άνθρωποι,
τελικά, είναι “κανείς”
και με το θάνατο μόνο
γίνονται αυτό: ένας άνθρωπος.


Ανάγνωση δύσβατη. Προσομοίωση ανασκαφής. Το ελάχιστο καθίσταται εξαιρετικά πολύτιμο. Όπως ακριβώς και εντός ενός παλαιοντολογικού ορύγματος. Και την ίδια ώρα ένας μονόλογος εν είδει ημερολογίου, μια αφήγηση εν είδει μυθοπλασίας, τόσο που παρασύρεσαι, λησμονάς την εκ προοιμίου συνθήκη, ψάχνεις να βρεις τα πρόσωπα και με το πέρας, που είναι σα να σε έχουν συντροφέψει -και σε έχουν. Αυτό μένει στο τέλος. Η συγκίνηση από τη συνάντηση. Από αυτές τις συναντήσεις που λαμβάνουν χώρα μόνο μέσα στις αράδες.

Μια μέρα, δεν θα είμαι τίποτε παραπάνω από ένα ελάχιστο σημάδι μέσα στην απέραντη ακινητοποιημένη εικόνα αυτού που κάποτε υπήρξε σύμπαν, σαν μια φωτογραφία κάτω από ένα τζάμι, κρεμασμένη στον τοίχο του χάους χωρίς να υπάρχει κανείς για να αγναντέψει αυτό το μυστηριώδες κατάλοιπο. Πότε-πότε το ονειρεύτηκα”


Γι' αυτό που διάβασα και λίγα έγραψα. Όχι μόνο η ανάγκη να μιλήσεις γι' αυτό αλλά και ένα χρέος να μιλήσεις επιπλέον για κάτι σπάνιο. Ο Πυριτόλιθος σε ρέουσα μετάφραση της Σουζάνα Καπελώνη από τις εκδόσεις Ιστιοφόρο [Λαγουδέρα], έκδοση του 2000 και χάρισμα στην αρχή του έτους, κάπου τότε, του Σπύρου και του Αυγουστίνου του βιβλιοπωλείου “Λεμόνι”. Στην πρώτη σελίδα η ανάγλυφη σφραγίδα τους και χρόνια τακτοποιημένο επιμελώς μέσα στα αδιάβαστα. Αντιχάρισμά τους τούτο το κείμενο. Πώς να ευχαριστήσεις όμως κάποιον για ένα παράθυρο που σου άνοιξε;
 

Και τι άλλο είναι ο πυθμένας ενός τάφου, αν όχι ένα σημείο για να δηλώσεις τον χρόνο τον μετά τον θάνατο; Και τι είναι το υπερπέραν, αν όχι το μέλλον που συμβολίζει τον τόπο που θα πάμε τότε;”


Ακούς διαρκώς κατά και μετά το Song of Time του Korzeniowski.


Όλγα Ντέλλα
27 Ιουλίου 2017

http://fractalart.gr/pyritolithos/

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Ρέκβιεμ στην αντικανονικότητα

 
Ρέκβιεμ στην αντικανονικότητα

ή σκέψεις πάνω στον “Καλό στρατιώτη” του Ford Madox Ford

Ένας τίτλος για τον οποίο επέμεινε ο πρώτος εκδότης -όχι ο συγγραφέας. “Η πιο θλιβερή ιστορία” αντικαθίσταται από το στιβαρό, όπως φαίνεται, πρόσωπο ενός “Καλού στρατιώτη” που εφορμούσε εντελώς μέσα από την εποχή του -1915 και Α' Παγκόσμιος Πόλεμος. Καθόλη την ανάγνωση ωστόσο δεν παύεις να αναρωτιέσαι περί του άσχετου σχεδόν τίτλου. Μονάχα στο επίμετρο ο μεταφραστής Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης δικαιώνει την απορία αποκαλύπτοντας το ζήτημα μεταξύ τους και ασφαλώς παίρνεις θέση δίπλα στον συγγραφέα. “Η πιο θλιβερή ιστορία” είναι ένα μωσαϊκό των συσπάσεων της ψυχής. Της μιας και μοναδικής ποικιλοπρόσωπης ψυχής με τα χίλια ενδεχόμενά της και σε συνάφεια, αντιπερισπασμό, εναντίωση με τις ψυχές και τους μύριους εαυτούς των άλλων. Αυτός είναι και ο λόγος που σκοντάφτεις σε ένα τέτοιο κείμενο και νιώθεις την ανάγκη να αλιεύσεις απλώς τους τόπους εκείνους που σε υποχρέωσαν σε αναγνωστική παύση.

Στο σκοτάδι είναι όλα!”

Ο Ford επιβιώνει μέσα σε αυτόν τον έξωθεν Παγκόσμιο πόλεμο και στον δικό του έσωθεν και οικογενειακό που του επιτρέπει να καταθέσει το απόσταγμα που σκεπάζει και τον δικό μας αιώνα -ενδεχομένως και των επόμενων:

Δεν ξέρω τίποτα. Τίποτα στον κόσμο. Τίποτα για τις καρδιές των ανθρώπων. Το μόνο που ξέρω είναι πως είμαι μόνος -φριχτά μόνος”.

Επωδός που διαρκώς επιστρέφει και στα τέσσερα κεφάλαια, για να επιβεβαιώσει την άγνοια ενώπιον του λαβυρίνθου των άλλων. Κυρίως όμως για να υπογραμμίσει την άγνοια ενώπιον του δικού μας λαβυρίνθου -στον ίδιο βαθμό ανοίκειου.
 
Γιατί ποιος μπορεί ν' αποφανθεί τελειωτικά για το χαρακτήρα κάποιου άλλου; Ποιος μπορεί να ξέρει οτιδήποτε για μιαν άλλη καρδιά -ή και για τη δική του ακόμα;”.
 
Κανείς εν τέλει δεν αναγνωρίζει πάντα τον εαυτό του. Όλα εγείρονται από αυτή τη διάσταση μεταξύ αυτού που πιστεύω για μένα και αυτού που είμαι και γίνομαι μέσα από τις πράξεις μου. Μεταξύ κυρίως αυτού που αγνοώ. Όταν η ένδον χαρτογράφηση αποβαίνει δύσβατη, όταν η ψυχή -η δική μου ψυχή- εμμένει στο άβατό της. Όταν ο τόπος φλεγόμενος και μόνο. Αυτή η ψυχή είναι που τίθεται πρώτα σε αμφισβήτηση. Όταν το ενώπιος ενωπίω καταλήγει περίπου στο εξής:
 
Ήταν σαν κάποιος να είχε διττή προσωπικότητα: το ένα “εγώ” να μην έχει καμιάν απολύτως συνείδηση του άλλου”.
 
Και τούτο είναι το πιο ολέθριο,“η μέσα μου ψυχή -η δίσημη προσωπικότητά μου”. Για την οποία δεν παύει να μιλά. Να ανακαλύπτει διά βίου την υπόκωφη και διαβρωτική παρουσία της. Όσο ασύλληπτη και ανερμήνευτη τόσο ο καθείς έρμαιο των κινήσεων των άλλων. Ή στη σκιά. Στη σκιά απλώς του εαυτού. “Ένας μυστηριώδης και μη συνειδητός εαυτός που κρύβεται κάτω απ' τον καθένα μας”. Και που λουφάζει ή εγείρεται. Ανάλογα με τις περιστάσεις, με τις συγκυρίες, με τις ευκαιρίες που του επιτρέπουμε να τον ακούσουμε ή να τον σωπάσουμε εντελώς.

Και άλλοτε ψευδοπρόσωπα. Μαριονέτες που παίζουνε ρόλους. Συνειδητά κάποτε. Εντελώς συνειδητά:

Ξάφνου σκέφτηκα πως η γυναίκα εκείνη δεν ήταν αληθινή. Ήτανε απλώς μια μάζα ομιλίας λεηλατημένης από τουριστικούς οδηγούς. [...] Μια χάρτινη προσωπικότητα. Ήταν απλώς η εικόνα ενός αληθινού ανθρώπινου όντος με καρδιά, με αισθήματα, με συμπάθειες και με συγκινήσεις, όπως ένα χαρτονόμισμα δεν είναι παρά η εικόνα μιας ορισμένης ποσότητας χρυσού”.
 
Ψυχές που η μια επηρεάζει και παρασύρει την άλλη. Ο φυσικός χαρακτήρας αλλοιώνεται από τη συγκυρία της συναναστροφής. Οι ψυχές αλώνονται αναπόφευκτα, αδυνατούν να προβάλουν αντίσταση, οπισθοχωρούν. Κατισχύει το απόθεμα του κακού:
 
[...] τόσο πιο πολύ σιγουρεύομαι πως η Φλόρενς ασκούσε μια μολυσματική επίδραση -ναι, κατέθλιβε, καταπίεζε και έφθειρε τον άμοιρο τον Έντουαρντ. Έφθειρε επίσης και προστύχευε τρομερά και την αξιολύπητη Λεονόρα. Δεν υπάρχει αμφιβολία, εκείνη προκάλεσε τη φθορά και τον εκπεσμό του χαρακτήρα της Λεονόρας. [...] Ναι, ο πνευματικός εκφυλισμός που προκάλεσε η Φλόρενς στη Λεονόρα ήταν αδιανόητος, σχεδόν εξωπραγματικός”.


Ψυχές που η μια συνθλίβει την άλλη. Οι πιο οικείοι κάποτε μέσα στους οικείους: “Έμεινε καθισμένος, ασάλευτος, κι άφησε τη Λεονόρα να του αρπάξει το χαρακτήρα του”.


Ψυχές που αφομοιώνονται -ερήμην τους. Ή μήπως όχι; Ψυχές που επιζητούν τη συγκατάθεση, την αποδοχή του δόγματος, του ιερωμένου, του πνευματικού, που ρυθμίζουν τη ζωή τους με βάση αυτόν τον άξονα των νουθεσίων, ενός άκαμπτου σχήματος -του Ρωμαιοκαθολικισμού- που πηγαινοέρχεται στις σελίδες του Ford ως σπάθη δαμόκλειος:


Αυτή είναι φυσικά η καθολική παράδοση -να ξεφαντώνεις αλλά να σταματάς απότομα, να σε κόβουν μονομιάς σαν μ' ένα χτύπημα από μαστίγιο. [...] Μιαν αίσθηση χρηστοήθειας, ένα είδος άτεγκτης ακεραιότητας που ποτέ δεν είδα να παραβιάζεται. Ήταν ένα πράγμα σαν μαχαίρι που έβγαινε απ' το βλέμμα της και που μιλούσε με τη φωνή της. Με φόβιζε αυτό, σίγουρα. Υποθέτω πως φοβόμουν. Ναι, σχεδόν φοβόμουν να είμαι σ' έναν κόσμο με τόσο εξεζητημένες σταθερές”.
 
Όταν όλα μάλιστα τίθενται εκ των γεγονότων σε αμφισβήτηση. “Ακόμα και η ίδια η καρτερικότητα”. Που ενδέχεται “σ' αυτήν την ειδική περίπτωση να είναι ολωσδιόλου λανθασμένη”.
 
Ψυχές που κάποτε αποκόπτουν τον ομφάλιο λώρο του καθωσπρεπισμού που υπαγορεύει το δόγμα. Ή του κρατερού προτύπου ενός ατσαλάκωτου εαυτού. Που δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους. Που επιχειρούν πτήση ελευθέρα, έστω και αν δίνεται η εντύπωση ότι φτεροκοπούν απλώς στο ίδιο σημείο:
 
Μπορείτε να πείτε πως έχοντας αποκοπεί από τους περιορισμούς του θρησκεύματός της, έδρασε για πρώτη φορά στη ζωή της σύμφωνα με τις ενστικτώδεις επιθυμίες της. Δεν ξέρω εάν δρώντας έτσι δεν ήταν πια ο εαυτός της. ή εάν, έχοντας απαλλαγεί από τα δεσμά των ηθικών αρχών, των παραδόσεων και των θρησκευτικών της πεποιθήσεων, ήταν για πρώτη φορά ο αληθινός, ο εσώτερος, ο πιο βαθύς και αυθεντικός εαυτός της”.
 
Η αδυναμία του Ford να ερμηνεύσει επαρκώς τον εαυτό του και τον άλλον, τον οδηγεί στο να τους περιγράψει σε ένα ύστατο εγχείρημα να κατανοήσει τις μύχιες δυνάμεις -και εν πολλοίς ανεξέλεγκτες- που οδηγούν τον καθένα στην επιλογή μιας διαδρομής κάθε φορά -ανάμεσα στις πολλές που ενδέχεται να είχε πάρει ή στην εξής μία που ποτέ δεν πήρε. Θα συνεχίσει κανείς με την επωδό του. Αυτή μένει ως το τέλος. “Δεν ξέρω. Δεν ξέρω”. Η απαρχή του “ξέρω” ίσως. Η μηδενική κατάσταση της πλήρους άγνοιας, εφαλτήριο ίσως για την αντίπερα όχθη:
 
Δεν ξέρω. Τίποτα δεν υπάρχει να μας κατευθύνει, κανένας οδηγός. Κι αν όλα είναι τόσο νεφελώδη σ' ένα θέμα τόσο στοιχειώδες όσο τα ήθη του σαρκικού έρωτα, τι υπάρχει να μας κατευθύνει σε πιο πολύπλοκα ηθικά ζητήματα όπως όλες οι άλλες ανθρώπινες επαφές, όπως όλες οι άλλες σχέσεις και συνεργασίες και δραστηριότητες; Ή μήπως είμαστε για να δρούμε μονάχα από ένστικτο; Δεν ξέρω. Στο σκοτάδι είναι όλα”.


Πυρπολικά σε λιμνοθάλασσα”
 
Πρόσωπα-συμπυκνωμένες ψηφίδες οδύνης και αγωνίας. Πρόσωπα που περιδινούνται γύρω από τον εαυτό τους και τους άλλους, επιχειρώντας άλμα στη χαρά, στην ένωση, στο σβήσιμο της μοναξιάς -που δεν επέρχεται. Αναρωτιέται ως το τέλος κανείς -και ο ίδιος ο αφηγητής- γιατί; Όλοι ήταν προορισμένοι για την αγάπη, την ευτυχία, τη στοιχειώδη χαρά. Και όλοι διέλυαν -ο καθένας με τον τρόπο του- την οποιαδήποτε ευκαιρία να σταθεί η Μοίρα στο πλάι τους. Η Μοίρα, να εισβάλει διαρκώς εντός του κειμένου, υπενθυμίζοντας την παρουσία της. Η Μοίρα όμως; Η Μοίρα απλώς; Ή ίσως οι πραγματικές επιλογές που υπαγορεύονται από την ανάγκη της στιγμής; Ή η αδυναμία να κατανοήσεις βαθιά τον εαυτό σου που σε αφήνει δίχως ασπίδα ενώπιον της πραγματικής ζωής;
 
Άνθρωποι ευγενικοί, ναι, δυο ευγενικά πλάσματα -να πλανώνται στη ζωή σαν πυρπολικά σε μια λιμνοθάλασσα και να προκαλούνε στεναχώριες, πονοκεφάλους, αγωνίες και θάνατο. Κι οι ίδιοι ακόμα, σταθερά, αναπότρεπτα, να εκφυλίζονται, να ξεπέφτουν. Γιατί; Για ποιον λόγο; Για ν' αφήσουν ποιο δίδαγμα; Α, όλα είναι στο σκοτάδι”.

Για ν' αφήσουν ίσως το μοναδικό περί ευτυχίας δίδαγμα:
 
Ω, πού είναι όλα τα λαμπρά, τα ευτυχισμένα, τα άδολα πλάσματα του κόσμου! Πού είναι η ευτυχία; Διαβάζει κανείς για την ευτυχία στα βιβλία!”
 
Πρόσωπα που καταρρέουν εντέλει και μετά από μια επίπονη και μακροχρόνια ψυχική προσπάθεια:
 
Μοιάζει πολύ παράξενο, αλλά αν ξέρετε κάτι για τις ψυχικές καταρρεύσεις, θα γνωρίζετε πως αυτές έρχονται αφού εκλείπει μια ένταση φοβερή που μας βασάνιζε και δε μένει πια τίποτα να κάνουμε. [...] ναι, στο τέλος μιας επίπονης λεμβοδρομίας το πλήρωμα καταρρέει και γέρνει αποκαμωμένο πάνω απ' τα κουπιά”.
 
Πρόσωπα που σμιλεύονται μέσα στην αιωνόβια θλίψη “μια που η ανθρωπότητα είναι μητρώο θλίψεων” και είναι αυτή που δίνει στο τέλος την καθοριστική απόχρωση:
 
Υπάρχουν φαντάζομαι ορισμένοι τύποι ομορφιάς, ορισμένες εκδοχές κάλλους, ακόμα και νεότητας, καμωμένα απ' τα ποικίλματα και τα στολίδια που έρχονται με την αιώνια θλίψη”.
 
Η αγάπη
 
Όλα επομένως στο αλώνι της αμφισβήτησης. Να κονταροχτυπιούνται ες αεί μεταξύ τους. Μονάχα για την αγάπη δεν έχει να πει. Μονάχα αυτήν βλέπει να νικά, ακόμα και όταν δίνεται η εντύπωση ότι νικιέται. Γιατί το ένιωσε “πως η λύτρωση δε μπορεί να βρεθεί παρά στην αληθινή αγάπη” και γι' αυτό και ο ίδιος θα υποχωρούσε αν την έβλεπε να εισέρχεται, αφήνοντάς της χώρο να υπάρξει. Είναι τότε που τα παραδεδεγμένα των κανονικών ανθρώπων τίθενται εκ νέου σε αμφισβήτηση και ή διαλύουν τα πρόσωπα ή στις ελάχιστες περιπτώσεις τα πρόσωπα εγείρονται και επιλέγουν να τα αγνοήσουν:
 
Καθώς κριτής μου είναι ο Θεός, δεν πιστεύω πως θα είχα χωρίσει εκείνους τους δύο, εάν ήξερα πως αγαπιόντουσαν αληθινά και παθιασμένα. Δεν ξέρω πού παρεισφρέει η δημόσια ηθική στην περίπτωση αυτή, και κανείς δεν ξέρει από πριν τι θα έκανε σε μια δεδομένη υπόθεση. Αλλά στ' αλήθεια πιστεύω πως θα τους είχα ενώσει με τρόπους και μέσα όσο πιο αξιοπρεπή μπορούσα”.
 
Ή θα τους ευχόταν. Θα τους ευχόταν απλώς: “Είθε η Μοίρα να είναι ευγενική μαζί τους”.
 
Η αγάπη. Εντός του έρωτα. Και το αντίθετο. Δυο τα πρόσωπα που στέκονται στον κύκλο της. Αυτά σκιαγραφεί ο Ford αδρά -με τα ίδια μάλιστα λόγια:
 
Έμοιαζε σαν ένας άντρας που καιγόταν από μια φλόγα εντός του. Που η ψυχή του πέθαινε από δίψα. Που οι αισθήσεις του ήταν διασαλευμένες”.
 
Δίπλα του εκείνη:
 
Ένιωθε σαν ένας άνθρωπος που καίγεται από μια φλόγα εντός του. Ένιωθε ν΄αποστραγγίζεται, να πεθαίνει από δίψα η ψυχή της. Ένιωθε να διασαλεύονται οι αισθήσεις της”.
 
Η λεκτική υπογράμμιση ενισχύει την έννοια του καθρέφτη. Αντικαθρέφτισμα ο ένας του άλλου. Με όλη την ετερότητα των προσώπων. Στο ίδιο πυριφλεγές αλώνι.


Ό,τι προηγήθηκε έχει να κάνει με αυτή την ένωση:
 
Αυτή, η Νάνσι, είχε, ναι, είχε την ψυχή του -κάτι τόσο πολύτιμο, κάτι που μπορούσε ν' αγκαλιάσει και να προστατεύσει και να πάρει μαζί της στα χέρια της -θαρρείς κι η Λεονόρα ήταν ένα πεινασμένο σκυλί που πάσχιζε να πηδήξει και ν' αρπάξει εκείνον τον αμνό που κουβαλούσε τρυφερά και προστατευτικά στα χέρια της. Ναι, ένιωθε την αγάπη του Έντουαρντ σαν έναν αμνό που τον απομάκρυνε από ένα βίαιο κι αρπακτικό κτήνος”.
 
Από την άλλη εκείνος:


Θα πρέπει να βρει καταφύγιο εκείνος, καταφύγιο στην αγάπη του γι' αυτήν και στη δική της αγάπη γι' αυτόν. Στην αγάπη της που από μακριά πια και δίχως λόγια θα τον αγκάλιαζε, θα τον τύλιγε, θα τον περιέβαλε, θα τον στήριζε, θα τον φρόντιζε. Η φωνή της θα του μιλούσε απ' τη Γλασκόβη, θα του έλεγε ότι τον αγαπούσε, ότι τον λάτρευε, ότι δεν περνούσε στιγμή δίχως να τον λαχταράει, στιγμή δίχως να ριγεί στη σκέψη του”.
 
Από την άλλη εκείνος. Μέσα στις τόσες προσπάθειες του Ford να ερμηνεύσει τα κατάστηθα ενός άντρα. Ενώπιον μιας εξαιρετικά αντισυμβατικής κατάστασης ψυχής, όπως είναι η αγάπη και ο έρωτας:


Αλλά ο αληθινός πυρετός του πόθου, η αληθινή κάψα ενός πάθους που δεν παύει να καίει, που δεν παύει να συναρπάζει, στην ψυχή ενός άντρα δεν είναι άλλη παρά η διακαής λαχτάρα του να ταυτιστεί με τη γυναίκα που αγαπά. Ποθεί να δει με τα ίδια μάτια, ν' ακούσει με τα ίδια αφτιά, ν' αγγίξει με την ίδια αίσθηση αφής, να απολέσει την ταυτότητά του, να τυλιχτεί, να τονωθεί. Γιατί ό,τι κι αν λέγεται για τις σχέσεις των φύλων, δεν υπάρχει άντρας που ν' αγαπάει μια γυναίκα και να μη λαχταράει σ' αυτήν να πάει μέσα της, εκεί, εντός, για να ξαναβρεί τις χαμένες του δυνάμεις, να ξανανιώσει το σθένος του, ν' αποκοπεί απ' ό,τι τον δυσκολεύει. Κι αυτό, ναι, αυτό θα' ναι, αυτό, ό,τι κι αν λένε, το κύριο κίνητρο του πόθου του γι' αυτήν. Ναι, τόσο φοβισμένοι είμαστε όλοι, τόσο μόνοι μας είμαστε όλοι, κι όλοι μας τόση ανάγκη έχουμε την έξωθεν επιβεβαίωση της αξίας μας στη ζωή, της αξίας μας στην ύπαρξη”.
 
Δεν κλείνει όμως η πορεία εδώ. Που εν πολλοίς είναι όμοια και για τη γυναίκα. Παρά υπάρχει ως το κατώφλι για το δώμα. Την πραγματική εστία που έρχεται ή δεν έρχεται:
 
Κι ωστόσο πιστεύω, ναι, στ' αλήθεια το πιστεύω, πως για κάθε άντρα έρχεται στο τέλος μια γυναίκα -α, όχι, λάθος, δεν το λέω καλά. Για κάθε άντρα έρχεται στο τέλος μια εποχή της ζωής του, ναι, ένας καιρός που η γυναίκα εκείνη που βάζει τη σφραγίδα της πάνω στη φαντασία του, την έχει βάλει πια για τα καλά. Κι εκείνος δε θα ταξιδέψει πια γι' άλλους ορίζοντες. Δε θα ξαναπάρει το σάκο του στον ώμο. Θ' αποσυρθεί από κείνα τα τοπία. Ναι, θα έχει πια αποσυρθεί από τούτες τις δουλειές. [...] ναι, τα πάθη εκείνα δεν ήσαν παρά προκαταρκτικοί τριποδισμοί αν τα συγκρίνουμε με τον τελευταίο, απονενοημένο του καλπασμό θανάτου για χάρη της. Δεν πρόκειται να σταθώ τόσο Αμερικανός ώστε να πω ότι κάθε αληθινή αγάπη απαιτεί κάποια θυσία. Δεν είν' έτσι. Αλλά νομίζω η αγάπη γίνεται πιο αληθινή και πιο μόνιμη όταν απαιτεί αυτοθυσία”.
 
Ψυχές που η μία υποκλίνεται στην άλλη. Η μία χωράει την άλλη. Η μία ακούει την άλλη.


Κι ακούγοντας τον ήχο της φωνής του, της τόσο βαθιάς, τόσο βαριάς, τόσο αρσενικής, μιας φωνής που έφτανε από τα βάθη του στήθους του, μέσα στη νύχτα, με το σκοτάδι πίσω του, η Νάνσι ένιωσε σαν το πνεύμα της να υποκλίθηκε μπροστά σ' αυτόν τον άντρα”.
 
Το τέλος της αντικανονικότητας

Όταν όλα -η ίδια η ζωή- “δεν είναι παρά ένα μνημείο κοπώσεως”, εισβάλλει το πραγματικό ερώτημα. Θα μπορούσε να υπάρξει και άλλος δρόμος; Άλλη έκβαση ας πούμε; Ο Ford αδυνατεί να απαντήσει. Να επιχειρήσει μια αρραγή απάντηση. Τουναντίον επιστρέφει στον δικό του τρόπο. Τα ρητορικά ερωτήματα υπάρχουν μονάχα για να ενισχύσουν την υπόκωφη αλήθεια που υπαγορεύουν:

Γιατί; ρωτάω ασταμάτητα τον εαυτό μου, με το μυαλό μου να στριφογυρίζει σ' έναν εξουθενωτικό, συγκεχυμένο χώρο οδύνης -τι θα' πρεπε να' χουνε κάνει οι άνθρωποι αυτοί; Για το Θεό, τι θα' πρεπε να κάνουν; Το τέλος διαγραφόταν καθαρά για τον καθένα τους”.

Ή μήπως και εντέλει απαντά; Απαντά ίσως με τα γεγονότα. Με τη διαυγή και διαρκή ειρωνεία που υποσκάπτει αυτά τα ίδια τα γεγονότα. Εν τέλει ποιος πριμοδοτείται; Ποιος δικαιώνεται; Αυτός που φαίνεται ή αυτός που στ' αλήθεια είναι;

Τα πράγματα οδηγούσαν στο χαμό δύο λαμπρών, δύο θαυμάσιων προσωπικοτήτων, προκειμένου μια τρίτη προσωπικότητα, πιο προσγειωμένη, πιο κανονική, να απολαύσει, ύστερ' από μια περίοδο γεμάτη βάσανα και κακουχίες και δεινά, μιαν ήσυχη, γαλήνια και άνετη ζωή”.


Εκείνος

δούλεψε, τολμώ να πω, για το καλύτερο καλό της συμβατικότητας. Οι συμβάσεις και οι παραδόσεις εργάζονται, υποθέτω, τυφλά αλλά και αλάνθαστα για τη συντήρηση και τη διαιώνιση του κανονικού τύπου ανθρώπου. και για την εξολόθρευση των περήφανων, ανυποχώρητων και ξεχωριστών ατόμων. [...] Κι έτσι, βρέθηκαν πεταμένοι έξω απ' το ρεύμα, ενώ η Λεονόρα επιβιώνει, καθώς είναι ο απόλυτα κανονικός τύπος. [...] Θέλω να πω ότι σε κανονικές συνθήκες οι επιθυμίες της ήταν ακριβώς εκείνες μιας γυναίκας που είναι αναγκαία στην κοινωνία. Επιθυμούσε παιδιά, κοσμιότητα, βεβαιότητα, καταξίωση, εγκατάσταση. Επιθυμούσε να αποφεύγει τις σπατάλες, επιθυμούσε να κρατάει τα προσχήματα. Ήταν απολύτως κανονική, κανονική στον υπερθετικό βαθμό, ακόμα κι όταν ήταν στις ομορφιές της”. “[...] Κι έτσι, εκείνα τα θαυμάσια και θυελλώδη πλάσματα με το μαγνητισμό και τα πάθη τους -οι δύο άνθρωποι που στ' αλήθεια αγάπησα-, έχουν εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο”.

Η λήξη επέρχεται. Μια λήξη που αφορά στους αντικανονικούς. Όλο άλλωστε το έργο του Ford προς τα εκεί οδεύει. Η κανονικότητα κατισχύει. Οι άλλοι απλώς εξοστρακίζονται σε έναν τόπο επουράνιο -ως μίασμα ίσως- από όπου δεν θα προβληματίσουν, δεν θα αγανακτήσουν, δεν θα είναι ο εφιάλτης κανενός. Όταν ήδη έχουν γίνει ο εφιάλτης για τον εαυτό τους. Η ειρωνεία δε σώζει την κατάσταση. Το αντίθετο. Ενδυναμώνει τις σφαλιχτές, πνιχτές, χαμένες δυνατότητες. Που δυστυχώς μονάχα ενώπιον του θανάτου αφυπνίζονται.

Το λοιπόν, φτάνουμε στο τέλος της ιστορίας. Κι αν το δω από μιαν άποψη, είναι ένα χαρμόσυνο, ένα αίσιο τέλος, με εκκλησίες και καμπάνες και γάμους. Οι κακοί -και είναι προφανές πως οι κακοί της υπόθεσης ήταν ο Έντουαρντ και η μικρή- τιμωρήθηκαν με την αυτοκτονία και την τρέλα. Η ηρωίδα -η απολύτως κανονική, ενάρετη και ελαφρώς απατηλή ηρωίδα- έγινε η ευτυχισμένη σύζυγος ενός απολύτως κανονικού, ενάρετου και ελαφρώς ψεύτικου άντρα. Και σε λίγο θα γίνει η μητέρα ενός απολύτως κανονικοού, ενάρετου και ελαφρώς ψεύτικού αγοριού ή κοριτσιού. Ένα αίσιο τέλος. Μάλιστα, έτσι φαίνεται πως έχουν τα πράγματα”.

Τα παρεπόμενα απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Πως

η κοινωνία πρέπει να συνεχίσει υποθέτω να υπάρχει, κι αυτό το καταφέρνει μονάχα αν οι κανονικοί, οι έναρετοι και οι ελαφρώς ψεύτικοι άνθρωποι ανθούν, ενώ οι παθιασμένοι, οι πείσμονες και οι υπερβολικά έντιμοι καταδικάζονται στην αυτοκτονία και την τρέλα. Αλλά φαντάζομαι πως εγώ ο ίδιος, με τον δικό μου άτολμο τρόπο, προσχωρώ σιγά-σιγά στην κατηγορία των παθιασμένων, των πεισμόνων, των υπερβολικά έντιμων. [...] Ναι, η κοινωνία πρέπει να συνεχίσει το δρόμο της. Πρέπει να μεγαλώνει, σαν τα κουνέλια. Γι' αυτό είμαστ' εδώ. Αλλά απ' την άλλη, δε μ' αρέσει η κοινωνία -δε μ' αρέσει”.

“Η πιο θλιμμένη ιστορία” υπάρχει εδώ, 100 χρόνια μετά, για να πει το ίδιο. Και να επιχειρήσει να εγείρει και να εξεγείρει -όπως μπορεί να το κάνει κάθε ζωντανό κείμενο. Τις άλλες εκδοχές. Τη μία ίσως και μοναδική. Αυτή που δεν στέριωσε και εδώ.


Έξοδος

Η αδυναμία όπως είναι επόμενο σκεπάζει τους τίτλους λήξης.

Ε λοιπόν, όλ' αυτά πάνε, τέλειωσαν. Κανείς από μας δεν είχε αυτό που ήθελε. [...] Είναι ένας αλλόκοτος κι απίστευτος κόσμος! Γιατί δε μπορούν οι άνθρωποι να έχουν αυτό που θέλουν; Τα πράγματα είναι όλα εδώ για να προσφέρουν στον καθέναν ικανοποίηση. Κι όμως, ο καθένας έχει το λάθος πράγμα. Ίσως εσείς μπορείτε να βγάλετε μιαν άκρη απ' αυτό. Εγώ όχι, με ξεπερνάει”.

Αλλά και η βαθιά ανάγκη που ανασύρεται -ως ελπίδα και προσευχή ίσως:

Υπάρχει ..... μπορεί να υπάρξει άραγε ένας επίγειος παράδεισος όπου ανάμεσα στο θρόισμα, ανάμεσα στους ψιθύρους των φύλλων των ελιών, να μπορούν οι άνθρωποι να είναι αυτοί που θέλουν και να έχουν ό,τι θέλουν και να γαληνεύουν αμέριμνοι κάτω απ' τις σκιές και μες στη δροσιά; Ή είναι οι ζωές όλων των ανθρώπων σαν τις ζωές μας, σαν τις ζωές των καλών ανθρώπων; [...] -τσακισμένες, θυελλώδεις, αγωνιώδεις και αντιρομαντικές, περίοδοι με σημεία στίξεως κραυγές, ανημπόριες, θανάτους, αγωνίες; Ποιος διάβολο ξέρει;”.


Όλγα Ντέλλα
Ιούνιος 2017
http://fractalart.gr/o-kalos-stratiwtis/

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

ο Έλλην Βρυκόλαξ [reloaded]

 
 
Με αφορμή τις πανσελήνους του καλοκαιριού, το Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς (ΠΙΟΠ) παρουσιάζει
 
τη θεατρική παράσταση «Ο Έλλην Βρυκόλαξ [reloaded]»
 
σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ντέλλα
 
σε τρία Μουσεία του Δικτύου του (Μουσείο Αργυροτεχνίας στα Ιωάννινα, Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης, στη Δημητσάνα και Μουσείο Μαρμαροτεχνίας στην Τήνο) καθώς και στο Ιστορικό Αρχείο ΠΙΟΠ στον Ταύρο κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες:

• 9 Ιουνίου (ώρα 21:30) στο Μουσείο Αργυροτεχνίας - Γιάννενα

• 7 Ιουλίου (ώρα 21:30) στο Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης - Δημητσάνα

• 6 Αυγούστου (ώρα 21:30) στο Μουσείο Μαρμαροτεχνίας -Τήνος

• 8-9-10 & 15-16-17 Σεπτεμβρίου (ώρα 22:00) στο Ιστορικό Αρχείο ΠΙΟΠ


«Πες μου τί στέκεσαι Θανάση ορθός
βουβός σα λείψανο, στα μάτια εμπρός
γιατί Θανάση μου βγαίνεις το βράδυ,
ύπνος για σένανε δεν ειν’ στον Άδη;»


[Θανάσης Βάγιας ή ο Βρυκόλακας, Αριστοτέλη Βαλαωρίτη]

Η παράσταση «Ο Έλλην Βρυκόλαξ [reloaded]» στη δεύτερη εκδοχή της, ασχολείται με το, άγνωστο σε πολλούς, κεφάλαιο της ελληνικής λαογραφίας, που αφορά το φαινόμενο των βρυκολάκων, όπως εκδηλώθηκε στην Ελλάδα τους νεώτερους χρόνους. Μέσα από ημερολόγια ξένων περιηγητών στην προεπαναστατική Ελλάδα, άρθρα εφημερίδων, τοπικούς μύθους, προφορικές παραδόσεις, αλλά και λογοτεχνικά κείμενα, ένα μεταφυσικό μπουλούκι διηγείται τα πάθη και τις υστερίες των ανθρώπων μπροστά στον φόβο των βρυκολάκων.

Με οδηγό τον σωματικό κώδικα και τη μουσικότητα της γλώσσας, η παράσταση κινείται στη λογική του site specific, αναπτύσσεται δηλαδή με αφετηρία τον ίδιο τον χώρο παράστασης σε δημιουργική συνάρτηση με τις ιδιαίτερες εννοιολογικές και χωροταξικές ιδιαιτερότητές του και καλεί τον θεατή όχι απλώς να παρακολουθήσει, αλλά να «εισχωρήσει» σ’ αυτόν τον αλλόκοτο κόσμο.

Η παράσταση «Ο Έλλην Βρυκόλαξ» -στην πρώτη της εκδοχή- έχει παρουσιαστεί σε διάφορους χώρους από το 2013 έως το 2015.
 
 
Η είσοδος είναι ελεύθερη για το κοινό.
 
 
 

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Elo Hi ή my God ή Θεέ μου. Θεέ μου απλώς

 
Kol Haneshama - The entire soul - Η ολόκληρη ψυχή
 
My God, with all soul you have instilled in me
there exists much secrecy and deceit after we are born in this life
and love cannot survive.
My God, for all those many days of the unceasing pain
we are asking for Your Mercy.
My God, with all soul you have instilled in me
please give strength to all people
My God please give strength for ever.
 
από την ταινία La Reine Margot, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Δουμά 
μουσική: Goran Bregović
στίχοι: Bezalel Aloni

 

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

dle yaman


"Μου λείπει ο αγαπημένος μου". Dle yaman. "Άργησε να γυρίσει από τα βουνά". Dle yaman.  "Ο αέρας σα φωτιά φύσηξε. Έφτασε στα μισά του νερού. Αγαπηθήκαμε χωρίς να γνωριζόμαστε. Ο ήλιος ακούμπησε το βουνό Μασίς. Έμεινα ποθώντας την αγάπη μου".  Τραγούδι της αγάπης. Της Αρμενίας. Από την περιοχή του Van.  Μετά τη γενοκτονία των Αρμενίων, μοιρολόι της αγάπης. Προσφυγιά έτσι κι αλλιώς. Σώθηκε αλλιώς από τον επίσκοπο Komitas (1869-1935).
 


dle yaman, λέξη που δεν μεταφράζεται λένε. Αλήθεια λένε. Πώς να μεταφραστεί ο θρήνος για τον αγαπημένο; Σε ποια γλώσσα να ειπωθεί; Λέξη-κραυγή. Μια σιωπηλή κραυγή για την οδύνη της απώλειας. Όταν η απώλεια έχει να κάνει με την ανάσα. Όταν η ανάσα έχει να κάνει με την ανάσα της ψυχής. Όταν ειδάλλως αυτή σιωπά δια παντός. Όταν ειδάλλως αυτή φιμώνεται δια παντός. Όταν χάρη του και για χάρη του μιλά. Όταν ειδάλλως. Alas λένε. Dle yaman λένε. Αλήθεια λένε.

 
Alas, Alas, Our homes face each other,
Oh, Alas, Isn't it enough, That my eyes send you a sign?
Alas, Alas, O My love!

Oh, Alas, Isn't it enough, That my eyes send you a sign?
Alas, Alas, O My love!

Alas, Alas, the sun has touched Mount Ararat
Oh, Alas, Still I remain yearning for my love
Alas, Alas, O My love!

Oh, Alas, Still I remain yearning for my love
Alas, Alas, O My love!



Ο Νίκος Κυπουργός "συναντήθηκε" με τον Komitas στο έργο του "Passeurs des reves". Οι εκτελέσεις του αρμένικου τραγουδιού είναι εκατοντάδες -βασίζονται όλες σε αυτή τη διασκευή-μεταγραφή του επισκόπου Komitas.


Ο Levon Minassian με το παραδοσιακό όργανο των Αρμενίων και ένα από τα αρχαιότερα του κόσμου, duduk.




O Djivan Gasparyan

 

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

ξανά και ξανά


"My beloved" η Παναγία και "μάνα μου μάνα" εμείς. Ξανά και ξανά. Ασθματικά σχεδόν. Δίχως όρια δίχως χρόνο δίχως επίγνωση πια. Στο ακραίο της ενδοχώρας. Πόσοι άραγε στον ακραίο τόπο της ενδοχώρας; Πόσοι στην απόγνωση της απώλειας; Κηδεύουμε ες αεί τον αγαπημένο, το εσφαγμένο παιδί. Εμάς κάποτε κηδεύουμε. Το παιδί που απωλέσαμε. Και από την άλλη, οι εναπομείναντες. Μάρτυρες οι περιλειπόμενοι εντός του επιούσιου χρόνου. Γονυκλινεί κανείς ενώπιον  του μαρτυρίου τους. Ομφάλια η θλίψη και ο πόνος εγγενής. Αναποδράστως. Μεγάλη η Εβδομάδα, απλώς να υπογραμμίζει την επανάληψη. Το "σα να' χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου".
 
 

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

χρόνος σταυραναστάσιμος χρόνος



Η λέξη χρόνος, απλώς ανθρώπινη.
 
Έχει τα δυο της όμικρον, πανσέληνα τα μάτια σου.

ΜΟΥ ΠΑΡΗΓΓΕΙΛΕ Τ' ΑΗΔΟΝΙ

Τώρα μαθαίνω πως η λύπη
γράφεται μ' έψιλον και γιώτα.
Λείπεις -κι όλος ο κόσμος λείπει.
Λείπεις και νύχτωσαν τα φώτα.


Φωνή που ξεμακραίνει, τρέμει
φωνή ίδια βουνό ένα κλάμα.
Σαν δίχως νήμα μια ανέμη
σαν θαύμα που γυρνάει σε τραύμα.


Φωνή φαρμάκι, και το πίνω
όλο πουλί μου, να γλυκάνεις.
Το νου και το κορμί τα σβήνω,
μόνον εσύ μη μου πικράνεις.


Ακούω πιο βαθιά απ' τη φωνή σου.
Νιώθω το βλέμμα της σιωπής σου σπαραγμένο.
Αξιώθηκα στιγμούλα της στιγμής σου.
Δώρο πιο τίμιο δεν έχω να προσμένω.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Ο κοινόχρηστος του αχειροποίητου



σκόρπια και από καιρό στοιβαγμένα

Δεν λανθάνει ο καινός τόπος. Ούτε είναι και ολωσδιόλου καινός. Τουναντίον υπάρχει, ελίσσεται, σκαρφαλώνει, αγκομαχά να πιαστεί οπουδήποτε. Όλα έχουν σημασία αρκεί να έχουν να κάνουν με τα ένδον. Αυτά δίχως αιδώ, δίχως σκέψη, δίχως περίσκεψη, δίχως δεύτερη ματιά τα αμολάς στα μπαλκόνια, μπουγάδα εσώψυχη με την ψευδαίσθηση ή και τη βεβαιότητα ότι διαβάζεσαι εκ των φίλων. Τα πιο δύσβατα ή και άβατα της ψυχής με το πρόσχημα του γράφω, γίνονται ρεπορτάζ λεπτομερές προς όλους. Θα πει κανείς εμένα δεν με απασχολεί. Το αντίθετο. Με θέλγει. Το ζητώ άπαυτα να υπάρχω μέσα εκεί, αφού από όπου αλλού φαίνεται πως απουσιάζω.  Άσε που εδώ είναι και ακίνδυνα. Γράφεις, καλλιεργείς, αναρτάς, power point στιγμή με στιγμή τα της ζωής. Της μοναδικής ζωής σου. Στήνεις το είδωλό σου. Ανδριάντα ή και προτομή. Όπως θέλεις το γλύφεις. Ανφάς ή και προφίλ. Ό,τι θέλεις φοράς ή και γυμνός. Εσύ είσαι. Πλασμένος από σένα. Όλα είναι μάρκετινγκ. Και δεν υπάρχει καλύτερο από το αυτολανσάρισμα. Σωστά.

Προκαλεί κάτι σα ναυτία το γεγονός. Μπορεί και θυμό. Και τέλος-τέλος λύπη. Η εισβολή του αχειροποίητου της ψυχής σε τόπο κοινόχρηστο. Το να εισερχόμαστε εκ της κλειδαρότρυπας και της θύρας -με άδεια ασφαλώς- εις τα άβατα της οικογενειακής ζωής, της εσωτερικής ζωής, της αναγνωστικής ζωής. Δίχως μέτρο, δίχως νόημα, δίχως διάκριση. Αυτό το τελευταίο προπάντων.
 
Νιώθω έναν ναρκισσισμό, παγιδευμένο ίσως σε μεθόδους διαδικτυακές που αρέσκονται και ευνοούν άλλωστε τέτοια  αδιάκριτα άλματα, δίνοντας πάντα την εντύπωση ότι το μοίρασμα γίνεται μεταξύ φίλων. Αν τούτο και ο τρόπος που γίνεται καλείται μοίρασμα, θα πω ότι πρόκειται  για κάποια ανεπάρκεια ίσως ή για misunderstanding που λένε και οι Άγγλοι. Κάτι κάποιος δεν έχει αντιληφθεί. Κάπως κάπου κάποτε έχουμε χάσει την ουσία. Τον άξονα της ζωής. Το μοίρασμα με τους ανθρώπους του ενός χεριού το πολύ.
 
Όλοι ενδεχομένως να έχουμε πέσει στην παγίδα. Ωστόσο πρόκειται περί πλάνης, βάλτου που σε τραβά προς τα κάτω εκεί που έχεις την εντύπωση ότι μέσα του προχωράς.  Ότι ελέγχεις τη διάβασή του. Ότι προχωράς και απάνω του ίσως. Αργά ή γρήγορα θα σε βυθίσει, θα δεις τα λασπόνερα, θα λερωθείς. Αργά ή γρήγορα.
 
Διαπιστώνει κανείς με μελαγχολία σχεδόν τα σύγχρονα "πνευματικά" γκέτο να ξεφυτρώνουν ως μανιτάρια, προμαχώνες να υπάρχουν των πλήκτρων, ποιος θα γράψει τα περισσότερα της ενδοχώρας. Με απώτατο φυσικά το λάικ. Την επιβεβαίωση, την εξύμνηση, το διθύραμβο. Την αυτοκατάργηση της σιωπής ως περιττής. Ή και εφιαλτικής. Αν δυσανασχετούμε με τον εκφυλισμό των κατά καιρούς survivors, δεν ξέρω τι πρέπει να κάνουμε με την επίδοση των ανθρώπων της γραφής στο αλώνι μιας τέτοιου είδους άκρατης εξωστρέφειας. Σχεδόν κάποτε "ασύστολης" γραφής.
 
Είναι σαφώς ο νέος τρόπος. Τολμάς να μείνεις πίσω; Τόλμα

Υπάρχει ασφαλώς και το χρονογραφικό άλλοθι. Αν τούτο όλο -το να μιλάει κανείς λες και όλοι αναγνωρίζουν τους φίλους του, τους κωδικούς του, τα προσωπικά μονοπάτια του- καλείται χρονογράφημα, θα σιωπήσω. Ωστόσο, νιώθω, κοιτώντας και πίσω (Γιώργο Ιωάννου ας πούμε) ότι αλλιώς, αλλιώς συμβαίνει η χρονογραφική εστίαση. Πάντα από τα ένδον οδηγείσαι στους άλλους. Για τούτο και τα κείμενα τούτα δεν παλιώνουν. Με αυτά τα καινούρια που τα ευνοεί η ακράτεια λόγου τύπου φέισμπουκ -όσο λογοτεχνικά άρτια και αν είναι /και άψογα να πω-  από το εγώ καταλήγεις στο εγώ. Ένας εγωκεντρισμός μασκαρεμένος τα υπαγορεύει. Εγωκεντρισμός τα δημοσιοποιεί. Μπορεί και έλλειψη. Ανάγκη ίσως να σταθείς στα πόδια σου. Να επιβεβαιωθείς εκ των άλλων. Να υπάρχεις στα μάτια της κοινής γνώμης. Ως άνθρωπος, ως συγγραφέας, ως δάσκαλος, ως γονιός, ως κάτι τέλος πάντων. Μοναξιά. Μοναξιά κυρίως. Άλλωστε η γραφή συμμαχούσε πάντα μαζί της. Όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Την άγρια σιωπή του τόπου της γραφής, του λάθε βιώσας, λίγοι άντεξαν ή θα αντέξουν. Ελάχιστοι ασφαλώς οι μέσα σε κουκούλι. Η επίδειξη κατισχύει. Η επίδειξη χαλά τη μαγιά. Το λάξευμα της προτομής σου. Του ατσαλάκωτου βίου σου. Το καμάρι των δικών σου. Των ό,τι δικών σου.
 
Μας ελέγχει, μας ελέγχει πάντα η μοναδική σχεδόν δια της βίας φωτογραφία του Σκιαθίτη. Προκαλεί τεμαχισμό σε ό,τι ήξερες σε ό,τι ξέρεις. Σε ό,τι προχωράς.

Αναρωτιέμαι και τώρα που γράφτηκαν τα παραπάνω. Γιατί να ασχοληθεί κανείς. Γιατί να μπει στον κόπο να μιλήσει. Γιατί να μη γυρίσει ωχαδελφικά σελίδα. Έτσι, για την τιμή των όπλων, απαντώ. Για τίποτε άλλο.

Δεν έχει άλλωστε και νόημα.
 

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

μια βραδιά



"Να ξετυλίξουμε το κόκκινο κουβάρι, να το κάνουμε μονοπάτι,
 
να μας πάει στους άχρονους τόπους
 
που είναι μέσα βαθιά μας"

Αγνή Στρουμπούλη

Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

και συ τη ρίζα

 

"Ἐπόθουν, ἀλλ᾽ ἡ συνοδία τῶν οἰκείων μου, [...] δὲν θὰ ἤθελε νὰ μοὶ τὸ ἐπιτρέψῃ"
 


“Ιστάμην ορθός, ακίνητος, και δεν εχόρταινα να βλέπω” και τότε, τότε “μοῦ ἐφάνη τάχα, πὼς ἦρθ᾽ ἕνα κορίτσι ὄμορφο, μὰ ὄμορφο πολύ, ἔλαμπε τὸ πρόσωπό του, καὶ μοῦ ἔδωκε ἕνα λουλουδάκι λευκό, μοσχομυρωδᾶτο, καὶ μοῦ εἶπε: «Νά, ἄνθος τῆς Ἐδέμ». “Κοπέλα όμορφη”, “παρεστῶσα ἐκεῖ, ἡ φέρουσα τὴν ἁγνότητα εἰς τὰ ὄμματα τὰ κάτω νεύοντα, καὶ τὸν γλυκασμὸν περὶ τὰ χείλη τὰ ἁβρὰ καὶ μελιχρά”, “Αγία” ίσως, “σὰν νά ᾽βγαινε ἀπ᾽ τὴν Ἁγία Πύλη τοῦ Ἱεροῦ”. “Έπλεον ὡς ἐν ὀνείρῳ εἰς ἄλλον κόσμον”. “Αὐτὰ εἶδα” είπε και σώπασε.
 
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

άνεμος

 
 
θα μπορούσε να είναι άνεμος
άνεμος ανατολικός
 
ίσως και βορειοανατολικός
γρέγος, grego, έρχομαι από τη χώρα των Γραικών
 
έρχομαι απλώς
 

το συρτό ενός Καρπάθιου

 
 
Θα μπορούσε να είναι το τέλος ενός παραμυθιού
κάτι το μελαγχολικό
το λυτρωτικά μελαγχολικό
 
κάτι που συνεχίζεται επίσης εκτός χρόνου
 

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Sareri Hovin Mernem

 
 
Η κυριολεξία της μεταφοράς. "Θα πέθαινα γι' αυτό το αεράκι του βουνού" μεταφράζει κυριολεκτικά η Μαργαρίτα, φίλη από την Αρμενία. Ξέρεις, μου λέει, εδώ δε θέλει να πει για το αεράκι αλλά για τον αγαπημένο της. Στη μετάφραση όμως έτσι το λέμε. Ξέρω της λέω. Έτσι το λέμε. Σε μια άλλη εκδοχή γίνεται και Ντιμπούκ όπως το λένε οι εβραϊκοί θρύλοι ή Κωνσταντής όπως το θέλει η στοιχειωμένη Άμφισσα. Παντού έτσι το λένε. Και Φλανδρώ και Άνθος του Γιαλού και Φυλλίδα. Πώς αλλιώς; Πώς αλλιώς το λένε όταν η αγάπη βγαίνει στο μετά θάνατον για να ανταμωθεί. 
 
 
SARERI HOVIN MERNEM
 
 
Αχ, αυτό το αγεράκι του βουνού
αχ, αυτό το αγεράκι, αυτό το αγεράκι
θα πέθαινα για το ανάστημα του καλού μου
θα πέθαινα για το ανάστημα, θα πέθαινα για το ανάστημα
 
Στέκομαι μα να' ρθω δεν μπορώ
μα να 'ρθω δεν μπορώ, να' ρθω δεν μπορώ
Βούρκωσα, να κλάψω όμως δεν μπορώ
να κλάψω δεν μπορώ, να κλάψω δεν μπορώ
 
Ένα χρόνο δεν τον είδα
αχ, αυτόν που είδε τον καλό μου, αχ, αυτά τα μάτια
Τα ρυάκια νερό δε φέρνουν
νέα από σένα δεν φέρνουν
 
Μήπως και πάγωσε ο έρωτάς σου
ο έρωτάς σου, άγονος είναι
Στέκομαι μα να'ρθω δεν μπορώ
να' ρθω δεν μπορώ, να' ρθω δεν μπορώ
 
Βούρκωσα, να κλάψω δεν μπορώ
να κλάψω δεν μπορώ, να κλάψω δεν μπορώ
Ένα χρόνο δεν τον είδα
αχ, αυτόν που είδε τον καλό μου, αχ, αυτά τα μάτια
 
παραδοσιακό τραγούδι της Αρμενίας σε μετάφραση της Μαργαρίτας και της κόρης της Μαίρης Γκαλιάν

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Ματωμένος Γάμος [μια υπαρξιακή τραγωδία]

 
 
 Η παράσταση ανεβαίνει υπό την αιγίδα του Τμήματος Ισπανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και με την υποστήριξη της Royal Central School of Speech and Drama και της Performing Architectures.

Ταυτότητα παράστασης:

Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Ντέλλας

Μετάφραση: Δημήτρης Τσεκούρας

Επιστημονική Σύμβουλος: Βασιλική Βέλλιου

Δραματουργική Επεξεργασία: Κωνσταντίνος Ντέλλας, Βασιλική Βέλλιου

Σκηνογραφία: Ανδρέας Σκούρτης

Ενδυματολογία: Κωνσταντίνα Μαρδίκη

Σύνθεση Μουσικής: Cayetano

Μουσική Διδασκαλία: Διονυσία Παπούλη

Κινησιολογία: Ανδρονίκη Μαραθάκη

Σχεδιασμός Φωτισμού - Video: Παναγιώτης Λαμπής

Βοηθός Σκηνοθέτη: Αργυρώ Ταμβάκου

Φωτογραφίες: Φώτης Πλέγας

Ηθοποιοί:

Βασίλης Βηλαράς, Μαρία Κοσκινά, Ζωή Ξανθοπούλου, Φανή Παναγιωτίδου, Αποστόλης Ψαρρός


Απο Μηχανής Θέατρο


κάθε Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00

έναρξη παραστάσεων: Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

 

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

η χαμένη ιερότητα του κόσμου


 
 
στον απόηχο των εορτών

Ακούς έθιμα και παραδόσεις ενός παρελθόντος απλησίαστου -μήπως και άλλου τόπου; Δεν αναρωτιέσαι για το θάνατο ακόμα και της συντήρησης αυτών -για επιβίωση δεν τίθεται θέμα. Λυπάσαι μονάχα βαθιά γιατί εκείνος ο κόσμος ο άνευ του όποιου γραμματισμού, που λένε και οι γλωσσολόγοι, είχε κατορθώσει να συλλάβει, να αγκαλιάσει και να εξυψώσει ως ιερό το ελάχιστο της φθαρτότητας τούτης είτε ήταν στοιχείο της φύσης, δέντρο, ήλιος, άνεμος, φωτιά, είτε ήταν ο χοϊκός κόσμος που τον περιέβαλε, το ψωμί, το νερό, οι καρποί, το αγκωνάρι, η πυροστιά. Η ιεροποίηση νιώθω πως δεν είχε να κάνει με ειδωλολατρία ούτε και με φόβο τελικά, όσο ήταν απόρροια αυτής της ένθεης στάσης απέναντι στη ζωή που έκανε το κάθετι ιερό και έφερνε το σεβασμό του στην καθημερινότητα και την όριζε -αυτός ο σεβασμός αυτή η ιερότητα.


Ζούμε μέσα σε αυτή την απώλεια. Στην εστία αυτή θέσαμε την πρωτοκαθεδρία της κατανάλωσης. Όλα έχουν να κάνουν με την απληστία και με τη θλίψη για ό,τι δεν την τροφοδοτεί. Η αυτάρκεια του απλού και του ελάχιστου είναι στα απολεσθέντα. Ωστόσο κάποτε ο άνθρωπος είχε ανάγκη μονάχα από “της εστίας την θαλπωρήν”, “το θάλπος της αγκάλης”, “τον καπνόν του μελάθρου”, το “αόρατον εκείνον κέντρον, το ισχυρόν εκείνο λεπτόν νήμα ως τρίχα ξανθής μακράς κυματιζούσης κόμης”, την αγάπη είχε ο άνθρωπος ανάγκη, και τώρα το ίδιο μονάχα έχει απολύτως ανάγκη, αυτός που ανεβοκατεβαίνει και τρέχει και πάει κι έρχεται εντός του κόσμου τούτου ως “επιβάτης ξένος κι έρημος”, εκείνος του “Αγναντέματος” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.


Σε όλες τις παραδόσεις, όλων των αρχαίων λαών, θα συναντήσει κανείς όχι χωρίς συγκίνηση το ιερό που υπάρχει και ως το “χαμένο κέντρο” της σύγχρονης ζωής. Αυτή η πίστη διοχετεύτηκε στα παραμύθια και στα πρώτα τραγούδια του κόσμου. Τα δέντρα μιλούν, τα πουλιά ομοίως, ο ήλιος είναι πατέρας, η γη καλεί, κανείς δεν το αμφισβητεί, κανείς δεν απορεί. Ο άνθρωπος στέκει συμφιλιωμένος εντός τους. Η δήθεν ενηλικίωση του κόσμου συνιστά και την αφετηρία της απώλειας. Εξοστράκισε με τους μηχανισμούς της ειρωνείας τον όποιο συμβολισμό, την όποια μυσταγωγία, τελετουργία ως περιττά και άφιλα του μοντέρνου και του μεταμοντέρνου παντοκράτορα ανθρώπου.


Για να φανεί τώρα για μια ακόμα φορά πόσο γυμνός, θεόγυμνος, ανυπεράσπιστος είναι ο homo pantokrator που κατασκεύασαν οι αιώνες που ακολούθησαν.


Περαιτέρω σκέψεις θα ήταν φλυαρία. Κάθε φορά όμως πενθώ την αδυναμία και την αδιαφορία των ανθρώπων να αντιληφθούν, να φωλιάσουν, να καταφύγουν σε αυτή την ομορφιά και την ιερότητα που συνεχίζει να παραχωρεί για χάρη μας ο χρόνος ενός Θεού που είτε τον πιστεύεις είτε όχι νιώθεις βαθιά μια “άλλη”-διακριτική παρουσία να συνοδεύει τα ισχνά βήματα των φτωχών και δυνατών-αδυνάτων της γης, τα δικά μας.


Πενθώ την ανημπόρια των παιδιών να αφεθούν στο φως του ήλιου, την ανυπαρξία της αυγής από τα μάτια τους -ακόμα και από το λεξιλόγιό τους, την άγνοια του όποιου περιεχομένου της λέξης- πενθώ την απώλεια των ονομάτων των ανέμων, τις ταπεινές εκείνες αρχέγονες λέξεις που δεν θα ακουστούν πια ή που είμαστε οι τελευταίοι κάτοικοι που τις ακούμε να μας τις λένε-, πενθώ τις λέξεις που εμείς δεν λέμε, πενθώ τα δέντρα που κόπηκαν βάναυσα και που θα κοπούν, όταν οι Ινδιάνοι είχαν την ευαισθησία να μην ξεριζώνουν τίποτα που έχει ζωή, πενθώ τις Δρυάδες και τις Νηρηίδες που δε θα φανούν πια και σε κανέναν τόπο, ούτε τον Κελτών ούτε και των Ελλήνων, πενθώ την πίστη εκείνη ότι σε κάθε δέντρο φωλιάζει η ψυχή ενός ανθρώπου και για τούτο το αγαπάς, το συμπονάς το δέντρο, το προστατεύεις.


Πενθώ τη βαθιά ουσία σε όλους τους συμβολισμούς που αφορούσαν στην ιερότητα αυτού του κόσμου.


Αντ' αυτού βόμβες, εκρήξεις, δηθενικές επαναστάσεις, φόβος, κραυγές, αλλοπρόσαλλοι ναρκισσιστές, επιδειξιομανείς, κοινωνικά δικτυωμένοι, με πάμπολλους εικονικούς φίλους, έρημοι άνθρωποι.


Αντ' αυτού η μεθεόρτια απόγνωση και το ερώτημα “με τι γέμισε η ψυχή και πότε;”.
 

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

αρχίζω με το σ' αγαπώ

 
 
Κι ύστερα έφυγε. Κι άρχισα να τον αναζητώ τώρα -μετά θάνατον- στο μετά θάνατον. Να τον ακούω. Αυτή τη λυγμική απόγνωση ενός νεογέννητου ή ετοιμοθάνατου προτού το κώμα-το ίδιο. Αυτή τη διαρκή υπαρκτική κραυγή. Την αθωότητα του λυρισμού, την τόλμη. Το σπαραγμό. Τον παροξυσμό της αγωνίας. Άρχισα ν' ακούω το ρόγχο του θανάτου. Να τον παρατηρώ από παρουσία σε παρουσία, το πώς η ομορφιά ντύνεται το τραγικό, πώς το τραγικό την αγιότητα, πώς η έξοδος αποκτά τα φτερά που πάντα έψαχνε με τρόπο εναγώνιο, αντισυμβατικό, εκλεκτό. Σχεδόν θεϊκό. Πώς υπήρξε στο ένδυμα ενός σαλού με τη γενναιότητα μιας ακάλυπτης ευαισθησίας. Να θέλω να τον ακούσουν και άλλοι. Να υπάρχει γι' αυτό μέσα στη δική μου χώρα της αλυπίας -τώρα, που έφυγε. Ως περίπτωση αχώρητη. Και δίχως λόγια. Κυρίως αυτό.

Τον θυμάμαι εδώ ένα βράδυ, στην Πτολεμαϊδα, να ευωδιάζει από παντού αυτή η αφόρητη μοναξιά που κουβάλαγε. Μόνος του τραγούδαγε, αυτός και η ψυχή του, το χειροκρότημα των άλλων δεν τον αφορούσε, ήταν, είναι φανερό. Μόνος του τραγούδαγε. Μονολογούσε. Όπως μόνος έγραφε. Μια ψυχή αυθεντικά ποιητική -φλεγόμενη. Και αυτό είναι φανερό.

Θυμάμαι να τον ακούω, τις μικρές αλήθειές του, την Πολυδούρη, τον Ουράνη, τους ποιητές του. Τον είδα μέσα στους στίχους τους δικούς του, στους στίχους των άλλων, να βλέπει την έξοδό του με τη μαθηματική ακρίβεια των ποιητών που γνωρίζουν πάντα και εκ των προτέρων τα επόμενα μέσα από ένα εξαιρετικά συνειδητό ασυνείδητο και ερήμην τους. Κάποτε και με την ακρίβεια σεισμογράφου ή τη συνέπεια ενός καρδιογραφήματος. Επέλεγε ή τον επέλεγαν οι ποιητές και τα ποιήματά τους, ποιος μπορεί με ασφάλεια να απαντήσει.

Πέθανε ένα πένθιμο φθινόπωρο, πρωί όμως, αγνός, καθάριος, πετώντας σε έναν τόπο καινούριο, σε μια γη που ανατέλλει, ως το τέλος μένοντας δίπλα σε όποιον αγάπησε και τον αγάπησε. Τον πήραν οι ποιητές του, οι άγιοί του, κάποιος οπωσδήποτε τον πήρε τον αγκάλιασε, σκέπασε το δάσος αυτό την ερημιά αυτή που ήταν η ψυχή του. Ανέβηκε ως φθινοπωρινή προσευχή.

Πονά κανείς όπως για κάποιον δικό του. Με έναν τρόπο μη εγκεφαλικό, ενστικτώδη, χωμάτινο εντελώς και την ίδια ώρα υπερλογικό απολύτως, όπως είναι η πραγματική αλήθεια.

Ό,τι ακολουθεί έχει να κάνει με μια ανατροπή των όσων γνώριζα ως τώρα. Και με μια αλήθεια που πάει παραπέρα. Ένιωσα την ανάγκη να μιλήσω και για τις δυο.

Έχει μια βδομάδα τώρα που έψαξα το “Αρχίζω με το σ' αγαπώ”. Είναι σε εξάντληση. Το ζητούσα επίμονα ένα βράδυ, όταν έπεσα πάνω σε κάτι οικείο. Ήταν το οπισθόφυλλο του δικού μου παραμυθιού μαζί με μια επόμενη παράγραφο. Και από κάτω ή από πάνω “Θάνος Ανεστόπουλος”. Να υπάρχει στο “official” του, αλλά και αλλού. Άρχισε το ψάξιμο σε αυτό το χάος που είναι το διαδίκτυο, ένας λαβύρινθος -όχι χωρίς αγωνία και απορία. Την ίδια ώρα άρχισε να φέγγει η σκέψη και καταστάλαζε η ουσία αυτού που διάβαζα. Πως ό,τι ακολουθεί τα δικά μου λόγια, τα λόγια του Θάνου δηλαδή, έρχεται ως απάντηση. Επεμβαίνει και συμπληρώνει στην ουσία αυτό που έμενε ασυμπλήρωτο, μετέωρο, ακρωτηριασμένο, αν αφορούσε μονάχα την ίδια την ποίηση. Ολοκληρώνει την παραμυθία της τέχνης με τη δυνατότητα που υπάρχει στην ίδια τη ζωή. Μια δυνατότητα που η περιγραφή της συνιστά για μένα απάντηση. Είδε το μαζί των ανθρώπων στην πραγματική ζωή. Αποκωδικοποιώ ίσως ελάχιστα και μέσα σε βρασμό. Στην πραγματική πραγματικότητα όμως των ποιητών αυτά συμβαίνουν. Είναι ο σπόρος μέσα στο χιόνι. Είναι αυτός ο ήλιος που σκεπάζει το χιόνι με τη βεβαιότητα ότι κάπου υπάρχει ένας σπόρος ότι κάποτε ο σπόρος αυτός θα φανεί.

Νιώθω μια παρουσία μέσα από τάφο. Δεν δέχομαι καμιά εκλογίκευση, έστω και αν πέρασα από τα γρανάζια της. Νιώθω ενστικτωδώς και μόνο ότι μιλά μέσα από τον Άδη, τον Απάνω, τον Κάτω, δεν ξέρω από πού, αλλά μιλά, απαντά, υπάρχει, σε ένα παρόν από το οποίο απουσιάζει. Το κείμενο αυτό ταξιδεύει από τότε, 20 Μαϊου του 2015, στο facebook, στο δίκτυο, σε ιστοσελίδες, με τον τίτλο “Η αληθινή αγάπη” ή “Το ταξίδι του έρωτα”, ως ποίημα-κείμενο του Θάνου Ανεστόπουλου που υπάρχει στο “Αρχίζω με το σ' αγαπώ”. Δεν υπάρχει μέσα εκεί τελικά. Πρόκειται για μια λάθος πληροφορία, που όμως χάρη σε αυτήν, βρέθηκα εγώ πάνω σε κάτι που αγνοούσα -στη δική του ανάρτηση- και που δε θα υπήρχε καμιά πιθανότητα να τη δω παρά μόνο ίσως από καθαρή σύμπτωση. Πιστεύω βαθιά ότι οι συμπτώσεις είναι καταστάσεις μεταφυσικές -ίσως και αγγελικές.

Αυτή την αλήθεια των δυο μαζί λόγων ένιωσα την ανάγκη να πω. Την ανατροπή από την ευεργεσία της “επίσκεψης”. Τη βαθιά -μιας πέραν του τάφου- συγκίνησης. Τον ευγνωμονώ γιατί “είδε” αθόλωτα τον καθρέφτη που υπάρχει στο ίδιο το παραμύθι, έλυσε το μυστήριο με ένα άλλο μυστήριο. Ο Θάνος είδε το παραπέρα. Τη δυνατότητα της βεβαιότητας της αγάπης στην πραγματική ζωή.
 
Αρχίζω με το σ' αγαπώ -και δεν σκοπεύω να το τελειώσω


Για να μπορέσεις να κάνεις ένα ταξίδι προς τον Άλλον, την αγαπημένη/ο
χρειάζεται να κάνεις πολλές φορές σε κομβικά χρονικά σημεία της ζωής σου,
ξανά και ξανά όσο η αγάπη τους είναι παρούσα και ζωντανή
ένα ταξίδι προς την ενδοχώρα του Εαυτού σου.
Ένα ταξίδι κατ’ ουσίαν εντός λαβυρίνθου,
το ταξίδι του έρωτα και υπό το κράτος του,
Μονάχα που από άλλη ρωγμή εισελαύνει ο ένας και από άλλη και σε έτερο χρόνο ο άλλος.
Οι ψυχές περιπλανιούνται και περιδίνονται γύρω από τον ίδιο άξονα δίχως να ανταμώνουν.
Αν ανταμώσουν, είναι γιατί έχουν πια διασχίσει την κοιλάδα της δοκιμασίας και κατά κάποιον τρόπο άντεξαν.
Είναι γιατί «η σημαία επ’ αυτών ήτο η αγάπη».
Και τότε η σχέση εξελίσσεται σε αγάπη, σε έρωτα και μπορεί να κρατήσει.
Ενώνονται δυο ζωές, οι οποίες όμως δεν γίνονται ποτέ μια! Κι αυτή είναι η ομορφιά. Το ζητούμενο.
Τότε οι δυό άνθρωποι είναι καθρέφτης ο ένας για τον άλλο χωρίς ναρκισσισμό αλλά από αληθινή αγάπη, με τον έρωτα να τους επισκέπτεται στις κομβικές στιγμές ευτυχίας τους χωρίς να γεννάει κενά φόβου ,ανασφάλειας ,εξάρτησης, κτλ. Παρά μόνο κατανόηση, ασφάλεια, γνώση, εμπιστοσύνη, ισορροπία, ελευθερία και σεβασμό του ατόμου. Η αληθινή ΑΓΑΠΗ.

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Ο δύσκολος θάνατος

  
 
 
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΥΡΩΝΑ
 
 
Το ξέρω, δεν αξίζει τόση επιμονή
μέσα στην εκμηδένιση. Και όμως, χρόνια
μετά, ο Μύρωνας θα γίνει μουσική και φώτα
αίμα και γέλιο ενός παιδιού, σπαρμένοι
αγροί και θάλασσες, κι όλα τα μάτια των παιδιών
θα τον θυμίζουν γέρνοντας σα στάχυα
από ψιλή βροχή στα πεζοδρόμια. Εκείνος
ανεπανάληπτη φωνή μέσα μου θα σωπαίνει
ανάβοντας την ομορφιά στο σκοτωμένο νόημα
που η ζωή περιέχει. Γιατί τον είδα πόσο
καρτερικά φυτεύτηκε για πάντα ψιθυρίζοντας
ήμουν πολύ νέος για θάνατο, θα επιστρέφω πάντα
τα καλοκαίρια, όσο υπάρχεις, κι ύστερα
θα σταματήσουν όλα
                                     Θεέ μου, ετοιμάζεις
κόσμο απατηλό, ατρικύμιστο για το χαμό μου
 
 
ΝΙΚΟΣ ΑΛΕΞΗΣ-ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ, "Ο δύσκολος θάνατος"
 
 
 

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016