Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010



 ΠΑΤΡΙΔΑ ΙΙΙ

Πατρίδα που τη χάνεις
τη φοράς μετά κατάσαρκα
και τη χορεύεις
στο σχήμα του σταυρού
ή με τα φτερά της πτήσης
πουλάκι γίνεσαι
πουλάκι ξένο ξενιτεμένο
πετάς για να τη φτάσεις
κι εμαύρισαν τα μάτια
ή γυμνά απόμειναν
απ'  την απαντοχή

Πατρίδα που τη χάνεις τη μεταλαβαίνεις

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Το κουκούλι των ψυχών


 Πόσο πονάει το κεντρί κι είναι βαθιά βαλμένο

Την πήγαινε κάθε πρωί στο σχολικό. Πατέρας στα τριάντα οκτώ, ανέβαινε με το χιλιάρι του την ανηφόρα ίσια επάνω, έβγαινε στη στροφή του Επταπυργίου, οχτώ και είκοσι ακριβώς. Κάτω η πόλη τανυζότανε στο φως του πρωινού, γκόμενα με λουστρίνια στραβοπατημένα, μελανιασμένα γόνατα και μίνι με στραβή ραφή, ωραία ακόμη αλλά να, σαν κάπως ζουληγμένη απ'τους πολλούς και κακοζωισμένη. Ούτε την έβλεπε, προχώραγε ίσια μπροστά, μέχρι τη γούβα του περιφερειακού, εκεί που στέκονταν όσοι περίμεναν τα ραντεβού τους με αυτοκίνητα, να πάνε στις δουλειές τους. Καθόντουσαν και οι δυο και περιμέναν. Αυτός κοιτούσε μέσα από το καθρεφτάκι την κίνηση, πρόσεχε μήπως δει το σχολικό. Αυτή κουνούσε πάνω κάτω τον κορμό της, τρελαινόταν η ξανθιά αλογοουρά, στον κόσμο της τα στόρια ήταν κατεβασμένα. Νόστιμο κοριτσάκι, ξανθό και γαλανό, με κάτι δόντια σαν λαγού. Το σχολικό έφτανε στις οχτώ και είκοσι πέντε, άνοιγε αυτός την πόρτα της, την έπαιρνε απ'το χέρι και την πήγαινε. "Μονάδα αυτιστικού παιδιού" έγραφε απ' έξω.
Η μέρα του κυλούσε στη δουλειά, εκείνης στο ειδικό σχολείο. Τα υπόλοιπα παιδιά δείχναν τη φύση τους αμέσως, αρκούσε ένα κοίταγμα. Κάτι τους πρόδιδε στο πρόσωπο, δεν ήταν σιαγμένα όλα όπως έπρεπε και οι άλλοι καταλάβαιναν. Μια δυσπλασία ελαφριά, κάτι στα φρύδια ή στο μέτωπο, ένα τρέμουλο στο στόμα μαζί με σάλια που μουσκεύαν το πιγούνι, τραντάγματα απρόσμενα. Μα η Κορίνα ήταν από άλλη πάστα. "Να κοριτσάκι για διαφήμιση", σκέφτονταν οι περαστικοί όταν την έβλεπαν. Είχε χαμένο βλέμμα, μέρος κι αυτό της γοητείας της. Σαν να κοιτούσε απέναντι, μα όχι καλά, λες και μεσολαβούσε βροχή από σκόνη. "Μη σας γελούν τα μάτια σας", έλεγαν στον μπαμπά οι ειδικοί, "νομίζετε πως σας παρατηρεί, τάχα καταλαβαίνει. Είναι χωσμένη στο δικό της κόσμο. Δεν ξέρουμε τι γίνεται εκεί πέρα. Να, ας πούμε στη διάρκεια ενός χρόνου, μπορεί κάποιες στιγμές οι κόσμοι σας να πλησιάζουν σαν δυο αυγά που πάνε να τσουγκρίσουν, μα το δικό της είναι ξύλινο, να το θυμάστε. Δε σπάει".
Εκείνος προσπαθούσε. Με λόγια και παιχνίδια. Τι ξέραν οι γιατροί. Μονάχα συμβουλές, παχιά λόγια και βιβλία μπορούσαν ν' αραδιάζουν. Τι ήξεραν αυτοί απ' την Κορίνα. Την είχαν δει πώς ήταν με τα βαμβακερά της πιτζαμάκια με τους σταμπωμένους αρκούδους και τους λαγούς, όταν ξυπνούσε το πρωί μέσα στις τσίμπλες; Ή όταν έπινε το γάλα της και λερωνόταν, που στάζαν οι σταγόνες, γιατί δε χώραγαν στο στόμα της τόσες πολλές, της παλιολαίμαργης; Τι ήξεραν αυτοί, είχαν παιδιά που διάβαζαν βιβλία, που κάναν διακοπές και μπάνια, είχαν αγαπημένες εκπομπές στην τηλεόραση και τρέχανε στην ανοιχτή αγκαλιά, είχανε φίλους στα παιχνίδια τους. Μα η Κορίνα ήταν μόνη. Την έβλεπε καμιά φορά στο σχολικό πώς καθόταν ήσυχη μέσα στο τσόφλι της, όταν δεν άρχιζε εκείνα τα άγρια κουνήματα, πέρα δώθε, και τις φωνές, τσιρίδες πιο πολύ "ιιιιιιιιιιι...". Τις άκουγε και του κοβόντουσαν τα χρόνια. Χίλιες φορές παρακαλούσε για ένα θαύμα.
Την άνοιξη άρχισε να την πηγαίνει στην παιδική χαρά. Ώρες που λείπαν τα πολλά παιδιά και λιγοστεύαν οι φωνές και οι χαρές τους, αν ήταν τυχεροί την έβρισκε άδεια. Παίζανε με τα χώματα, τις κούνιες και την τσουλήθρα. Ανέβαιναν ανάποδα, από κάτω προς τα επάνω πατώντας στο αλουμίνιο. Τσίριζε το κορίτσι, γλιστρούσαν τα παπούτσια της, της άρεσε. Άλλες τσιρίδες τώρα, της χαράς, μα κάπως πένθιμες, σαν να είχαν από πίσω πέντε τόπους βάθος. Μετά την κάθιζε στα χώματα, έμπαινε άμμος απ' το σκάμμα στο παπούτσι της και τη γαργάλευε, λέρωνε τα καλτσάκια της με τις φουντίτσες. Καμιά φορά, βουτούσε το δάχτυλό της στα χώματα κι ύστερα το έχωνε στο στόμα ή τη μύτη της. "Ουουουου", τσίριζε τότε, χαιρόταν τη λιχουδιά και το παιχνίδι της.
Μια μέρα, ήταν Μάιος προχωρημένος, ζέστη γλυκιά για κοντομάνικο. Την πήρε ο μπαμπάς στις τρεις το μεσημέρι να πάνε στην παιδική χαρά. Ώρα φαγητού, τα παιδιά είχανε μαζευτεί στα σπίτια τους. Βρέθηκαν μόνοι. Η Κορίνα φορούσε κίτρινο φορμάκι, της το είχε διαλέξει ο μπαμπάς απ' την ντουλάπα, μούρλια της πήγαινε. Η αλογοουρά της ήταν συμμαζεμένη μ' ένα κοκαλάκι-πασχαλίτσα. Ο μπαμπάς φόρεσε κι αυτός τη φόρμα του, να είναι ασορτί. Και μια και δυο κίνησαν με τα πόδια.
Το πάρκο ήταν κοντά, φτάσανε γρήγορα. Η Κορίνα στρώθηκε στα χώματα. Ούτε που γύρισε να δει τις κούνιες. Ο μπαμπάς στεκόταν παραδίπλα και την έβλεπε. Εκείνη είχε καθίσει μπροστά στην τρύπα μιας μυρμηγκοφωλιάς και έχωνε το δάχτυλό της μέσα. Έβαζε και έβγαζε το δείχτη της στην τρύπα, μετά το μικρό δάχτυλο, ξανά το δείχτη. Ώρα πολλή. Με το μπες-βγες μεγάλωσε η τρύπα. Μυρμήγκια τρέχανε ξεσαλωμένα να βγουν απ' την φωλιά τους, δεξιά κι αριστερά στα χώματα. Γελούσε η Κορίνα του, γελούσε. Ξανά το δάχτυλό της μέσα, πάνω-κάτω. Πρώτη φορά την έβλεπε έτσι. Σηκώθηκε, πήγε και στάθηκε μπροστά της. "Κορίνα", φώναξε. Γέλια και χάχανα. Ξανά, "Κορίνα". Σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Σαν να κατάλαβε ότι την φώναξε. Σαν να κατάλαβε ποιος είναι, τι της είναι. "Κορίνα μου", της είπε γλυκά και μαλακά. Της έδειξε το χέρι του. Ανάμεσα σε δείχτη και αντίχειρα ζουπούσε τα φτερά μιας μέλισσας. "Κοίτα", της είπε. Βούιζε σαν τρελό το μελισσάκι, το άφησε να τον τσιμπήσει. Δεν έκανε ούτε "ωχ". Γονάτισε πλάι στην Κορίνα, της έδειξε χωρίς μιλιά τον πρησμένο αντίχειρα και το σημάδι. Συνέχισε να κρατά τη μέλισσα προσεχτικά απ' τα φτερά της. Μέσα στο δευτερόλεπτο τη μάδησε, τράβηξε τον δείχτη της Κορίνας από τη μυρμηγκότρυπα κι έχωσε μέσα βιαστικά το άφτερο μελισσάκι. Η Κορίνα το ζούπηξε βαθιά με το δάχτυλό της και πάτησε από πάνω τα χώματα. Ύστερα άνοιξε το στόμα της κι άφησε ο μπαμπάς στη γλώσσα της τα φτερά, να τα μασήσει. Τον κοίταζε την ώρα που κατάπινε.

 Μετά γύρισε πάλι στον δικό της κόσμο. Σε λιγάκι την πήρε από το χέρι και γυρίσανε. Στο σπίτι κλείστηκε πάλι στο κουκούλι της. Της φώναζε, της μίλαγε, τίποτα εκείνη. Πέρασαν έτσι μήνες. Έκλεισε χρόνος από την ευτυχισμένη μέρα. Κι άλλες μέρες, πολλές, μες στη σιωπή και τον χτισμένο εαυτό της. Ώσπου ένα μεσημέρι, ο μπαμπάς άκουσε μία μέλισσα να ζουζουνίζει στην κουζίνα. Δε σκέφτηκε. Τη στρίμωξε ανάμεσα στην κουρτίνα και το τζαμάκι, λωλάθηκε η καημένη. Μετά τη ζούληξε στο δάχτυλό του, κοκκίνησε ο αντίχειρας, τουμπάνιασε, πονούσε. Γύρισε βιαστικά στο κοριτσάκι του, "Κορίνα" φώναξε. Τίποτα εκείνη. Ξανά "Κορίνα", "Κορίνα μου". Τίποτα πάλι. Ήταν σκυμμένη στο χαλί, κοιτούσε τα λουλούδια του. Δεν άκουγε, δε μίλαγε. Όρμησε στη μεριά της κουνώντας το πρησμένο δάχτυλο και το έχωσε μπροστά στα μάτια της. "Κοίτα", της είπε. Τίποτα, τίποτα, τίποτα.
Και ξαφνικά, σκύβει αυτή στο δάχτυλό του και γλείφει την πληγή με όρεξη. Γέμισε σάλια η ρόγα του αντίχειρα. Άρχισε να γελάει η Κορίνα. Δεν τον κοιτούσε, σκυμμένη έγλειφε. Μες στο κουκούλι της σαβανωμένη. Γλεντούσε, γέλαγε μοναχή της. Σαν να ανοίξανε οι ουρανοί και έχασκε πάνω από τον κόσμο του η μαύρη τρύπα. Λες και φανήκανε οι πληγές των άστρων. Ξάστραψε ο νους του και κατάλαβε. Είδε τον κόσμο της αμπαρωμένο. Αυτός απ' έξω, τώρα και για πάντα. Σβήσαν τα φώτα του μυαλού του, κοίταξε το κορίτσι του με πόνο. Έφερε ξανά το τσιμπημένο δάχτυλο μέσα στα μάτια της. "Αχ, πουλάκι μου",  σερνόταν η φωνή του. Ώρα πολλή ζούπαγε με τα νύχια την πληγή, να ξεπετάξει το κεντρί, να της το δείξει.

ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ, Ο φόβος θα σε βρει και θα' σαι μόνος, Κέδρος

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Ενύπνιο του φθινοπώρου

Ήταν στο όνειρο, όταν σε βράχο βρέθηκα μπροστά και στη σχισμή του, εικόνα της Παναγίας μέσα του χωμένη. Σκύβω, την προσκυνώ, μικρή εικόνα και μες στο βράχο δεν ξεχώριζε. Σκύβω ξανά,  μα τότε η μορφή της άλλαξε και ήταν το πρόσωπο ενός άντρα, σαν άγιος, σαν κάτι άλλο, το είχα δει το πρόσωπο, το είχα αναγνωρίσει, και έπειτα πάλι η Παναγιά και ασπαζόμουν την εικόνα, μια ο άγιος, μια εκείνη, την τρίτη φορά η εικόνα άρχισε να φλέγεται, μα δεν καιγόταν, ούτε κι εγώ καιγόμουν που τη φίλαγα  και τότε ξύπνησα κι ήταν φθινόπωρο του έτους 2010. Την επομένη, κατέβασα από το ράφι το σημειωματάριο που έφερα από το ταξίδι στο Κόσοβο. Εξώφυλλο χοντρό και στο καπάκι ένας άντρας, άγιος ή αυτοκράτωρ. Με είχε θέλξει η μορφή του και το πήρα. Δεν αναζήτησα ποιος ήταν τότε. Δεν τον ήξερα. Κατεβάζω το επόμενο βιβλίο, ψάχνω μες στις σελίδες να τον βρω. Ο Μέγας Βασιλέας Στέφανος ο Ούρος ο Ά μού λέει, κτίτορας της Μονής της Δέτσανης, σέρβος βασιλεύς και μεγαλομάρτυρας που εορτάζει στις 24 Νοεμβρίου, γιος του Αγίου Βασιλέα Μιλούτιν και πατέρας του αυτοκράτορα Ντούσαν. Σε ηλικία 10 ετών δόθηκε όμηρος στον Τάταρο χαν Νόγκαϊ. Τον κατηγόρησαν ότι ήθελε να αρπάξει το θρόνο του πατέρα του, τον τύφλωσαν και τον έστειλαν σε αιχμαλωσία στο μοναστήρι του Χριστού Παντοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν εύσπλαχνος και πάντα προσευχόμενος και αγαπήθηκε πολύ, όχι μόνο από τους μοναχούς, αλλά και τους ευγενείς και τον ίδιο τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β᾿.  Μετά από έτη επτά ολόκληρα και με παρέμβαση Σέρβων και Ελλήνων επισκόπων, συγχωρέθηκε από τον πατέρα του και το 1332, όταν εκείνος πέθανε,  στέφθηκε ως Ούρος ο Γ᾿.  Πριν από τη στέψη, έβγαλε τον επίδεσμο που είχε στα μάτια του και ανήγγειλε ότι θεραπεύτηκε κατά θαυματουργικό τρόπο από τον Άγιο Νικόλαο. Η κοίμησή του ήρθε αιφνίδια και μαρτυρικά. Δολοφονήθηκε από ανθρώπους του Ντούσαν. Σε όραμα εμφανίστηκε και μίλησε για την εκταφή του. Ο τάφος του ανοίχτηκε ευλαβικά και βρέθηκε το σκήνωμά του  ευωδιάζον και άφθορο. Πολλοί απελπισμένοι προσέρχονται σε αυτόν, ενώπιον του τέμπλου του ναού στη Δέτσανη. Έβαλα το σημειωματάριο στη θέση του. Έβαλα και τον ταξιδιωτικό οδηγό του μοναστηριού που με φιλοξένησε. Θυμάμαι όλους μας να ανεβαίνουμε το μικρό σκαλοπατάκι να τον προσκυνήσουμε στο χέρι, όπου μας υποδεικνύουν. Θυμάμαι τη μικρή μου κόρη να στρέφεται προς το σκεπασμένο του πρόσωπο. Τον εορτάζω στο εξής τη μέρα του.

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Ιδού αναβαίνομεν...



Ποιος είπε ότι η ποίηση είναι κρύπτη;
Σαραντάριο είναι
το όρος Σαραντάριο
και τ' ανεβαίνεις 
κάθε μέρα


Η ποιητική εκδοχή της σαλότητας ή Όταν ανέβω εκεί πάνω θα επικαλεστώ τους στίχους μου

"Ο ποιητής είναι ο δια Χριστόν σαλός. "Σαλός", που σημαίνει "παράφρων", αλλά με την έννοια του εν Χριστώ, εν Θεώ. Δεν πρόκειται για κοινή παραφροσύνη. Ο Χριστός δεν είναι μονάχα του χριστιανισμού, είναι η ενσάρκωση της μεγάλης πνευματικής αθωότητας. Είναι κιόλας η ενσάρκωση μιας τεράστιας πνευματικής οδύνης. Το ένα φέρνει τ' άλλο. Η αθωότητα δεν πάει με την κοινή λογική, που είναι η κακιά τρέλα της μάζας. Η αθωότητα είναι η υπέρτατη νοητική διάνοια και αυτό στην ορθοδοξία υπάρχει με το πνεύμα της νήψεως, δηλ. της νηπτικής απάθειας, που είναι η εν Χριστώ σαλότητα. Η διά Χριστόν σαλότητα συνδέεται διαλεχτικά με την έννοια της νήψεως του μυστικισμού της ορθοδοξίας. Θα ήθελα επίσης να προσθέσω ότι η Ποίηση δεν έχει σχέση με την εξυπνάδα, είναι μια άλλη νοημοσύνη".

Συνέντευξεις του ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΟΥΖΟΥ, "Η ζωή είναι ένα καθαρματικό φαινόμενο" (περιοδ. Σχολιαστής 1987), Ίκαρος 2002

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Η συνέχεια του προηγούμενου


ΤΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗ ή ΤΙΣ ΕΣΤΙ ΜΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ

Μέρες τώρα με στριφογυρνά ο Σαμαρείτης. Την Κυριακή που πέρασε τον ανέφεραν μες στην Εκκλησία. Το έμαθα εκ των υστέρων. Με στριφογυρνά το θεολογικό τούτο ζήτημα, το διεξέρχομαι, όμως, ολωσδιόλου ανθρώπινα.

Κατά Λουκάν ι, 29


" [...] άνθρωπος τις κατέβαινεν από Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ, και λησταίς περιέπεσεν οι και εκδύσαντες αυτόν και πληγάς επιθέντες απήλθον αφέντες ημιθανή τυγχάνοντα. Κατά συγκυρίαν δε ιερεύς τις κατέβαινεν εν τη οδώ εκείνη, και ιδών αυτόν αντιπαρήλθεν. Ομοίως δε και Λευίτης γενόμενος κατά τον τόπον ελθών και ιδών αντιπαρήλθε.


Σαμαρείτης δε τις οδεύων ήλθε κατ’ αυτόν, και ιδών αυτόν εσπλαγχνίσθη, και προσελθών κατέδησε τα τραύματα αυτού επιχέων έλαιον και οίνον, επιβιβάσας δε αυτόν επί το ίδιον κτήνος ήγαγεν αυτόν εις πανδοχείον και επεμελήθη αυτού- και επί την αύριον εξελθών, εκβαλών δύο δηνάρια έδωκε τω πανδοχεί και είπεν αυτώ - επιμελήθητι αυτού, καί ό, τι αν προσδαπανήσης, εγώ εν τω επανέρχεσθαί με αποδώσω σοι"

Ώρες-ώρες αναρωτιέμαι τάχα να τον συνάντησε κάποτε κείνος ο πληγωμένος Ιουδαίος τον Σαμαρείτη του; Τάχα να τον αναγνώρισε, να του’ πε δυο κουβέντες, να την ένιωσε την ανυπόδητη αγάπη που έλαβε; Ή μήπως και κείνος, ασυγκίνητος σαν τους άλλους οδοιπόρους, τον είδε κάποτε και τον αντιπαρήλθε; Αναρωτιέμαι, καθώς κείνος που ήταν δηλωμένος εχθρός του, ήταν και ο μόνος που σταμάτησε και τον περιέθαλψε και τον «ευσπλαχνίσθη», λέει το Ευαγγέλιο, κείνος ήταν που τον ανέσυρε μες απ’ τις πληγές -των άλλων τις πληγές μα και τις δικές του-, κείνος ήταν που πάνω τους έσκυψε και τις εφίλησε και τις έκανε δικές του. Κείνος ήταν που τις άλειψε με «κρασί και λάδι». Κείνος ήταν που έπειτα τον σήκωσε στα χέρια του αιμόφυρτο και τον ανέβασε στο ζώο του κι έπειτα βρήκε πανδοχείο και τον «επεμελήθη». Όλη τη νύχτα στο προσκέφαλό του ξαγρύπνησε και «την επαύριον», γράφει το Ευαγγέλιο, αφού τον άφησε σε χέρια σίγουρα, τότε μονάχα έφυγε. Με την υπόσχεση πως ό,τι κι αν χρειαστεί, αυτός θα επιστρέψει να το αποδώσει. «Ήλθε κατ’ αυτόν», γράφει το κείμενο, εκεί που προχωρούσε στο δικό του μονοπάτι, «οδεύων» ήταν, μα λοξοδρόμησε για να τον συναντήσει. Τάχα να την ένιωσε ο Ιουδαίος την τόση ανυπόκριτη αγάπη που έλαβε; Ούτε ο ιερέας, που το’ χε καθήκον από το νόμο, ούτε και ο Λευίτης, άνθρωπος χτισμένος στη λατρεία κι αυτός, κινδύνεψαν για χάρη του, παρά έφυγαν, γρήγορα-γρήγορα από τον τόπο, τα μάτια απόστρεψαν και το σώμα τους επίσης, μην τύχει και βρεθούν και κείνοι στην ίδια θέση. Ο Σαμαρείτης, όμως, κοντοστάθηκε μες στην άγρια και βαθιά κοιλάδα, την «κοιλάδα του αίματος», όπως τη λένε, ανάμεσα στα Ιεροσόλυμα και την Ιεριχώ και πολύ κοντά στο Σαραντάριο και τον ανέλαβε σα να’ χει δει άνθρωπο δικό του και δεν τον άφησε παρά στο τέλος και τέλος ήταν τα χέρια του Θεού. Τον βρήκε γυμνό και τον έντυσε, τον βρήκε πληγωμένο και τον γιάτρεψε. Τον βρήκε σχεδόν ημιθανή. Τον άφησε έπειτα στην αγκαλιά του Θεού. Οι άλλοι αντιπαρήλθαν. Αυτός σταμάτησε. Τον ιερέα και τον Λευίτη τους βαφτίζω ανάλγητους, όχι με την αφοριστική έννοια που έχει η λέξη σήμερα, αλλά με την ουσιαστική, πως ήταν άνθρωποι άμαθοι και για τούτο, ασυγκίνητοι στον πόνο. Ή δεν τον είχαν γευτεί, δεν τον είχαν στο πετσί τους νιώσει, δεν τους είχε κι αυτούς κάποτε γονατίσει ή είχαν την ψυχή τους ατσαλώσει σ’ αυτόν, προσφεύγοντας με μηχανισμούς άμυνας στον εαυτό τους και γι’ αυτό πολύ εύκολα τον προσπεράσαν. Ο Ιουδαίος ζούσε ήδη τον πόνο της ζωής του, ψυχικό και σωματικό. Και ο Σαμαρείτης, όμως, με κάποιο τρόπο τον είχε ζήσει σίγουρα κι αυτός στο δικό του παρελθόν. Γι’ αυτό και εστάθη. Όχι, επειδή τον λυπήθηκε, αλλά επειδή στα μάτια του πληγωμένου άντρα είδε τον πληγωμένο εαυτό του. Όχι, επειδή τον συμπόνεσε, αλλά επειδή τον αγάπησε η ψυχή του.
Ήταν, λοιπόν, του πόνου σημαδεμένοι και αναγνωριστήκαν. Και μια αόρατη κλωστή, του άλγους η κλωστή, τους έφερε κοντά. Μες στη νύχτα του μαρτυρίου του, ο Ιουδαίος τάχα ένιωσε τίποτα από την αγρύπνια του Σαμαρείτη, ή μήπως το ημιθανές του πόνου δεν του επέτρεψε να συνειδητοποιήσει -έστω την επομένη- τι ακριβώς συνέβαινε; Συνεχίζω να αναρωτιέμαι, τάχα ανταμώσαν οι ψυχές τους στην Παράδεισο, τάχα αναγνωριστήκαν; Κείνο το σκοτάδι που μοιράστηκαν -λαβωμένος ο ένας, λαβωμένος κι ο άλλος, ημιθανής ο ένας, άγρυπνος ο άλλος- τάχα εφώναξε το φως του στην αιωνιότητα;

Μα ορθώς το Ευαγγέλιο σταματά εκεί. Στη σκηνή του πανδοχείου και έπειτα σιωπή, γιατί το υπόλοιπο θα ήταν ίσως περιττό. Ο Ιουδαίος σίγουρα θα μνημόνευε κείνον τον άντρα, θα τον θυμόταν μες στην παραζάλη του πόνου του την επομένη και η μνήμη θα του έφερνε πάλι μπροστά την άγρυπνη μορφή του Σαμαρείτη. Ο χρόνος που θα ακολουθούσε θα’ ταν σημαδεμένος και αυτός. Και έπειτα ο Σαμαρείτης δε χρειαζόταν καμιά ευχαριστία. Ο Σαμαρείτης ήδη είχε γεμίσει από την αγάπη που έδωσε, ήδη σκύβοντας πάνω στις πληγές του πληγωμένου άντρα τις δικές του πληγές φρόντιζε, εκείνον περιθάλποντας τον εαυτό του περιέθαλπε, εκείνον γιατρεύοντας τον εαυτό του γιάτρευε -και ας μην το ήξερε. Ο Σαμαρείτης άνθισε, σκορπώντας τα άνθη του. Κι έπειτα έφυγε, αφού σε σίγουρα χέρια τον είχε αφήσει, αφού στα χέρια του Θεού τον είχε αφήσει -πώς αλλιώς;-, μα είμαι σίγουρη πως με το βλέμμα πίσω θα γυρνούσε, με το βλέμμα της προσευχής, που θα συνόδευε από κει και ύστερα τον πληγωμένο άντρα. Γιατί τον είχε αφήσει στο πανδοχείο του Θεού. Και είχε τη βεβαιότητα της πίστης του μοναδική παραμυθία γι’ αυτό. Όπου δε φτάνουν οι άνθρωποι, φτάνει ο Θεός. Και η αιωνιότητα πάντα εκεί, για να τους ανταμώνει. Γιατί και οι δυο ελεήθηκαν μέσα από το συναπάντημα τούτο με την αγάπη του Θεού. Γιατί η πίστη είναι μια δυνατότητα και η ελευθερία επίσης. Η αγάπη, όμως, εξακολουθεί να παραμένει η μεγαλύτερη δυνατότητα του ανθρώπου. Και κυρίως, η μεγαλύτερη επανάσταση που γνώρισε η ανθρωπότητα.

Βλέπω τον Χριστό να εισβάλει σε τούτον τον κόσμο για μια ακόμα φορά. Γέρνει περπατώντας και τούτη τη φορά, γιατί στο δισάκι του εξακολουθεί να έχει φορτωμένη την αγάπη. Με αφοπλίζει ξανά και του υποκύπτω, μα δεν αφήνομαι, όπως θα’ το θελα, ούτε και αλλάζω συθέμελα τη ζωή μου, γιατί «είμαστε αυτό που δε θα θέλαμε /και ζητάμε την αγάπη που δεν έχουμε /και ζητάμε αγγέλους που δεν είμαστε». Ωστόσο, εξακολουθώ να συγκινούμαι και θεριεύει μέσα μου τούτη η συγκίνηση για αυτό το γερτό και θλιμμένο πρόσωπο του Χριστού μέσα στον κόσμο.

[1] Εισβάλλουν στα καλά καθούμενα στίχοι παλιοί και εδώ είναι η «Φτήνια» απ’ τις Αθιβολές. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό. Ούτε κι αν σημαίνει κάτι. Το σημειώνω, όχι ματαιοδοξώντας. Απλώς, ότι ανήκει σε κάποιο άλλο χρόνο και τώρα επανέρχεται. Ξέρω ότι μπροστά στο θύραθεν «προχώρα τσαλακώνοντας» ή στο θεϊκό «κι ας σε τσαλακώσουν», προβάλλω μόνο το «δεν μπορώ να τσαλακώσω, μα δεν αντέχω και να τσαλακωθώ».

Να προχωράς ολόκληρος ή τουλάχιστον όρθιος


"Καθένας μια φορά στη ζωή του έχει χρέος να δοκιμάσει το ταξίδι στην έρημο...Αν βρει το Θεό, 
σώθηκε. Τουλάχιστον, όμως, θάχει ανακαλύψει τον εαυτό του".

Τάσος Αθανασιάδης, Η αίθουσα του θρόνου, Εστία

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Μνήμη της παραμονής



Στο σχολείο προβάρουν τα μεγάφωνα για την αυριανή επέτειο. Δελτία τύπου και ανακοινώσεις ξανά για εορτασμούς εκ των πολιτικών γραφείων. Κάποιοι οικειοποιήθηκαν τις πανηγύρεις και κάποιοι άλλοι, φτωχοί συγγενείς για μια ζωή. Θα ακούς όλη μέρα την Αυλή. Θα γιορτάσεις και εσύ την επέτειο τούτη, που, μυστική, ομφάλια κλωστή σε δένει μαζί της. Θα ακούς όλη μέρα την Αυλή. Ούτε λόγια ούτε τηλεοπτικές εικόνες. Με την Αυλή θα τη βγάλεις.

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

Άνεμος μπεχλιβάνης κι αυτός


Αργύρης Χιόνης, Ό,τι περιγράφω με περιγράφει, Γαβριηλίδης 2010

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Είμ' ένα βιβλίο. Κάποιος με διαβάζει. Δεν ξέρω
τι καταλαβαίνει από μένα, δεν ξέρω αν
μου βρίσκει κάποιος βάθος. Πάντως, δυσκολεύεται
στο διάβασμα ή βαριέται. συχνά με
παρατά, τσακίζοντας τα φύλλα μου, μ' εγκαταλείπει
για καιρό και, όταν κάποτε επιστρέφει,
έχει πλέον χάσει τη συνέχεια, έχει ξεχάσει
ό,τι έχει διαβάσει. Έτσι, με ξαναπιάνει
απ' την αρχή, για να με παρατήσει πάλι,
ύστερ' από λίγο, κουρασμένος.

Δεν ξέρω αν διαβάζει άλλα βιβλία, δεν ξέρω
καν πώς βρέθηκα στα χέρια του, όμως εδώ είμαι,
αυτός είναι η μοίρα μου και, αν αυτός δεν με διαβάσει,
άλλον αναγνώστη δεν πρόκειται
να βρω.

ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

XVII

στη Χρύσα

Όταν σου αναγγείλουνε τον θάνατό μου,
κάνε ό,τι θα' κανες αν σου χαρίζαν
έν' άδειο βάζο.

Θα το γέμιζες λουλούδια.
έτσι δεν είναι;

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Άνεμος μπεχλιβάνης




Τ’ απομεσήμερο της παραμονής του Αγίου Μηνά από τα δέντρα απέναντι, φύλλα σηκώθηκαν ανάστατα, φύλλα του φθινοπώρου, και ξεπιαστήκαν από τα κλαδιά, αγέρας τα πήρε εν μέσω βοής, δίχως χορδαίς και όργανα, δίχως έλεος, και τα στροβίλισε γερά σε χορό κύκλιο, τρελό χορό, λίγο πριν τα σωριάσει ξέπνοα και αίφνης στη μουλιασμένη γη.

Έτσι κι εμείς σαν τα φύλλα των δέντρων απέναντι, το εσπέρας μιας εορτής ανάστατοι θα σηκωθούμε, άνεμος θα’ ρθει ισχυρός, άνεμος πεχλιβάνης, από τα κλαδιά θα μας ξεπιάσει και έπειτα σβούρα θα μας φέρει και σε κύκνειο χορό θα μας σύρει, ώσπου να μας αφήσει ξέπνοους και άπνοες στη μουλιασμένη γη.

Μα ως τότε,
όσο ζήσουμε μες στην ομορφιά των ρόδινων νεφελωμάτων,
του αγέρα του πρωιού,
του αγέρα εαρινών συμφωνιών,
της θλίψης των βουνών όταν το φως τους λιγοστεύει,
των ήχων της σιωπής όταν η νύχτα αγγίζει τις μορφές μας.

Όσο ζήσουμε μες στην ομορφιά
Καλά.
Καλά κι ευλογημένα.

Καλά και ευλογημένα λέει η μάνα μου


[Ντέλλα Ολγα, "Περι την δύσιν του ηλίου" στις Αθιβολές, Το Ροδακιό]

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

Τριλογία [Α']


ΑΜΟΝΤΑΡΙΣΤΑ ΠΛΑΝΑ ΚΑΤΑΛΗΨΕΩΝ

Η παιδεία της Αγάπης

Μέρες των καταλήψεων και τα σχολειά κλειστά κι οι μαθητές στους δρόμους και οι δάσκαλοι -εμείς δηλαδή- όλοι στους καφέδες. Μέρες των καταλήψεων και το έθιμο καλά κρατεί τις τελευταίες δεκαετίες και το ζήσαμε και το συνηθίσαμε και ως μαθητές και ως δάσκαλοι τώρα πια. Μέρες των καταλήψεων, στο σπίτι μένω και παρακολουθώ, ανίκανη μπροστά στο παράλογο, που φορά το ένδυμα της ελευθερίας και της δημοκρατίας, μα είναι ο φασισμός των λίγων για μια ακόμα φορά. Το μπαλάκι του φταιξίματος από τον ένα στον άλλο, μα τώρα μιλάμε για συνήθεια, για έθιμο μιλάμε, που το περιμένουμε πώς και πώς πριν τις μεγάλες εορτές -απελευθέρωσης και κείνες- ή λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, έτσι, γιατί απλώς βαρεθήκαμε να κάνουμε μάθημα, ανασύραμε και πέντε αιτήματα από τα περσινά, βαφτίζουμε οπωσδήποτε την κατάληψη αντίσταση και επανάσταση και επειδή έχουμε ανάγκη τα ιδεολογικά στέγαστρα -ας είναι και παράγκα-, οι μισοί υπερασπίζονται τους εν καταλήψει, οι άλλοι μισοί φωνασκούν κατά πώς στάθηκε η κομματική ρουλέτα, μετά από τέσσερα χρόνια τους ρόλους αλλάζουν, αυτοί που φωνασκούσαν καταλαμβάνουν κι αυτοί που καταλάμβαναν, φωνασκούν και πάει λέγοντας. Δίχως τσίπα πια εκμεταλλευόμαστε τις αθώες ψυχές των παιδιών, τα συμπαρασύρουμε στις κομματικές μας ορέξεις, εισάγουμε την προπαγάνδα στα σχολεία, εκπορνεύουμε τους μαθητές ως προς το πολιτικό ήθος.

Ανοχή των γονιών, ανοχή των δασκάλων, ανοχή του εκάστοτε Υπουργού Παιδείας. Ανοχή. Το άλλο πρόσωπο της πλήρους αδιαφορίας. Κι ας καίγεται η γειτονιά μου, δε με νοιάζει. Μα αν καίγεται η γειτονιά μου, σε λίγο θα καεί και το σπίτι μου, μα είμαι αφελής και δε με νοιάζει λέω και το υποστηρίζω. Και ζω με τα κανάλια και με τα σήριαλ, ενήλικας εμποτισμένος στη φτηνή καθημερινότητα που μου πλασάρει ο κάθε Λαζόπουλος και αφήνομαι να χάσκω μπρος στο μεγάλο γελωτοποιό, να υποκλίνομαι στη μωρία και στην αγένεια, στην όποια ευτέλεια να υποκύπτω. Αφήνομαι να με απαξιώνουν κάθε μέρα περισσότερο, έχω εδώ και καιρό παραδώσει αμαχητί τα όπλα, φτωχαίνω, κάθε ώρα που περνά περισσότερο φτωχαίνω. «Όπου και να κοιτάξω η Ελλάδα με πληγώνει», έγραφε ο Σεφέρης, και γι' αυτό δεν κοιτώ πουθενά πια. Κοιτώ μονάχα μέσα μου, μα κι αυτό έρχεται και ανατρέπεται, αυτό το μέσα μου έρχεται και ανατρέπεται, καθώς η αθλιότητα ήλθε στο κατώφλι μου και ο εφιάλτης άγγιξε την αυλή μου.

Μέρα των καταλήψεων και σήμερα και στο μπαλκόνι με βρίσκει να ποτίζω τα ύστερα λουλούδια. Και κοιτώ αφηρημένη γύρω μου και το φθινόπωρο απλώνει και σε λίγο φωνές στο στενάκι ακούγονται και κοιτώ μαθητές, τους μαθητές μου, που κάθε μέρα τους περιμένω στη βιβλιοθήκη μου κι άλλοτε έρχονται κι άλλοτε καθυστερούν κι άλλοτε δεν εμφανίζονται ποτέ, και βλέπω τα παιδιά αυτά να προχωρούν και τα κοιτώ και χαμογελώ, βλέπω την τριάδα των φίλων, δυο αγόρια κι ένα κορίτσι ανάμεσα και χαμογελώ ξανά, μα το χαμόγελο παγώνει, και τα αγόρια σέρνουν το δεκαπεντάχρονο κορίτσι και κείνο γελά μ' ένα γέλιο που με παγώνει περισσότερο και κείνο είναι βυθισμένο σε ένα άγριο μεθύσι και παραπαίει και στηρίζεται στα ανήλικα μπράτσα των συμμαθητών της. Κλάμα πνιχτό με συνταράζει, στέκομαι και κρύβομαι και τα κοιτώ, τα παιδιά τα δικά μου και τα δικά σου, τα παιδιά του κόσμου, και ως άνθρωπος κλονίζομαι, ως άνθρωπος απλός, που ευθύνεται μαζί με τους άλλους για αυτόν τον κόσμο τον ακρωτηριασμένο, που τους τον προσφέρω απλόχερα, αυτόν τον κόσμο τον ανίκανο να συγκινηθεί πέρα από τη γωνιά του, αυτόν τον κόσμο που θα τα ρουφήξει, όπως ρουφά και μένα κάθε μέρα. Κι έπειτα στο πάρκο απέναντι, φωνές κι άλλες φωνές, κραυγές φρίκης να συνεχίζουν τον ξεπεσμό τούτο και τα παιδιά να μεταμορφώνονται σε ξεβγαλμένους ενήλικες, μεθυσμένα παιδιά, εν συγχύσει παιδιά, εν απογνώσει παιδιά, που πέφτουν και σηκώνονται, που μου προκαλούν τρόμο και οπισθοχωρώ και άλλο δε γυρίζω να τα δω, γιατί όλο τούτο δεν αντέχεται και δεν περιγράφεται παραπάνω. Τα παιδιά τα δικά μου και τα δικά σου. Τα παιδιά του κόσμου.

Τα σακατεμένα παιδιά του Internet τα αδύνατο να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, τα συνηθισμένα στις εύκολες πράξεις του έρωτα, τα κατ’ ουσίαν ανέραστα, τα παιδιά τα εγκαταλελειμμένα εδώ και δεκαετίες μπρος στη γιαγιά τηλεόραση, τη μαστροπό τηλεόραση τώρα πια, που καθιστά το καθετί μη αναστρέψιμο. Τα σερνάμενα παιδιά που έχουμε στις τάξεις και στα σπίτια μας, που τα αφήσαμε ανέμπνευστα, γιατί και με τι να τα εμπνεύσουμε, που τα αφήσαμε ξεκρέμαστα, που τα πουλήσαμε, αφού πρώτα ξεπουληθήκαμε οι ίδιοι. Τα γερασμένα παιδιά, γιατί αειθαλές το σώμα -όσο και αν ακούγεται οξύμωρο-, αειθαλές, και μόνο η ψυχή γερνά, μα σα γεράσει, το σώμα το συμπαρασύρει και πριν της ώρας του το θάβει. Έτσι, τα παιδιά τούτα γερασμένα είναι κι ας είναι δεκαπεντάχρονα και σέρνουν τα βήματά τους και κάθε μέρα τα βλέπω πιο σκυμμένα να εισορμούν στη βιβλιοθήκη του σχολείου, άλλοτε με καλημέρα, άλλοτε χωρίς, υπνωτισμένα προς την οθόνη του PC, που τα καλεί σαν ένας παράδεισος τεχνητός, σε ένα γέμισμα διαδικτυακό, που τα αφήνει πιότερα κενά και κυρίως, πιο μόνα. Μπασμένες οι ψυχές τους και τα σώματα μπασμένα και αγέλαστα. Πέτρα αγέλαστη η ψυχή τους και με τίποτα δεν ξυπνά, κεκοιμήθηκαν και πώς να τα ξυπνήσεις.

Αν ήμουν Υπουργός Παιδείας θα πρεπε ήδη να χω παραιτηθεί. Από ανικανότητα να διαφυλάξω τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα των μαθητών που σεργιανούν στους δρόμους. Των μαθητών που τους έχω εγκαταλείψει και ας ψηφίζω συντάγματα κάθε τόσο που θα ανανεώσουν και θα αναμορφώσουν και θα αναβαθμίσουν και θα αλλάξουν την άθλια πραγματικότητα της εκπαίδευσης. Η πραγματικότητα είναι μία και δεν αλλάζει. Ο ασθενής έχει εδώ και καιρό υποκύψει. Το σώμα του περιφέρουμε και θαρρούμε πως θα ζωντανέψει. Μα η εκπαίδευση εδώ και χρόνια έγινε ένα μαυσωλείο και εκεί μέσα φυλάσσεται το πτώμα της παιδείας.

Αν ήμουν γονιός του συγκεκριμένου παιδιού, δεν ξέρω τι θα πρεπε να χω κάνει για το κακό που του προκάλεσα, για το κακό που άφησα να προκληθεί. Μα είμαι μόνο ένας δάσκαλος, ένας δάσκαλος απλός, και σέρνω υποταγμένη τα βήματά μου και πονώ την κάθε μέρα και βουλιάζω μες στην ανημπόρια ή την αδιαφορία που τυλίγει το σινάφι μου και αδυνατώ να δώσω όσα οφείλω, όσα έχω χρέος, ανίκανη να ορθώσω τούτα τα παιδιά, τις ψυχές τούτες, που χαντακώθηκαν στις φιλίες των Facebooks, που αγκυροβόλησαν οι ψυχές τους προτού ταξιδέψουν, που γέρασαν πιο νωρίς απ’ τους γονείς τους. Θα πρεπε με τη σειρά μου να χω παραιτηθεί, που δεν κατάφερα να φυλάξω το σώμα και την ψυχή των μαθητών μου, θα πρεπε ήδη να χουμε όλοι παραιτηθεί από ευθιξία, από φιλότιμο έστω, από ντροπή. Όμως, το μόνο που κάνω είναι να γράφω και τούτο δεν είναι δα επικίνδυνο. Είναι, όμως, το μόνο που μπορώ ακόμα να κάνω. Να μη σιωπώ.

Όμως, νιώθω αδύναμη και την ίδια ώρα συνυπεύθυνη και αύριο την ίδια ώρα θα βρεθώ ξανά στη θέση μου και θα κάνω το ίδιο, ό,τι κάνω κάθε μέρα. Όλοι θα κάνουμε ό,τι κάνουμε κάθε μέρα. Και του χρόνου θα παρακολουθήσουμε όλοι μαζί ξανά το ίδιο σενάριο και θα γινόμαστε και εμείς με τα χρόνια λιγότερο ευάλωτοι σε αυτά, λιγότερο ευσυγκίνητοι, δε θα μας τρομάζει πια ο τρόμος, δε θα μας λυγίζουν πια τα σακατεμένα σώματα ούτε και θα ταραζόμαστε μπρος στα αγέλαστα πρόσωπα, θα παλιώσουμε και θα πωρωθεί η ψυχή μας και θα μοιάσουμε στο κοινό πρόσωπο της κοινής γνώμης. Και θα υιοθετήσουμε ένα προσωπείο που μας ταιριάζει και δε θα γράφουμε πια ή τέλος πάντων δε θα αναλωνόμαστε με τέτοια ένταση σε τόσο ασήμαντα ζητήματα. Θα συμβεί αυτό που περιέγραφε η Αμερικανίδα ποιήτρια Έμιλυ Ντίκινσον: «Ύστερα από μεγάλο πόνο, ένα τυπικό αίσθημα έρχεται» και θα έρθει τούτο, γιατί «πρώτα -το Κρύο- μετά η Νάρκη- μετά η παραίτηση» και θα παραιτηθούμε.

Την ίδια ώρα που μονάχα αγάπη μπορούμε ακόμα να δώσουμε στα παιδιά τα δικά μου και τα δικά σου και τα παιδιά του κόσμου. Την ίδια ώρα που το μόνο που απομένει να κάνουμε είναι να τα αγκαλιάσουμε με την έγνοιά μας, αφού πρώτα τις ανάσες τους αφουγκραστούμε και την κρυμμένη θλίψη τους εξοστρακίσουμε. Αφού πρώτα ένα βλέμμα ζεστό τους χαρίσουμε, ένα μονάχα βλέμμα, ή ένα λόγο απλό κι ένα χαμόγελο αληθινό. Την ίδια ώρα που μπορούμε και εμείς με τη σειρά μας να αποδεχτούμε ενώπιόν τους τη δική μας ελλειπτική πραγματικότητα, να απεκδυθούμε την άτεγκτη εξουσία μας, την αλαζονική ώρες-ώρες εξουσία που ντυνόμαστε οι δάσκαλοι μες στα σχολεία, και να μοιραστούμε την κοινή αγωνία και την οικεία θλίψη και έτσι, ειλικρινείς αμφότεροι, γυμνοί μες στην αλήθειά μας, να πατήσουμε και να προχωρήσουμε μαζί και όχι χώρια. «Το Νερό, μαθαίνεται από τη δίψα» έγραφε αλλού η Ντίκινσον και τα παιδιά μας, με όσα καλούδια κι αν φορτώσαμε την καθημερινότητά τους, απόμειναν να διψούν. Γιατί το δράμα του καθενός μας δεν είναι πώς να σώσει την ψυχή του, αλλά πώς να γεμίσει την ψυχή του. Γιατί, αν τη γεμίσει, τότε και μόνο θα τη σώσει.

Ήδη είπα αρκετά. Δεν παριστάνω την καλή ούτε και την οσία. Πονώ και αγαπώ τα πρόσωπα ποβλέπω κάθε μέρα. Πονώ και αγαπώ τα πρόσωπα που μοιράζομαι τη μισή μου μέρα μαζί τους και κάποιες μέρες ίσως και να τα βλέπω πιο πολύ από τα παιδιά μου. Πονώ την άδεια ψυχή τους και τη δίψα τους συμπονώ και δεν ξέρω με τι να τη γεμίσω. Μα κατάλαβα εν τέλει ότι το μόνο που χρειάζονται, το μόνο που έχουν πραγματικά ανάγκη είναι να φωτίσει κανείς το καλό που κρύβουν μέσα τους. Το καλό που όλοι κρύβουμε μέσα μας. Που ίσως και να χρειαστεί να το μεγεθύνει. Που σίγουρα θα χρειαστεί να πιστέψει κάπως σε αυτό, για να μεταστρέψει το απλανές και άδειο βλέμμα σε ένα ανθρώπινο πρόσωπο. Το μόνο που έχουν ανάγκη είναι ο τρόπος της αγάπης. Όσο έχει ο καθένας και όπως την έχει. Και τούτη η αγάπη εμάς πρώτα θα γεμίσει, γιατί η αγάπη είναι ένα άνθος που επιστρέφει στο χώμα που το έθρεψε. Γιατί η μοναδική παιδεία που έχουν ακόμα ανάγκη -που όλοι έχουμε ακόμα ανάγκη-, η μοναδική που μπορεί να πείσει ακόμα και να αφοπλίσει ακόμα και να γεμίσει τις κενές σελίδες των διδακτικών εγχειριδίων είναι η παιδεία της αγάπης. Σε αυτήν δεν μπορεί να αντισταθεί καμιά καρδιά, πόσο μάλλον οι μαλακές ψυχές των δεκαπεντάχρονων παιδιών. Ή έτσι θέλω να το βλέπω. Ή έτσι θέλω να το ελπίζω. Πως υπάρχει ελπίδα να τα σώσουμε και να σωθούμε και εμείς μαζί τους.

Μύρισαν τα σπίτια μας μέλι και κανέλα κάπως νωρίτερα για φέτος. Μύρισαν τα σπίτια μας μέλι και κανέλα και λέω, ας είναι τούτο το μέλι της ψυχής και ας είναι τούτη η κανέλα της αγάπης και να γεμίσουν τους ουρανούς, να φτάσουν και να απαγκιάσουν σε όλους τους δυσκολεμένους και σε όλες τις στερημένες και διψασμένες από αγάπη ψυχές των παιδιών που περπατούν στο πλάι της κάθε μέρας μας.

Y.Γ. Να πάτε μια εκδρομή. Τις μέρες των εκλογών, εννοώ. Μονοήμερη ή τετραήμερη. Δεν έχει σημασία. Μακριά να πάτε. Να μαζέψετε τους δικούς σας και να φύγετε. Τους άλλους να τους πατήσετε delete. Να ακυρώσετε τους υποψήφιους διαφθορείς, τους επερχόμενους, τους νυν και τους πρώην. Μακριά να σταθείτε, να τους χλευάσετε και να μαυρίσετε, το ήθος της υποτέλειας να το μαυρίσετε. Το μνημόνιο που μας κληροδότησαν, σε μας και τα παιδιά μας, παντιέρα να το κάνουμε και ίσως και μια μικρή εκδίκηση.


13 Οκτωβρίου 2010



Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

Επίκτητοι Τόποι [Β']



Ανάμνηση της Κεφαλής λίγο πριν φύγει ο Οκτώβρης των εθνικών επετείων

ΕΝΤΟΥΤΟΙΣ

Σ’ εποχές στείρες
Οι θάνατοι
Μάταιοι φαντάζουν των συντρόφων,
Εντούτοις
Ερμηνεύουν τη ζωή μας.

ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ, Κείμενα μικράς πνοής


Χρόνια τώρα στο ράφι με τα διαβασμένα, μπλεγμένα μαζί τους και η αδιάβαστη «Κεφαλή» του Νίκου Μπακόλα. Κάθε Οκτώβρη την ανέσυρες, στην ίδια σελίδα τη σταματούσες. Έξι τόσα χρόνια και δεν προχωρούσε. Φέτος την πήρες και πάλι στα χέρια σου. Τούτη τη φορά σε έφτασε στο τέλος. Ήρθε στην ώρα της και σε βρήκε μες στον Οκτώβρη, τότε που χάθηκε κι ο Παύλος. Γιατί η «Κεφαλή» δεν είναι παρά η τραγική φιγούρα της αποκομμένης κεφαλής του Παύλου Μελά, που είχε τη δική της καθημαγμένη πορεία και ανεξάρτητα από το σώμα της. Τη δική της διαδρομή ως τη στιγμή που θα αναπαυτεί ασφαλής εντός του χώματος, αποκομμένη βέβαια, μα ασφαλής, περιγράφει η αφήγηση τούτη, που στηρίζεται σε ένα εύρημα του Μπακόλα. την ύπαρξη ενός πλασματικού κειμένου, που είναι το χειρόγραφο του Κωνσταντίνου. Και Κωνσταντίνος, κείνος που απέκοψε την Κεφαλή, προκειμένου να τη σώσει. Σ’ ένα παλιό τετράδιο, λοιπόν, και σε ένα παλιό υπόγειο και σε μια καταπακτή φυλάχτηκε και από κει ανασύρθηκε «η μαρτυρία του Κωνσταντίνου» του 1910, όπου ιστορείται η περιπλάνηση της Κεφαλής.

Οι χρόνοι και οι τόποι περιπλέκονται, όσο περιπλεγμένοι είναι οι χρόνοι και οι τόποι του καθενός μας. Από τη μια το παρόν της γραφής, που είναι ήδη παρελθόν, γιατί ο χρόνος είναι πάντα μετά. Το τώρα δεν υπάρχει. Το τώρα είναι ήδη μετά. Και έτσι η μνήμη αναδεικνύεται κραταιή και ως έκτη αίσθηση. Και από την άλλη, ο χρόνος της πορείας του Κωνσταντίνου, χρόνος πάλι μετά. Τόπος ένας, η ζωή του ίδιου του Κωνσταντίνου, μες στα βουνά της Πιπιλίστας και στο Μπλάτσι, μα και στον κάμπο του Σισανίου, με την κρυφή βασιλική, τόπος δικός μας και οικείος τώρα πια. Από τα βουνά τούτα να εκφύγει κανείς αδυνατεί, καθώς χτίστηκε μέσα τους κι από παντού τον καλούν. Κάθε που φεύγει τον καλούν κι από το Σαραντάπορο και πέρα, από τα περάσματα που διέβη και ο Παύλος, από κει ξεκινάν και τον καλούν κι όσο εγγίζει, τόσο οι φωνές τους ξεκουφαίνουν, μην τύχει και σκεφτεί ποτέ πως μπορεί και δίχως τους. Κι απάνω τους ήδη και απλώθηκε το χρώμα της σκουριάς του φθινοπώρου και τα βλέπει από μακριά, από τον ποδηλατόδρομο της πόλης, τ’ ανεβαίνει κι από κοντά, Νάματα και Βλάστη, τα περπατά ξανά μαζί με τον ορφανεμένο Κωνσταντίνο, που τα’ ξερε σπιθαμή προς σπιθαμή και πέτρα προς πέτρα.

Τόπος άλλος, η νυχτερινή πορεία του Κωνσταντίνου προς τη Στάτιστα, το σημερινό χωριό Μελάς, για να σώσει το σώμα του Παύλου και την ταυτότητά του. Μια ιστορία γνωστή, το μύθο ενδύθηκε και μας περιτυλίγει. Προς τα Κορέστεια, λοιπόν, και μέσα από τα μουλιασμένα χώματά τους. Από τότε και έως σήμερα, λες και ο τόπος τούτος έτσι απέμεινε. Καταδικασμένος να’ ναι νωπός και ρέων και πηχτός και κόκκινος. Γιατί κόκκινα τα σπίτια προς τα σύνορα, κόκκινα σαν το αίμα και σαν τη λάσπη κόκκινα που τα αρμολογεί. Και έτσι τον διέσχισε ο Κωνσταντίνος, τρέχοντας και μες στο δάσος κι απάνω του βροχή, ακατάπαυτη βροχή, σαν αυτή που νότιζε τα γράμματα του Παύλου, και δεν έπαψε να σκέφτεται το μουσκεμένο σώμα που τον καλούσε, μες απ’ τα αίματα και τον καλούσε, «αίματα που δεν ξεχνάω ότι φωνάζουνε, δεν τα λησμονεί κανείς, ούτε κι αυτή η φύση, γιατί εκείνα μένουν ολοζώντανα, ρέουν ασταμάτητα και την ποτίζουν, την κρατούνε σε εγρήγορση». Γιατί «γράφτηκε πως πλέουμε όλοι στο αίμα, στο δικό μας και στων αλλωνών, που φωνάζει μεσ’ από τα ρούχα μας κι από τα χώματα». Και από το αίμα να ξεφύγεις δεν το μπορείς. Το αίμα από παντού σε καλεί και σου φωνάζει.

Και τα αίματα τούτα «μπορεί να’ ναι το αίμα του Χριστού και των Μαρτύρων, που μερικούς τούς γνώρισα, και κάθισα και δείπνησα μαζί τους και κουβέντιασα», γράφει ο Κωνσταντίνος, και οι μάρτυρες τούτοι δεν ήσαν παρά οι σύντροφοί του μες στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας και ο καπετάνιος του, όλοι εν ζωή με φωτοστέφανα αγίων, γιατί «Εκείνοι μέσα στο χρόνο τους /Ζήσανε τον προορισμό τους /Έδωσαν το αίμα τους αλόγιστα προορισμένοι, /Για πρώτη φορά τα υποκείμενα /Κέρδιζαν το χρόνο /Όριζαν τον αέρα της μίζερης ζωής τους, /Ζούσαν /Την αλληλεγγύη της συντροφικότητας», κατά πώς το έγραψε ο μεταγενέστερος Μάρκογλου.

Πορεύεται, λοιπόν, ο Κωνσταντίνος εντός του δάσους και εντός της νύχτας και σαν ίσκιος πορεύεται και «βυθίζεται στα δέντρα, που είναι ένας κόσμος ίσκιοι ασάλευτοι» κι αυτοί, «σύντροφοι της νύχτας, ξυλιασμένοι κι άλαλοι». Σκύβουμε κι εμείς μαζί του και μας συμπαρασύρει στη νύχτα τούτη, την ασέληνη, μαζί του προσκυνούμε τη γη που προσκυνά, μια «γη υγρή, μονίμως καλυμμένη πιο πολύ με φύλλα και αθόρυβες ανάσες». Πορεύεται «σχεδόν ημιθανής κατά το μέρος της ψυχής, ωστόσο, η ψυχή δεν χάνεται, δια παντός κι απ’ όλους, ευτυχώς», πορεύεται μες σε «πηγές μυστικές» και γύρω του «φωνές δέντρων», που τον καλούν και του μιλούν και η πορεία του, αν και μοναχική, μοναχική δεν ήταν, γιατί τα είχε παραστάτες και συνοδοιπόρους της αγωνίας του και της απόλυτης μοναξιάς του.

Τρέχει και ορμά να φτάσει στο κοιμισμένο χωριό, αχάραγα, και να ξεθάψει το σώμα και να το κρύψει αλλού και ασφαλές να είναι, προχωρά και τη ζωή του αψηφά και ξέπνοος κι από πάνω του «ουρανός καπλαντισμένος δίχως αστέρια», ουρανός ασήκωτος, που νομίζει πως, «όπου να’ ναι, θ’ ακουμπήσει στο κεφάλι του». Τρέχει ξανά, μα κοντοστέκεται και στα δέντρα ακουμπά να στηριχτεί κι «ακριβώς εκείνη τη στιγμή αισθάνομαι», γράφει, «το δέντρο να δακρύζει επάνω μου κι ύστερα πιάνει και κλαίει συνέχεια, το ίδιο και τα άλλα δέντρα, κι αφουγκράζομαι κι οσμίζομαι το γύρω χώμα και τα χόρτα ν’ αποδέχονται τα δάκρυα, που πυκνώνουν από τη μια στιγμή στην άλλη. Και μ’ ευφραίνουν. Και αρχίζει μια βροχή που ρέει ασταμάτητα από τον ουρανό στα δέντρα κι από κει στο τρίχινο καλπάκι μου, στην κεφαλή μου, στα μάτια, στο μυαλό μου και στο αίμα μου και τριγύρω και πιο πέρα, στα χορτάρια και στην πέριξ γη, σίγουρα στα μονοπάτια και στον κόσμο όλο, όπου σβήνονται τα ίχνη, οι πατημασιές. Μοιάζει να μας δένει όλους κι όλα σ’ ένα δίχτυ, που μπορεί να μας παιδεύει, αλλά και μας προστατεύει, ειδικά εμένα, με το παραπέτασμα και τη βουή του». Ειδικά εμένα, γράφει ο Κωνσταντίνος, αυτός που βλέπει το δίχτυ τούτο μες στην παραζάλη του και τα δάκρυά του σαν μια «εικόνα θεία, θείας πρόνοιας, άγια σύνθεση στην καταχνιά, που μ’ έχει περιζώσει πλέον και τρυπώνει μέσα μου, στα ρουθούνια και στα μάτια, κι από κει στα σωθικά μου, όλο πιο βαθιά». Γιατί και τη βροχή ο άνθρωπος σαν το χώμα τη δέχεται και τόσο τη χαίρεται, σαν το χώμα, γιατί χώμα και ο ίδιος, όπως το θέλει ο φτωχούλης του Θεού.

Και τούτη τη θεϊκή παραμυθία απλόχερα τη δίνει και σε όλους μας απλόχερα μας έρχεται, γιατί απλόχερα του δόθηκε η πίστη τούτη, που την έχει γνήσια, γιατί ανήκει κι αυτός με τον τρόπο του στη χορεία των ιπποτών της άπειρης παραίτησης του Kierkegaard, με πρώτο τον Αβραάμ και έπειτα τον Ιώβ. Σαν κι αυτούς, λοιπόν, κι αυτός, με το δισάκι της δικής του αλήθειας και του δικού του τρόπου, πορεύεται, «ίσκιος μες στους ίσκιους, μ’ έναν κόσμο πέπλους γύρω του», ένα κόσμο θολό και ξάστερο την ίδια ώρα, που τον φυλά, όσο κι αν τον δυσκολεύει. Οι ίσκιοι τούτοι, πέπλος αποδεικνύονται, παραπέτασμα της σωτηρίας. Και κάποτε φτάνει στον «καθαγιασμένο τόπο» και γύρω του αισθάνεται ξανά τη «γη υγρή, σαν ζωντανή και ρέουσα». Και το «πρόσωπο μουσκεύεται από τα δάκρυα που τρέχουν ασταμάτητα και ανεξέλεγκτα από τα μάτια» και τα δάκρυα τούτα, «τα μάγουλα της άπνοης κεφαλής» μουσκεύουν και «τις ρίζες των ματιών της κι όλο το πρόσωπο». Και είναι σα να κλαίνε μαζί, σε μια υπερβατική ένωση της χώρας των ζώντων και των νεκρών, που μόνο εντός του πένθους γίνεται.

Τότε, άλλοι ίσκιοι τον πλησιάζουν, ίσκιοι ζωντανοί τούτη τη φορά, που του παραστέκονται, των γυναικών οι ίσκιοι, που, σαν τις μυροφόρες, δίχως το ανελεήμον το μη μου άπτου, την εκταφή παραστέκουν και τον ίδιο παραστέκουν κι έπειτα χάνονται, όπως και ήρθαν, ίσκιοι, που πήραν μορφή μαυροντυμένη μες στο χάραμα. Και κείνος, εκεί και κατά τον αυγερινό, στο δάσος πάλι εισορμά, μα τούτη τη φορά με το δισάκι της Κεφαλής απάνω του κι ας ήταν «αποκοτιά» κι ας ήταν ίσως «ύβρις». Ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει. Να αποκόψει την Κεφαλή και να θάψει ξανά το σώμα, μπρος στον ίδιο κίνδυνο που έφερε το θάνατο του Παύλου. Και ορμά ξανά μες στο ίδιο σκηνικό, μα τώρα «νιώθω κάτι ν’ αναδεύει στην καρδιά μου και αναρωτιέμαι αν αυτό που ρέει μέσα μου, που με διαποτίζει ή με πνίγει, είναι λιβάνι κι αίμα, προσευχή του αποθανόντος ή κι εκείνου ίσως που δεν έχει τελευτήσει, αλλ’ ακροβατεί στα σύνορα του άλλου κόσμου εν αγνοία του, ή, σωστότερα, εν αγνοία μου, και στερήθηκε την κεφαλή του κι επομένως και τα δάκρυα». Και ο λόγος του αμοντάριστος εκτοξεύεται, ακροβατώντας και αυτός, έλλογος και άλογος την ίδια ώρα, απόκομμα της ψυχής του, και για τούτο εισβάλλει απόλυτα αληθινός και ανόθευτος. Χαρά σ’ αυτόν που έτσι τον δέχτηκε, χαρά σ’ αυτόν που έτσι τον γράφει.

Ορμά και τρέχει και μες σε κείνη τη μέρα, μα και τη νύχτα που ακολούθησε, νύχτα-μέρα, μεταίχμιο και μεταξύ ζωής και θανάτου, «φθάνεις, έτσι, κάποια ώρα» σκέφτεται «στο συμπέρασμα ότι σε όλα κατοικεί ο Πανταχού Παρών, με άλλα λόγια στα αστέρια και στη θάλασσα και μέσα μας ή στο χορταράκι και στο χώμα, στη βροχή που με παιδεύει και στην τρίχινη την κάπα μου ακόμη, σίγουρα στην άγια κεφαλή του Παύλου». Δρόμο παίρνει και δρόμο αφήνει, μα δεν είναι τούτο παραμύθι κι ας είναι όλα στημένα σαν παραμύθι, τον τόπο αυτό σαν τον περπατάς, πέπλο παραμυθιού τον τυλίγει, μα ομίχλη είναι αδιαπέραστη και έτσι αδύνατο πέρασμα να βρεθεί από τη χώρα των παραμυθιών προς την πραγματικότητα, έτσι αδιαπέραστος και ο κόσμος τούτος από τη χώρα των ζώντων προς την άλλη. Μια πράσινη γραμμή ανάμεσα και ποιος αυτός που θα τολμήσει το όριο να διαβεί τον άλλον για να συναντήσει. Ο τόπος τούτος μες σε φωνές σιωπηλές πορεύεται και μπορείς να τις ακούσεις, αν σωπάσεις, μα δεν «ευωδιάζουν αγριοκέρασα οι σιωπές» κατά πώς το θένε τα «Διάφανα Κρίνα», παρά το αμετάκλητο του θανάτου κραυγάζουν και την οσμή του πένθους που ξανά μας εμποτίζει. «Πλήθος ψιθυρίσματα του δάσους», υπόγειες φωνές, που σου κρατούν συντροφιά και σου φέρνουν τις βεβαιότητες που αναζητάς, που μπορεί και να μην είναι έτσι. Όμως, μηνύματα σου φέρνουν, που κάποτε τα εμπιστεύεσαι και τα ακολουθάς. Μηνύματα απ’ το Θεό ή τους ανθρώπους και σαν αερικό κάποτε ή πάντοτε πορεύεσαι, μισός εδώ και μισός λίγο πιο πάνω. Μα όχι ακόμα, εντελώς απάνω.

Και έρχεται στιγμή που, μετά από κόπο πολύ και από πόνο πολύ, αναπαύεσαι. Και αυτό συνέβη στον Κωνσταντίνο και κατά τη διαδρομή του. Εκεί που χάθηκε, εκεί που χανόταν μες στο δάσος και μες στις αισθήσεις του χανόταν, ερημοκλήσι βρήκε και εισήλθε. Και εκεί ένιωσε την «απέραντη ευφροσύνη» και μια «ολόγλυκη νάρκη», που δεν μπορεί να πείσει κανένα, παρά είναι απολύτως προσωπική, όσο ο θάνατος ή η γέννηση. Και εκεί, «δε βλέπω πια», γράφει, και εκεί «δε νοιάζομαι, αφού έχει πληρωθεί η ψυχή μου, πλημμυράει. Και κει πάνω λύνονται τα οράματα, καταλαβαίνω ότι συλλαβίζω, πως προσεύχομαι και λέω αυτόματα και το ακούω, είναι η δική μου η φωνή που αντηχεί, «Χριστέ μου, σώσε με, σώσε την κεφαλή και την ψυχή μου». Γιατί και η ψυχή μας είν’ ευάλωτη». Και τούτη η φράση της μαρτυρίας του Κωνσταντίνου, ίσως και να αποτελεί το μαρτύριο της ζωής κάποτε. Πως και η ψυχή μας είναι ευάλωτη. Ίσως με τρόπο πιο κραταιό από το σώμα. Κι ας ακούσουμε ξανά το φτωχούλη του Θεού να λέει πως «δεν υπάρχει σώμα, υπάρχει μονάχα ψυχή, κι αυτή κάνει κουμάντο». Μια ψυχή-σώμα, σαρκωμένη ψυχή και για τούτο δραπετεύει.

«Είναι πολλές φορές που νιώθω σαν να στέκομαι μπροστά σε μια θύρα σιδερένια», γράφει ο Κωνσταντίνος και ο λόγος του γίνεται απροσδόκητα άμεσα πολιτικός. Μια θύρα, «όχι με κάγκελα ή με στολίδια ή με λουλούδια ίσως πίσω της και δέντρα, παρά μπροστά σ’ ένα πελώριο πράμα αδιαπέραστο, που ούτε βλέπεις πέρα του ούτε ακούς, ούτε καν μυρίζεις οτιδήποτε. Έτσι, κουμπώνουμαι κάθε που μου μιλάνε για πολιτική, για κείνα που ίσως συζητούνε ο δεσπότης, αξιωματικοί ή δάσκαλοι, όλοι αυτοί οι κύριοι που έχουν μαζευτεί εδώ, γιατροί, αφεντικά (μα ποιος τους βλέπει, σε ποιον μιλούν, με ποιαν αιτία, κάθε πότε;) και φθάνουν σε μας μόνο μισόλογα, σχεδόν ακατανόητα, […] εντελώς τυχαία». Παραμένει, λοιπόν, και για μας εξίσου αδιαπέραστη τούτη η θύρα, βράχος σωστός, που μας κουμπώνει και το πρόσωπο αποστρέφουμε, ανίκανοι να βαστάξουμε περισσότερη ευτέλεια, κακομοιριά και ξεδιαντροπιά. Πράσινα και μπλε και κόκκινα και παρδαλά τα φωτάκια σε τούτη τη θύρα και πρέπει να σκύψεις πολύ το κεφάλι, για να μπεις. Ποδιές να φιλήσεις και μαριονέτα να γενείς, αν θες στο φαγοπότι να συμμετάσχεις. Καθώς, όλα στα σφυρί τα βγάλαν, όλα, πολιτευτές-πραματευτάδες, της δικιάς μας μωρίας το επιστέγασμα, μικροί τυμπανιστές του παραδείσου που μολέψανε, μικροί θηριοδαμαστές της άστοχής μας σκέψης, μα όλα στο σφυρί τα βγάλαν, όλα, διαλαλητές της δικής τους πραμάτειας και τούτο το θέατρο δεν έπαψε ποτέ. Και εμείς εκεί, ευχαριστώντας τη μεγάλη τους σοφία. Όλα στο σφυρί, όλα, και προπαντός ιδέες και πράξεις και όλα αυτά που για κείνα χαθήκαμε. Όχι εμείς. Ο Παύλος και ο Κωνσταντίνος και οι συν αυτοίς.

Έρχεται πάλι ο καρδιακός λόγος του να μας παραμυθήσει, γιατί «μερική εικόνα του Θεού», έγραφε ο Claudel, είναι ο λόγος και κάποτε παραμυθεί, όταν δείχνει το μονοπάτι προς την ενδοχώρα ή προς την ύπαιθρο χώρα. το ίδιο και το αυτό: «Εμένα ο κόσμος όλος, ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες, είναι, εκτός από τις μάχες κι από τα κυνηγητά, η ανοιχτωσιά, το δάσος, το καμένο χωραφάκι, ένα λιβάδι με ταπεινά κρινάκια, τίποτα μαντριά φτωχά και ρημαγμένα, όπου εκεί μπορείς να μιλάς ελεύθερα με τον άνεμο και με τον ουρανό, πασχίζεις να τον διαβάσεις νύχτα, τα σκαλίδια με τ’ αστέρια, ή ν’ αφουγκραστείς νεροποντή, καρπούς που πέφτουν άνωθεν, καμιά φορά και το μεγάλωμα του χόρτου, ένα τρίξιμο μέσα στη γη -τόση μοναξιά, τόση γαλήνη. Τίποτ’ άλλο». Τιποτ’ άλλο. Και τούτα τα λόγια του Κωνσταντίνου χτίζουν και τα επόμενα, «άρα, υπάρχει ένας κόσμος έξω, μια θεόρατη αδιαπέραστη θύρα στο ενδιάμεσο, κι ένας κόσμος μέσα». Και όλη τούτη η πορεία του Κωνσταντίνου, οι δυο νύχτες και η μια μέρα, την τριήμερη παραμονή του Χριστού θυμίζει εντός του τάφου, μα και τη δική μας κάποτε παραμονή εντός του μέσα κόσμου, προκειμένου να βρούμε τις αντιστάσεις ή την έξοδο για τον έξω. «Θάβομαι, για να μεστώσω», έχει χρόνια που το εκτόξευσε ο Ρασούλης.

Οκτώβρης ήταν σαν έπεσε ο Παύλος και Οκτώβρης είναι. Και έρχεται το τέλος της μαρτυρίας και τέλος είναι η ταφή κι έπειτα ένα κίτρινο λουλούδι από τα πρωινά αγριολούλουδα, για να στολίσει την αναπαυμένη Κεφαλή που αντάμωσε πια το Θεό της. Και τ’ αγριολούλουδο τούτο σε πάει χρόνια πριν και σε ένα πρωινό στην Αθήνα, όταν το χιόνι έπεφτε και τον ηλεκτρικό πήρες προς την Κηφισιά. Εκεί και στο σπίτι της Π.Σ.Δέλτα, όπου φυλάσσεται ως σήμερα το αρχείο του Παύλου Μελά. Φάκελοι τρεις με γράμματα και εντολές και σημειώσεις που ανοίχτηκαν και τα δάχτυλα έψαυαν την αλλοτινή μορφή που είχε χαθεί μες στα βουνά που και σένα τώρα διαφεντεύουν και στον τόπο που αγάπησε σα να’ ταν δικός του, που και σένα τώρα έτσι κρατά. Και κοντοστέκονταν στον ευγενή γραφικό χαρακτήρα και σταματούσαν στη σωριασμένη μελάνη της τελείας. Κι έπειτα η αφή βρήκε εμπόδιο τρανό και ήταν τ’ αγριολούλουδα του τόπου, που φώλιασαν μες στις σωσμένες επιστολές, να συνεχίζουν τη δική τους ζωή, πέραν των ανθρώπων, τ’ αγριολούλουδα που έστελνε στη Ναταλία, ενθύμιο μονάκριβο της γης που πατούμε εμείς σήμερα. Αυτά τα αγριολούλουδα του Νίκου Μπακόλα και τα άλλα του Παύλου συναντήθηκαν και ήταν ανάγκη πάσα να αντιγραφούν, για να παρηγορηθεί ο ένας με τον άλλο από τη σημερινή σχετλιαστική πραγματικότητα. Ανάγκη να μοιραστούν και σαν τα μουσκεμένα χρυσάνθεμα της αυλής να φυγαδευτούν για μια ακόμα φορά στον άνεμο. Ή μες στη βροχή των φύλλων, φύλλα κι αυτά να γίνουν, και μέσα στην πτώση τους να βρεχόμαστε, φιγούρες απλές και καθημερινές που είμαστε, κι έπειτα το λόγο να κοινωνήσουμε ξανά και να σωθούμε. Γιατί, για να σωθούμε, συνεχίζουμε ακόμα να διαβάζουμε. Και γράφουμε για ακριβώς τον ίδιο λόγο. Για να μπλοκάρουμε την καθημερινότητα. Ή για να σκάψουμε ένα λαγούμι προς τον ουρανό. Και λοιπόν; «Λοιπόν, συμμαζωχτείτε /Αυτοί δώσανε το αίμα τους, /Εμείς μόλις λίγες λέξεις /Κι αυτές απερίσκεπτα». Και λοιπόν; «Αυτοί σπατάλησαν το κόκκινο αίμα τους /Εμείς ξοδεύουμε τώρα κόκκινη μελάνη», μας συμμαζεύει και μας σημαδεύει ο Μάρκογλου και τις δυο φορές.

Ωστόσο, κατά πώς το έγραφε ο Claudel: «[…] τι είναι η πέννα, κάτι παρόμοιο με το ρυθμό /πάνω σε ρολόγι ηλιακό; /Παρά η μυτερή άκρη της ανθρώπινης σκιάς μας, /που περιφέρεται πάνω στο λευκό χαρτί». Έτσι και εμείς, μες στις ψευδαισθήσεις μας ή την επίγεια έκστασή μας, στροβιλιζόμαστε κάποτε, ωσάν δερβίσηδες, πάνω και μέσα στο λευκό χαρτί. Γύρους κάνοντας ομόκεντρους αναζητώντας την αλήθεια ή το Θεό.
Πτολεμαΐδα-παραμονή 28ης Οκτωβρίου 2010

Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010

Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί [Γ']



Η γαϊδουροκεφαλή ως μπούσουλας

Μέσα στα αναγνώσματα των ημερών ανατρέχω ξανά στο «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Π.Σ.Δέλτα με πρώτη δημοσίευση το 1910. Σταματώ στην ανάγνωση δεκάδες φορές. Αντιγράφω δυο σημεία μόνο. Είναι αρκετά. Για την ευτέλεια του ελλαδικού πολιτικού πράγματος φτάνουν και περισσεύουν. Το σχολειό από τη μια, η γαϊδουροκεφαλή από την άλλη. Αφιερωμένο το κείμενο σε αυτούς που δε θα το διαβάσουν. Αφιερωμένο σε αυτούς, χάρη στους οποίους ατενίζω κάθε μέρα χάσκοντα τα ράφια της Σχολικής Βιβλιοθήκης μου. Γιατί και πώς να φτάσουν βιβλία εδώ και πώς να περισσέψουν χρήματα και κονδύλια, αφού όλα γίναν προεκλογικά φυλλάδια. Και τα βιβλία, κομήτες, που πρέπει να συντρέξουν ειδικοί αστρονομικοί νόμοι, για να βρεθούν στα ράφια. Εδώ και χρόνια όλα γίνονται ασύδοτος προεκλογικός αγώνας. Ανά δυο-τρία χρόνια μετράμε εκλογές και πληρώνουμε εκλογές και μας παραμυθιάζουν με την οικονομική κρίση και καλά μας κάνουν, γιατί βολεμένοι είμαστε όλοι και μασάμε. Καλά μας κάνουν. Τα θέλουμε και τα παθαίνουμε. Από πίσω τους έρπουμε και σαν ερπετά και μεις σερνόμαστε και σαν τους γυμνοσάλιαγκες γλείφουμε και προχωράμε, λίγα αποφάγια να αρπάξουμε. Καλά μας κάνουν. Να βολευτούμε, να βολέψουμε και κανένα δικό μας, αρμεγμένοι είναι οι ψήφοι κι εμείς πουλιόμαστε και αυτοί μας πουλάνε. Καλά μας κάνουν.

Έρχεται, όμως, η Δέλτα από μακριά, 100 χρόνια πριν το Παραμύθι, να μιλήσει για το εξαθλιωμένο σήμερα. Και σταματώ στο ρημαγμένο «Σχολείο του Κράτους» και μεταφέρω την εικόνα που δίνει και παρακαλώ, ανατρέξτε και σεις και μνημονεύστε την. Γιατί το «Σχολείο του Κράτους» εκείνου του βασιλείου έρχεται ως εξάγγελος του ρημαδιού που ζούμε σήμερα στα σχολειά. Τον θλιβερό δάσκαλο που ξυπνά μόνο, όταν είναι να ψελλίσει το δικό του δίκιο, το δίκιο της τσέπης και της κοιλιάς, τον γνωρίζω και τον αναγνωρίζω. Μπορείς να τον πεις και ξεπεσμένο συνδικαλιστή. Μπορείς να τον πεις και τυχάρπαστο πρωτοπόρο στις πορείες και στις τυχόν διαμαρτυρίες και στις εύκολες συγκεντρώσεις να αντιστέκεται δήθεν, απ’ έξω από γραφεία να δημοσιοσχετίζεται ή μέσα σε καφέδες να βολοδέρνει και να χαζολογά. Την τάξη τη βλέπει με το κιάλι, μα προασπίζεται, όπως κι ο κάθε συνδικαλιστής, άλλωστε, το δίκιο των άλλων. Των μάχιμων. Γιατί οι μάχιμοι απογοητεύτηκαν και έπιασαν το ράφι και βρήκαν ευκαιρία οι φελλοί να επιπλεύσουν. Βρήκε και αυτός την ευκαιρία που ζητούσε, μια που τον ψηφίζουμε κάθε τόσο για το κοινό καλό, άδραξε την ευκαιρία και άραξε και κάποτε τον βολεύουν και οι συνθήκες και κάνει δήθεν αντίσταση. Καλά κάνει ο άνθρωπος, πρέπει κι αυτός να υπάρξει σε αυτή τη ζωή. Όλοι ψάχνουν ευκαιρία και λόγο ύπαρξης, δηλ. επιφάνειας. Από αυτόν, λοιπόν, θα ακούσεις τα παρακάτω: «Ε, ναι! Δεν τους κάνω μάθημα! Σα να είναι κι εύκολο να κάνει κανείς εκείνο που πρέπει σε τούτο τον τόπο! Μ’ έβαλε το Κράτος δάσκαλο, και μου παραδίνει τα παιδιά του να τους μάθω γράμματα. Μα ξεχνά να με πληρώσει, ξεχνά πως έχω ανάγκες κι εγώ, πως πρέπει και να φάγω και να ντυθώ! Έρχονται τα παιδιά, μα δεν τους κάνω μάθημα. Τα βάζω στο περιβόλι να σκάβουν, για να βγάλω το ψωμί μου, και τα στέλνω στο δάσος να μου μαζέψουν πότε φράουλες, πότε κούμαρα ή άλλα φρούτα της εποχής. Είμαι άνθρωπος κι εγώ! Κι εγώ πρέπει να ζήσω!». Και αποφασίζει να ζήσει στην καμπούρα των ψηφοφόρων. Είτε ως δάσκαλος-συνδικαλιστής είτε και ως σκέτος συνδικαλιστής σε καμπούρα απαγκιάζει για δεκαετίες. Καλά κάνει ο άνθρωπος. Ο καθένας ό,τι βολεύεται κάνει. Εξαιρούνται οι εξαιρέσεις. Και το επαναλαμβάνω με το χέρι στην καρδιά: εξαιρούνται οι εξαιρέσεις. Αν κάτι ακόμα στέκεται ορθό, οφείλεται σε αυτούς. Και τους σέβομαι απόλυτα.

Και βούρκωνε ο δάσκαλος, ίσως και από την ενοχή του, ίσως και για να πείσει, για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, γιατί κατά βάθος ήξερε πως είχε κομμάτι του δίκαιου δικό του και δεν το είχε ολόκληρο. «Το χρέος σου δεν το κάνεις» τον επιτιμά το Βασιλόπουλο και κείνος αγανακτεί, μα λέει και την πικρή αλήθεια: «Σα να είναι κι εύκολο! Είσαι παιδί! Δεν ξέρεις τι θα πει ζωή, και το νομίζεις απλό κι εύκολο να κάνεις το καθήκον σου, όταν είναι να δουλεύεις χωρίς απολαβή, για ξένο όφελος! Μα για να κάνεις το καθήκον σου, παιδί μου, χρειάζεται κάποτε ηρωική αυτοθυσία. Και όλοι δεν είναι ήρωες στον κόσμο». Σωστά, δεν είναι όλοι ήρωες σ' αυτόν τον κόσμο.

Η αυτοθυσία, λοιπόν. Λέξη-κλειδί για το σήμερα. Και εισβάλλει -πάντα εισβάλλει- ο στιχουργικός λόγος του Σαββόπουλου για αυτόν τον τόπο: «Γιατί ό,τι αγαπήσαμε και ό,τι ονειρευτήκαμε εξακολουθεί να επαφίεται στον πατριωτισμό μας». Οι εξαιρέσεις που λέγαμε. Ο πατριωτισμός της καθημερινότητας και ο ηρωισμός των καθημερινών ανθρώπων. Αυτών που κάνουν συνειδητά τη δουλειά τους. Οι σεμνοί και αφανέρωτοι ήρωες. Οι μάρτυρες του σήμερα. Και τότε θυμάται το Βασιλόπουλο τα λόγια της Γνώσης πως «δουλεύοντας για το γενικό καλό ωφελούμε τον εαυτό μας στο τέλος». «Φοβούμαι» όμως λέει «πως στον τόπο μας κανένας δεν το έμαθε αυτό. Ο καθένας μας γυρεύει μόνο το δικό του το συμφέρον ή τουλάχιστον τη δική του ησυχία…. […] Γιατί και μεις ίδιοι είμαστε. Ούτε συ ούτε εγώ ούτε κανένας μας δεν εκάναμε ποτέ τίποτα για το γενικό καλό….γι’ αυτό καταστράφηκε το Κράτος…..».

Στο προεκλογικό λοιπόν χαρτομάνι, ας κάνει κάποιος τον κόπο να φωτοτυπήσει τις παραπάνω αράδες από το «Παραμύθι χωρίς όνομα», μπας και ξυπνήσουν οι κοιμισμένοι-βολεμένοι-αραχτοί του καναπέ Νεοέλληνες. Γιατί κάποτε αρκεί η αλήθεια ενός ανθρώπου, η βιωματική ύλη του, όταν γίνεται γραφή, να αφοπλίσει και να αφυπνίσει τους κατοπινούς. Όταν γράφεις από καρδιάς, όπως έγραφε η Δέλτα, όταν γράφεις και σπαταλιέσαι, όταν γράφεις και απεκδύεσαι τα όποια προσωπεία σου, τότε, ναι, γίνεσαι επικίνδυνος. Όλα τα άλλα, άπειρη και ασυγχώρητη σπατάλη φαντάζουν. Πρέπει να κοπάσουμε, λοιπόν, και εμείς τα φουριόζικα λόγια και να δοκιμάσουμε τη σιωπή. Ή, αν αποφασίσουμε να σπαταληθούμε, να αξίζει τον κόπο. Who cares? θα πουν οι αγγλομαθείς και καλά θα κάνουν. Who cares, θα πω κι εγώ με τη σειρά μου και θα αυτολογοκριθώ. Άπειρα λόγια εκσφενδονίζουμε μονίμως και είμαστε αδιόρθωτοι.

Μα θα σωπάσω έπειτα. Τώρα με κατατρέχει η γαϊδουροκεφαλή και με τρώει το χέρι μου να τη στείλω στο διαδίκτυο, αφιερωμένη και αυτήν, σε αυτούς εκεί πάνω, μα και σε μας εδώ κάτω, γιατί όλοι τα ίδια μούτρα έχουμε. Έρχεται, λοιπόν, η γαϊδουροκεφαλή μέσα στο «Παραμύθι». Το γαϊδουρίσιο εκείνο κεφάλι, η απόλυτη προσβολή που έγινε -όχι άδικα- στον Βασιλέα του ρημαγμένου κράτους του «Παραμυθιού», καθώς αποδείχτηκε ανάξιος των προσδοκιών. Η γαϊδουροκεφαλή, που στάλθηκε ως το Μνημόνιο στον Βασιλέα από τον θείο του, τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ε.Ε. -γιατί όχι;-, για να τον χλευάσει και να περιπαίξει την αναξιότητά του. Ο Βασιλέας κλονίστηκε και ήταν η αρχή για να συνετιστεί. Διέταξε να την πετάξουν, να την αφανίσουν, μπρος του να μην τη βλέπει και θυμάται. Να μη θυμάται την επιστολή που τη συνόδευε:

«Πολυτρανότατε Βασιλιά και ανεψιέ.

Με χαρά μεγάλη έμαθα τα νέα σου, και πως δεν πάνε τα πράματα πρίμα στο βασίλειό σου. Κι έτσι μου παρουσιάζεται και μένα η περίσταση να σου φανώ χρήσιμος και να σου στείλω ένα δώρο. Σκέφθηκα πως αν σου στείλω φλουριά, θα τα ξοδιάσεις και θα τελειώσουν. Αν σου στείλω φαγιά, ψημένα ή άψητα, θα φαγωθούν και πάλι θα τελειώσουν. Αν σου στείλω φορέματα, θα λιώσουν. Λοιπόν σου στέλνω ένα δώρο που θα σου μείνει πάντα, δώρο ανάλογο με την αξία σου, πολυτρανότατε Βασιλιά και ανεψιέ, δώρο τέτοιο που, μόλις το δεις, θα νιώσεις πόσο μεγάλη υπόληψη έχω για σένα, και θα καταλάβεις τι σημασία έχει η ύπαρξή σου στον κόσμο.

Ο Άρχοντας θείος σου
»

Και τότε έρχεται το Βασιλόπουλο: «Όχι! Πατέρα μου και Βασιλιά μου, άλλαξε τη διαταγή σου και άφησέ με, απεναντίας, να το βάλω εκεί που θα το βλέπομε όλοι, κάθε μέρα και κάθε ώρα, ώσπου να ξεπλυθεί η ντροπή μας». Και το κρέμασαν το γαϊδουρίσιο κεφάλι, για να θυμούνται και να ξεπλύνουν τη ντροπή. Για να μην ξεχάσουν. Αλήθεια, σε ποιο κρεμαστάρι να κρεμάσουμε και εμείς τα γαϊδουρινά Μνημόνια, μα και τις άλλες τις ντροπές, το φαγοπότι των πολιτικών και τα πλακάκια των ημετέρων, για να θυμόμαστε και να μη λησμονάμε και να ξεπλύνουμε τα ελλαδικά ξεπουλήματα; Σε ποιο κρεμαστάρι να κρεμάσουμε λόγους και φωτογραφίες και χειραψίες και λυκοφιλίες πρωθυπουργών, τωρινών και αλλοτινών, μα και τη χορεία των άλλων που συχνάζουν εντός της Βουλής, σούργελα πολιτικά που τους αναδείξαμε μόνιμους αντιπολιτευτές, τους χρηματοδοτούμε από πάνω και τους προσκυνάμε; Ποιο το Βασιλόπουλο που θα σταθεί και θα ξεπλύνει τη ντροπή; Αδυνατώ να φανταστώ πρόσωπο. Αδυνατώ να έχω πρόσβαση στην ελπίδα.

Χρόνια είχα να ανασύρω τον Αναγνωστάκη. Δεν είναι από αυτούς στους οποίους προστρέχω. Κι όμως, ήρθαν οι στίχοι του και με ξύπνησαν μες στα χαράματα. Ξημερώματα Κυριακής κι εγώ ψέλλιζα στον ύπνο-ξύπνιο στίχους κι έλεγα «Αναγνωστάκης είναι αυτός. Μα ποιο ποίημα;». Και έτρεξα να τον ανασύρω, μα δεν ήταν ένα ποίημα, παρά οι κατακλείδες δύο. Που μπορείς να πεις ότι είναι και τα προοίμια της Ποίησης. Ή ο μπούσουλας, αν θες να συνεχίζεις να γράφεις. Να σπαταλιέσαι από χρέος και μόνο. Γιατί από εκεί ξεκινάς, για να πας απέναντι. Και ήρθαν οι στίχοι. Αλήθεια πώς μας εισβάλλουν ενύπνια τέτοιοι στίχοι; Και τι θέλουν να μας πουν και πόσο να τους εμπιστευτείς; Αδυνατώ να ερμηνεύσω τα χωράφια της μεταφυσικής, μα «Έστω, ανάπηρος», λέω και ξαναλέω, και «σαν πρόκες οι λέξεις. Να καρφώνονται σαν πρόκες». Ποίημα ένα και σκοπός της ζωής κάποτε και τώρα. Αντιγράφω κανονικά τον Αναγνωστάκη τώρα: «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις. /Να μην τις παίρνει ο άνεμος» [Ποιητική] και «Έστω. /Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς» [Επίλογος]. Τούτους τους στίχους μπορεί κανείς να τους επαναλαμβάνει σα ρήσεις ευαγγελικές τουλάχιστον μια δυο φορές τη μέρα. Έτσι, για να βρίσκει το χαμένο μπούσουλα.
Θυμάμαι ξανά τον Πρόδρομο Μάρκογλου:

ΠΡΟΕΤΡΕΠΕ

Τον ρωτούσαν
Ποιο το νόημα της ζωής.

Δεν είχε τι ν’ απαντήσει.

Τους προέτρεπε όμως να ζήσουν με πάθος
Σεβόμενοι τον εαυτό τους
Σεβόμενοι τους άλλους.


Ψελλίζω ξανά και ξανά την απόδρασή του. Αυτή την απόδραση τη φέρω πάνω μου και την ενδύομαι και είναι η μόνη που παραμυθεί πραγματικά και λειτουργεί απολύτως λυτρωτικά. Το λαγούμι προς τον ουρανό. Αμήν.

ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Είχα παρατηρήσει πως όλες οι αποδράσεις γίνονταν ανοίγοντας λαγούμια στη γη. Τώρα έβλεπα πως γλίτωνα μόνον αν έσκαβα τον ουρανό. Εκείνον τον ουρανό, που έλεγε κι ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης.