Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Ο Δένδρος της χρονιάς




O δένδρος της Ανατολής και η σιωπή της Δύσης
ο χρόνος είναι του Βορρά το πέλαγο του Νότου
πουλάκι εταξίδευσε σ' όλα τα μονοπάτια
καλή χρονιά να έχετε καλή χαρά να βρείτε

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Το μουσείο της αθωότητας

Κάτω από το Μπέλες. Σ.Σ.Μουριών

ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Το παιδικό ποδήλατό μου, ο άλλοτε απαστράπτων Πήγασος που απογειωνόταν μόλις τον καβάλαγα, έχει για πάντα τώρα υπογειωθεί. Κι ας λέω ψέματα, αδιάκοπα, στον εαυτό μου και σ' εκείνο, πως, κάποια μέρα, θα του αλλάξω λάστιχα, απ' τη σκουριά του θα το γδύσω, θα το λαδώσω και θα το γυαλίσω κι όλο τον κόσμο μαζί του θα γυρίσω. το παιδικό ποδήλατό μου έχει για πάντα υπογειωθεί. το ξέρω και το ξέρει.

ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ

Μες στο υπόγειο, βρίσκουν καταφυγή ακόμη και φαντάσματα, ψυχές βασανισμένες εννοώ, που προτιμούν να βρίσκονται στο σκότος, ψυχές που τις αδίκησε το φως. Κουρνιάζουν εκεί μέσα κι ωριμάζουν σαν το κρασί, σιγά σιγά κι υπομονετικά, μέχρι να αποκτήσουν σώμα και άρωμα, όπως το παλιό, καλό κρασί, και να περάσουν, σαν αυτό, στις φλέβες μας.

ΤΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ

Δεν υπάρχει υπόγειο χωρίς σεντούκι και σεντούκι χωρίς γράμματα, χωρίς φωτογραφίες κι άλλα μικροπράγματα που έπιαναν τάχα πολύ χώρο μες στο σπίτι και αποθηκεύτηκαν εκεί. Αυτό δεν είν' αλήθεια. η αλήθεια είναι πως στην ψυχή μας έπιαναν χώρο πολύ και η ψυχή μας δεν το άντεχε. Όσο περνά, ωστόσο, ο καιρός κι αδυνατίζει η μνήμη, κι η λησμονιά σαν λάδι απλώνεται και μαλακώνει τις πληγές του παρελθόντος, τόσο πιο συχνά η νοσταλγία με ωθεί ν'  ανοίγω το σεντούκι και ν'  ανασύρω από κει κάποια απ'  αυτά τα λείψανα που, όμως, δεν είναι λείψανα ακριβώς, γιατί, μόλις βρεθούν στο φως, σαν ν'  ανασαίνουν πάλι, σαν να ζωντανεύουν, σαν ν'  ανοίγουνε παλιές πληγές, και πανικόβλητος τα ξανακλείνω στο σεντούκι. Αυτό, ωστόσο, το παιχνίδι, παιχνίδι ηδονής και οδύνης, ποτέ δεν σταματά, κι αδιάκοπα ανοιγοκλείνω το σεντούκι, αδιάκοπα ανοιγοκλείνω τις πληγές μου.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Στο υπόγειο, 2004


Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Απ' το κλαδί της μνήμης πιάστηκα και πάω...



ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.

Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα...

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν’ αχνίζει.

Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.

Μιχάλης Γκανάς, Γυάλινα Γιάννενα, Καστανιώτης 1989

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Τα σπάργανα της ηπείρου χώρας...


ΤΑ ΣΠΑΡΓΑΝΑ

Χρόνια πριν και τα δεύτερα Χριστούγεννα εντός της Δυτικής Μακεδονίας. Παραμονή και κάλαντα της ημέρας και ένα μικρό κορίτσι, μηνών, μέσα στην παιδική του κούνια, που ήταν και η δική σου. Διάτρητοι από την αθωότητα του βρεφικού βλέμματος και εντελώς ευσυγκίνητοι.
Τότε είχες και γειτόνισσα, που έφτιαχνε τέτοια μέρα λαχανοντολμάδες. Τους φτιάχνουν οπωσδήποτε στην περιοχή, γιατί είναι παράδοση λέει, που θυμίζει τις φασκιές που τύλιξε η Παναγία τον νεογέννητο Χριστό. Σε συγκίνησε τούτη η απλή εξήγηση του λαού. Και από τότε άρχισες και εσύ να τους φτιάχνεις και δεν μπορούσες να σκεφτείς Χριστούγεννα, δίχως να τυλίξεις με τη σειρά σου τις φασκιές του Χριστού. Τούτη τη μέρα πάντα ήθελες να την περνάς εντός του σπιτιού. Απέφευγες και αποφεύγεις να βγαίνεις έξω. Μέσα, μέχρι την άλλη μέρα το πρωί, το σχεδόν νύχτα, που θα βρεθείς σε μια σύγχρονη φάτνη. Μέσα, στις ετοιμασίες του τραπεζιού και κυρίως στην εσωστρέφεια της ψυχής. Κάποτε υψηλή συγκίνηση και κάποτε ελεγχόμενη. Μα πάντα έτσι. Χρόνια τώρα.


Τούτες οι φασκιές σε πάνε στα Κάλαντα της Ηπείρου, τα σπάργανα για τον Χριστό, που ίσως και να είναι τα αγαπημένα σου. Πιανόμασταν από τούτα τα ακούσματα και βυθιζόμασταν στην απλή χαρά της εορτής. Παιδιά που περιμένεις να καλαντίσουν και να σου ανοίξουν το σπίτι, τα δικά σου παιδιά που μεγαλώνουν. La vita e bella. Θυμάσαι την ταινία. Είναι αδύνατο να μην την θυμηθείς. Εκείνα τα πρώτα Χριστούγεννα της κόρης σου είχες τέτοια χαρά με τη γέννησή της, που ήθελες να την σκορπίσεις σε όλους. Πόλη χιονισμένη και πάλι στην άκρη της το παλιό το σπίτι, που και κείνο έβλεπε, μόλις έβγαινες στη βεράντα, το Σινιάτσικο. Εκείνο το βράδυ της παραμονής σού ήρθε το εξής. Έβαλες τη μουσική από την ταινία και άνοιξες την μπαλκονόπορτα και έβγαλες το κασετόφωνο έξω. Χιόνι απάτητο και λιγοστοί διαβάτες για τα τελευταία ψώνια και σκοτάδι ήδη στους δρόμους. Και η μουσική της Ζωής που είναι Ωραία να σκορπιέται γύρω σου και να τη σκορπάς και εσύ όπου πιάσει, όπως το χιόνι που στέκεται και κείνο όπου πιάσει. Και τώρα σκέφτεσαι πως κρατούν οι επιθυμίες στην ψυχή, όπως το χιόνι κρατά στ’ απάτητα βουνά. Και ήθελες τούτη τη χαρά να τη μοιράσεις, αν μπορούσες τη λύπη να διώξεις από όλους. Τόσο εύκολο το νόμιζες.

Δεν ξέρω τι πράγμα είναι η ζωή. Νιώθω όμως πως είναι πράγματι ωραία. Στις μικρολεπτομέρειές της. Και δεν ξέρω αν πρέπει να σταθεί κανείς απέναντί της με ρεαλισμό ή με επιείκεια. Μου είπαν τούτες τις μέρες το εξής «Καλός ο κόσμος σας, αλλά δεν έχει ρεαλισμό». Όχι, απαντώ, ο κόσμος μου δεν είναι καλός. Δεν είναι καν ακίνδυνος. Και από την άλλη σκέφτομαι, πως ο κόσμος μου είναι ο κόσμος των ψυχών. Τούτες με νοιάζουν, γιατί τούτες προχωρούν και τα σώματα ακολουθούν. Αν ουρλιάξουν, βγάζεις άκρη. Αν φιμωθούν, σε δηλητηριάζουν. Τούτος ο φιμωμένος κόσμος, όμως, είναι ένας λυπημένος κόσμος, αυτό είναι αλήθεια. Είναι το κατακάθι της ζωής, ενώ η ζωή απαιτεί το απόσταγμά της. Κάποτε έρχεται και κάποτε δεν έρχεται ποτέ.

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Τα σπάργανα της αγάπης



Η ομίχλη έζωσε από παντού την πόλη. Τη βλέπω να τη σκίζει το φως της ΔΕΗ, τη βλέπω σαν καπνός να μας εισβάλλει, τη βλέπω νεφέλη να γίνεται, ανεβαίνω στην πάνω βεράντα μέσα της να χωθώ, να τη διασταυρώσω, να τη μυρίσω θέλω, τα χιόνια και οι βροχές, όλα τα δύσκολα και όλα τα ευφρόσυνα, πάντα εκεί πάνω τα ανταμώνεις, χτυπούν οι καμπάνες των Νεομαρτύρων, χτυπούν την αγρυπνία των Ωρών, με κύκλωσε κείνη, τα φώτα των Χριστουγέννων αχνοφέγγουν, ένα κίτρινο σύννεφο σκεπάζει το Σινιάτσικο, θαμπός ο τόπος, θαμπό το πάρκο, θαμπό το έλατο της αυλής, σκύβω το βλέπω στολισμένο, χτυπούν οι καμπάνες ξανά, ντύνομαι στα γρήγορα, τρέχοντας κατεβαίνω, ορμώ στην ομίχλη που έπεσε βαριά σε τούτη την πόλη στα δυτικά της Μακεδονίας. Φορτωμένη εισέρχομαι, βαρύθυμη κάπως, σκυμμένη από την έγνοια της ημέρας, μητερούλες γύρω μου και άλλοι, που δε διακρίνεις πρόσωπα, μόνο το φως των καντηλιών κι αυτό να τρεμοπαίζει, και σκέφτεσαι πως εντός τούτου του τόπου υπάρχουμε όλοι ως σκιές, μα καλύτερα ως ψυχές, ούτε χρόνος υπάρχει και το κράτος του έχει καταλυθεί, και κάπως σαν την παράδεισο, μόνο τα αναγνώσματα ακούς, το θυμίαμα να σε περιλούει, την άχνα της παραμυθίας σώμα με σώμα με την ψυχή σου να παλεύει και κείνο το πρώτο «Χριστός γεννάται» ακούς, να στάζει έπειτα, από παντού σε μούσκεψε, δεν έβλεπες τα άγια μπροστά, δεν έβλεπες και τους αγίους, μα έπειτα «Βηθλεέμ ετοιμάζου» και να μπαίνουν να βγαίνουν τα εξαπτέρυγα, να φεύγει η πρώτη, να έρχεται η τρίτη ώρα, την έκτη δεν την άκουσες, βαριά τα βλέφαρα και η έγνοιά σου βαριά, κορμός το σώμα και μια θλίψη που σε νότισε, μα, πριν, τον Χριστό κοιτάς, τον έχεις απέναντι και εσταυρωμένο, στα Άγια των Αγίων, μια σταυρωμένη αγκαλιά ορθάνοιχτη και «ο εμός έρως εσταύρωται» θυμάσαι να σου φωνάζει ο Άγιος Ιγνάτιος πριν λίγες μέρες, εσταυρωμένο τον βλέπεις και μια φάτνη η αγκαλιά του να μας χωρέσει όλους και μας χωρά, μόνο Αυτός -πώς το καταφέρνει- και μας χωρά και μας συγχωρά και νιώθει και δεν χρειάζεται να πεις πολλά, την ξέρει την καρδιά και την ευσπλαχνίζεται, για τους άλλους όλους «ουκ ην τόπος αυτοίς» και πώς να βρεις ξανά το «πού» και πώς να βρεις ξανά το «πώς», σηκώνομαι απρόθυμα να επιστρέψω, κοιτώ το κερί, ένα για όλους, όλους να τους φωτίσει και να τους ζεστάνει, την Αγία της ημέρας ασπάζομαι, τη νιώθω κάπως δική μου, πριν χρόνια ζούσε η γιαγιά και τη γιορτάζαμε, τώρα στους ουρανούς γιορτάζουν και οι δύο, χώνομαι στην ομίχλη ξανά, βρίσκω το παλιό μου ρίγος, με βρίσκει και το καινούριο, άλλο ρίγος αυτό, δεν τους αντιστέκομαι, αφήνομαι στο έλεός τους, κάθε φορά την Πλατυτέρα εκλιπαρώ να με γλιτώσει, θυμάμαι τους Σαράντα της Σαρακοστής, πώς άντεξαν τον πάγο ως να τους φύγει η ψυχή;, δεν είμαι από την πάστα των μαρτύρων, κουκουλώνομαι διπλά, οι δρόμοι βρεγμένοι από την άχνα της νεφέλης και το υγρό της πέρασμα, Χριστούγεννα θυμάμαι στο χωριό του πατέρα, σπάνια μας έβρισκε ο χειμώνας εκεί, μα είχαν πάντα κάτι από τη σιωπή του Κόζιακα και τη μοναξιά των κορφών του, και από σπίτι σε σπίτι πηγαίναμε με κομμένη την ανάσα από το κρύο και τη βροχή να σπάει στα παράθυρα και στα κατώφλια να σπάει, κάλαντα και παραμονές μετά βίας τις θυμούμαι, μόνο τη σιωπή της οροσειράς στεφανωμένη με χιόνι θυμάμαι και πως από παράθυρο σε παράθυρο κυνηγούσες τον Κόζιακα και τώρα το Σινιάτσικο, μια ζωή με ένα βουνό ανάσαινες, δίχως του να κάνεις δεν μπορείς, θυμάμαι συντροφιές και ντοπιολαλιές, το τσίπουρο να ρέει, λαχανόπιτες και γαλατόπιτες και το ψητό στη γάστρα, εκείνη την παλιά, όχι του φούρνου που έγινε της μόδας τώρα στην ανάγκη, θυμάμαι τη χαρά, το γέλιο θυμάμαι, το αντάμα, εκείνο ήταν το πιο σπουδαίο, το αντάμα, ένιωθες πως ανήκεις κάπου, πως έχεις όνομα, της άλλης γιαγιάς το όνομα, της βλάχας, μονάχα εσύ από τόσα εγγόνια το έχεις, εσύ, μεγαλωμένη μακριά, μα πώς έχεις τόσο τον τόπο μέσα σου, εσύ και ο πατέρας τελευταίοι πάντα ξεκολλούσατε από εκεί, ποτέ δεν ξεκόλλησες από εκεί, μονάχα τώρα τελευταία το λώρο τον έκοψες για τα καλά, θυμάμαι τα παραγγέλματα και τα πειράγματα, μα και τα παρατσούκλια, όμοια ως και τα σήμερα που ζεις αλάργα, μα κι αν ζεις αλάργα, σου το’ δωσαν και σένα, «μανιά» σε βάφτισαν και από τότε έτσι σε περιμένουν. Παραμονές και τώρα Χριστουγέννων, μα σταμάτησε ο χρόνος ή πήρε το χρώμα που απέκτησε και από τότε αυτό κρατά, κι αν χρώμα, δεν ξεθώριασε, καθώς εξαρχής ανεξίτηλο ήταν και ήταν ουράνιο χρώμα και για τούτο σπάνιο και άγιο χρώμα και έχει κάτι από τα σπάργανα της ημέρας, «τα σπάργανα για τον Χριστό, ελάτε όλες σας εδώ», που τραγουδάν στην Ήπειρο, ετούτα τα σπάργανα σκέφτομαι μέρες τώρα, πως στα σπάργανα την ψυχή μου την τυλίγω, εκεί τη φυλάγω και τη νανουρίζω, πως στα σπάργανα η αγάπη μάς τυλίγει, πως στα σπάργανα την τυλίγουμε κι εμείς, πως σπάργανα του Χριστού η πρώτη φορεσιά, τα σπάργανα της αγάπης.




Ελάτε εδώ γειτόνισσες και ‘σείς γειτονοπούλες μου,
τα σπάργανα να φτιάξομε και τον Χριστό ν’ αλλάξουμε


Τα σπάργανα για τον Χριστό ελάτε όλες σας εδώ.

Να πάμε να γυρίσομε τα μάγια να σκορπίσομε,
να (ι)δούμε και την Παναγιά όπου μας φέρνει τη χαρά

Τα σπάργανα για το Χριστό ελάτε όλες σας εδώ


Κοιμάται στα τριαντάφυλλα γεννιέται μέσ’ τα λούλουδα,
γεννιέται μέσ’ τα λούλουδα κοιμάται στα τριαντάφυλλα


Τα σπάργανα για τον Χριστό ελάτε όλες σας εδώ,
τα σπάργανα να φτιάξομε και τον Χριστό ν’ αλλάξομε.

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

Χαρμολύπη μα γέρνει προς τη λύπη


Ο ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ
 
Ψηλά πάνω από την πόλη, σε ένα μεγάλο βάθρο, στεκόταν το άγαλμα του Ευτυχισμένου Πρίγκηπα. Ήταν όλος επιχρυσωμένος με λεπτά φύλλα καθαρού χρυσού, για μάτια είχε δυο λαμπερά ζαφείρια και ένα μεγάλο κόκκινο ρουμπίνι έλαμπε στην λαβή του σπαθιού του. Πραγματικά τον θαύμαζαν πολύ. "Είναι όμορφος σαν ανεμοδούρα", είπε ένας απ' τους δημοτικούς συμβούλους που ήθελε να ξεχωρίζει για το καλλιτεχνικό του γούστο, "όμως όχι το ίδιο χρήσιμος", πρόσθεσε επειδή φοβόταν ότι οι ταπεινότεροι άνθρωποι θα νόμιζαν ότι στερείται πρακτικής σκέψης, πράγμα που αυτός δεν το πίστευε καθόλου για τον εαυτό του.
"Γιατί δεν γίνεσαι σαν τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα;" ρώτησε μια πρακτική μητέρα το αγοράκι της που έκλαιγε ζητώντας το φεγγάρι. "Του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα δεν του περνάει καν από το μυαλό να κλάψει, για οτιδήποτε".
"Χαίρομαι που κάποιος στον κόσμο είναι τόσο χαρούμενος", μουρμούρισε ένας δυστυχής, καθώς ατένιζε το θαυμάσιο άγαλμα.
"Μοιάζει σαν άγγελος", είπαν τα παιδιά του φιλόπτωχου καθώς βγαίναν από τον καθεδρικό με τους ακριβούς κατακόκκινους μανδύες τους και τις καθαρές λευκές φορεσιές τους.
"Κι εσύ πού το ξέρεις;", είπε ο Διδάσκαλος των Μαθηματικών, "ποτέ σου δεν έχεις δει άγγελο".
"Μα! Έχουμε δει στα όνειρά μας", απάντησε ένα απ' τα παιδιά - και ο Διδάσκαλος των Μαθηματικών συνοφρυώθηκε και τα κοίταξε πολύ αυστηρά, καθώς εκείνος δεν ενέκρινε τα παιδικά όνειρα.

Μια νύχτα, πέταξε εκεί κοντά στην πόλη ένα μικρό Χελιδόνι. Οι φίλοι του είχαν πάει στην Αίγυπτο πριν έξι βδομάδες, μα αυτός είχε μείνει πίσω, επειδή ήταν ερωτευμένος με την πιο όμορφη Κουφαηδόνα. Είχαν συναντηθεί νωρίς την άνοιξη, καθώς πέταγε πάνω απ' τον ποταμό ακολουθώντας ένα μεγάλο κίτρινο σκόρο, και μαγεύτηκε τόσο από την λεπτοκαμωμένη μέση της που σταμάτησε για να της μιλήσει.
"Να σ' αγαπήσω;" είπε το Χελιδόνι, που του άρεσε να μπαίνει αμέσως στο ψητό, και η Κουφαηδόνα του 'κανε μια μικρή υπόκλιση. Κι έτσι το Χελιδόνι πέταξε γύρω της, αγγίζοντας το νερό με τα φτερά του και κάνοντας ασημένια κυματάκια. Αυτός ήταν ο έρωτάς τους και διήρκησε όλο το καλοκαίρι.
"Είναι γελοίος δεσμός", τιτίβισαν τα άλλα Περιστέρια, "αυτή δεν έχει καθόλου λεφτά και έχει κι ένα σωρό συγγενείς" - στ' αλήθεια ο ποταμός ήταν γεμάτος Κουφαηδόνια. Μετά, ήρθε το φθινόπωρο κι όλα πέταξαν μακρυά.
Αφού έφυγαν ένιωθε μόνος, κι άρχισε να κουράζεται απ' την αγαπημένη του. "Δεν συζητάει καθόλου", είπε, "και φοβάμαι ότι είναι μια κοκέτα, επειδή πάντα φλερτάρει με τον άνεμο". Και σίγουρα, όποτε φύσαγε ο άνεμος, η Κουφαηδόνα έκανε τις πιο χαριτωμένες ελαφρές υποκλίσεις. "Παραδέχομαι ότι είναι εγχώριο πτηνό", συνέχισε, "αλλά εγώ είμαι αποδημητικό και μου αρέσουν τα ταξίδια. Συνεπώς θα λατρεύει τα ταξίδια και η γυναίκα μου".
"Θα πετάξεις μακριά μαζί μου;" την ρώτησε, μα η Κουφαηδόνα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, ήταν πολύ συνδεδεμένη συναισθηματικά με το σπίτι της.
"Έπαιξες με την αγάπη μου", της είπε. "Φεύγω για τις Πυραμίδες. Έχε γεια!" και πέταξε μακρυά.
Όλη τη μέρα πετούσε και την νύχτα έφτασε στην πόλη. "Πού θα με δεχτούν;" είπε, "ελπίζω η πόλη να έχει κάνει τις κατάλληλες προετοιμασίες".
Και τότε είδε το άγαλμα στο ψηλό βάθρο. "Εκεί θα φωλιάσω", είπε, "είναι ένα ιδανικό μέρος, με πολύ καθαρό αέρα". Και βολεύτηκε ανάμεσα στα παπούτσια του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα.
"Έχω χρυσή κρεβατοκάμαρα", είπε απαλά στον εαυτό του και κοίταξε τριγύρω, καθώς προετοιμαζόταν να κοιμηθεί. Μα καθώς έβαζε το κεφάλι του κάτω απ' την φτερούγα του έπεσε πάνω του μια μεγάλη σταγόνα νερό. "Τι παράξενο!", είπε, "δεν υπάρχει ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό, τα αστέρια λάμπουν, κι όμως βρέχει. Το κλίμα στην βόρεια Ευρώπη είναι πραγματικά φρικτό. Η Κουφαηδόνα έβρισκε την βροχή όμορφη, αλλά αυτό ήταν απλά ο εγωισμός της".
Και τότε έπεσε άλλη μια σταγόνα.
"Μα αυτό το άγαλμα δεν μπορεί ούτε την βροχή να εμποδίζει;" είπε. "Πρέπει να βρω μια καλή καμινάδα να φωλιάσω" και αποφάσισε να πετάξει μακριά.
Αλλά πριν προλάβει να ανοίξει τα φτερά του, έπεσε και τρίτη σταγόνα, κι όταν κοίταξε ψηλά, είδε, α! Τι ήταν αυτό που είδε;
Τα μάτια του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα ήταν γεμάτα δάκρυα και τα δάκρυα κυλούσαν στα χρυσαφένια μάγουλά του. Το πρόσωπό του φάνταζε τόσο όμορφο στο σεληνόφως που το Χελιδόνι γέμισε οίκτο.
"Ποιος είσαι;" ρώτησε.
"Είμαι ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας".
"Και τότε γιατί κλαις;" ρώτησε το χελιδόνι, "με κατάβρεξες"!

"Τότε που ζούσα και είχα ανθρώπινη καρδιά", απάντησε το άγαλμα, "δεν ήξερα τι είναι τα δάκρυα, επειδή ζούσα στο παλάτι του Sans-Souci, όπου η λύπη δεν έβρισκε είσοδο να μπει. Την ημέρα έπαιζα με τους φίλους μου στο κήπο, και το απόγευμα ήμουν πρώτος στο χορό στη Μεγάλη Αίθουσα. Γύρω απ' τον κήπο υπήρχε ψηλός τοίχος, μα ποτέ δεν νοιάστηκα να ρωτήσω τι υπήρχε παραέξω, όλα ήταν πανέμορφα για μένα. Οι αυλικοί μου με φώναζαν απλά Ευτυχισμένο Πρίγκιπα, και ευτυχισμένος στ' αλήθεια ήμουν, αν η ευχαρίστηση είναι το ίδιο με την ευτυχία. Έτσι έζησα, και έτσι πέθανα. Και τώρα που είμαι νεκρός με στήσανε εδώ τόσο ψηλά, που μπορώ να δω όλη την ασχήμια και όλη την δυστυχία της πόλης μου, και αν κι η καρδιά μου είναι από μολύβι, δε μπορώ παρά να κλαίω".
"Τι! Δεν είναι ατόφιο χρυσάφι;" σκέφτηκε το Χελιδόνι. Ήταν πολύ ευγενικό και δεν έκανε φωναχτά προσωπικά σχόλια.

 "Μακριά", συνέχισε το άγαλμα με την μπάσα μελωδική φωνή του, "μακριά σε ένα σοκάκι υπάρχει ένα φτωχόσπιτο. Ένα απ' τα παράθυρα του είναι ανοιχτό, και βλέπω μια γυναίκα να κάθεται σε ένα τραπέζι. Το πρόσωπό της είναι αδύνατο και κουρασμένο, κι έχει τραχιές, κόκκινες παλάμες, όλες τρυπημένες απ' την βελόνα, επειδή είναι ράφτρα. Κεντάει λουλούδια του πάθους σε μια τουαλέτα από σατέν για την πιο όμορφη δεσποινίδα επί των τιμών της Βασίλισσας, που θα το φορέσει στον επόμενο Βασιλικό Χορό. Σε ένα κρεβάτι στη γωνία του δωματίου ένα άρρωστο αγόρι είναι ξαπλωμένο. Έχει πυρετό και ζητάει πορτοκάλια. Η μητέρα του έχει να του δώσει μόνο νερό απ' το ποτάμι, και το μικρό αγόρι κλαίει. Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι, θα βγάλεις το ρουμπίνι απ΄τη λαβή του σπαθιού μου; Τα πόδια μου είναι σφαλισμένα σ' αυτό το βάθρο και δεν μπορώ να κινηθώ".
"Με περιμένουν στην Αίγυπτο", είπε το Χελιδόνι. "Οι φίλοι μου πετούν πάνω απ' τον Νείλο, και μιλούν στα μεγάλα νούφαρα. Σύντομα θα κοιμηθούν στον τάφο του μεγάλου Φαραώ. Ο ίδιος ο Φαραώ βρίσκεται εκεί στο πολύχρωμο φέρετρό του. Είναι τυλιγμένος σε κίτρινο λινό και είναι ταριχευμένος με αρώματα. Γύρω απ' τον λαιμό του υπάρχει μια αλυσίδα με χλωμούς πράσινους νεφρίτες, και τα χέρια του μοιάζουν με μαραμένα φύλλα".
"Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "δε θα μείνεις μαζί μου για ένα βράδι, να γίνεις ο αγγελιοφόρος μου; Το αγόρι διψάει τόσο πολύ, και η μητέρα του είναι τόσο λυπημένη".
"Δεν νομίζω ότι μου αρέσουν τα μικρά παιδιά", απάντησε το Χελιδόνι. "Πέρσι το καλοκαίρι που έμενα στον ποταμό, ήρθαν εκεί δυο αγενή αγόρια, τα παιδιά του μυλωνά, και μου πέταγαν πέτρες κάθε μέρα. Ποτέ δεν με πέτυχαν, φυσικά, τα χελιδόνια πετάμε πάρα πολύ καλά, άσε που κατάγομαι από οικογένεια που 'ναι διάσημη για την σβελτάδα. Αλλά όπως και να το πάρεις ήταν μια σοβαρή ένδειξη ασέβειας".
Αλλά ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας φάνηκε τόσο λυπημένος που το Χελιδονάκι το μετάνιωσε. "Κάνει πολύ κρύο εδώ", είπε, "αλλά θα μείνω μαζί σου για ένα βράδι και θα γίνω ο αγγελιοφόρος σου".
"Σ' ευχαριστώ, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας.
 Έτσι λοιπόν το Χελιδόνι διάλεξε ένα μεγάλο ρουμπίνι από το σπαθί του Πρίγκιπα και πέταξε κουβαλώντας το στο ράμφος του πάνω απ' τις σκεπές της πόλης.
Πέρασε πάνω από το καμπαναριό, που ήταν στολισμένος με λευκούς αγγέλους από μάρμαρο. Πέρασε πάνω από το παλάτι και άκουσε την μουσική του χορού. Μια όμορφη κοπέλα βγήκε στην βεράντα με τον αγαπημένο της. "Τι υπέροχα που είναι τα αστέρια", της είπε, "και τι υπέροχη που είναι η αγάπη!"
"Ελπίζω το φόρεμά μου να είναι εγκαίρως έτοιμο για τον Βασιλικό Χορό", του απάντησε εκείνη, "παρήγγειλα να το κεντήσουν με λουλούδια του πάθους αλλά η ράφτρα είναι τόσο τεμπέλα".

 Πέταξε πάνω από τον ποταμό και είδε τα φανάρια να κρέμονται απ' τους ιστούς των πλοίων. Πέρασε πάνω από το Γκέτο, και είδε γέρους Εβραίους να κάνουν παζάρια και να ανταλλάσσουν χρήματα. Τέλος έφτασε στο φτωχόσπιτο και κοίταξε μέσα. Το αγόρι έτρεμε απ' τον πυρετό στο κρεβάτι του, και η μητέρα του είχε αποκοιμηθεί από την κούραση. Μέσα μπήκε και άφησε το μεγάλο ρουμπίνι στο τραπέζι δίπλα στη δαχτυλήθρα της. Μετά πέταξε απαλά γύρω από το κρεβάτι, ανέμισε τα φτερά του για να δροσίσει το μέτωπο του αγοριού. "Τι δροσιά που νιώθω". είπε το αγόρι, "μάλλον αναρρώνω" είπε, και βυθίστηκε σε ένα γαλήνιο ύπνο.
Στη συνέχεια το Χελιδόνι πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα και του είπε τι είχε κάνει. "Παράξενο", παρατήρησε, "αλλά νιώθω πιο ζεστά τώρα, κι ας έχει τόσο κρύο".
"Είναι που έκανες μια καλή πράξη", είπε ο Πρίγκιπας. Και το Χελιδονάκι άρχισε να σκέφτεται και έπεσε να κοιμηθεί. Η σκέψη πάντα τον αποκοίμιζε.
Όταν ήρθε η μέρα πέταξε στο ποτάμι και έκανε μπάνιο. "Τι καταπληκτικό φαινόμενο", είπε ο Καθηγητής Ορνιθολογίας καθώς περνούσε τη γέφυρα. "Ένα χελιδόνι μες στο καταχείμωνο!" Κι έγραψε μια μεγάλη επιστολή σχετικά με το θέμα στην τοπική εφημερίδα. Όλοι στην πόλη παπαγάλιζαν φράσεις από την επιστολή, επειδή ήταν γεμάτη παράξενες λέξεις που δεν μπορούσαν να κατανοήσουν.
"Απόψε πάω στην Αίγυπτο", είπε το Χελιδόνι, και είχε μεγάλα κέφια που το σκεφτόταν. Είχε πάει σε όλα τα δημόσια μνημεία, έκατσε μάλιστα πολύ ώρα πάνω στο καμπαναριό της εκκλησίας. Όποτε πήγαινε εκεί τα Σπουργίτια τιτίβιζαν και έλεγαν μεταξύ τους, "Τι εκλεκτός ξένος!" και το Χελιδόνι το απολάμβανε πολύ αυτό.
Όταν βγήκε το φεγγάρι πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα. "Έχεις καμιά παραγγελία για την Αίγυπτο;" φώναξε, "τώρα ξεκινάω".
"Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "δε θα μείνεις μαζί μου άλλο ένα βράδυ;"
"Με περιμένουν στην Αίγυπτο", απάντησε το Χελιδόνι. "Αύριο οι φίλοι μου κι εγώ θα πετάξουμε στον Δεύτερο Καταράκτη. Ο ιπποπόταμος ζαρώνει εκεί ανάμεσα στα βούρλα, και στο μεγάλο θρόνο από γρανίτη κάθεται ο Θεός Μέμνων. Όλη την νύχτα κοιτάει τα αστέρια, και όταν το πρωινό αστέρι λάμψει, βγάζει μια κραυγή χαράς και μετά μένει ήσυχος. Το μεσημέρι, τα κίτρινα λιοντάρια έρχονται στην άκρη του νερού για να πιουν. Τα μάτια τους μοιάζουν με πράσινο βήρυλλο και ο βρυχηθμός τους είναι πιο δυνατός απ' την βουή του καταρράκτη.

 "Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "μακριά στην πόλη βλέπω ένα νεαρό άντρα σε μια άθλια σοφίτα. Σκύβει πάνω από ένα γραφείο γεμάτο χαρτιά και σε ένα ποτήρι δίπλα του, έχει ένα μπουκέτο μαραμένες βιολέτες. Τα μαλλιά του είναι καστανά και κατσαρά, τα χείλη του είναι κόκκινα σαν τη ροδιά, κι έχει μεγάλα ονειροπόλα μάτια. Προσπαθεί να τελειώσει ένα θεατρικό για τον Σκηνοθέτη του Θεάτρου, αλλά έχει παγώσει και του είναι αδύνατο να γράψει πλέον. Δεν έχει φωτιά στο τζάκι και η πείνα τον έχει μισολιπόθυμο".
"Θα περιμένω μαζί σου για άλλη μια νύχτα", είπε το Χελιδόνι που στ' αλήθεια ήταν καλόκαρδο. "Να του πάω άλλο ένα ρουμπίνι;"
"Αλίμονο! Δεν έχω άλλο ρουμπίνι πια", είπε ο Πρίγκιπας, "μόνο τα μάτια μου, μου έχουν μείνει. Είναι φτιαγμένα από σπάνια ζαφείρια, που τα έφεραν από την Ινδία πριν χίλια χρόνια. Βγάλε το ένα τους και πάν' το σ' εκείνον. Θα το πουλήσει στον κοσμηματοπώλη και θα αγοράσει φαγητό και καυσόξυλα, για να τελειώσει το θεατρικό του".
"Καλέ μου Πρίγκιπα, δεν μπορώ να το κάνω αυτό", είπε το Χελιδόνι κι άρχισε να κλαίει.
"Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "κάνε όπως προστάζω".
Έτσι το Χελιδόνι έβγαλε το ένα ζαφειρένιο μάτι του Πρίγκιπα και πέταξε στη σοφίτα. Ήταν πολύ εύκολο να μπει μέσα, επειδή είχε μια τρύπα στη στέγη. Χίμηξε μέσα απ' την τρύπα και βρέθηκε στο δωμάτιο. Ο νεαρός είχε καλύψει το κεφάλι του με τα χέρια του απελπισμένος, και δεν άκουσε το φτερούγισμα του πουλιού, μα όταν σήκωσε το βλέμα του βρήκε το πανέμορφο ζαφείρι ανάμεσα στις μαραμένες βιολέτες.
"Άρχισαν να με εκτιμούν", είπε, "αυτό είναι από κάποιον μεγάλο θαυμαστή μου. Τώρα μπορώ να ολοκληρώσω το θεατρικό μου", και φαινόταν κάμποσο χαρούμενος.
Την άλλη μέρα το Χελιδόνι πέταξε στο λιμάνι. Στάθηκε στο κατάρτι ενός μεγάλου σκάφους και παρακολούθησε τους ναυτικούς που έβγαζαν με σχοινιά μεγάλα κιβώτια από το αμπάρι. "Φεύγω για Αίγυπτο!" φώναξε το Χελιδόνι, μα κανείς δεν νοιάστηκε, και όταν βγήκε το φεγγάρι πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα.
"Ήρθα να σε αποχαιρετήσω", του φώναξε.
"Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "δε θα κάτσεις μαζί μου άλλη μια νύχτα;"
"Είναι χειμώνας", απάντησε το Χελιδόνι, "και σύντομα το κρύο του χιονιού θα φτάσει κι εδώ. Στην Αίγυπτο ο ήλιος είναι ζεστός πάνω στους πράσινους φοίνικες, και οι κροκόδειλοι στέκονται νωχελικά στη λάσπη. Οι σύντροφοί μου φτιάχνουν φωλιά στον Ναό του Μπααλμπέκ και τα μωβ και τα λευκά περιστέρια τους παρακολουθούν και γουργουρίζουν το ένα στο άλλο. Καλέ μου Πρίγκιπα, πρέπει να σε αφήσω, μα δε θα σε ξεχάσω ποτέ και την επόμενη άνοιξη θα επιστρέψω με δυο πανέμορφους πολύτιμους λίθους για να αντικαταστήσουμε αυτούς που χάρισες. Το ρουμπίνι θα 'ναι πιο κόκκινο απ' το κόκκινο τριαντάφυλλο και το ζαφείρι θα ναι μπλε σαν τον ωκεανό".
"Στην πλατεία εκεί κάτω", είπε ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας, "στέκει ένα κοριτσάκι που πουλάει σπίρτα. Της έπεσαν τα σπίρτα κάτω, βραχήκαν και χαλάσαν όλα. Δεν έχει παπούτσια ή κάλτσες και το κεφαλάκι της είναι χωρίς σκουφάκι. Βγάλε και το άλλο μάτι μου και δώσ' της το, έτσι θα γλυτώσει το ξύλο απ' τον πατέρα της".
"Θα μείνω μαζί σου άλλη μια νύχτα", είπε το Χελιδόνι, "αλλά δεν μπορώ να σου βγάλω το μάτι. Θα είσαι εντελώς τυφλός μετά".
"Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "κάνε όπως προστάζω".
 Έτσι έβγαλε και το δεύτερο μάτι του Πρίγκιμα και πέταξε με ορμή. Με μια βουτιά πέρασε δίπλα απ' το κοριτσάκι με τα σπίρτα και άφησε τον πολύτιμο λίθο στην παλάμη της. "Τι όμορφο γυαλάκι", είπε το κοριτσάκι κι έτρεξε σπίτι της γελώντας.
Το Χελιδόνι γύρισε τότε στον Πρίγκιπα. "Είσαι τυφλός τώρα", είπε, "και θα μείνω μαζί σου να σε προσέχω".
"Όχι, Χελιδονάκι", είπε ο καϋμένος Πρίγκιπας, "πρέπει να φύγεις για την Αίγυπτο".
"Θα μείνω μαζί σου για πάντα, να σε προσέχω", είπε το Χελιδόνι και κοιμήθηκε στα πόδια του Πρίγκιπα.

Όλη την επόμενη μέρα κάθισε στον ώμο του Πρίγκιπα και του είπε ιστορίες από μακρινούς παράξενους τόπους. Του είπε πόσο κόκκινος είναι ο ίβις, που στέκεται σε σειρές με τους φίλους του στον Νείλο και πιάνουν τα χρυσόψαρα με τα ράμφη τους, για την Σφίγγα, που είναι παλιά όσο κι ο κόσμος, ζει στην έρημο και ξέρει τα πάντα, για τους εμπόρους που προχωρούν αργά δίπλα στις καμήλες τους και κρατούν κόκκινα κορδόνια στα χέρια τους, για τον Βασιλιά των Βουνών της Σελήνης, που είναι μαύρος σαν τον έβενο και λατρεύει ένα μεγάλο κρύσταλο, για ένα μεγάλο πράσινο φίδι που κοιμάται σε ένα φοινικόδεντρο και έχει είκοσι ιερείς που το ταΐζουν με κερύθρα, και για τους Πυγμαίους που ταξιδεύουν πάνω σε μεγάλα πλατιά φύλλα σε μια λίμνη και έχουν πάντοτε πόλεμο με τις πεταλούδες.
"Αγαπημένο μου Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "μου λες θαυμαστές ιστορίες, αλλά πιο θαυμαστό απ' όλα είναι πόσο υποφέρουν οι άνδρες και οι γυναίκες. Η Δυστυχία είναι το μεγαλύτερο Μυστήριο. Πέταξε πάνω από την πόλη μου, Χελιδονάκι, και πες μου τι θα δεις".

Έτσι το Χελιδόνι πέταξε πάνω απ' τη μεγάλη πόλη και είδε τους πλούσιους να γιορτάζουν στα όμορφα σπίτια τους, ενώ οι ζητιάνοι έστεκαν έξω από τους φράχτες των κήπων τους. Πέταξε σε σκοτεινά σοκάκια και είδε τα λευκά προσωπάκια παιδιών που πεινούσαν, κοιτάζοντας άτονα τους μαύρους δρόμους. Κάτω από το τόξο μια γέφυρας είδε δυο αγοράκια που είχαν ξαπλώσει αγκαλιασμένα για να ζεσταθούν. "Αχ πόσο πεινούμε!" μονολογούσαν. "Απαγορεύεται να ξαπλώνετε εκεί", φώναξε ο Φύλακας και απομακρύνθηκε στην βροχή.


Μετά επέστρεψε στον Πρίγκιπα και του διηγήθηκε όσα είχε δει.
"Είμαι επιχρυσωμένος με φύλλα από ατόφιο χρυσάφι", είπε ο Πρίγκιπας, "πρέπει να τα βγάλεις ένα-ένα, και να τα δώσεις στους φτωχούς μου.
Οι ζωντανοί πάντα νομίζουν ότι ο χρυσός μπορεί να τους κάνει ευτυχισμένους".
Φύλλο το φύλλο, το Χελιδόνι έβγαζε το χρυσάφι μέχρι που ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας
έμοιαζε αρκετά μουντός και γκρίζος.
Φύλλο-φύλλο τα έδινε στους φτωχούς και τα πρόσωπα των παιδιών έγιναν πιο ροδαλά
και γελούσαν παίζοντας στους δρόμους.
"Έχουμε ψωμί να φάμε!" φώναζαν.
Κατόπιν ήρθε το χιόνι, και μετά το χιόνι ήρθε ο παγετός. Οι δρόμοι έμοιαζαν λες κι ήταν από ασήμι, λαμπεροί και γυαλιστεροί. Μεγάλοι παγοκρύσταλλοι σαν κρυστάλλινα ξιφίδια κρεμόντουσαν απ' τις στέγες των σπιτιών, όλοι τριγύριζαν φορώντας γούνες και τα αγοράκια φορούσαν κόκκινα σκουφιά και έκαναν πατινάζ στον πάγο.
Το καϋμένο Χελιδονάκι κρύωνε όλο και πιο πολύ, αλλά δεν άφηνε τον Πρίγκιπα, τον αγαπούσε πάρα πολύ. Μάζευε ψίχουλα έξω απ' τον φούρνο και όταν δεν έβλεπε ο φούρναρης προσπαθούσε να ζεσταθεί χτυπώντας τις φτερούγες του.
Μα στο τέλος κατάλαβε ότι θα πέθαινε. Είχε δύναμη ίσα-ίσα να πετάξει ως τον ώμο του Πρίγκιπα για μια τελευταία φορά. "Αντίο καλέ μου Πρίγκιπα!", μουρμούρισε, "μπορώ να φιλήσω το χέρι σου;"
"Χαίρομαι που θα πας τελικά στην Αίγυπτο, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "έμεινες πάρα πολύ καιρό, αλλά φίλησέ με στα μάγουλα επειδή σε αγαπώ".
"Δεν πάω στην Αίγυπτο", είπε το Χελιδόνι, "πάω στον Οίκο του Θανάτου. Ο Θάνατος είναι ο αδελφός του Ύπνου, έτσι δεν είναι;"
Φίλησε τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα στα μάγουλα και έπεσε νεκρό στα πόδια του.
Εκείνη τη στιγμή ένας παράξενος ήχος ακούστηκε μέσα στο άγαλμα, σαν να σπάει κάτι. 
Η μολυβένια καρδιά του Πρίγκιπα είχε σπάσει στα δύο. Σίγουρα ήταν φοβερά δυνατός ο παγετός.
Νωρίς το επόμενο πρωί ο Δήμαρχος προχωρούσε στην πλατεία, συντροφιά με τους Δημοτικούς Συμβούλους. Καθώς περάσαν από το βάθρο κοίταξαν ψηλά το άγαλμα: "Συμφορά! Πώς ξέπεσε έτσι ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας!" είπε.
"Ξέπεσε πολύ!" φώναξαν και οι Δημοτικοί Σύμβουλοι, που πάντοτε συμφωνούσαν με τον Δήμαρχο και κοιτούσαν το άγαλμα.
"Το ρουμπίνι έπεσε απ' το σπαθί του, τα μάτια του λείπουν και ο χρυσός έχει χαθεί", είπε ο Δήμαρχος, "μάλιστα, έχει τα ίδια χάλια με τους ζητιάνους!"
"Τα ίδια χάλια με τους ζητιάνους", είπαν οι Δημοτικοί Σύμβουλοι.
'Έχει κι όλας ένα νεκρό πουλί δίπλα στα παπούτσια του!" συνέχισε ο Δήμαρχος. "Πρέπει να εκδώσουμε μια δημόσια διακήρυξη ότι τα πουλιά δεν επιτρέπεται να πεθαίνουν εδώ". Και ο Γραμματέας του Δήμου σημείωσε την πρόταση.
Έτσι γκρέμισαν το άγαλμα του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα. "Αφού δεν είναι πια όμορφος, δεν είναι πια χρήσιμος", είπε ο Καθηγητής Καλών Τέχνων στο Πανεπιστήμιο.
Μετά έλιωσαν το άγαλμα σε μια υψικάμινο και ο Δήμαρχος συνεδρίασε με το Σώμα για να αποφασιστεί τι θα κάνουν το μέταλλο. "Πρέπει να φτιάξουμε άλλο άγαλμα, φυσικά", είπε, "και θα είναι ένα άγαλμα δικό μου".
"Δικό μου", είπε κάθε μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και μαλώσαν μεταξύ τους. Τελευταία φορά που τους άκουσα, ακόμα μαλώνανε.
"Τι παράξενο πράγμα!" είπε ο επόπτης των εργατών στο χυτήριο. "Αυτή η σπασμένη καρδιά από μολύβι δεν λιώνει στην υψικάμινο. Πρέπει να την ξεφορτωθούμε". Έτσι την πέταξαν σε μια σκονισμένη στοίβα που είχαν πετάξει και το νεκρό Χελιδόνι.

 "Φέρε μου τα δυο πολυτιμότερα πράγματα της πόλης", είπε ο Θεός σε έναν από τους Αγγέλους Του, και ο Άγγελος Του έφερε την μολυβένια καρδιά και το νεκρό πουλί.
"Διάλεξες σωστά", είπε ο Θεός, "επειδή στον κήπο μου του Παραδείσου αυτό το μικρό πουλί θα κελαηδάει για πάντα και στη χρυσή μου πόλη ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας θα με δοξάζει."

OSCAR WILDE

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Σαν παραμύθι μελαγχολικό που δεν τελειώνει

Στα νυχτέρια του χιονιού που τώρα λιώνει και μας ξεγυμνώνει, έρχεται η μπάμπουσκα από μακριά, παραμύθι που παρηγορούσε τους εναγώνιους πιστούς της ρωσικής γης. Έρχεται μαζί της και η ελπίδα, φορτωμένη στο δισάκι της,  κάθε της βήμα και χνάρι ελπίδας, και η πίστη της σε αυτό το ατελεύτητο ταξίδι προς την Aγάπη, που σαρκώθηκε και τυλίχτηκε με σπάργανα χοϊκά.  Ακολουθήσωμεν λοιπόν, ένθα οδεύει ο αστήρ. Ανακαλώ τώρα ένα λόγο του γέροντα Πορφύριου, "για να γίνει κανείς καλός χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή. Πρέπει να γίνει ποιητής". Μόνο ποιητής επιβιώνει σήμερα. Οι μάγοι και οι βοσκοί, οι ταπεινοί και παραπεταμένοι του κόσμου και οι σοφοί της γης, οι πράοι, όμως, εν τη καρδία και οι αγνοί, και τα μικρά παιδιά, αυτοί ήταν που έτρεξαν πίσω από ένα αστέρι. Αυτοί ήταν που είδαν τους ουρανούς ανοιχτούς και τους αγγέλους να τους ανεβοκατεβαίνουν. Ήταν αυτοί που τα άφησαν όλα για τη λάμψη του και τους λαμπάδιασε το φως του και πια δεν ησύχαζαν μέχρι να βρουν τη φάτνη του. Αυτοί, που είχαν στραμμένη την ψυχή τους στα ουράνια, στους αστέρες και τους αγγέλους, οι λελυπημένοι και εκδιωγμένοι του κόσμου, αυτοί, οι πρώτοι εν Χριστώ σαλοί. Αν αυτό δεν είναι ποίηση, τότε τι είναι; Ανακαλώ ξανά τον Νίκο Καρούζο και σταματώ, "αν έχεις ποίηση στο ψυχικό  θυμιατό σου, τι να την κάμεις τη γραφόμενη;". Παρακαλώ να είναι ευσπλαχνική η ποίηση μαζί μου, η ζωή να είναι ευσπλαχνική μαζί μου, να στέλνει τους αστέρες, να στέλνει τους αγγέλους, και να' χω τα μάτια ανοιχτά και τα χέρια, ανοιχτά και αυτά, και την ψυχή ορθάνοιχτη, να τρέχω σαν τη μπάμπουσκα, σκορπώντας να τρέχω, τον Θεό για να βρω.
Το παραμύθι της μπάμπουσκας γίνεται κάποτε το παραμύθι της ζωής μας.

Η ΜΠΑΜΠΟΥΣΚΑ

Όλοι οι χωρικοί ήταν έξω, μιλώντας με ενθουσιασμό.
"Ξαναείδατε χτες βράδυ εκείνο το φωτεινό αστέρι;"
"Φυσικά και το είδαμε!"
"Ναι, και ήταν μεγαλύτερο"
"Ναι! Και η πορεία του ήταν προς το χωριό μας. Απόψε θα είναι ακριβώς από πάνω μας"
Εκείνο το βράδυ, ο ενθουσιασμός διαπερνούσε την ατμόσφαιρα ευχάριστα, σα γλυκό αεράκι, και περνούσε μέσα από τα σοκάκια και τους δρόμους.
"Ήρθε ένα μήνυμα"
"Πλησιάζει ένας στρατός"
"Όχι στρατός, παρέλαση είναι"
"Άλογα, καμήλες και θησαυροί"
Τώρα όλοι ήταν περίεργοι για τα νέα! Κανείς δεν μπορούσε να δουλέψει. Κανείς δεν μπορούσε να μείνει μέσα.
Κανείς, εκτός από τη Μπάμπουσκα. Η Μπάμπουσκα είχε δουλειές να κάνει. Πάντα είχε. Σκούπιζε, σφουγγάριζε, γυάλιζε τα πατώματα και όλα έλαμπαν! Το σπίτι της ήταν το πιο περιποιημένο, πάντα καθαρό και αστραφτερό.
"Όλα αυτά τα κάνουν για ένα αστέρι", μουρμούρισε. "Δεν έχω χρόνο, ούτε για να κοιτάζω. Έχω μείνει τόσο πίσω στη δουλειά, που πρέπει να μαζεύω και να καθαρίζω όλο το βράδυ!"
Έτσι, δεν είδε το αστέρι που έλαμπε στον ουρανό εκείνο το βράδυ. Ούτε θαύμασε την παρέλαση που έγινε στο χωριό με τα πανέμορφα φωτάκια. Ούτε άκουσε τις φλογέρες και τα τύμπανα που όσο περνούσε η ώρα δυνάμωναν, καθώς η παρέλαση πλησίαζε στο χωριό. Επίσης δεν άκουσε τις γεμάτες ενθουσιασμό φωνές των χωρικών και μετά το ξαφνικό ψιθύρισμα. Αλλά τον χτύπο στην πόρτα! Αυτόν τον άκουσε! Δεν γινόταν αλλιώς!

"Τι είναι πάλι αυτό;" είπε ανοίγοντας την πόρτα.
Η Μπάμπουσκα απόρησε! Αυτοί που της χτύπησαν την πόρτα, ήταν τρεις βασιλιάδες!
"Ψάχνουμε ένα μέρος να ξεκουραστούμε", είπαν. "Και το σπίτι σου είναι το καλύτερο του χωριού".
"Θέλετε....να μείνετε εδώ;", ψέλλισε η Μπάμπουσκα.
"Ναι, μόνο μέχρι να πέσει η νύχτα και να ξαναφανεί το αστέρι"
Η Μπάμπουσκα ξεροκατάπιε από αμηχανία. "Ελάτε μέσα τότε!", είπε.
Πώς έλαμψαν τα μάτια των βασιλιάδων όταν είδαν τι τους πρόσφερε η Μπάμπουσκα στο τραπέζι! Καθώς τους σέρβιρε, η Μπάμπουσκα τους ρωτούσε συνέχεια:
"Ήρθατε από μακριά;"
"Ναι, από πολύ μακριά", απάντησε ο Κάσπαρ.
"Ακολουθούμε το αστέρι", είπε ο Μελχιόρ.
"Και προς τα πού πάτε δηλαδή;", απόρησε η Μπάμπουσκα.
"Δεν ξέρουμε", της είπαν. Αλλά πίστευαν ότι θα τους οδηγούσε στο νεογέννητο Βασιλιά, ένα Βασιλιά που ο κόσμος δνε είχε ξαναδεί ποτέ, το βασιλιά της Γης και του Ουρανού.
"Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας;" είπε ο Βαλτάσαρ. "Και να του πας κι εσύ ένα δώρο, όπως εμείς. Κοίτα, εγώ έχω χρυσό, και οι φίλοι μου φέρνουν λίβανο και σμύρνα"
"Α", είπε η Μπάμπουσκα, "δεν είμαι σίγουρη ότι θα ήμουν ευπρόσδεκτη. Όσο για δώρο...."
"Γιατί, αυτό το τουρσί θα άρεσε σε όλους τους βασιλιάδες!", είπε ο Βαλτάσαρ.
Η Μπάμπουσκα γέλασε. "Τουρσί; Για ένα μωρό; Ένα μωρό χρειάζεται παιχνίδια!"
Μετά σκέφτηκε για λίγο. "Έχω ένα ντουλαπάκι γεμάτο παιχνίδια", είπε θλιμμένα. "Το μικρό μου παιδί, ο δικός μου βασιλιάς πέθανε όταν ήταν πολύ μικρός"
Ο Βαλτάσαρ τη σταμάτησε και της είπε:΅
"Αυτός ο νεογέννητος Βασιλιάς μπορεί να γίνει και ο δικός σου Βασιλιάς. Έλα μαζί"
"Θα...θα το σκεφτώ", ψέλλισε η Μπάμπουσκα.
Καθώς οι βασιλιάδες κοιμούνταν, η Μπάμπουσκα καθάριζε και μάζευε το σπίτι όσο πιο αθόρυβα γινόταν. Τι πολλή δουλειά που είχε να κάνει παραπάνω! Και αυτός ο νέος Βασιλιάς....Τι παράξενη ιδέα να φύγει με τους τρεις επισκέπτες της και να πάνε όλοι μαζί να τον βρουν! Όμως, μπορούσε να το κάνει αυτό; Να αφήσει το σπίτι της και να πάει να τον βρει έτσι απλά; Η Μπάμπουσκα ανασκουμπώθηκε! "Δεν υπάρχει χρόνος για όνειρα" σκέφτηκε. Τόση δουλειά, σκούπισμα, σφουγγάρισμα, τα πιάτα, και παραπάνω μερίδες για μαγείρεμα! Τελοσπάντων, για πόσο θα έλειπε; Και με το δώρο τι θα γινόταν; Αναστέναξε. "Έχω τόσα πολλά πράγματα να κάνω. Το σπίτι θα πρέπει να είναι καθαρό αφού φύγουν. Δεν θα μπορούσα να το αφήσω έτσι"

Ξαφνικά έφτασε η νύχτα.
Ήταν ένα αστέρι στον ουρανό!
"Είσαι έτοιμη, Μπάμπουσκα;"
"Θα ....Θα έρθω αύριο", είπε η Μπάμπουσκα. "Θα σας προλάβω όμως. Πρέπει για την ώρα να καθαρίσω λίγο, να βρω ένα δώρο, να ετοιμαστώ..."
Οι βασιλιάδες την αποχαιρέτησαν θλιμμένοι.
Το αστέρι έλαμπε στον ουρανό. Η Μπάμπουσκα γύρισε τρέχοντας στο σπίτι της, για να αρχίσει τη δουλειά.
Σκουπίζοντας, καθαρίζοντας, ξεσκονίζοντας, πέρασε η ώρα και ξημέρωσε! Τελικά, η Μπάμπουσκα πήγε στο μικρό ντουλαπάκι, το άνοιξε και ξανακοίταξε στεναχωρημένη όλα τα παιχνίδια. Ήταν τόσο σκονισμένα! Και ήταν σίγουρο πως δεν έκαναν για το νεογέννητο βασιλιά. Έπρεπε όλα να καθαριστούν.
"Καλύτερα να ξεκινήσω από τώρα να τα καθαρίζω", σκέφτηκε.
Δούλευε γρήγορα, πολύ γρήγορα. Ένα προς ένα, τα παιχνίδια ακτινοβολούσαν, έλαμπαν και άστραφταν. Τώρα μπορούσε να τα προσφέρει στο νεογέννητο Βασιλιά.
Η Μπάμπουσκα κοίταξε έξω από το παράθυρό της. Ήταν ήδη πρωί! Μπορούσε να ακούσει τους αγρότες που δούλευαν. Μετά κοίταξε στον ουρανό, μα το αστέρι είχε χαθεί. Οι βασιλιάδες θα είχαν βρει ένα άλλο μέρος να ξεκουραστούν, και πίστεψε πως θα τους έβρισκε εύκολα τώρα. Αλλά η Μπάμπουσκα ένιωθε πολλή κούραση και αποφάσισε να ξαποστάσει -μόνο μία ώρα....
Ξαφνικά, ξύπνησε! Ήταν σκοτάδι! Είχε αποκοιμηθεί! Έτρεξε πανικόβλητη στο παράθυρο. Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Και το αστέρι δεν ήταν πουθενά! Έτρεξε πίσω στο σπίτι, ντύθηκε ζεστά, τύλιξε βιαστικά τα δώρα, τα έβαλε σε ένα καλαθάκι, και πήγε από το μονοπάτι που είχαν πάρει και οι βασιλιάδες.

Προχωρούσε βιαστικά, περνώντας από χωριό σε χωριό. Παντού ρωτούσε για τους βασιλιάδες.
"Ω, ναι, τους είδαμε" της έλεγαν. "Πήγαν από αυτό το δρόμο"
Η Μπάμπουσκα είχα χάσει πλέον το μέτρημα των ημερών. Πέρασε από χωριά και πόλεις. Αλλά δεν το έβαζε κάτω. Προχωρούσε μέρα και νύχτα. Τελικά έφτασε σε μία μεγάλη πόλη.
"Το παλάτι!" σκέφτηκε. Εδώ πρέπει να γεννήθηκε ο μικρός Βασιλιάς.
"Κανένα νεογέννητο βασιλιά δεν έχουμε εδώ στο παλάτι" είπε ο φρουρός του παλατιού.
"Οι τρεις βασιλιάδες πέρασαν από εδώ;" ρώτησε η Μπάμπουσκα.
"Α, ναι, πέρασαν. Αλλά, δεν κάθισαν πολύ. Έφυγαν αμέσως, για να συνεχίσουν το δρόμο τους"
"Μα προς τα πού πήγαν;"
"Στη Βηθλεέμ. Δεν μπορώ να φανταστώ όμως γιατί εκεί. Είναι ένα πολύ φτωχικό χωριό. Αλλά σίγουρα πήγαιναν προς τη Βηθλεέμ".
Αμέσως η Μπάμπουσκα ξεκίνησε να πάει στη Βηθλεέμ.
Ήταν πλέον απόγευμα όταν έφτασε επιτέλους στη Βηθλεέμ. Πόσες μέρες περπατούσε άραγε; Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Και θα μπορούσε ένας νεογέννητος Βασιλιάς να μένει σε ένα τόσο φτωχό μέρος; Σίγουρα τέτοιο μέρος δεν ήταν κατάλληλο για ένα Βασιλιά. Η Βηθλεέμ δεν ήταν και πολύ μεγαλύτερη από το χωριό της....
Η Μπάμπουσκα προχώρησε στο πανδοχείο.
"Ω, ναι" είπε ο ιδιοκτήτης "οι τρεις βασιλιάδες ήταν εδώ πριν από τρεις ημέρες. Ήταν όλοι ενθουσιασμένοι. Αλλά δεν κάθισαν ούτε μία νύχτα"
"Και το μωρό;" έκλαψε η Μπάμπουσκα. "Δεν ήταν και ένα νεογέννητο εδώ;"
"Ναι" είπε ο ιδιοκτήτης. "Εδώ ήταν. Και οι τρεις βασιλιάδες για το μωρό είχαν έρθει"
Όταν όμως είδε την απογοήτευση στα μάτια της σταμάτησε...
"Θα σου δείξω πού ήταν το μωρό" είπε ευγενικά. "Δυστυχώς δεν είχα άλλο μέρος να φιλοξενήσω τους γονείς του. Το πανδοχείο μου ήταν γεμάτο εκείνο το βράδυ. Το μόνο άδειο μέρος που είχα, ήταν αυτός ο στάβλος"
Η Μπάμπουσκα τον ακολούθησε.
"Να, εδώ είναι ο στάβλος" είπε και την άφησε να τον δει.

 "Μπάμπουσκα;"
Ένας άγγελος στεκόταν στο ημίφως της εξώπορτας. Την κοιτούσε με κατανόηση. Μήπως θα μπορούσε να της πει πού είχε πάει η οικογένειά της; Η Μπάμπουσκα γνώριζε τώρα ότι ο νεογέννητος Βασιλιάς ήταν για εκείνη το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο.
"Έχουν φύγει στην Αίγυπτο με ασφάλεια" επανέλαβε ο άγγελος στη Μπάμπουσκα. "Και οι βασιλιάδες επέστρεψαν στα βασίλειά τους. Ένας από αυτούς μου μίλησε για σένα. Λυπάμαι, αλλά όπως βλέπεις, έχεις αργήσει πολύ. Οι βοσκοί ήρθαν μόλις τους ειδοποίησαν οι άγγελοι. Οι βασιλιάδες ήρθαν μόλις είδαν το αστέρι. Βρήκαν το Βρέφος Ιησού Χριστό, το Σωτήρα του κόσμου"


Μερικοί λένε ότι η Μπάμπουσκα ψάχνει ακόμα να βρει το νεογέννητο Βασιλιά Χριστό, γιατί ο χρόνος δεν μετράει όταν ψάχνεις για κάτι αληθινό. Η Μπάμπουσκα ακόμα ψάχνει από σπίτι σε σπίτι ρωτώντας, "Είναι εδώ; Είναι ο νεογέννητος Χριστός εδώ;"
Και τα Χριστούγεννα, όταν βλέπει ένα παιδάκι να κοιμάται και έχει ακούσει ότι κάνει καλές πράξεις, βγάζει ένα παιχνίδι από το καλαθάκι της, και το αφήνει δίπλα του. Μετά, συνεχίζει να ταξιδεύει και να ψάχνει, ρωτώντας:
"Έίναι εδώ; Είναι ο νεογέννητος Χριστός εδώ;".

Διασκευή: Arthur Scholey
                                                εκδ. Αποστολικής Διακονίας

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Μας χώρεσε ο Θεός

" Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει..."

Γιώργος Σεφέρης

Η νύχτα φέγγει μες στο χιόνι κι ο χρόνος ακινητεί. Στο πάρκο απέναντι ψυχή, σκυλιά αλυχτούν χαμένα στο σκοτάδι, αυτοκίνητα αργοσέρνονται σε άδειους δρόμους, τα ξύλα τριζοβολούν μες στο τζάκι, κάρβουνα τώρα, μα καίνε εξίσου. Νύχτες χιονιού φωτεινές, φωτίζουν σαν τις "Λευκές" του Ρώσου, αυτές που έζησες ένα καλοκαίρι στην Πετρούπολη, όταν στους δικούς του δρόμους σεργιανούσες. Νύχτες και μέρες που ακινητούν κι ο χρόνος, βραδυπορεί και κείνος, οι διαβάτες σέρνουν τα βήματά τους μες στο φρέσκο χιόνι, τους διασταυρώνεις μες στα στενά της γειτονιάς με γλυκίσματα στο χέρι, δυο-δυο να βαστιούνται και από σπίτι σε σπίτι να πηγαίνουν.Προεόρτια αγκαλιάσματα και αγαπητικά.  Κι όλα συμβαίνουν πιο αργά, σαν παραμύθι που αργεί να τελειώσει και σα να' σαι σε χωριό, παραμονές  εορτών δεσποτικών, όπως παλιά, με μπόλικο χιόνι, στη Σκιάθο, στην Ήπειρο κι αλλού. Κι όλα συμβαίνουν πιο αργά και τα σπουργίτια, α! τα σπουργίτια, και κείνα στο πέταγμά τους καθυστερούν, τα ψίχουλα τσιμπολογούν και έτσι καθυστερούν και οι στιγμές μαζί τους, γιατί σαν τα σπουργίτια οι στιγμές, σκιρτούν και χάνονται.
Σαν προσευχή έπεσε το χιόνι πάνω μας κι η παγωνιά πρωτύτερα, σαν προσευχή και κείνη. Μας χώρεσε ο Θεός, λέω, μικρό θαύμα παραχώρησε και έστειλε νεφέλη, μες σε νεφέλη τον κόσμο έκλεισε, τον κόσμο τον μικρό, τον μέγα, το κέλυφος ήταν στην ώρα του και έσπασε και άφησε την ψίχα, για να λάμψει. Το λίγο, επειδή είναι λίγο, είναι και άγιο. Γι' αυτό, μας χώρεσε ο Θεός, λέω, και την ψυχή μας φόρεσε, αφού πρώτα την σπλαχνίστηκε και την έκανε δική του, τα χέρια άνοιξε με άφατη επιείκεια και καλοσύνη και μας σπλαχνίστηκε και έστειλε το θαύμα, γιατί αναπάντεχο το χιόνι ήταν, κι όμως ήρθε. Με συγκινεί ο Θεός τούτες τις μέρες, με συγκινεί, γιατί σαν παιδιά μάς χειρίζεται και με έχει λυγίσει και του μιλώ και του κουβεντιάζω και με συντροφεύει, λέω και σωπαίνω.

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Ελευθερία ή http://stavrodromi.wordpress.com/


Η περιπέτεια της ελευθερίας

Είμαι ένα πουλί πάνω από γκρεμούς και ακροβατώ ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία του Θεού.

Αναζητώ την ελευθερία και τη γνωρίζω μέσα στην καρδιά μου μόνο με τη χάρη  Του.

Γύρω μου απόλυτη ελευθερία δεν υπάρχει και όλα τα  κάνω μια μικρή φυλακή.

Φυτεύω λουλούδια που γίνονται η φυλακή μου, τα κόβω για να ελευθερωθώ, αλλά έτσι τα καταστρέφω.

Κι έτσι βρίσκομαι διαρκώς σε σταυροδρόμια με παράδρομους και μονόδρομους που χωρούν έναν ή δύο μαζί.

Γιατί η ελευθερία μου χρειάζεται τη σχέση με τον Άλλο για να μπορώ να σχετιστώ με το Θεό.

Αυτή η πορεία έχει κόπο και πόνο όπως όταν βγαίνει μέσα από την τριβή το λάδι στο ελαιοτριβείο.

Τότε μόνον η ελευθερία γίνεται πέταγμα γλάρου ή λουλούδι που ξεκινά από μικρό μπουμπούκι κι ανθίζει.

Τότε γίνεται ταξίδι, αναζήτηση, άνοιγμα στην πλατιά θάλασσα της αιωνιότητας.

 Τότε μοιάζει με το δυνατό πέταγμα του αετού.

Μ’ άλλα λόγια η ελευθερία είναι ένας σταυρός που σηματοδοτεί τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στη σύγκρουση με ρήξη ή στο διάλογο με τον Άλλο για την επίτευξη κοινωνίας"


“…Να γιατί γράφω. Γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη αλλά που πάει πολύ πιο βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε να ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται. Η ατελεύτητη φορά προς το φως το φυσικό που είναι ο Λόγος, με το φως το Άκτιστον που είναι ο Θεός.
Γι’ αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ΄αυτόν που δεν γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός που ανεβοκατεβαίνει στους δρόμους και “φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου”. Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει -να γιατί πρέπει να γράφουμε.

Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε -τον κόσμο της φθοράς που έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο θάνατος είναι η μόνη οδός για την ανάσταση. Μιλώ, το καταλαβαίνω, σα να μην έχω το δικαίωμα, σα να ντρέπομαι σχεδόν που αγαπώ τη ζωή. Κάποτε, είναι αλήθεια, μ’ εξαναγκάσανε και σ΄αυτό. Κανείς δεν ξέρει, δεν ανακάλυψε ποτέ από που κρατάει το πάθος του ανθρώπου να μισεί τη δυνατότητα της ίδιας του της σωτηρίας. Είναι που ίσως θα ήθελε να μην το ξέρει -αλλά παρ’ όλ’ αυτά το ξέρει- πως υπάρχει -και πως είναι αυτός η αιτία που δεν μπορεί μήτε να την πλησιάσει, μήτε να την υπερβεί. Θέλουμε δεν θέλουμε είμαστε όλοι μας δέσμιοι μιας ευτυχίας που από δικό μας λάθος αποστερούμαστε. Να από πού ξεπηδά η προαιώνια λύπη της αγάπης”

Οδυσσέας Ελύτης, “Ανοιχτά Χαρτιά”, Ικαρος, 42-43

Την Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010,
η παρέα των νέων του ναού του αγίου Φιλίππου δούλεψε σε ομάδες
το θέμα της ελευθερίας του ανθρώπου
μέσα από ένα βιωματικό εργαστήρι
που είχε ως βάση την παραβολή του ασώτου υιού.
Όλα τα σχέδια έγιναν κατά τη διάρκεια του εργαστηρίου αυτού.
Το εργαστήρι συντόνισαν οι:
Απόστολος Μπάρλος
(θεολόγος, διευθυντής ΣΔΕ Λάρισας, μέλος του Πανελληνίου Δικτύου για το θέατρο στην εκπαίδευση)
Βάσω Γώγου
(θεολόγος, φιλόλογος, ζωγράφος)

 http://stavrodromi.wordpress.com/ 

Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Σαν προσευχή ήρθε το χιόνι



Ίνα τι ολιγοπίστησες επί της αδύτου αληθείας...

"....ανέβη εις το όρος κατ' ιδίαν προσεύξασθαι. οψίας δε γενομένης μόνος ην εκεί. το δε πλοίον ήδη μέσον της θαλάσσης ην, βασανιζόμενον υπό των κυμάτων. ην γαρ ενάντιος ο άνεμος. τετάρτη δε φυλακή της νυκτός απήλθε προς αυτούς ο Ιησούς περιπατών επί της θαλάσσης. και ιδόντες αυτόν οι μαθηταί επί την θάλασσαν περιπατούντα εταράχθησαν λέγοντες ότι φάντασμά εστί, και από του φόβου έκραξαν. ευθέως δε ελάλησεν αυτοίς ο Ιησούς λέγων, θαρσείτε, εγώ ειμί. μη φοβείσθε. αποκριθείς δε αυτώ ο Πέτρος είπε, Κύριε, ει συ ει, κέλευσόν με προς σε ελθείν επί τα ύδατα. ο δε είπεν, ελθέ. και καταβάς από του πλοίου ο Πέτρος περιεπάτησεν επί τα ύδατα ελθείν προς τον Ιησούν. βλέπων δε τον άνεμον ισχυρόν εφοβήθη, και αρξάμενος καταποντίζεσθαι έκραξε λέγων, Κύριε, σώσον με. ευθέως δε ο Ιησούς εκτείνας την χείρα επελάβετο αυτού και λέγει αυτώ, ολιγόπιστε, εις τι εδίστασας; και εμβάντων αυτών εις το πλοίον εκόπασεν ο άνεμος. οι δε εν τω πλοίω ελθόνες προσεκύνησαν αυτώ λέγοντες, αληθώς Θεού Υιός ει. Και διαπεράσαντες ήλθον εις την γην Γεννησαρέτ. και επιγνόντες αυτόν οι άνδρες του τόπου εκείνου απέστειλαν εις όλη την περίχωρον εκείνην, και προσήνεγκαν αυτώ πάντας τους κακώς έχοντας, και παρεκάλουν αυτόν ίνα μόνον άψωνται του κρασπέδου του ιματίου αυτού. και όσοι ήψαντο διεσώθησαν"

Κατά Ματθαίον, 23-36

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Στην πατρίδα των ουρανών


ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΟΡΟΦΟΥ

Τον βλέπεις στο μπαλκόνι ξανά και ξανά
σε βλέπει κι αυτός
μέρα τη μέρα με το βλέμμα αναγνωριζόσαστε
πριν δυο ή τρία χρόνια η θέση που τον έβλεπες δεν ήτανε αυτή
παρά στον ακάλυπτο
ρούχα να απλώνει ρούχα να μαζεύει
τα στρώματα να αερίζει
με τη μπουγάδα να παλεύει
τα σύρματα και τα μανταλάκια
στον ακάλυπτο
στο μικρό το μπαλκονάκι
τον έβλεπες πρωί και κάθε μεσημέρι
κάποτε και το απόγευμα
όταν κι εσύ με σκούπα μανταλάκια και σεντόνια
πάλευες με τη σειρά σου
και απορούσες
και του έπλασες μια ωραία ιστορία
και προπαντός λυπητερή
καθώς οι ωραίες ιστορίες μόνο με τους πόνους πλάθονται
ζούσε λέει μόνος
και την είχε επιλέξει τη μοναξιά
κι άνθρωπος στο σπίτι κανείς
τον συμπαθούσες
με τα ρούχα με τις κάλτσες
τα βρεγμένα τα πουκάμισα
διακριτικά συνέχισες και τον κοιτούσες
και πάντοτε με συγκατάβαση
μετά από καιρό
έφτασε στ’ αυτιά σου κι η αλήθεια
ίσως και πιο λυπητερή από τη μοναξιά του
και σίγουρα λιγότερο ωραία
το διάστημα που τον κοιτούσες με τόση συγκατάβαση
τότε που του έπλασες εκείνη την ωραία ιστορία
τότε και κείνος έχανε το ταίρι του
μέρα τη μέρα και ώρα την ώρα
το αγαπημένο της ζωής του πρόσωπο χανόταν
μια άνοιξη απόγευμα
η γυναίκα του πρώτου
άφησε τον όροφο
στο μοναχικό ενοικιαστή
που είχε ήδη μάθει να τα καταφέρνει και χωρίς αυτή
τώρα είχε πράγματι απομείνει μόνος
και δεν το είχε βέβαια από μόνος του επιλέξει
συνεχίζεις να τον βλέπεις
αν και έχεις αλλάξει σπίτι και γειτονιά
όποτε όμως περνάς από τον πεζόδρομο του παλιού σπιτιού σου
τον αντικρίζεις
κατά τρόπο περίεργο
σχεδόν πάντα
ακόμα κι όταν χιονίζει
λες και σε περιμένει
στη μπροστινή βεράντα μπροστά να σκύβει και να καπνίζει
ποτέ δεν τον έχεις πετύχει στους δρόμους της πόλης ή στο παλιό το πάρκο
μα σκέφτεσαι πως
κι αν τον πετύχαινες
ζήτημα είναι αν θα τον αναγνώριζες
καθώς η θέση του είναι πάντα εκεί
στον πρώτο της Αγίας Τριάδας
και όποτε περνάς
κοιτάς ασυναίσθητα προς τα εκεί
και περιμένεις να τον δεις στην ίδια θέση
άλλοτε τους περαστικούς να κοιτά
και άλλοτε κατάματα εσένα
σα να σε αναγνωρίζει από παλιά
κι εσύ εξακολουθείς να σηκώνεις το βλέμμα
έτσι σα συνήθεια
ή σαν την ανάγκη
μέχρι να ακυρωθεί η συνάντηση
από την απώλεια του ενός από τους δύο

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Πατρίδα



ΠΑΤΡΙΔΑ Ι

Ξέρεις πότε αποκτάς πατρίδα;
Όταν φυτεύεις έναν δικό σου
μέσα στο χώμα
έτσι και ξεριζώνεσαι
όταν το χώμα αυτό παύεις να το ορίζεις

ΠΑΤΡΙΔΑ ΙΙ

Όμως τότε αποκτάς πατρίδα
όταν φυτεύεις έναν που γίνεται δικός σου
μες στην καρδιά
και αν ξεριζώνεσαι
είναι επειδή αυτή την πατρίδα δεν την ορίζεις

Ολγα Ντέλλα, Της αλυπίας είναι η χώρα, Ιδαλγός 2009

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Χειμωνανθός



Χειμωνανθός. Στο μεταίχμιο φθινοπώρου χειμώνα. Νοέμβρης έφυγε. Δεκέμβρης ήρθε. Ήλιος του φθινοπώρου. Απρόσμενη άνοιξη. Ανθός. Άνθος. Καρπός. Χειμωνανθός. Δεν τον έχω αγγίξει. Δεν τον έχω μυρίσει. Δεν τον έχω καν δει. Υπάρχει. Και το αντίστροφο: Θα τον αγγίξω; Θα τον μυρίσω; Θα τον δω; Υπάρχει; Χειμωνανθός. Ανθός του χειμώνα που εισήλθε. Δεν θα τον αγγίξω. Κι ας μην τον αγγίξω. Δεν θα τον μυρίσω. Κι ας μην τον μυρίσω. Δεν θα τον δω. Κι ας μην τον δω. Υπάρχει. Κάποτε, ίσως ποτέ, έρθει μες στα χέρια μου. Ίσως δω το χρώμα του και τη μορφή του. Ίσως τον μυρίσω θα τον αγγίξω θα μου φανερωθεί. Κάποτε, ίσως ποτέ. Χειμωνανθός. Όμορφη λέξη, πως λέμε όμορφη πόλη.