Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Εκδοχές του τέλους


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Ευτυχώς
εκεί που μεταφυτεύονται
τους περιμένουν
Δεν μπορεί να μην τους περιμένουν
Τους επιζητούν.

ΕΛΑΙΟΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ

του Αργύρη Χιόνη

Ελαιοχρωματιστές είμαστε
σε σπίτι που θα χρειαστεί ξανά βάψιμο
κι εμείς
δε θα' μαστε εκεί
Το σίγουρο είναι ότι δε θα΄μαστε εκεί.

ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, Της αλυπίας είναι η χώρα, Ιδαλγός 2009

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Καλέ μου Αργύρη

Πού να σε βρω να σου μιλήσω, πού τη φωνή σου ν ακούσω ξανά, πού την ψυχή σου, αγαπημένη ψυχή. Μονολογώ στο δίκτυο για χάρη σου, καλέ μου Αργύρη. Το ποίημα για τη Χρύσα δεν έπρεπε να το γράψεις, σου είπα τότε, μας θέρισες. Γιατί την πλήγωσες τόσο πολύ; Γελούσες. Όλγα, να μ' έχεις σαν τον πατέρα σου, είπες την τελευταία φορά. Νοέμβρης ήταν, ο φετινός. Θυμάμαι τη φωνή σου, σαν έπαιρνες, "Κυρά μου, τι κάνεις;" Μονάχα εσύ μ'έλεγες έτσι. Την έγνοιά σου για ό,τι γράφω, για όταν δε γράφω. Να τελειώσεις με ό,τι κάνεις. Να τελειώσεις, μου έλεγες. Σε άκουγα ποιήματα να διαβάζεις στο τηλέφωνο, ποιήματα και πεζά, τον Ιώβ που δεν τέλειωσε, μάθαινα πολλά. Πάνω απ' όλα, το ποιητικό ήθος. Αυτή τη δυσεύρετη λεβεντιά.  Αυτός ο τόπος, μου' λεγες συνέχεια, θέλει βύθισμα. Κάποιος να τον βυθίσει και έπειτα να τον ανασύρει, μπας και ξεπλυθεί. Νιώθω ντροπή, σε ακούω να λες. Και δεν ελπίζω πια. Ήταν τα τελευταία που θυμάμαι να μου λες. Είμαι πολύ απογοητεύμενος. Ήμουν και είμαι το ίδιο. Δεν μπορούσα να σε ανασύρω για τους ίδιους λόγους που με έριχναν και σε έριχναν σε θλίψη βαθιά. Σε αγαπήσαμε στο σπίτι όλοι. Μακριά σε είχαμε, κοντά σε νιώθαμε. Δεδομένο. Μες στην ασφάλεια των βιβλίων σου. Τη σιωπή της φωνής και της ψυχής σου. Δυνατή ψυχή κι αγαπημένη. Μες στις ελιές σου τις αιωνόβιες. Το χώμα που το όργωνες με τα μελάνια σου και τα πλήκτρα της γραφομηχανής. Κάτσε να χαμηλώσω τη φωτιά, έλεγες, κι ερχόσουν, τι μαγειρεύεις, σε ρωτούσα, κι ήσουν και στην κουζίνα άρχοντας. Αν και κατ' ουσίαν εξαιρετικά ολιγαρκής. Κόκορα κρασάτο, έβαλα αυτό κι αυτό. Θα πιω κόκκινο. Δηλαδή το πίνω ήδη. Κάτσε, σου έλεγα, θα βάλω κι εγώ, θα πίνουμε μαζί. Ήξερες να χαίρεσαι τη μοναξιά σου, μακριά του κόσμου και του συρφετού. Ήξερες να ζεις με τον εαυτό σου, να τον τιμάς, ως σώμα και ως ψυχή.  Ήσουν συντροφιά από μακριά. Φίλος ακριβός, πολύτιμος. Νιώθω σα να ορφάνεψα. Νιώθω να φεύγουν άνθρωποι που η έγνοιά τους με κρατά από μακριά. Νιώθω μονάχη. Γράφω λες και το γράμμα τουτο θα σε βρει. Μα δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Σε κλαίω. Αν και γλίστρησες μες στη χαρά των Χριστουγέννων. Γιόρταζε το σπίτι κι εσύ χανόσουν μες στο φως. Ποιήματά σου μες στα ημερολόγια της κόρης που ρωτούσες χωριστά γι' αυτήν "το Χριστινάκι;" κι έπειτα "το Μαράκι;". Να μου τους φιλήσεις όλους, έλεγες, τη μάνα σου, τον πατέρα σου, τους ευγενικούς, μια φορά έφτασε για να σε αγαπήσουν και κείνοι, να μου τους φιλήσεις όλους και κλείναμε. Γιόρταζε το σπίτι μα το μοιρολόγι του Σκιαθίτη άκουγα και ξανάκουγα και δεν ήξερα γιατί, μόνο ξανά και ξανά κι εσύ ήσουν ήδη φευγάτος. Γιόρταζε το σπίτι και μια βαθιά μελαγχολία με έριξε κάτω. Μια βαθιά μελαγχολία ερχόταν, ρεύμα και ρίγος, ως τα ξημερώματα. Γιόρταζε το σπίτι κι εσύ χανόσουν μακριά μας. Ποιος σε κάλεσε και μέσα στη γέννησή Του; Ποιος; Γιατί σαν κάλεσμα νιώθω την αιφνίδια φυγή σου και όχι αλλιώς. Κάλεσμα από τα ουράνια και για την εκλεκτή ψυχή σου. Σε θυμάμαι, όταν ήρθες στον τόπο, εκείνο το βράδυ της Σκοτεινής Κυρίας, να διαβάζεις, στο τέλος ένα σιντι είχα βάλει, γύρισες, μου είπες, τι είναι, αν και ήξερες, η μπαλάντα του κυρ Μέντιου σού λέω, μ' αρέσει αυτό, κι εμένα, απαντώ, κανείς άλλος δεν άκουγε, κανείς δεν καταλάβαινε, η κυρά η ποίηση όριζε τότε το χρόνο και τον τόπο, αυτή η σκοτεινή κυρία, η ψυχή είχε πάρει αέρα, αυλιζόταν στο φως, που λέει ο Ιώβ που αγαπούσες. Εσύ όμως άκουγες. Μα κανείς άλλος έκτοτε δεν ακούει στην ποίηση, κανείς άλλος δεν τολμά, ομφαλοσκόποι δείχνουν κι ας μην είναι κι έτσι διασχίζουν τους τόπους της. Κλεισμένοι στον εαυτό τους, κλειστοί ως όστρακα. Μισάνοιξαν μονάχα κι έπειτα αμπάρωσαν. Απ' έξω μας κλείδωσαν χρόνια τώρα. Αναρωτιέμαι, Αργύρη, και ρωτώ, γιατί οι άνθρωποι χτυπούν την πόρτα των ανθρώπων, αν όχι για να μπουν; Εσύ όμως άκουγες. Ως τώρα άκουγες, ως τα τώρα ήσουν εκεί. Άντεχες την αλήθεια και δε φοβόσουν να την υπερασπιστείς. Δε φοβόσουν να την ομολογήσεις. Τη μικρή ή τη μεγάλη. Ταπεινά να την εκθέσεις και ό,τι έχεις εντός σου να το πεις. Κι αν ήταν να συγχωρεθείς, θα συγχωριόσουν. Κι αν σ αγαπούσανε στ αλήθεια, θα σ' ένιωθαν. Κι εμείς επί θανάτου είμασταν μ' αψήφησαν τον πόνο μας ή δεν τον λογάριασαν σωστά. Κι εμείς επί θανάτου είμασταν, μας τίναξαν όμως, και μια και δυο, όπως τινάζεις απ' το πέτο σου ένα σκουπίδι. Εσύ όμως άκουγες. Σπάνια περίπτωση ποιητή και ανθρώπου αγαπητικού. Ως ποιητής ήσουν άνθρωπος και ως άνθρωπος στάθηκες ποιητής. Χρόνια τώρα κανείς δεν καταλαβαίνει, Αργύρη. Ή μάλλον καταλαβαίνει και περιχαρακώνει μονάχα τον εαυτό του. Χρόνια τώρα όλοι αμύνονται και ελάχιστοι άοπλοι κινάμε. Αφοπλισμένοι εκ των προτέρων, ίσως και εκ πεποιθήσεως, και γι' αυτό στο πρώτο χτύπημα σωριαζόμαστε. Κι έτσι φτάσαμε κι ο άνεμος που φυσά να μας πληγώνει. Αφελείς όχι. Τότε τι; Χρόνια τώρα μονάχος ο καθείς, κλεισμένος μέσα στα βουνά του. Ήρθες και τα βουνά άνοιξαν για χάρη σου. Βλάστη και Κλεισούρα, Εμπόριο το πρώτο βράδυ με κρασί γερό. Ζαλίστηκες, ζαλιστήκαμε όλοι, μας συνεπήρες με τη ζεστασιά σου. Μη με προσέχεις τόσο, δεν έχω ανάγκη, μου έλεγες. Σε νοιαζόμουν όμως και σε πρόσεχα. Ώσπου να φύγεις. Μας σπάραξες. Κι ας έφυγες, όπως το' θελες. Χρόνια τώρα, Αργύρη, από τότε, μα τίποτα δεν άλλαξε. Ίδια τα βουνά και απαράλλαχτα, ίδιος ο καημός τους. Από παντού περισσέψαμε, Αργύρη, και δε χωράμε. Όλοι χωρούν και προχωρούν, εμείς δε χωράμε, Αργύρη, εμείς σερνόμαστε. Όλοι χωρούν, Αργύρη, εμείς περισσεύουμε. Προχωρά ο καθείς και δίχως μας. "Ελάτε να παίξουμε", έγραφες, κι απ' αυτό σε γνώρισα και σε ξεχώρισα, τη γραφή σου την αγάπησα, ελάτε να παίξουμε, και κινήσαμε, κι όλα τα παιχνίδια που μας έμαθες τα παίξαμε, το κρυφτό και το κυνηγητό και την τυφλόμυγα, μα άλλο παιχνίδι δεν αντέχω. Ίσως και μόνη μου να έπαιζα, Αργύρη, και να πλανήθηκα πως είχα και συμπαίκτες. Κατέβα να μιλήσουμε θα σου λέω στο εξής, μα δεν ξέρω πού να σταθώ να σου το πω. Αν είχα τη γη σου μπροστά, μπορεί και να παρηγοριόμουν, μα τώρα έχω μονάχα τη μνήμη σου μέσα μου, κι αυτό δεν είναι απτό, δε φτάνει. Θα σε θυμάμαι εδώ, στο μοναστήρι της Κλεισούρας, εκείνο το κυριακάτικο πρωινό, μπρος στη γερόντισσα Ανυσία, είναι ποιητής, σας συστήνω, και σου χάρισε βιβλία, να γράφετε το καλό, κ.Αργύρη, και εσύ, δεν πιστεύω μου έλεγες και μου ξανάλεγες άλλες φορές, τότε όμως την άκουγες με σεβασμό. Ένιωθες τους ανθρώπους, τους τιμούσες και τους εκτιμούσες με το ένστικτο της ψυχής. Θα σε θυμάμαι εδώ, εκείνο το μεσημέρι στη Βλάστη, το χάρηκες με την καρδιά σου, και μεις νιώσαμε ότι μετείχαμε σε κάτι ξεχωριστό, ότι μας πλούτιζες με την παρουσία σου, ότι μας αγκάλιαζε όλους, ότι αγγίζαμε την ομορφιά της ζωής και της φιλίας μες σε καιρούς δύστροπους και εξαιρετικά μοναχικούς. Θα σε θυμάμαι στο σπίτι, λίγο πριν φύγεις από τα μέρη μας. Ένιωθα κάτι να ξεριζώνεται, όταν σε πήρε ο Σταύρος και φύγατε. Θα σε θυμάμαι εκείνο το χριστουγεννιάτικο πρωινό στην Πλάκα, πάντα Χριστούγεννα συναντιόμασταν, στο "Τρίστρατο", ρακόμελα να πίνεις, μαζί σου και μεις, σοκολάτες τα παιδιά, τα φιλούσες, τα χαιρόσουν. Είχες ανοιχτή την ψυχή και κέρδιζες στη ζωή. Κι ας μη φαινόταν πάντα. Θυμάμαι το δρόμο να διασχίζουμε, αυτοκίνητα πολλά, η Ρώσικη μπροστά, μας κράταγες με τη Χριστίνα απ' το χέρι. Έγνοια προστατευτική, ανθρώπου τρυφερού. Ξεριζώθηκα ξανά. Γύρισα, σε κοίταξα, μες στο δρόμο να περπατάς, είναι ποιητής, προσέξτε τον, δεν είναι από πέτρα. Χάθηκες μες στο πλήθος. Θα σε θυμάμαι στον Γαβριηλίδη, που άλλαξε στέκι, μα πώς θ' αφήσετε τούτο τον τόπο, τους είπα και θα πάτε αλλού. Τούτος ο τόπος είναι ο Αργύρης Χιόνης. Έφυγα τότε θλιμμένη βαθιά. Ήταν οι τελευταίες μέρες πριν κλείσουν στη Μαυρομιχάλη.  Έφυγα, δίχως να σε συναντήσω. Είχαμε χαθεί. Μα στην Αθήνα ήσουν πάντα χαμένος κι εγώ το ίδιο, στα βουνά μας μέσα ήταν καλύτερα, κι ας μη βλεπόμασταν. Βλέπω την τελευταία σου αφιέρωση, ίδια σχεδόν όπως οι πρώτες, γράμματα που παίζουν πάνω στο χαρτί: "[...], με την αγάπη μου, πάντα, Αργύρης". Αυτές τις μέρες τα είχα ξανανοίξει, σκεφτόμουν, τι τον έπιασε και γράφει τόσο για το θάνατο, τι τον έπιασε, "εκδοχές του τέλους" και "αυτοσχέδιες προσευχές". Δεν πρόλαβα να σε ρωτήσω. Είχα σταθεί στο ποίημα της Χρύσας. Εκείνο με είχε ταράξει. Ο θάνατός σου για τον οποίο μιλούσες, με είχε ταράξει. Το θάνατό σου δεν άντεχα, Αργύρη, ούτε στο χαρτί δεν ήθελα να τον βλέπω. Σ αγαπήσαμε Αργύρη κι αν μονολογώ για χάρη σου, είναι γιατί δεν ξέρω πού να σε συναντήσω πια. Είναι γιατί μού λείπει ήδη η φωνή σου, είναι γιατί δεν θα σε ξαναδώ, είναι γιατί αυτό το γράμμα δεν θα το λάβεις. Είναι γιατί δεν ξέρω πού αλλού να το στείλω. Είναι γιατί δεν θέλω να ξαναγράψω πια. Είναι γιατί της Αλυπίας η Χώρα ήταν και πια δεν είναι. 

φωτογραφία: Ο ποιητής Αργύρης Χιόνης καλεσμένος της Απαγγελτικής Ομάδας Καϊλαρίων τον Σεπτέμβριο του 2007 στο Αναγνωστήριο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πτολεμαϊδας
η φωτογραφία ανήκει στο αρχείο της Απαγγελτικής Ομάδας Καϊλαρίων

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Δώρα πτερόεντα

Νιώθεις κάποτε σα να περπατάς σε δάσος. Όχι σε δάσος. Σε ναρκοπέδιο. Βήμα-βήμα, ανάσα την ανάσα, λόγος στο λόγο, προσεκτικά, μην τύχει και πατήσεις τη νάρκη. Την πατάς. Θρυμματίζεσαι για μια ακόμη φορά. Κι έπειτα το ναρκοπέδιο κάστρο γίνεται και γύρω του τάφρος βαθιά κι εκεί που πας τη γέφυρα να περάσεις, σταματάς. Η γέφυρα σηκώνεται. Για μια ακόμη φορά. Νιώθεις κάποτε σα να προχωράς σε δάσος, χάνεσαι ξανά, μένεις μόνος, κι έπειτα μια δύναμη -θεϊκή σίγουρα, μα και η άλλη- σου υπαγορεύει να περάσεις πάλι μπροστά, τη γέφυρα να ρίξεις, τα θραύσματά σου να μαζέψεις, ξέφωτο να βρεις. Ξέφωτο του Θεού. Το βρίσκεις. Γιατί αγαπάς.

Μοιάζει η ζωή με δώρο. Ή η ζωή σού αφήνει κάποτε στα χέρια ένα δώρο. Προσέχεις πώς θα το ανοίξεις, τις κορδέλες αργά-αργά ξετυλίγεις, το χαρτί προσεκτικά αφαιρείς, με τρυφερότητα, σχεδόν με στοργή. Και άλλοτε δεν ξέρεις πώς να το ανοίξεις -ίσως γιατί δώρα δε συνήθισες και δυσκολεύεσαι να τα πιστέψεις- και στην προσπάθειά σου το χαρτί το σκίζεις. Άθελα σου το πονάς. Το δώρο είναι εκεί έτσι κι αλλιώς. Αν είχε όμως φωνή, στην πρώτη περίπτωση στο χάδι θα αφηνόταν με ευγνωμοσύνη, τι το' χει ανάγκη πολλή, όσο κι εσύ που πας να το ανοίξεις, ενώ στη δεύτερη το ξέσκισμα δε θα το άντεχε, όπως κι εσύ που με δυσκολία το ακουμπάς. Δε μιλά όμως, γιατί νιώθει πως εσύ που το ανοίγεις ίσως περισσότερο να πονάς. Και έτσι το δώρο σιωπά. Αγνοώ όμως ποια δύναμη -θεϊκή σίγουρα- κρατά αυτό το δώρο -έστω ημιθανές- στα χέρια εκείνου που του ανήκει. Αγνοώ ποια δύναμη δεν το επιστρέφει στα ουράνια.

Μοιάζει η ζωή με δάσος σε ομίχλη. Πορεύεσαι εντός του μοναχός και μοναχά ένα κλαδί σκουριάς σού απέμεινε, δώρο αυτό, τη ζωή σ' αυτό το σκοτεινό δάσος να σου θυμίζει. Κι αν το τσακίσεις,  κλαδί είναι, για να το ανταμώσεις βρέθηκε μπροστά σου, για τα δικά σου χέρια είναι εκεί.

φωτογραφίες: http://www.christos-lamprianidis.gr/

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο



Δεν ξέρω γιατί τούτες τις μέρες ξαναγύρισα στον Άγγλο ασθενή. Είναι που θυμήθηκα αυτή την υπέροχη σκηνή στο παρεκκλήσι αλλά και την πριν. Είναι που κουβαλώ απάνω μου τη μουσική του, μου φέρνει κοντά κάτι από τη γοητεία της ερήμου χώρας και της σιωπής μιας χωνιασμένης πληρότητας. Ήταν από αυτές τις μουσικές που πήγαινε κι ερχόταν τις μέρες που οι πόρτες της σχολικής βιβλιοθήκης ήταν ανοιχτές και όχι σφραγισμένες. Από τότε έχω να την ακούσω όλη. Ωστόσο τη θυμήθηκα κι αμέσως-αμέσως λόγοι του Ρώσου εισήλθαν αιφνίδια στο στερέωμα: "Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο". Και η ελπίδα, σκέφτομαι. Και η ελπίδα. Δεν ξέρω γιατί, λόγοι επίσης αιφνίδια εισήλθαν από το μυθιστόρημα του Θοδωρή Καλλιφατίδη "Φίλοι και εραστές" και μάλιστα η ύστερη φράση του, "Η πραγματική εξορία είναι να ζεις δίχως αγάπη", που το διάβασα εν τέλει πέρυσι και εντός εκείνου του τόπου. Οι συνειρμοί ώρες-ώρες μας αφήνουν ενεούς.

Τη 25 προς 26 του αυτού μηνός μνήμη Στυλιανού και Αλυπίου του Οσίου, του άλλου όμως. Εντούτοις τον εορτάζω με την ίδια ευλάβεια, μέρα εορτής και του μικρού μου γιου. Βρέθηκα στην εκπνοή σχεδόν της μέρας και μετά την αποδείπνου ώρα στο δρόμο που οδηγεί προς τα χωριά του Μουρικίου, όχι όμως στη στροφή προς Νάματα και Βλάστη, εκεί και λίγο πριν έστριψα αριστερά προς το μοναστήρι του Αγίου Κοσμά μεταξύ Αρδάσσης και Κρυόβρυσης -δρόμος γεμάτος θάματα, νύχτα σπαρμένη μάγια- στις υπώρειες του Άσκιου. Αγρυπνία ετελείτο προς τιμήν των Αγίων, καθώς και του Νίκωνος του μετανοείτε, υπό το ισχνό μα φλογοβόλο φως τεσσάρων μελισσοκηρίων που σκιές σκορπούσε στα πρόσωπα μα και στα πράγματα, δυο να φέγγουν την άβατο Αγία Τράπεζα, ένα στην πρόθεση να καρτερεί και άλλο ένα τα αναγνώσματα και τους ψαλμούς να θαμποφέγγει.

Πρόλαβα τις καταβασίες των Χριστουγέννων, που εισήλθαν στη μελαγχολία των προεόρτιων ημερών, μα και αυτών που θα επακολουθήσουν. Ανήμερα των Εισοδίων το προοίμιό τους και είναι η μέρα που στολίζεται το σπίτι για το χατήρι των παιδιών εκ θεμελίων. Ακόμα και το έλατο της αυλής περιμένει τη σειρά του. Το άλλο έλατο στέκεται στο παραθύρι να συχνομιλά με τη νύχτα, τα περάσματά μας τα σκοτεινά να συντροφεύει, μα και τη μέρα αλλιώς να τη φωτίζει. Παλιά στολίζαμε καράβι χειροποίητο ιστιοφόρο απ' τον καιρό που φοιτητές διασχίζαμε την παραλία της συμβασιλεύουσας πόλης. Τότε το είχες αγοράσει από έναν πλανόδιο τεχνίτη, αυτό και τα βιβλία σου κουβάλησες στα δυτικά της ενδοχώρας έπειτα. Τώρα κουρνιάζει στη σοφίτα, ταλαιπωρημένο απ' του καιρού το πέρασμα, του κύκλου τα γυρίσματα και του τροχού τ' απάνω και τα κάτω, τα παιχνίδια των παιδιών, κουρασμένο καράβι μιας δεκαετούς συνύπαρξης, τι στόλιζε το σαλόνι την κάθε μέρα και μόνο τα Χριστούγεννα φορτωνόταν τα φωτάκια κι έμοιαζε ως να έπλεε μυστικά σε πελάγη που αυτό μονάχα γνώριζε. Απ' τον καιρό της τελευταίας μετακόμισης καρτερεί στη σοφίτα, περιμένοντας ίσως τη στιγμή που θ' ανεβούμε και με τη στοργή που το πρωτοπήραμε στα χέρια μας και το απαγκιάσαμε στο φοιτητικό δωμάτιο, με την ίδια πάλι να το αγκαλιάσουμε, μαζί του να κατέλθουμε, στον καινό τόπο να εισέλθει ξανά.

Ανέβαινα προς το μοναστήρι και μες στα χωράφια της εορδαϊκής γης ένα φως παρέσυρε το βλέμμα μου και με ξάφνιασε προσώρας. Ένας χριστιανός είχε στολίσει την αυλή του με υπερβάλλοντα ζήλο εν όψει της Δεσποτικής εορτής. Ξαφνιάστηκα, αν και γιατί, αφού κι εμείς είχαμε προτρέξει. Ωστόσο, εντός του σκότους και της ερημιάς της διαδρομής, έμοιαζε ως φως εστίας που φέγγει μακρόθεν να οδηγεί τους θαλασσοπνιγμένους, τα ναυαγίων ναυάγια, τους μη έχοντας ελπίδαν, του Παπαδιαμάντη. Έτσι το είδα κι ας μην ήταν.

Χριστός γεννάται ακούς, δοξάσατε και κείνα τα απολυτίκια των Αγίων της ημέρας, μα φέτος στέκεσαι στην υπομονή του Αλυπίου. Το' χει το όνομα σκέφτεσαι και προσπαθείς να συμμαζέψεις την ψυχή εις τα εντός. Ακούς και τα κοντάκια, μα σε παρέσυρε η υπομονή του, εκεί όπου ο Ιώβ μνημονεύεται, που το Θεό του αποστράφηκε, μα έπειτα τον ξαναβρήκε, οδηγημένος από τη βαθιά αγάπη που υπέφωσκε εντός του, ώριμος πια, μέσα από την υγιή αγωνία της ψυχής του ή την πύρινη πορεία, που γράφει η Καρέλλη.

Ὑπομονῆς στῦλος γέγονας, ζηλώσας τοὺς Προπάτορας Ὅσιε,
τὸν Ἰὼβ ἐν τοῖς πάθεσι, τὸν Ἰωσὴφ ἐν τοῖς πειρασμοῖς,
καὶ τὴν τῶν Ἀσωμάτων πολιτείαν,
ὑπάρχων ἐν σώματι, Ἀλύπιε Πατὴρ ἡμῶν Ὅσιε,
πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμων
 
Η κάρα του Οσίου βρίσκεται στο Όρος, μαθαίνεις, στη Μονή του Κουτλουμουσίου. Εκεί υπήρχε μοναστήρι του παλιά. Όποιος πάει, μπορεί να τον αναζητήσει. Όσο για εμάς, επιστρέφουμε στα δικά μας.
 
Παιδιά πάνε κι έρχονται, μαζί και τα δικά σου, περνούν πίσω από την Αγία Τράπεζα,  το σταυρό τους κάνουν, κοιτούν κάπως με απορία, μπορεί και με μικρούλη δέος, το τι συμβαίνει ενώπιόν τους, βγαίνουν έξω μες στο σκοτάδι μιας νύχτας σιωπηλής, τη σιωπή της σπάνε με τις φωνές τους σα μικρά σπουργίτια που τιτιβίζουν ακατάπαυστα, μέσα μπαίνουν ξανά, σε ημικύκλιο στέκονται μπρος στο Ευαγγέλιο, κεράκια κρατούν στα χέρια τους, φωτίζει ο τόπος, κεράκια κρατούν, ένα όμως και όχι δύο, όπως συνήθιζες άπαξ να συλλέγεις κι έπειτα να τα πλέκεις, ποια δύναμη ήταν αυτή που σ' έκανε να τα βλέπεις πλεγμένα, κεριά από μοναστήρια κι εκκλησιές που προσκυνούσες.

Ακούς τον Απόστολο, Β προς Κορινθίους και σταματάς, ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ' οὐ στενοχωρούμενοι, αρχίζεις έσωθεν να καταρρέεις, σκέφτεσαι πως ο Χριστός ζητά αγώνα, μα τούτο αγώνας δεν είναι, παρά μαρτύριο, όμως και η πίστη που είναι πάθος, λέει ο Kierkegaard, και η πίστη μια ατελεύτητη αγωνία που εκπνέει στην έξοδο του καθενός, στην αγωνία ενός Δον Κιχώτη που έγραφε πριν ο Unamuno, και η πίστη τα ίδια, μαρτύριο και αυτή, όπως και το άλλο, και η ανάβαση ήδη έχει αρχίσει, έως το "Λάβετε" να αγγίζει πια τον άβατο τόπο του ζενίθ, πράμα σπάνιο για τη ζωή της ψυχής, που σου' ρχεται να κρυφτείς, κατεύθυνον, Κύριε, σκέφτεσαι, τα διαβήματα και κάνε ό,τι θέλεις πια, σου υποτάσσομαι άνευ όρων και άνευ των χοϊκών ορίων, μονάχα, Κύριε, λιγότερη θλίψη, σε παρακαλώ, λιγότερη στο μέλλον να μας επιφυλάξεις, γιατί ως στρουθίον και τίποτα παραπάνω και αυτή η ψυχή άλλη θλίψη δεν αντέχει λες κι ακούς το Δι' ευχών, κόσμος σκυφτός μα κάπως μαλακωμένος αντίδωρο παίρνει, γεμίζει τις παλάμες με επουράνια παραμυθία, ένα χειρόγραφο Άσμα Ασμάτων σου έρχεται στα χέρια, έχει καιρό που παρακάλεσες γι' αυτό και ήταν η μέρα του για να το λάβεις, Αλυπίου του Αγίου και Στυλιανού, να σε στηρίζει ακούς, το' χει η μέρα, σκέφτεσαι, να' χω να κάνω με το Άσμα, το συλλέγω κι αυτό μαζί με του Σεφέρη και του Γκανά, μου λείπει η φωνή του όμως, σκέφτομαι. Είναι καιρός να το ακούσω πια, τι κάθε κείμενο μοναδικό έχει μέσα του φωνή σαρκωμένη που πρέπει μια τουλάχιστον φορά να χωρέσει εντός του χοϊκού χρόνου. Μα αυτό είναι πια δουλειά περίπου του Θεού. Λίγη χαρά να μας επιφυλάξει. Σε μια παρένθεση να μας χωρέσει. Η ψυχή τρέμει να ρισκάρει, η ψυχή φοβάται, γιατί ξέρει πια πως την οποιαδήποτε αποστροφή, κάποτε και αποπομπή, δεν αντέχει να την ξαναζήσει. Η ψυχή φοβάται, όσο κι αν αγαπά. Η ψυχή έχει ανάγκη το "Ελθέ" της. Το κάλεσμα εκείνο του Χριστού πάνω απ' τα κύματα. Η δική της κακουχία έγινε και του σώματος, το συνάχι πια δε λέει να φύγει από πάνω σου, κι έτσι μπορεί και ένα παραλήρημα όλα τα παραπάνω, εμπύρετο και άλλοτε χωρίς.

26 του μηνός μες στα χαράματα μιας συναχωμένης αϋπνίας

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Άσμα Ασμάτων



Τη 23 προς 24 του αυτού μηνός και μετά τα μεσάνυχτα κι ύπνο δεν είχα, βρέθηκα, όχι ενυπνίως, μα κανονικώς στην αυλή του σπιτιού μου, τι το'ριχνε ψιλό-ψιλό από ώρα και ομίχλη είχε ενσκήψει ως αγκαλιά στον τόπο τούτο των δυτικών της ενδοχώρας και τα δέντρα του πάρκου έσταζαν μες στο Νοέμβρη υγρασία της νύχτας γλυκειά, σα να' χε πέσει χιόνι ως άχνη και ψυχή δεν περπατούσε ούτε και που ακουγόταν, ακόμα και τα σκυλιά της γειτονιάς είχαν λουφάξει, μα ένα φως μες απ' τα σύννεφα, ρόδινο φως που έφερνε βροχή του όρθρου χαραμάδες σκορπούσε μες στο σκοτάδι και ήταν μια νύχτα φωτεινή και σιωπηλή πολύ όπως η πίστη όταν γίνεται απόσταγμα ή πάθος όπως στον Αβραάμ. Ως ενθύμηση γλυκειά εντός του σκότους ερχόταν άσμα θρηνητικό που τα' κουγα όπως περίπου το Άσμα Ασμάτων. "Για την αγάπη μου και τι δε θα'κανα" μεταφράζουν όσοι γνωρίζουν το παραδοσιακό αυτό  τραγούδι της Ουγγαρίας στα αγγλικά. "Αγάπη, γιατί δεν άνθισες στην κορφή κάθε δέντρου, γιατί όχι στα φυλλώματα ενός καστανόδασους". Δεν ξέρω όμως γιατί, η ψυχή μου επιμένει να το ακούει ως το Άσμα εκείνο του Σολομώντα.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Η "περιχώρησις" των ποιητών



Στο πατάρι των περιοδικών αναγνώσεων με την ψυχή μονάχα

Διάβαζα τούτες τις μέρες ανακατωμένα. Πράγματα που έρχονταν (ο Σολωμός), πράγματα που μόλις είχαν περάσει (Γρηγόριος ο Θεολόγος), πράγματα στη μνήμη καρφωμένα (ο Σκιαθίτης). Συναντήθηκαν όλα μαζί με αφορμή τον πρώτον, που τον ξανάπιασα στα χέρια μου, μια και σε υποχρεώνει σε διαρκή επανάληψη. Πόσο μοιάζουν, σκέφτηκα. Πόσο συγγενείς οι ψυχές τους. Άλλος ο τόπος, ο χρόνος άλλος, άλλες οι συνθήκες ζωής, μες στην πραγματική ζωή δε χωράνε, κι όμως πόσο μες στα κείμενά τους χωράνε.

Τούτο μου θυμίζει την περιχώρησιν [στα λατινικά circumincessio], λέξη που αφορά στην τριαδικότητα του Θεού και που σημαίνει την αμοιβαία διείσδυση των τριών προσώπων του ενός μέσα στο άλλο. Κάπως έτσι διεισδύουν και οι ποιητές, αμοιβαία, ο ένας μέσα στο πρόσωπο του άλλου, ο ένας μες στην ψυχή του άλλου, κάπως έτσι χωρούν πέρα από το χρόνο ή τον τόπο. Κάπως έτσι ανταμώνουν, μέσα από λέξεις κοινές, σε χρόνο κοινό, μα ανύποπτο (τι μεγαλείο και άγνωστο πώς), μα πιο πολύ μέσα από χαραμάδες ή ρωγμές που χαράκιασαν με την ίδια ένταση και έμφαση το Άγιο Βήμα της ψυχής τους, που γράφει ο Σολωμός.

Νιώθω την ανάγκη να παραθέσω μαζί τα αποκόμματα τούτα, που μοιάζουν με σπίτια κολλητά το ένα στο άλλο, που μοιάζουν με σπίτια που σχεδόν ανασαίνουν το ένα μέσα στο άλλο. Που η ζωή του ενός είναι κατά κάποιο τρόπο και του άλλου ζωή. Είτε είναι τα στενά του Σολωμού, είτε οι δρόμοι της θλίψης του Γρηγόριου, είτε η εγκρατής φουσκοθαλασσιά του Σκιαθίτη.


Πτηνόν γαρ ειμι ραδίως μετάρσιον.
Γιατί σαν το πουλί είμαι κι εύκολα πετώ.

Γρηγόριος ο Θεολόγος


Μου φαίνεται πως πάω και ταξιδεύω
Στην ερμιά του πελάγου εις τ’ όνειρό μου.
Με το κύμα, με τς ανέμους παλεύω
Μοναχή, και δεν είσαι εις το πλευρό μου.
Δε βλέπω με το μάτι όσο γυρεύω
Πάρεξ τον ουρανό στον κίνδυνό μου.
Τονέ τηράω, βόηθα, του λέω, δεν έχω
Πανί, τιμόνι, και το πέλαο τρέχω.

Διονύσιος Σολωμός, Ο Λάμπρος [1824-1826]


Τις δρυς τοσαύτην πνευμάτων φέρει βίαν;
Τις ναυς τοσούτοις κύμασι συνερράγη;
Πόνω τέτρυμμαι, πραγμάτων τ’ επιδρομαίς.

Γρηγόριος ο Θεολόγος, [329-390 μ.Χ.]


Μάνα μου, εγώ' μαι τ’ άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι,
όπου το δέρνει ο άνεμος, βροχή που το πληγώνει
Το δόλιο όπου κι αν στραφή κι απ’ όπου κι αν περάσει
δε βρίσκει πέτρα να σταθή, κλωνάρι να πλαγιάσει.

Εγώ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ' αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό, σε θάλασσ' αφρισμένη
παλαίβω με τα κύματα, χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα πλην την ευχή σου μόνη.

Στην αγκαλιά σου τη γλυκειά, μαννούλα μου, ν' αράξω
μες στο βαθύ το πέλαγο αυτό πριχού βουλιάξω.

Μαννούλα μου, ήθελα να πάγω, να φύγω, να μισέψω,
του ριζικού μου από μακριά τη θύρα ν' αγναντέψω.
Στο θλιβερό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω,
κι εκεί να βρω τη μοίρα μου και να την ερωτήσω.

Να της ειπώ είναι πολλά, σκληρά τα βάσανά μου,
ωσάν το δίχτυ που σφαλνά θάλασσα, φύκια κι άμμο,
είναι κι η τύχη μου σκληρή, σαν την ψυχή τη μαύρη,
π' αρνήθηκε την Παναγιά κι οπόλεος δεν θαύρει.

Κι εκείνη μ' αποκρίθηκε, κι εκείνη απελογήθη
"Ήτον ανήλιαστη, άτυχε, η μέρα που γεννήθης
άλλοι επήραν τον ανθό και συ τη ρίζα πήρες
όντας σε έπλασ' ο Θεός δεν είχε άλλες μοίρες".

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το σκοτεινό τρυγόνι [1874]

ΤΙΤΛΟΙ ΤΕΛΟΥΣ:

Μάλαμας και Παπακωνσταντίνου Θανάσης είναι αυτοί που παραμυθούν σήμερα, είτε τραγουδούν είτε γράφουν, με λόγο που έχει κοντά του το παραμύθι, μα και τους θρύλους ή τις παραλογές -κάτι σα δημοτικό τραγούδι που επιστρέφει με άλλο ένδυμα, με λόγο που ανεβαίνει από τα έγκατα της ηπείρου χώρας. Λόγο βαρύ και γι' αυτό βαθιά αληθινό. Δίχως ψιμύθια και άλλα περιττά. Λόγο βαθύτατα ποιητικό. Που έχει κάτι από τη δίψα της Ανατολής. Άλλωστε, όλοι οι προηγούμενοι ποιητές, ακόμα και ο Σολωμός που ξενιτεύτηκε κάπως νωρίς στη Δύση, για να επιστρέψει έπειτα και στα νυχτέρια των γυναικών των Ελεύθερων Πολιορκημένων να γονυκλινήσει, όλοι τους, έχουν εντός τους την Ανατολή και με τον τρόπο τους ο καθείς τη διψούν.

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Ο ξεπεσμένος που επιστρέφει



Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει και χαρά σε εκείνον που ξέρει να τον γυρίζει τον κόσμον αυτόν», είναι μια φράση «κλειδί» στο έργο αυτό του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ένα διήγημα που «μυρίζει» τον αέρα μιας άλλης εποχής, που όμως έχει τόσα κοινά με τη σημερινή. Ο ήρωας του έργου ένας ξένος, άστεγος… Η εικόνα του άστεγου δερβίση δεν ήταν στη φαντασία του συγγραφέα, προφανώς τον είχε συναντήσει ο Παπαδιαμάντης, τον είχε ακούσει να παίζει το νάι του, είχε ταυτιστεί μαζί του. Μια μέρα όμως ο δερβίσης εξαφανίστηκε… Ο συγγραφέας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο ήρωας ο ξεπεσμένος δερβίσης απαιτούν έναν ηθοποιό να αφηγηθεί την ιστορία. Αυτός είναι ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Κωνσταντίνος Ντέλλας, ο οποίος μίλησε στην «Πεμπτουσία» για το έργο που σκηνοθετεί και παίζει κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 9 το βράδυ, μέχρι τις 7 Δεκεμβρίου, στο Χώρο Τέχνης και Δράσης Βρυσάκι.

-κύριε Ντέλλα, ήταν τυχαία η επιλογή του συγκεκριμένου διηγήματος;

Θεωρώ ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο. Και αν θεωρούμε προς στιγμήν ότι είναι, η συνέχεια μας διαψεύδει.

-Είναι αλήθεια ότι θεωρείται από τους ειδικούς ως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα διηγήματα του Παπαδιαμάντη;

Το συγκεκριμένο διήγημα δεν φτάνει στην πλοκή του άλλα γνωστότερα και πιο σύνθετα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Έχει όμως δύο παραγράφους, στο σημείο που αναφέρεται στο μουσικό όργανο νέυ – νάι το ονομάζει, με την παλιά περσική ονομασία του – οι οποίες θεωρούνται από τους ερευνητές ως επιτομή της παπαδιαμαντικής γλώσσας.

-Ποια είναι η δική σας άποψη για το έργο;

Τα κείμενα που στην πορεία μένουν διαχρονικά, έχουν μια υπόσταση υπαρξιακή. Ο ξεπεσμένος δερβίσης, που κανείς δεν ξέρει από πού ήρθε και κανείς δεν μαθαίνει πού κατέληξε, είναι ένας από εμάς. Είμαστε εμείς, βασικά. Καλό είναι να βγούμε από τον καθόλου επιτυχημένο μικρόκοσμο που έχουμε φτιάξει και να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτοί που στη χώρα μας είναι άστεγοι, δουλεύουν στους δρόμους, είναι άνθρωποι που κουβαλούν τις δικές τους ιστορίες. Κάποτε μπορεί και εμείς να είμαστε σε κάποια άλλη χώρα στην ίδια θέση. Και, εν τέλει, πέρα από το κυριολεκτικό του πράγματος, όλοι μας είμαστε ξένοι σε αυτόν τον κόσμο. Το δυστύχημα είναι ότι το ξεχάσαμε και λειτουργούμε σαν ιδιοκτήτες χωρίς κανένα σεβασμό και καμία συναίσθηση ότι είμαστε μέρος ενός συνόλου που απαιτεί το σεβασμό μας. Έχοντας όλα αυτά στο μυαλό μου, αγάπησα το συγκεκριμένο διήγημα και νομίζω ότι και εκείνο μου ανοίγει τους κόσμους του απλόχερα.

-Πώς ξεπεράσατε τις δυσκολίες που συνεπάγονται από το γεγονός ότι είστε ο σκηνοθέτης και ο μοναδικός ηθοποιός της παράστασης;

Η δυσκολία, όπως και όλα τα πράγματα, είναι σχετική. Όταν ένα πεζό, ένα ποίημα έχει να μου πει κάτι, γίνεται κατευθείαν ένας σωρός από εικόνες στο μυαλό μου. Όλα αυτά μπήκαν σε μία σειρά και με τη βοήθεια των ανθρώπων που συνεργάζομαι και εμπιστεύομαι έγιναν παράσταση. Η ιστορία θα δείξει, λοιπόν, αν το καταφέραμε.

-Τι ρόλο έπαιξαν οι υπόλοιποι συντελεστές στο αποτέλεσμα;

Έχω την ευτυχία να είμαι με ανθρώπους κοινής αισθητικής και οπτικής. Ο Ανδρέας Σκούρτης που έκανε τη σκηνογραφία και ο Παναγιώτης Γεωργοκώστας στην επεξεργασία της μουσικής, μιλάνε την ίδια γλώσσα με μένα. Όταν ασχολούμαστε με κάτι πρώτα το ακούμε τι έχει να μας πει και μετά συμπληρώνει ο ένας τον άλλο. Οπότε, δεν έπαιξαν κάποιο ρόλο αυτοί οι άνθρωποι, αλλά οι ίδιοι είναι η παράσταση.

-κύριε Ντέλλα, στην μεταφορά του κειμένου στο σήμερα επιλέξατε να μείνετε πιστός στην «παπαδιαμαντική» γλώσσα. Πιστεύετε ότι είναι κατανοητή από το σημερινό άνθρωπο;

Μια μουσική είναι ο λόγος του Παπαδιαμάντη και έτσι την προσέγγισα. Σκοπός της παράστασης είναι να αφήσει ο θεατής για λίγο στην άκρη τη λογική του και να εμπιστευθεί τις αισθήσεις του. Είναι απόλυτα κατανοητό ότι δεν μπορεί κάποιος να καταλάβει τα πάντα ακούγοντας το κείμενο. Γι’ αυτό το λόγο, η παράσταση στήθηκε με τέτοιον τρόπο, ώστε οι εικόνες που δημιουργούνται, οι ήχοι, ακόμα και τα σκοτάδια, να επαναφέρουν το θεατή στην παιδική του ηλικία, όπου ελαφρύς ακόμα από τις άμυνες που έφτιαξε μεγαλώνοντας, άκουγε παραμύθια, χωρίς να καταλαβαίνει τα πάντα, και μαγευόταν από την αίσθηση που του προκαλούσαν.

-Αν είχατε τη δυνατότητα να προτείνεται ένα τέλος στην ιστορία του «ξεπεσμένου δερβίση» πιο θα ήταν αυτό;

Μου ζητάτε να χαράξω μία ευθεία πάνω σε έναν κύκλο. Τόσα χρόνια σαν είδος αυτό παλεύουμε να κάνουμε. Το κείμενο έρχεται να μας θυμίσει ότι όλα γύρω μας είναι κύκλοι, και θα μείνω σε αυτό. «Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει και χαρά σε εκείνον που ξέρει να τον γυρίζει τον κόσμον αυτόν» μας λέει ο Παπαδιαμάντης. Εγώ θα πω ότι είμαστε βαλίτσες που χορεύουμε σε ένα συμπαντικό ρυθμό. Γιατί να βάλω τέλος σε αυτό το ταξίδι;

-Θα θέλατε να μας μιλήσετε για το χώρο που φιλοξενεί την παράσταση; Έχω την αίσθηση ότι είναι σε απόλυτη αρμονία με το κείμενο…

Ο χώρος Τέχνης και Δράσης «Βρυσάκι» είναι ένα παλιό αθηναϊκό σπίτι. Στον πρώτο κύκλο παραστάσεων που έγινε το Σεπτέμβρη, ο δερβίσης έπαιξε στην αυλή. Τώρα που χειμώνιασε μπήκαμε μέσα, αλλά με μία άλλη οπτική, που θα δει ο θεατής ερχόμενος. Το διήγημα αναφέρεται στην περιοχή του Θησείου, συγκεκριμένα την περίοδο που γινόταν η προέκταση του ηλεκτρικού σταθμού Αθηνών Πειραιώς προς Ομόνοια, που τότε ήταν μέχρι το Θησείο. Την ώρα της παράστασης χτυπάει η καμπάνα του Αγίου Φιλίππου, ήχος –ίδιος από τότε-που ενώνει τον κυρ Αλέξανδρο με το Βρυσάκι. Όλο αυτό το διάστημα πηγαίνω στο Βρυσάκι μέσα από το Θησείο και την Πλάκα. Περνάω από την οδό Λεπενιώτου που βγάζει στην εκκλησία των Ασωμάτων, δρομίσκο που ακολούθησε ο δερβίσης, από την οδό Κλάδου-σοκάκι κάθετο στο χώρο της παράστασης- και βλέπω κάτω από ένα νάυλον παραπέτασμα έναν άστεγο. Όλα, λοιπόν, είναι εκεί και μας περιμένουν…

ΠΗΓΗ : http://www.pemptousia.gr/ Συνέντευξη στην Κατερίνα Χουζούρη


Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Στα ίδια λόγια θα γυρνάς. Τα ίδια λόγια για να πεις



Μόλις είχα γυρίσει από Κύπρο. Κόκκινη κλωστή δεμένη. Την πρώτη φορά που βρέθηκα στη νήσο. Κόκκινη κλωστή. Ιούνης. Μετά από κείνο το συνέδριο για τον ποιητή Κώστα Μόντη και τρεις σχεδόν μήνες μετά το θάνατό του. Μάρτης του 2004 όταν τελικά έφυγε από τη βεράντα. Τι να θυμηθώ απ' όλα. Κόκκινη κλωστή.

Δε βαρυέσαι, θα συνηθίση κ’ η βεράντα την απουσία μας,
θα προσαρμοστή,
θα κλείση τ’ άνοιγμα

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Θυμάσαι την ελληνική σημαία σε μια γωνιά των κεκλεισμένων θυρών του αββαείου του Bella Pais, σημαία υπόδουλη στη μοναξιά του τόπου, περιμένοντας μάταια χέρια να την αγγίξουν, μάτια να τη δουν και να την ξεδιπλώσουν. Την ορφάνια θυμάσαι του τόπου. Τόπος πεντάρφανος, ποιος σε αυτόν να επιστρέψει.

Θυμάσαι την Αξιοθέα, τόπο που τον περπάτησες δις, και μια ανάσα από την πράσινη γραμμή. Πήγαινες ερχόσουν στις γειτονιές, στις εκκλησιές της, τ' απάνω-κάτω έφερνες, κλεφτά μες απ' τις μισάνοιχτες τις πόρτες κοιτούσες, μες απ' τις γρίλλιες ή τ' ανοιχτά παράθυρα. Ερχόταν θέρος δριμύ και ένας άνεμος καυτός εφορμούσε κάθε μεσημέρι, τότε που ξέπνοη περίμενες το εσπέρας να δροσίσει. Γρίλλιες κλειστές και εντός μια Κάρμεν κινηματογραφική θυμάσαι, τον φορητό να ζωντανεύει με το δράμα της, το λίβα να σπρώχνει ως το απόγευμα. Βιβλία κλειστά. Τις ώρες λογάριαζες με τις προσευχές χριστιανών και μουσουλμάνων, στους ανοιχτούς ουρανούς να κονταροχτυπιούνται. Τις ώρες λογάριαζες, πότε με το Ιλ-Αλλάχ του μουεζίνη να τα διαβαίνει τα όρια, πότε με τις καμπάνες της Χρυσαλινιώτισσας. Απ' το' να παράθυρο ο μιναρές κι ο Πενταδάκτυλος. Απ' τ' άλλο το καμπαναριό και η μισή Λευκωσία.

Θυμάσαι τότε που το μεσημέρι αντάμωνε επιτέλους το απόγευμα, τότε που η κάψα υποχωρούσε προσώρας, για να επανέλθει την αυριανή, μα τότε και κάτω απ' το παράθυρό σου ξιφομαχίες άκουγες και μες απ' τις γρίλλιες έβλεπες, κρατώντας την ανάσα σου, μην τύχει και σε πάρουν μυρουδιά, μην τύχει και σε νιώσουν, όχι, δεν ήταν αληθινές, ήταν μονάχα τα βασιλόπουλα από τα πέρατα της οικουμένης που κάλεσε ο πατέρας της Αρετής να κονταροχτυπηθούν για χάρη της. Κάθε απόγευμα έως αργά το βράδυ οι πρόβες γίνονταν απέναντι του δωματίου που σε φιλοξενούσε, στο θεατράκι της Αξιοθέας, δίπλα στα κατεχόμενα, κάθε βράδυ ζωντάνευαν εμπρός σου τα πάθη του Ερωτόκριτου που κρίθηκε από τον έρωτά του.

Σύμφωνα με την "Επανάληψη" του Kierkegaard, που δεν την έζησε ο ίδιος, παρά μοναχά την επίστεψε, o Ερωτόκριτος, καθώς και ο Ιώβ, απέλαυσε εκ νέου τον απολεσθέντα παράδεισό του. Ξέκλεβες τις στιγμές του χρόνου, τα βιβλία έκλεινες και περνούσες απέναντι. Οχτώ χρόνια τα κουβαλάς αυτά τα βιβλία απάνω σου. Οχτώ χρόνια. Σε μια γωνιά καθόσουν στα ξύλινα ειδώλια κι η νύχτα έπεφτε κι από τη μια η Αρετή κι από την άλλη η νόνα της και παρεκεί ο Ρωτόκριτος να μιλούν μες στο σκοτάδι, ν' ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν, σ' ένα σκηνικό αληθινό, καθώς σε σπίτι αρχοντικό γίνονταν οι πρόβες και μέσα στην αυλή του. Σ' αυτή την αυλή, που ήταν και η σκηνή του, έγινε η παράσταση αφότου είχα φύγει. Μα είχα ζήσει τις πρόβες. Περπατούσε η Αρετή και τρίζαν τα πατώματα στο διάβα της. Τα βασιλόπουλα χτυπιόντουσαν μες στην ποδιά της. Όμως το μεσημέρι αργά και προς το απόγευμα δυο απ΄αυτά το ρόλο τους ενδύονταν κάπως νωρίτερα και προτού τους φτάσουν οι άλλοι, και κάτω απ' τα παραθύρια του δικού σου δωματίου δίνανε τη μάχη τους με λόγια-μισόλογα που δεν τα άκουγες ολόκληρα, ποιος ήταν ο Καραμανίτης και ποιο το Βασιλόπουλο της Μυτιλήνης, όμως άφωνη σε αφήναν μες στη μαγεία της στιγμής, γιατί αυτά είναι πράματα που συμβαίνουν μια φορά στη ζωή του ανθρώπου κι άλλη καμία κι αν έχεις τύχη βρήκες το λιμάνι σου.

Θυμάμαι τον Ρωτόκριτο. Μια θεατρική διασκευή του στην τηλεόραση. Την άλλη μέρα γυρνώντας απ' το Γυμνάσιο, στάθηκα στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς. Όλη νύχτα οι μορφές τους με είχαν συνεπάρει. "Μήπως ξέρετε ένα κείμενο που το λένε Ερωτόκριτο;" Με αμηχανία ρωτούσα και κάπως ντρεπόμουν. Το διάπλατο χαμόγελο του βιβλιοπώλη το θυμάμαι ακόμα και τώρα με ανακούφιση. "Μα φυσικά" απαντά και μου το παραγγέλνει. "Σε μια εβδομάδα να έρθεις να το πάρεις". Μια εβδομάδα μάζευα τα κουλούρια που δεν πήρα στο σχολείο, τις οικονομίες ξεσήκωσα από όπου τις βρήκα, σε μια βδομάδα κράταγα το κείμενο που με βρήκε κατάστηθα. Το διάβαζα στα κρυφά τα βράδια, με ένα φακό που έκρυβα μες στα σεντόνια, να μη με δει η μάνα, που ερχόταν να κλείσει το φως, γρήγορα να κοιμηθούμε για την άλλη μέρα. Πολλά τα διάβασα τις νύχτες εκεί και μες στα σεντόνια. Ώσπου έτσουζαν τα μάτια μου κι έβαζα το βιβλίο στο προσκεφάλι. Τι όνειρα έκανα δε θυμάμαι. Μα και δεν έχει σημασία. Από τότε τον κουβαλώ τον Ερωτόκριτο μαζί μου. Ήταν από κείνα τα βιβλία-φυλαχτά, που ήταν αδύνατο να απομακρυνθώ χωρίς αυτά. Μεγαλώνοντας αφήνει κανείς παράμερα τα όσα πρωτύτερα τον σημαδεύουν. Για να τα ξαναπιάσει, όταν έρθει η ώρα.

Ξαναγυρνώ στην Κύπρο και το νήμα πιάνω από εκεί όπου το είχα αφήσει.

Θυμάσαι την εσωτερική αυλή που είχε το σπίτι που σε φιλοξενούσε. Σπίτι αρχοντικό που ανήκει στο πανεπιστήμιο Κύπρου. Ένας φοίνικας κι ένα πηγάδι στη μέση του. Νεραντζιές και λεμονιές τριγύρω. Μαρμάρινη η σκάλα που οδηγούσε στο μικρό σου δωμάτιο και πολυπερπατημένη. Γλιστρούσε επικίνδυνα αν δεν είχες το νου σου κι έπρεπε να πιάνεσαι να μη χαζεύεις. Με τα πολλά  την έμαθες, σε έμαθε, κίνδυνος δεν υπήρχε, ανεβοκατέβαινες με μάτια κλειστά. Τα είχες όμως ανοιχτά για την ομορφιά και μόνο του τόπου. Αυλή που άφηνε τον ήλιο να κατέβει, μες στα δώματα να μπει, μα και τα λουλούδια ν' αναστήσει. Αυλή εσωτερική που την έφερνες γύρα, όπως έχουν τα σπίτια στην Ανατολή. Όπως έχουν στη Συρία. Μα τώρα ήσουν στη Λευκωσία. Δε χόρταινες.

Ήταν και τότε μέρες του Νοέμβρη. Λίγες μέρες μετά τη 17η. Τη δεύτερη φορά δεν είχες τον Ερωτόκριτο, για να θυμάσαι, ούτε και τη λησμονημένη σημαία στο αββαείο. Είχες όμως τον κάρδαμο. Μια ανάσα απ' την πράσινη γραμμή κι έπινες τον καφέ του. Καφέ που μοιράστηκαν μαζί σου οι Άραβες φίλοι. Κάποιοι άλλοι φίλοι που έφτασαν ως το Ιράν σου' φεραν τους επόμενους μήνες καφέ με κάρδαμο που τους ζήτησες. Τον έχεις από τότε ακόμα. Να τον πιεις δε θες. Μόνο τη μυρωδιά του αφήνεις πότε πότε να σε πάει πίσω, σε κείνο το μεσημέρι του Νοεμβρίου που χτυπούσε ο ήλιος της νήσου απάνω σου και μοσχοβολούσε ο τόπος βασιλικό και κάρδαμο χυμένο, τότε που στην πατρίδα χιόνιζε και το ψύχος δριμύ. Χιόνιζε κι εσύ έλειπες και δεν το συγχωρούσες στον εαυτό σου, πώς άφησες τα χιόνια να σου φύγουν. Χιόνια άλιωτα ως το Μάρτη της χρονιάς εκείνης. Έκτοτε χιόνια άλιωτα δεν έστερξε να ξαναζήσουμε.

Μόνο τη μυρωδιά έχεις να σε πάει πίσω, μια μυρωδιά που την αποζητάς ακόμα, μες σε βιβλία άκοπα και χαρτικά πολλά, έπειτα το βαζάκι ξανακλείνεις, το χρόνο στοιβάζεις που μες απ' τα χέρια σου γλίστρησε κι όσο κι αν θυμάσαι κάτι βαθύ, αυτό το βαθύ το συμμαζεύεις και μέσα το βάζεις πάλι ως τη στιγμή να το ξανανοίξεις, μπορεί να πονέσεις ξανά, μόνο και μόνο για να βρεθείς για μια ακόμα φορά εκεί. Για μια ακόμα φορά να παρακαλέσεις τη μνήμη να εισβάλει και να επιστρέψει, από κοντά και ο Αλεξανδρινός να γνέφει το "Επέστρεφε", για μια ακόμα φορά τη φωνή  που εισήλθε άσαρκη στον τόπο εκείνο ν' ακούσεις ξανά. Πώς να επαναφέρεις την παρθενιά της στιγμής.

Θυμάσαι τη στιγμή που επιστρέφεις. Την πρώτη φορά. Τον φίλο που ήρθε στο σπίτι και σε βοηθούσε τότε με τον υπολογιστή. Τι είναι αυτό που ακούς, να σε ρωτά. Το λιβάδι που δακρύζει το άκουγες σχεδόν δίχως παύση για καιρό. Να το πάρω να το γράψω σου είπε. Αφού το θέλεις πάρ' το, μα εσύ τέτοια δεν ακούς. Ίσως και να μην άκουγε. Μετά από τρεις μέρες όμως έγινε ο ίδιος ένα λιβάδι που έως σήμερα μέσα από τη μνήμη του δακρύζει. Δεν αγόρασα το CD για χρόνους. Το είχε πάρει άλλωστε φεύγοντας μαζί του. Κάποια στιγμή το αγόρασα ξανά. Δεν το ακούω όπως τότε. Παρά μονάχα όταν αντέχω τη θλίψη του. Η μελωδία με το ακκορντεόν είναι η μόνη που δε φέρνει βαθιά θλίψη. Παρά μόνο μελαγχολία. Έχει να κάνει και αυτό με τη δοκιμασία του πόνου. Από δριμύς και οξύς που είναι αρχικά, υποχωρεί, δεν καταρρέει, μονάχα οπισθοχωρεί, αφήνοντας μια υποφερτή μελαγχολία, που κάνει το χρόνο βιώσιμο μόνο.

Ανακαλώ το ποίημα "Αμνησία" του Μιχάλη Γκανά και το εγκιβωτίζω:

Η κάθε μέρα σαν τη γομολάστιχα
σβήνει την προηγούμενη και πάει.
Άλλοτε σβήνει την επόμενη,
καμιά φορά ολόκληρη βδομάδα.

Βροχές θυμάμαι και πουλιά
και ιστορίες που δεν έζησα ποτέ μου.

Τις νύχτες γράφεται το μέλλον μου,
τα φοβερά καθέκαστα της επομένης,
και πρέπει να ξυπνάω στις εφτά,
με την ψυχή στα δόντια να γυρίζω,
για να προλάβω τις παραγγελίες.

Χιόνια θυμάμαι και βουνά
και εξορίες που δεν έζησα ποτέ μου.

Λησμόνησα τους ίδιους τους γονείς μου,
πώς ήτανε και ποιοι και πόσοι.
Κοιτάζω γράμματα, φωτογραφίες,
δεν ξεχωρίζω ζωντανούς και πεθαμένους.
Γριές και γέροι και παιδιά,
μεσήλικες θλιμμένοι.

Μάτια θυμάμαι και φωνές,
πρόσωπα που δε γνώρισα ποτέ μου.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ από το Γυάλινα Γιάννενα

Τούτες τις μέρες τα θυμήθηκα όλα αυτά απ' την αρχή. Εισέβαλαν για λόγους πολλούς και για τον επιπλέον πως ο τόπος μας τούτος δεν έπαψε να' ναι αυτό το λιβάδι που ολοχρονίς δακρύζει. Ένα λιβάδι με τον αιωνόβιο πόνο σπαρμένο στα χώματά του.

Θυμήθηκα και ανέσυρα και τα παρακάτω από τα πρώτα κατάστιχα των "Αθιβολών" και ένιωσα εκ νέου πως στα ίδια λόγια θα γυρνάς, τα ίδια λόγια για να πεις.

ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΕΥΤΩΝ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Πολιτευτές πραματευτάδες
Διαλαλητές της δικιάς σας πραμάτειας
Όλα στο σφυρί. Όλα.
Λέξεις και πράξεις
Συνήθειες και ιδέες
Της δικιάς μας μωρίας το επιστέγασμα.

Τούτο το θέατρο δεν παύει ποτέ.

Μικροί τυμπανιστές του παραδείσου που μολεύετε.
Μικροί θηριοδαμαστές της άστοχής μας σκέψης.

Πολιτευτές πραματευτάδες
Όλα στο σφυρί. Όλα.
Και ιδέες και πράξεις
Και όλα αυτά που για κείνα χαθήκαμε.
Όλα γινήκαν λόγοι κι οι λέξεις φτηνήναν.

Όλα δικά σας.
Προπάντων τα βέλτιστα.
Των κρατίστων τα βέλτιστα.
Των πονηροτέρων τα βέλτιστα.
Των αηθεστέρων τα βέλτιστα.
Και όλοι εμείς κάπου εκεί ψελλίζουμε
Ευχαριστώντας τη μεγάλη σας σοφία.

ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΠΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΛΟΜΕΝΟΥΣ

Ήρθε η ώρα να πανηγυρίσουμε
Και να εορτάσουμε
Όπως κάθε χρόνο άλλωστε.
Οι φιέστες δεν έχουν τέλος.

Τέλος δεν έχει η χαρά
Γιατί όλα βαίνουν ευμενώς
Και το χρηματιστήριο
Κι η εξωτερική πολιτική
Και όλα.

Όλοι είναι ευχαριστημένοι μαζί μας
Η Ανατολή και προπαντός η Δύση
Γιατί πράττουμε πάντα αυτά που τους συμφέρουν.
Και είμαστε λίαν πειθαρχικοί
Στων αλλονών τις κρίσεις
Και ευγνώμονες -πάντα- για τη σφοδρή τους Καλοσύνη.

Και έτσι λοιπόν πανηγυρίζουμε
Πανήγυριν μεγάλην.
Της συνείδησης το σκότος και της ανυπαρξίας.

"ΑΘΙΒΟΛΕΣ", Το Ροδακιό 2002


21 Οκτωβρίου-17 Νοεμβρίου 2011

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Ύπνο γλυκό κοιμόμουνα

ΤΟ ΠΑΛΤΟ
Εύδον δη γλυκύν ύπνον
Γρηγόριος ο Θεολόγος

Έλα Αρετή στο σπίτι μας κι ας είσαι όπως κι αν είσαι
Του Νεκρού Αδελφού 
Είχε σημάνει εσπερινός θυμάμαι
και ήτανε χειμώνας
παραμονή Αγίου Στεφάνου
μπορεί κι ανήμερα το βράδυ
όταν στον ύπνο μου ήρθες ξανά
μετά από καιρό πολύ αδελφέ μου
έλα
στη μάνα για να πάμε
είπες
και μ' έπιασες από το χέρι
θυμίαμα θυμάμαι και τις καμπάνες να σημαίνουν
κόσμος πολύς
που πήγαινε κι ερχόταν
πανήγυρις καλοκαιριού μέσα στο χειμώνα
τη μάνα δεν τη βρήκαμε
όσο και αν την ψάξαμε
στον κάτω στον απάνω
μα ίσως και να μας πρόφτασε
στην έξοδο του ονείρου
στάθηκες για μια στιγμή
σε κάτι σκαλοπάτια
φορούσα παλτό βαρύ
που το' χω από χρόνια
έσκυψες την άκρη του έπιασες
τη φίλησες
"μη μ' αφήσεις ποτέ"
με άκουσα να λέω
και βγήκα από το όνειρο αμέσως
μα ένα χρόνο σχεδόν τώρα
το κουβαλώ στην κάθε μέρα
παραμονή Αγίου Μηνά 2011

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας



Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας, -σαράντα χρόνια αναβροχιά- ρημάχτηκε όλο το νησί

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969

Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας πρώτα ρημαχτήκαμε εμείς
σαράντα βήματα αναβροχιάς
μα η ψυχή καρπός και πώς να τα αντέξει
καρπός του φθινοπώρου
σαν και τα φύλλα σκέβρωσε ρημάχτηκε
σαν και τα φύλλα
το ύστερο φως της έριξε
μες σε κλειστά δωμάτια
κίτρινο φως και λιγοστό
μπορεί και κύκνεια λάμψη
σαν και τα φύλλα
που έσυραν στερνό χορό
προτού στους δρόμους πέσουν
μαζεύτηκε η ψυχή κουράστηκε
σαράντα χρόνια απάνω της φορτώθηκε
μα ποιος να το πιστέψει
μαζεύτηκε η ψυχή βουβάθηκε
δεν έχει φωνή να δώσει
μαζεύτηκε η ψυχή μαγκώθηκε
μικρό παιδί που λούφαξε στη ρίζα ενός δέντρου
κουφάρι η ψυχή που στράγγιξε
τι άλλο πια να δώσει
σαν τους καρπούς καρπός
μαράγκιασε και έπεσε 

των Αρχαγγέλων 2011

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Η αιωνόβια υποκρισία




Η ΑΙΩΝΟΒΙΑ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ

Ήρθαν και πέρασαν. Οι καταλήψεις. Το ενιαύσιο έθιμο μιας ανοησίας που έγινε παράδοση. Σε σχολεία και πανεπιστήμια. Κλειστά άνευ λογικής, άνευ δημοκρατικής διαδικασίας, υποταγμένα εδώ και χρόνια στο φασισμό των ολίγων που μαθαίνουν εκ παιδιόθεν πως αρκεί να θες να διαλύσεις και το μπορείς. Ας είσαι κι ένας. Για να στεριώσεις -πού λόγος-, με τι να στεριώσεις αν δεν έχεις. Όμως να γκρεμίσεις μπορείς. Τον καμπόσο να κάνεις, στα κάγκελα να στηθείς, αλυσίδες να βάλεις, εκεί και λίγο πριν την 28η, το χρόνο να τραβήξουμε όσο πάει, πρόχειρες φωτιές στους αυλόγυρους να στήσεις, μεγάφωνα την επανάσταση με αυτά να υπογραμμίσεις, μια επανάσταση κακοφορμισμένων παιδιών, οι καθηγητές στα κάγκελα -πού ακούστηκε αυτό στην παγκόσμια ενδοχώρα-, οι καθηγητές στα κάγκελα -μπορούμε σαφώς να περηφανευτούμε για παγκόσμια πρωτοτυπία-, αγώνα την κατάληψη βαφτίζεις, ώρες και ευκαιρία για χάσιμο, ώρες αναντικατάστατες, πολύτιμες ώρες, που  ανεπιστρεπτί χάνονται, δίχως να ιδρώνει το αυτί μας, δίχως να συνειδητοποιεί κανείς την απώλειά τους.

Οι λίγοι αποφασίζουν ενιαυσίως για τους πολλούς. Όλοι, ελαφρά τη καρδία, κατ’ ουσίαν όμως ανυπεράσπιστοι απέναντι στο σύστημα, τους ανεχόμαστε. Ούτε λόγος για αντίδραση. Ούτε λόγος για ανατροπή του κατεστημένου των καταλήψεων. Εδώ δεν μπαίνει στον κόπο αιώνες τώρα ο κάθε Υπουργός και η κυβέρνησή του -ποιος θα αναλάβει άλλωστε το τίμημα της άρσης του ασύλου, ποιος θα παραδεχτεί δημόσια το άλλοθί του; Ουδείς. Σε κάποια κράτη ο αγώνας είναι να μείνουν τα σχολεία ανοιχτά. Μες στην ανέχεια, δίχως βιβλία, δίχως καιρικές ή πραγματικές συνθήκες, με θρανίο το τίποτα. Στην Ελλάδα ο «αγώνας» είναι να μείνουν κλειστά. Γνωρίζουν άλλωστε όλοι ότι τα βλαστάρια των εκάστοτε Υπουργών, όπως άλλωστε και οι κανακάρηδες της πολιτικής οικογενειοκρατίας, από την κερκόπορτα θα φυγαδευτούν στα κάλλιστα πανεπιστήμια του εξωτερικού -έχουν δεν έχουν τα προσόντα, για να επιστρέψουν έπειτα με τους χαρτοφύλακες εμβριθείς με τα φώτα της Δύσης, όπως και με τα σκοτάδια της, φώτα που ο μέσος όρος των υπόλοιπων παιδιών, ούτε στο όνειρό του δεν θα μπορέσει να αντικρίσει. Ούτε καν η ευκαιρία δεν θα του δοθεί. Γνωρίζουν επιπλέον όλοι πως από τη φυγάδευση αυτή  δεν απουσιάζουν τα βλαστάρια εκείνων που υποθάλπουν και εγκολπώνονται και υποκινούν τις καταλήψεις τούτες, των προς το κόκκινο προσκείμενων θιασωτών, μαζί με εκείνους που ανά τέσσερα χρόνια εναλλάσσονται, ανάλογα με το αν είναι στην κυβέρνηση ο θίασός τους ή όχι. Έτσι οι καταλήψεις σαφώς και έχουν αποχρώσεις, άλλοτε κοκκινομπλέ και άλλοτε κοκκινοπράσινες. Κάποτε βέβαια φτάνει μονάχα ο χρωματισμός της εφηβικής μωρίας, για να κατισχύσει έναντι των προηγουμένων, που σε συνδυασμό με την αδράνεια ή τη δυσπραγία των ενηλίκων -συλλόγου γονέων και καθηγητών- κάνει θαύματα. Δηλ. τα σχολειά τα αλυσοδένει.

Φέτος κληθήκαμε δια πολλών εγκυκλίων, που ενέσκηψαν ως λαίλαπα στα γραφεία εκπαίδευσης, να αναπληρώσουμε πάση θυσία τις χαμένες ώρες. «Κόψτε γιορτές, κόψτε περιπάτους, συνελεύσεις μονόωρες ή τρίωρες πενταμελών και 15μελών, κόψτε τα Σάββατά σας, κοντολογίς κόψτε το κεφάλι σας οι ώρες να αναπληρωθούν. Προτείνετε τρόπους και μέτρα αντιμετώπισης, στείλτε την πρότασή σας στο επιτηρητή του Υπουργείου, βλ. περιφερειακό διευθυντή εκπαίδευσης ή απλώς διευθυντή εκπαίδευσης, και αν εκείνος το στέρξει και την υπογραφή του βάλει, τα πράγματα θα πάρουν το δρόμο τους κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Πάλι του χρόνου με καιρούς, καλά να είμαστε, και λίγο πριν ή λίγο μετά την 28η, θα συναντηθούμε ξανά για τα ίδια».

Αναρωτιέμαι, τόσος κόπος εκ του Υπουργείου και της Υπουργού, τόσες εγκύκλιοι, απανωτές να συρρέουν και να τρομοκρατούν τους ήδη τρομοκρατημένους υπαλλήλους πια του Υπουργείου και όχι δασκάλους, προκειμένου να αναπληρωθούν οι χαμένες ώρες και ούτε μία προκειμένου να μη φτάσει κανένα σχολείο σε κατάληψη. Ούτε μία που να προστατεύει ουσιαστικά το Σχολείο, τη δημοκρατία και την παιδεία. Ούτε μία δεν μπήκε στον κόπο να στείλει η Υπουργός, παρά «βγάλτε το φίδι απ’ την τρύπα» όπως ξέρατε ως τώρα και μετά συγκεντρωθείτε εξάπαντος, μαζί με τον οικείο αντιδήμαρχο -τούτο είναι το νέο ξενόφερτο φρούτο, αμερικάνικο ή όχι, μου διαφεύγει- προκειμένου ομού και ομοθυμαδόν να ρυθμίσετε τα σπασμένα. Τόση υποκρισία, αναρωτιέμαι, έως πότε. Τόση αιωνόβια υποκρισία και να καλούμαστε πάλιν και πολλάκις να την προσυπογράψουμε. Έλεος λέω και ξαναλέω. Έλεος πια.

Αναρωτιέμαι ως πότε θα ανεχόμαστε βουβοί και άπραγοι τη λογική του παραλόγου, ως πότε θα βγάζουμε εμείς οι ίδιοι τα μάτια μας, ως πότε θα ανεχόμαστε να παρεμποδίζεται ό,τι πιο φωτεινό έχει απομείνει στον τόπο. Η μοναδική μας ελπίδα. Αδρανείς, μα ειδικά σήμερα φοβισμένοι, μην μπορώντας ούτε τη γνώμη μας να εκφράσουμε. Αν τύχει και διαφωνήσεις, αν τύχει και πάς να μιλήσεις για τα αυτονόητα, αν τύχει και βάλεις όρια στη συναλλαγή με τους μαθητές, κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς στοιχείο ταραχοποιό, που δε συμμορφώνεται με την πεπατημένη, που δε λειτουργεί παιδαγωγικά, ενώ η δική τους παιδαγωγική υπαγορεύει να μιλούν οι μαθητές άνευ ορίων ενώπιον όλων, να είμαστε εμείς αθύρματα στα χέρια τους, να μας περιπαίζουν κάποτε στηριζόμενοι στις κομματικές πλάτες των γονιών τους, τη στιγμή που όλοι γνωρίζουν ότι δεν είναι η παιδαγωγική που έχουν ανάγκη οι μαθητές μας, ούτε και η δική μας ανεκτικότητα, παρά η αγάπη με όρια, το να τους οδοδείξει κανείς το χαμένο δρόμο, ως πρόβατα άλλωστε απολωλότα όλοι μας, μπερδεμένοι και χαμένοι σε χιλιάδες ατραπούς.

Νομοταγείς λοιπόν και υποταχτείτε, γνώμη να μην εκφράσετε, παρά μόνο αν είναι να συμφωνήσετε. Ειδάλλως είστε αντιπαιδαγωγικός και δε δείχνετε την πρέπουσα υπομονή. Κοιτάχτε εμείς πώς τα καταφέραμε τόσα χρόνια και πώς τα καταφέρνουμε τώρα. Κοιτάχτε εμείς. Κοιτώ. Ανυπεράσπιστους καθηγητές, απαξιωμένους από τους ίδιους τους προϊσταμένους τους, που δεν τους λογάριασαν ποτέ στα «Νέα Σχολεία» τους τα τωρινά, μα και τα προγενέστερα. Κοιτώ.

Κοιτώ και βλέπω. Ζούμε την εποχή του ολοκληρωτισμού των προσκυνημένων. Προσκυνημένοι οι κυβερνώντες και ζήτουλες όλοι μας, ωστόσο διατηρούν αλώβητο τον άτεγκτο ολοκληρωτισμό, ίδιον άλλωστε του χαρακτήρα τους από παλιά. Ζούμε ένα φασισμό που έχει επίσης αλλότρια ερείσματα. Ζούμε την "καταστροφή" του τόπου, όπως τον τραγουδούν τα παιδιά στην Ντενεκεδούπολη. Φοβισμένοι και σκυφτοί υπάλληλοι, υπό τον τρόμο της εφεδρείας που θα τους αφήσει στον ήλιο δίχως μοίρα. Σε δέκα χρόνια, και δεν είναι νωρίς να το προβλέψει κανείς, ο τόπος θα θυμίζει χώρα ανατολικού μπλοκ, ο χρόνος θα έχει σταματήσει, ουδείς θα μπορεί να συντηρήσει ή να επιδιορθώσει τα δημόσια κτίρια, ουδείς σχεδόν θα είναι σε θέση τα δικά του. Κάποιοι θα πλουτίσουν πολύ και θα’ναι λίγοι, οι περισσότεροι θα είναι υπό τη στάθμη του μηδενός. Πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα, το κινητό στο χέρι ή το σερφάρισμα στο Δίκτυο, αναρωτιέμαι με πόση ευκολία θα θεωρούνται και τότε προσβάσιμα. Η δυσπραγία θα κορυφωθεί. Πολλοί θα μείνουν ανέστιοι. Όλοι θα απομείνουμε σκυμμένοι. Δεν ελπίζω τίποτα πια.

Λυπάμαι τα παιδιά. Μαζί με αυτά λυπάμαι κι εμάς. Έρμαια των πολιτικών προσώπων που χρηματίζουν διευθυντές, που θα κληθούν να αξιολογήσουν τη νομοταγή συμπεριφορά μας, το αν χτυπάμε κάρτα 8 με 2.15, κάνοντας πως δε βλέπουν και πως δεν ξέρουν ότι οι δάσκαλοι τη δουλειά τους την κουβαλάν στα σπίτια τους κάθε μέρα, πως θα σκύψουν, αν όχι όλοι, πάντως αυτοί που στεριώνουν και στυλώνουν ως σήμερα τα σχολειά μας, ώρες, για να βρουν, να αναζητήσουν, να διοργανώσουν τα μάθημα, πως θα στηθούν την επαύριο μπροστά στον ανεξέλεγκτο παράγοντα που καλείται παιδί και η ψυχή του, μπροστά στα 25 ή 27 παιδιά και τις ψυχές τους, πως το πιο αναμενόμενο είναι να καταρρεύσει όλη η προσπάθεια της προηγούμενης μέρας, πως θα χρειαστεί αυτός ο δάσκαλος να "αδειάσει" ή δοχείο να γίνει να μεταδώσει, να αυτοσχεδιάσει, να το στήσει το μάθημα ξανά, άλλοτε νηφάλιος και άλλοτε ως θηριοδαμαστής, πως θα παραδεχτεί την ήττα του αν δεν το καταφέρει, πως θα φύγει κάπως πετώντας αν νιώσει πως έδωσε μια στάλα κάτι, πως θα φύγει παραπατώντας, αν συναντήσει την εφηβική σκληρότητα και την εκκολαπτόμενη αδιαφορία, που πάντα βρίσκει έδαφος πρόσφορο στους λειμώνες της καλοπέρασης και του βολέματος να ευδοκιμήσει. Πως θα σταθεί 21 ώρες, κάθε ώρα, απέναντι σε 25 ζευγάρια μάτια. Για να κριθεί και να "αλλοιωθεί". Ή να καταρρεύσει.

Μας λυπάμαι πια. Τους σκυμμένους υπαλλήλους στους οποίους προσβλέπει η κυβέρνηση του τώρα και η όποια επακολουθήσει. Υπαλλήλους υπό το κράτος του φόβου των εγκυκλίων που έπονται, των μισθών που πετσοκόβουν, της απαξίωσης του κλάδου, της γενικότερης ανέχειας που ενέσκηψε στον τόπο. Θυμάμαι πριν μέρες τη γενική απεργία την οποία αγκαλιάσαμε σχεδόν όλοι. Θυμάμαι το πρόσταγμα, μετά τις ομιλίες στην κεντρική πλατεία, για πορεία διαμαρτυρίας μέσα από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης. Δεν ήταν πορεία. Η περιφορά του Επιταφίου ήταν. Όχι μόνο γιατί η διαδρομή ήταν ακριβώς η ίδια. Όχι μόνο γιατί μια βαθιά συγκίνηση μού είχε ενσκήψει, όπως και της Μεγάλης Παρασκευής, για το κρουστό βήμα που δίνει μες απ’ τη Φιλαρμονική ένα μικρούλι κεφαλάκι που με σοβαρότητα μού γνέφει. Κυρίως για τη βαθιά θλίψη και τη συνειδητή αίσθηση ότι περιφέρουμε το κιβούρι της παιδείας. Εδώ και χρόνια όμως. Εδώ και χρόνια έπρεπε να κατέβουμε στους δρόμους οι δάσκαλοι, όχι για την τσέπη μας, αλλά για την ποιότητα της παιδείας και για τη μεγάλη κοροϊδία που υφιστάμεθα ως δάσκαλοι και ως γονείς. Εδώ και χρόνια. Τώρα περιφέρουμε μονάχα ένα κιβούρι. Και νεκραναστάσεις συνέβησαν άπαξ και δια παντός. Δεύτερη δεν υπάρχει. Έστω κι αν διακαώς το ελπίζουμε.

Σκέφτομαι τη μεγάλη υποκρισία που διακατέχει όσους διαφεντεύουν τις τύχες δασκάλων και μαθητών, όσους ευαγγελίστηκαν το «Νέο Σχολείο», μην τύχει και δεν εναρμονιστούν με τις προηγούμενες εξαγγελίες των αλλοτινών Υπουργών Παιδείας. Όλοι τους άσχετοι. Άσχετοι με τα σχολειά, άσχετοι με τους μαθητές, άσχετοι με τις συνθήκες διδασκαλίες, με τις βαθύτερες ανάγκες και τις ελπίδες. Άσχετοι εντελώς. Ουδείς χρημάτισε δάσκαλος εν ενεργεία, πλην του Ευθυμίου. Ουδείς γνωρίζει. Όλοι εξαγγέλλουν και ευαγγελίζονται την κομματική ανοησία, τα ξενόφερτα κακέκτυπα προγράμματα, που απευθύνονται σε άλλες κοινωνίες και σε άλλες παραδόσεις. Του κακού πρότυπα και ούτε ένα του καλού. Είναι γνωστό τοις πάσι ότι ποτέ τους δεν κατάφεραν να μιμηθούν κάτι καλό. Κλέβουν τα χείριστα ή τα παρωθημένα, τα κάνουν ένα λίφτινγκ και τα πλασάρουν στην ελλαδική πραγματικότητα με την οίηση της παγκόσμιας πρωτοτυπίας. Και κάνουν και τον έξυπνο κιόλας. Αυτό που το πας;

Ευαγγελίστηκε η κυρία Υπουργός την εισαγωγή της φιλαναγνωσίας από το Νηπιαγωγείο κιόλας. Την άκουσα με τ’ αυτάκια μου στα Πρέσπεια τα περσινά. Την ευαγγελίστηκε με ζέση και με σθένος. Με αλαζονεία. Τι λέτε, καλή μου! Σοβαρά; Ίσως δε γνώριζε κι ούτε γνωρίζει, η καημένη τουλάχιστον, ότι οι Έλληνες νηπιαγωγοί εδώ και χρόνια προωθούν τη φιλαναγνωσία στα ταλαίπωρα και υποβαθμισμένα μες στις υπόλοιπες εκπαιδευτικές βαθμίδες νηπιαγωγεία της χώρας, υπακούοντας στο ένστικτο και την αγάπη που τους ανοίγει δρόμους, ακόμα και όταν δεν υπάρχουν. Τα νήπια πάμπολλες φορές δανείστηκαν και δανείζονται βιβλία στα σπίτια τους, μάλιστα κάθε βδομάδα και ένα, και κανένας νηπιαγωγός δεν περίμενε αυτή την περιβόητη εξαγγελία του Νέου σχολείου για να το κάνει.

Τουναντίον οφείλει κανείς να καταγγείλει το Υπουργείο Παιδείας για ακράτεια υποκρισίας και πολύ θα το χαιρόμουν αν όλοι οι υπεύθυνοι των Σχολικών Βιβλιοθηκών προσφεύγαμε σε ένα ευρωπαϊκό δικαστήριο προκειμένου να μας λύσει την εξής απορία, πώς γίνεται βιβλιοθήκες που χρηματοδοτήθηκαν εξ ολοκλήρου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, να κλείνουν ελαφρά τη καρδία και μάλιστα εν σιγή ιχθύος. Όχι, δεν έκλεισαν τις Σχολικές Βιβλιοθήκες της χώρας. Τις αμπάρωσαν. Εύκολα λοιπόν απομένουν τα σχολειά έρμαια και όλοι μας υποχείριά τους. Αν τυχόν, λοιπόν, πήρατε, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Υπουργού Παιδείας, project και χρειαστείτε βιβλιογραφία, αν τυχόν είστε δάσκαλος και σας καλεί η υπηρεσία να ανασκουμπωθείτε χάριν της φιλαναγνωσίας ή του έτους Παπαδιαμάντη ή Ελύτη, μην παραλείψετε να επισκεφτείτε την όποια δανειστική βιβλιοθήκη του τόπου σας, μια που οι Σχολικές έχουν ρημάξει, και αν υπάρξει συνωστισμός, κάντε τα παράπονά σας στη διεύθυνση δηλ. στην Υπουργό, με το ίδιο ακριβώς έγγραφο, με το οποίο σας καλεί στις ποικίλες δράσεις υπό το σύνθημα «Πρώτα ο μαθητής». Εδώ γελάμε, για να μην κλάψουμε. Για του λόγου το ασφαλές, μια διαδικτυακή περιήγηση στις στοχοθεσίες του οικείου Υπουργείου δεν βλάπτει. Ίσα-ίσα αποτελεί και το εφαλτήριο έμπνευσης του παρόντος κειμένου. Η αγανάκτηση και η οργή ενώπιον της αιωνόβιας υποκρισίας. Νισάφι πια.

Σε μια πόλη 45.000 κατοίκων, όπως η Πτολεμαϊδα, με έξι Σχολικές Βιβλιοθήκες να αραχνιάζουν, απομένει η Δημοτική Βιβλιοθήκη να καλύψει τις εκπαιδευτικές και μαθησιακές ανάγκες μαθητών και διδασκόντων. Μια Δημοτική βιβλιοθήκη που παραμένει κλειστή το απόγευμα τις τέσσερεις από τις πέντε μέρες λειτουργίας της και αναρωτιέμαι πώς περιμένει κανείς να λειτουργήσει και με ποιους, όταν τα πρωινά όλοι οι μαθητές και οι δάσκαλοί τους είναι στα σχολεία τους και οι εργαζόμενοι στις δουλειές τους. Αναρωτιέμαι, όσο μένει κλειστή, σε ποιους απευθύνεται, αφού δεν είναι σε θέση να λειτουργήσει ως δανειστική ή ακόμα και ως αναγνωστήριο. Τα ερωτήματα υποβάλλονται αναπάντητα. Έτσι ως ρητορικά. Εκτός και αν κάποιος των υπευθύνων δράσει πάραυτα.

Μια Δημοτική βιβλιοθήκη, που σαφώς και δεν είναι σε θέση να έχει τα ειδικά εγχειρίδια με τα οποία εξοπλίστηκαν οι παραπάνω Σχολικές βιβλιοθήκες, ειδικά των Επαγγελματικών Λυκείων, εγχειρίδια που είναι απολύτως απαραίτητα, όχι μόνο για τη σύνταξη των εργασιών των μαθητών, αλλά πολύ περισσότερο για το καθημερινό φυλλομέτρημά τους, την απαραίτητη και μέσω εικόνων εξοικείωση με την ειδικότητα και την τέχνη. Και μην πει κανείς ότι αστείο να μιλάς για τα ΕΠΑΛ, γιατί είναι καμένο χαρτί τα παιδιά εκεί και όλα τα γνωστά. Μύθος όλα τα γνωστά. Μύθος που βολεύει. Παντού υπάρχουν μαθητές που έχουν τη φλόγα και τη λαχτάρα μες στα μάτια τους και μαθητές αδιάφοροι. Οφείλουμε να διατηρήσουμε τη φλόγα αυτή και πυρκαγιά να την κάνουμε. Οφείλουμε να την ανάψουμε με όλες μας τις δυνάμεις, όπου δεν υπάρχει. Το οφείλουμε ως δάσκαλοι και ως άνθρωποι. Όπως ο οδοκαθαριστής οφείλει να σκύψει και να μαζέψει τα σκουπίδια του δρόμου χάριν της ομορφιάς. Έτσι και εμείς οφείλουμε εκεί που είμαστε τα σκουπίδια να μαζέψουμε από τους δρόμους της ψυχής μας και της ψυχής των μαθητών μας. Χάριν της ομορφιάς. Τα ΕΠΑΛ δεν είναι σχολεία ενός κατώτερου εκπαιδευτικού συστήματος. Ίσα-ίσα, παιδιά δοκιμασμένα στον βίο από νωρίς και όχι αραχτά στην καλοπέρασή τους, πάμπολλες φορές δείχνουν με τη στάση τους και τη φιλομάθειά τους το δρόμο και κυρίως υπάρχουν και λειτουργούν ως ελπίδα. Τα παιδιά τούτα πάμπολλες φορές σε υποχρεώνουν να σκύψεις. Για να κάνεις την αυτοκριτική σου και τον αυτοέλεγχό σου. Να ορμήξεις ξανά.

«Αυτά που ξέρατε, ξεχάστε τα» ακούω τον τοποτηρητή του Υπουργείου να μου λέει άτεγκτος και κουκουλωμένος μες στην υποταγή που του υπαγορεύει η θέση του. Αλήθεια, λέω, τι ακριβώς πρέπει να ξεχάσει κανείς; Τα προγράμματα φιλαναγνωσίας που διοργάνωσαν τόσους χρόνους απλοί δάσκαλοι σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης κυριολεκτικά αυτοδίδακτοι, αφού πρώτα ενδύθηκαν κατάσαρκα το μεράκι της ψυχής τους, τις σκυταλοδρομίες ανάγνωσης, τις επισκέψεις των συγγραφέων στα σχολεία, που σαφώς και δεν ξεκίνησαν από την εναρκτήρια στιγμή του ΕΚΕΒΙ, τις αυτοσχέδιες σχολικές βιβλιοθήκες, τους δανεισμούς στο πόδι του διαλείμματος; Τι απ' όλα; Και αν εγώ οφείλω να ξεχάσω ό,τι πιο ελπιδοφόρο υπάρχει ακόμα στα σχολεία, εσείς γιατί δε λέτε να συμμορφωθείτε επιτέλους με τη νέα κατάσταση, εσείς γιατί εξαιρείστε από τις αποσπάσεις των οικείων στα γραφεία σας; Ένας δάσκαλος αποσπασμένος σε μια σχολική βιβλιοθήκη αντιστοιχεί σε 300 παιδιά μπροστά σε ένα ανοιχτό παράθυρο. Αυτό μου ζητούν να ξεχάσω και να το αποσιωπήσω. Αυτό ήταν το περιττό. Και περιττοί δεν είναι οι τόσοι ακόμα και τώρα αποσπασμένοι στα δικά τους γραφεία, που τους έβλεπα 1 ώρα να πάνε και να έρχονται με μια κούπα στα χέρια, να ακούω μες στους διαδρόμους «κ.Διευθυντά» από εδώ και «κ.Διευθυντά» από εκεί, και από κάθε γραφείο να ξεφυτρώνει κι ένας διευθυντής και οι παρατρεχάμενοί του. Αυτοί φυσικά εξαιρούνται. Αυτοί δεν είναι περιττοί. Αυτοί χρειάζονται. Οι βιβλιοθήκες όμως ας κλείσουν. Κατά βάθος γνωρίζει το σύστημα ότι όλο και κάποιος φιλότιμος δάσκαλος θα βρεθεί, τα τεφτέρια του ν’ ανοίξει και στα διαλείμματα ή τα κενά του βιβλία να δανείσει στα παιδιά. Κατά βάθος το ζήτημα δεν τους απασχολεί. Το ζήτημα δεν τους ενδιαφέρει.

Κατά βάθος γνωρίζουν ότι το να ανοίξει μη γνώστης τη Σχολική Βιβλιοθήκη είναι κατ’ ουσίαν αδύνατο. Καθώς, όταν ήταν να αναθέσουν την προϊσταμένη αρχή σε κάθε έναν από όσους ενδιαφέρθηκαν, τότε και κατά τη διάρκεια της συνέντευξης στην οποία ο καθείς εκλήθη, αφού από τα προσόντα μας μοριοδοτηθήκαμε και αφού αυτά λήφθηκαν σοβαρά υπόψη, μας έκαναν φύλλο και φτερό, πτυχία και μεταπτυχία απαίτησαν, γλώσσες κατά προτίμηση δυο, και οπωσδήποτε τον υπολογιστή να τον παίζουμε στα δάχτυλα, συγγραφικό έργο και επιπλέον επιμόρφωση σε σύστημα βιβλιοθηκονομίας. Αυτά που τότε απαίτησαν, τώρα, να της υποκρισίας το ευαγγέλιο, τα αχρηστεύουν. Όποιος δε συμπληρώνει ώρες, αυτός ενδέχεται να ανοίγει τις σχολικές βιβλιοθήκες. Αφενός αναρωτιέμαι, για να κάνει τι; Αφού δεν είναι δυνατό να δανείσει ούτε και τίτλους να αναζητήσει, εφόσον δεν έχει επιμορφωθεί. Και αφετέρου, σιγά αυτοί μην αφήσουν άνθρωπο να περισσέψει, για να ανοίξει τις βιβλιοθήκες. Θα μας στραγγίξουν όλους, βιβλιοθήκες δεν ανοίγουν. Αυτά θέλω να πω. Την οργή μου για τις κλειστές πόρτες στα Σχολειά του τόπου.

Μας θέλουν αμόρφωτους. Βολεύει αυτό. Ούτε μπορείς να υπερασπιστείς τα δικαιώματά σου, ούτε αντίρρηση να φέρεις, ούτε καλά-καλά καταλαβαίνεις τι γίνεται. Δεν έχεις επίγνωση της τρομάρας που μας διακατέχει. Δεν αντιστέκεσαι, δε μιλάς. Ακολουθείς το κοπάδι. Πρόβατα μάς θέλουν, φραγμένα ή καθ’ οδόν προς το χείλος του γκρεμού. Ας πατήσει πόδι ο καθείς. Όπου είναι, ό,τι κι αν είναι, τα μάτια του ν’ ανοίξει να μορφωθεί. Με κάθε μέσο να μορφωθεί. Ή άνθρωπος να παραμείνει αν το μπορεί.

Αυτή τη στιγμή, οι δάσκαλοι δεν πολεμούμε απλώς, αγωνιζόμαστε περισσότερο απ’ όσο ποτέ, ενάντια στην ημιμάθεια, στην απελπισία, στη βαρβαρότητα που θα ακολουθήσει. Οπωσδήποτε εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλεί ο καθείς και αν δεν έχεις, τι να δώσεις. Ορθά. Ωστόσο, όσο υπάρχουν άνθρωποι που «αφυδατώνονται» καθημερινά μες στις τάξεις, που αδειάζουν για να γεμίσουν τις ψυχές των μαθητών τους, όσο υπάρχουν άνθρωποι που σπαράζουν μπρος στις παιδικές ψυχές, υπάρχει ελπίδα. Θερμοπύλες καλούμαστε να κρατήσουμε -χωρίς μάλιστα τους 700 Θεσπιείς, μόνοι μας, ολομόναχοί μας- και ας μην το νιώσαμε ακόμα. Σαν τη βροχή είμαστε. Όπου πιάσει. Μόνο όπλο η φωνή. Όπου πιάσει. Μόνο όπλο και παραμυθία και ορμητήριο τα κείμενα των προγενέστερών μας. Όπου πιάσει κι η δική τους φωνή.

Σαν τη βροχή είμαστε. Όπου πιάσει.

28 Οκτωβρίου 2011

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Ήταν ο τόπος μου



[...]

Ήταν ο τόπος μου σαν το χαμόγελο,
όνειρο καθημερνό. Κάποιος τον
πούλησε, κάποιος τον ρήμαξε
σαν δανεισμένη πραμάτεια.
Τώρα τ' αγόρια μου παίζουν
το θάνατο στα χαρακώματα.

Κ.Χ.ΜΥΡΗΣ

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Το ένδον φως


ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Περιμένεις το θάνατο να' ρθει
κι εκείνος έρχεται
αγάλια αγάλια έρχεται
αργά αργά σιμώνει
Θα φύγω προτού Κύριε
μην έτυχε και το λησμόνησες
σύντομα θα φύγω
μα σαν έρθεις
την παλάμη Σου από τα χείλη μου να την περάσεις
να Σε νιώσω
πνέω τα λοίσθια των λόγων μου Κύριε
κι αν φαίνομαι πηγάδι
όμως δεν είμαι
στερέψαν οι πηγές που μου' στελναν νερό
διψώ να ξεδιψάσω
και δεν έχω
νεράκι Σου ζητώ
δίχως να το ζητώ
νεράκι που δεν έχω
ευχαριστώ Σε Κύριε
ότι Συ μόνος είδες το φως εντός μου
και τώρα
δίχως το φως αυτό πορεύομαι
εν σκιά θανάτου Κύριε
και εν σκότει πορεύομαι
παρακαλώ Σε Κύριε
ότι μου λείπει το φως που είδες μέσα μου
ότι περπατώ
συχνάκις δε χαμοδιαβαίνω
ότι δεν ζω
όταν το πρόσωπό Σου αποστρέψεις
ότι φωτίζομαι μόνο όταν και όσο
εντός μου κοιτάς
σκοτάδι Κύριε
τη λάμψη που άφησες στα μάτια μου
την έχασα
κι αν άφησα μια χαραμάδα φως και στα δικά Σου
τώρα σκοτείνιασες κι Εσύ
φοβάμαι Κύριε
τη στιγμή την αιωνόβια
που θα σε ψάχνω μες στους κεκοιμημένους
και να σε βρίσκω δεν θα μπορώ
φοβάμαι Κύριε
την αιώνια σιωπή
που θα'ρθει να μας χωρίσει
τη σιωπή που σιωπή δεν θα' ναι
παρά θάνατος
μα πιότερο Κύριε
φοβάμαι τη στιγμή
που στις πύλες του Άδη θα κατέλθεις για να μπεις
και δεν θα με αναγνωρίσεις

20 Οκτ. 2011

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Άνθρωπος στα σκουπίδια



AΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ

Απογευματινό δρομολόγιο σε μια πόλη της ελλαδικής επαρχίας που ετοιμάζεται για βροχή. Στη δική μου πόλη. Σύννεφα θρονιάστηκαν στον ουρανό, οι πρώτες στάλες χτυπάνε στα τζάμια του αυτοκινήτου. Σταματώ σε διασταύρωση, στο πλάι μου άνθρωπος περνά ρακένδυτος να σέρνει ένα διπλό παιδικό καρότσι. Παιδιά μέσα δεν είχε. Μόνο το έσερνε και πήγαινε. Σταματώ λίγα μέτρα πιο πέρα. Τον βλέπω πάλι μπροστά μου, σκυμμένο σε κάδο σκουπιδιών. Τον κοιτώ στο πλάι του και όπως χώνεται μισός σχεδόν μέσα του. Κάτι σφιγμένο στο πρόσωπο, τα μηνίγγια του νιώθεις να χτυπούν, κάτι το αδάμαστο μιας αξιοπρέπειας που πάσχει, μια περηφάνεια ενός νέου ανθρώπου που πρόωρα τον αναχαίτισαν οι καιροί, πιόνι στην ντόπια σκακιέρα, πιόνι που βγήκε εκτάκτως εκτός μάχης, κάτι μεταξύ απόγνωσης και οργής να ελλοχεύει στις κινήσεις μέσα, σε κείνο το σκύψιμο και στον άπρακτο δρόμο που ακολούθησε. Τον κοιτούσες κλεφτά, δεν ήθελες να σε πιάσει το βλέμμα του, τον κοιτούσες, σκεφτόσουν πως ίσως και να' σασταν συνομήλικοι, πως ίσως σπίτι τον περίμενε, μπορεί και παιδιά. Ίσως και μόνος του να' ταν. Αυτό το σφίξιμο στους μυώνες του προσώπου του που δε χαλάρωσε μέχρι που έστρεψε την πλάτη κι απ' τα μάτια σου τον έχασες, στέριωσε μέσα σου. 

Τον αντάμωσες ξανά, μερικά στενά πιο πέρα, εσύ τον ακολουθούσες ερήμην σου ή εκείνος για κάποιο λόγο βρισκόταν μπροστά σου; Κανείς δεν απαντά σε καθαρά μεταφυσικά ζητήματα. Ωστόσο, τον είδες να κάθεται στο πεζοδρόμιο, σε κάδο δίπλα και μπροστά του σύντροφος το διπλό καρότσι του. Γερμένο το κεφάλι προς τα γόνατα. Ίσως και να τα αγκάλιαζε. Πού είναι η μάνα σου, παιδί μου, θυμάσαι ξανά τον Μόντη, να της παραδώσω τούτο το κλάμα, πού είναι η μάνα σου να το αρχίσει από εκεί που δε θα μπορέσουμε εμείς. Η στιγμή κράτησε όσο μπορούσε να καθυστερήσει το πέρασμα ενός αυτοκινήτου. Η στιγμή έφυγε, για να στοιχειώσει μέσα σου.

Όλη αυτή η οργή, όλος αυτός ο πόνος, θα' ρθει μέρα και ώρα που θα ξεσπάσει, θα' ρθει ώρα που θα χυθεί, οι κάνουλες θ' ανοίξουν κι οι βρυσομάνες θα δακρύσουν κι ο τόπος όλος θ' αγιαστεί ξανά από τον άνθρωπο που τον έσυραν, όπως τον Έκτορα γύρω από την Τροία, μα έπειτα αυτός, απροσδόκητα εντελώς, θα ορθωθεί νεκρός έμπνοος, που λέει κι ο Γρηγόριος [Γρηγορίου Θεολόγου, Περί τον εαυτού βίον], ένας ζωντανός-νεκρός, ζωντανός ωστόσο ακόμα. Τα σφιγμένα πρόσωπα δε λησμονούν. Επίσης, τα σφιγμένα πρόσωπα πολύ δύσκολα πια αναπαύονται.

"Αν όχι εδώ, πού; Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι εμείς, ποιοι;" διαβάζω σε στενάκι της Κέρκυρας. Είναι το τελευταίο πράγμα που πήρα φεύγοντας από εκεί. Δεν υπάρχει το κάπου αλλού, δεν υπάρχει το όποτε ή το άλλοτε, δεν υπάρχει το κάποιος άλλος ή το κάποιοι άλλοι. Υπάρχει μονάχα το εδώ, υπάρχει μοναχά το τώρα, υπάρχουμε μονάχα εμείς. Είτε γράφοντας είτε μιλώντας είτε φωνάζοντας, όποτε σωπαίνοντας. Είτε πέφτουμε είτε σηκωνόμαστε είτε παραμένουμε πεσμένοι. Υπάρχουμε στο εδώ του μέλλοντος και στον τόπο του παρόντος, υπάρχουμε εμείς, έστω με τα δεκανίκια της γραφής. Υπάρχουμε, για να εγείρουμε τους εαυτούς μας πρώτα. Τους άλλους έπειτα. "Εξεγερθέντες του ύπνου" ακούς το ορθρινό κέλευσμα. Εξεγερθέντες οι πάντες οι κεκοιμημένοι και εφησυχασμένοι, οι πρώην βολεμένοι Νεοέλληνες, νεόπλουτοι ή απλώς αστοί, δανειόπληκτοι άπαντες και τώρα με πετσοκομμένη την τσέπη, εξεγερθέντες οι σερνάμενοι και όσοι αραχτοί ως αιωνόβια, ακούνητα δέντρα, στα "καφέ" της πλατείας, εξεγερθέντες οι τηλεκατευθυνόμενοι καταληψίες μαθητές ή οι κομματικομαριονέτες φοιτητές, εξεγερθέντες του ντόπιου ύπνου, και όσοι σημειώσεις κρατάτε από τις πρωινές συνταγές μιας πρώην κοιλιόδουλης Ελλάδας, εξεγερθέντες όλοι και πιαστείτε. Και σεις οι "αγανακτισμένοι", που τώρα βουβαθήκατε, επιτέλους ξυπνήστε.

Άνθρωπος στα σκουπίδια. Θυμάσαι τους "Φτωχούς" του Ρώσου, κείμενο τρυφερό, γεμάτο επιστολές, όλο μια επιστολή εν τέλει, ανθρώπων φτωχών και κατατρεγμένων, η Βάρινκα, ή υπαλλήλων εντός μιας υπαλληλικής αθλιότητας, ο Μακάρ Αλεξέεβιτς, και οι δυο τους όμως θύματα και εντός μιας εσωτερικής εξαθλίωσης και απόγνωσης. Ανταλλάσσουν επιστολές, αν και ζουν μόλις απέναντι, επιστολές λεπτομερείς μιας καθημερινότητας που απαθανατίζει, σχεδόν φωτογραφικά, τη Ρωσία της εποχής τους. Ρωτά κανείς γιατί. Απαντά κάπου ο Μακάρ "Καλούλα μου, πολλά θα' θελα να σας γράψω. Όλη την ώρα, όλες τις στιγμές θα' θελα να γράφω, να γράφω! [...]. Αχ, αγαπημένη μου, τι το θέλουμε το ύφος! Να, τούτη τη στιγμή, ούτε ξέρω τι γράφω, ολότελα δεν ξέρω, τίποτα δεν ξέρω, και ούτε τα ξαναδιαβάζω, ούτε ύφος κανένα κυτάζω, και όμως γράφω, φτάνει μόνο να γράφω, φτάνει μόνο να σας γράψω όσο μπορώ περισσότερα...Χαϊδεμένη μου, αγαπημένη μου, καλούλα μου σεις". Γράφει και κάπως ζει και κάπως έτσι ξεσπά πάνω στο χαρτί την αβίωτη πραγματικότητα. Πεπεισμένος πως "Τα καλά έργα δε μένουν απλήρωτα, και η αρετή πάντα στεφανώνεται με το στέφανο της Θείας δικαιοσύνης, αργά ή γρήγορα". Ωστόσο, η θεία τάξις κάπως ανατρέπεται. Ή μάλλον η ανέχεια λειτουργεί ως ο αστάθμητος παράγοντας του κακού που ενσκήπτει και αφοπλίζει τη θεία τάξη. Το απόσπασμα που ακολουθεί συντέμνει το χρόνο που μας χωρίζει από τον τόπο και το χρόνο του Ντοστογιέφσκη. Αποτελεί κατά πολλούς τρόπους μια επιτομή της σύγχρονης κοινωνίας. Οι ιστορίες επαναλαμβάνονται. Διαβάζουμε, για να βρεθούμε στη θέση να τεκμηριώσουμε την επανάληψη με τρόπο άσφαλτο:

"Ο οργανοπαίκτης τοποθετήθηκε κάτω από τα παράθυρα κάποιου σπιτιού. Μου κινάει άξαφνα την περιέργεια ένα παιδάκι, αγοράκι, όχι παραπάνω από δέκα χρονών. Θα ήταν ομορφούλι, μα στην όψη δείχνει τόσο άρρωστο, καχεκτικό, φορούσε ένα πουκαμισάκι και κάτι άλλο ακόμη, στεκόταν ξυπόλυτο, με ανοιχτό το στόμα και άκουγε το οργανέττο, -παιδί πράμα. Άπληστα κύταζε πώς χόρευαν οι κούκλες του Γερμανού οργανοπαίκτη, και του ίδιου τού είχαν κοκκαλώσει χέρια και πόδια, έτρεμε και μασούσε την ακρούλα του μανικιού του. Πήρε το μάτι μου, πως στα χέρια του κρατούσε κάποιο χαρτάκι. Πέρασε κάποιος κύριος και πέταξε του οργανοπαίκτη ένα μικρό νόμισμα. Το νομισματάκι έπεσε ακριβώς σ' εκείνο το κουτάκι με το χώρισμα, μέσα στο οποίο παρασταίνεται ένας φραντζέζος που χορεύει με τις κυρίες. Μόλις κουδούνισε το νόμισμα, τρεμοσείστηκε τ' αγοράκι μου, δειλά κοίταξε ένα γύρω, και, όπως φαίνεται, φαντάστηκε πως εγώ τόρριξα το νόμισμα.
Έτρεξε κοντά μου, τα χέρια του τρέμανε, η φωνίτσα του έτρεμε, μου έδωσε το χαρτάκι, λέγοντας: -σημείωση! Άνοιξα τη σημείωση -ε, τι να τα λέμε, γνωστά πράματα: -ευεργέτες μου, δηλαδή, μια μητέρα φαμελίτισσα πεθαίνει, τρία παιδιά πεινάνε, βοηθήστε με σεις τώρα, κ' εγώ πεια, σαν πεθάνω, για το λόγο που δεν ξεχάσατε τα παιδάκια μου, δε θα σας ξεχάσω κ' εγώ στον άλλο κόσμο, ευεργέτες μου. -Ε, τι το παράξενο σ' αυτό! δουλειά ολοφάνερη, αυτά έχει η ζωή, μα τι μπορούσα να τους κάνω εγώ; Τι νάκανα, δεν τούδωσα κ' εγώ τίποτα. Πόσο λυπήθηκα όμως!
Το καημένο το παιδάκι είχε μελανιάσει από το κρύο, μπορεί να πεινούσε κιόλας, και δεν έλεγε ψέματα, μα το ναι, δεν έλεγε ψέματα. Τις ξέρω εγώ αυτές τις δουλειές. Το κακό είναι όμως, που γιατί αυτές οι άσπλαχνες μητέρες να μη φυλάνε τα παιδιά τους και μισόγυμνα να τα στέλνουν να γυρίζουν στο κρύο με σημειώματα. Διόλου παράξενο, η κουτογυναίκα, να μην έχει θέληση. Μα μπορεί και στ' αλήθεια να μην έχει κανένα να φροντίσει γι' αυτήν, και να κάθεται κάπου κει με τα πόδια ζαρωμένα από κάτω της, μπορεί και στ' αλήθεια νάναι άρρωστη. Όπως να'ναι, γιατί να μη ζητήσει βοήθεια από κει που πρέπει. Ωστόσο, διόλου παράξενο να' ναι και καμιά κατεργάρα, αποσκοπού στέλνει το πεινασμένο, καχεκτικό παιδάκι να ξαπατάει τους διαβάτες, στην αρρώστια το σπρώχνει.
Και τι καλό θα διδαχτεί το καημένο το παιδάκι μ' αυτές τις σημειώσεις; Μονάχα που σκληραίνει η καρδιά του. Γυρίζει, τρέχει, ζητιανεύει. Οι διαβάτες περνάνει βιαστικοί, δεν αδειάζουν. Οι καρδιές τους είναι πέτρινες. Τα λόγια τους σκληρά. "Κάνε στη μπάντα! Ξεκουμπίσου! Κατεργάρη!". Να τι ακούει απ' όλους αυτούς, και η καρδούλα του παιδιού σκληραίνει, και του κάκου τρεμουλιάζει στο κρύο, το φτωχούλι, το χιλιοτρομαγμένο παιδάκι, μ' αφτέρουγο πουλάκι μοιάζοντας, που' πεσε από τη χαλασμένη φωλίτσα του. Κοκκαλιάζουν τα χέρια και τα πόδια του. Η αναπνοή του πιάνεται, ως που να καλοκοιτάξεις, αρχίζει πια να βήχει. Από κει δεν είναι μακριά και η αρρώστια, σαν ακάθαρτο ερπετό θα φτύσει μέσα στο στηθάκι του, κι ως που να καλοσκεφθείς, να κι' ο θάνατος στέκει πια απάνω από το κεφαλάκι του, το καρτεράει σε κάποια κει βρωμερούτσικη γωνιά, δίχως περιποίηση, δίχως βοήθεια -να η ζωή του όλη κι' όλη. Αυτή τη ζωή κάνει ο κοσμάκης!
Ωχ, Βάρινκα, σχίζεται η καρδιά σου ν' ακούς το "Ελεήστε Χριστιανοί" και να περνάς δίπλα και τίποτα να μη δίνεις, και να λες: "Ο Θεός να σ' ελέηση". Μερικά "ελεήστε με" μπορείς και να τα προσπεράσεις (Γιατί και τα "ελεήστε με" διαφόρων ειδών είναι, καλούλα μου). Το λιγόλογο, τραβηχτό, συνηθισμένο, αποστηθισμένο "ελέηστε με", είναι καθαρά ζητιάνικο. Σ΄αυτό δεν είναι και τόσο βαρύ να μη δώσεις. Αυτός που το λέει, είναι πολυκαιρίτικος, παλιός ζητιάνος, εξ επαγγέλματος ζητιάνος, αυτός είναι συνηθισμένος, λες με το νου σου, αυτός αντέχει και ξέρει πώς ν' αντέχει. Μα υπάρχει κ' "ελεήστε με" ασυνήθιστο, τραχύ, στυγνό, -σαν κι' αυτό που μούτυχε ν' ακούσω σήμερα, να πούμε, που σαν έπαιρνα τη σημείωση από τα χέρια του παιδιού, κάποιος που στεκόταν ακουμπισμένος στο μανδρότοιχο, που δε γύρευε απ' όλους ελεημοσύνη, μου λέει: "Δώσε μου μια πενταρίτσα, αφεντικό, για του Χριστού τη χάρη!" και με τέτοια κομματιαστή, βάναυση φωνή, που ανατρίχιασα όλος από κάποιο τρομακτικό αίσθημα, μα πενταρίτσα δεν τούδωσα: δεν είχα.
[...]
Σήμερα νιώθω μια τέτοια βαρυθυμιά, που από τα κατάβαθα της ψυχής μου άρχισα να συμπονάω τις ίδιες μου τις σκέψεις, και αν και ξέρω καλά, καλούλα μου, πως από τη συμπόνια καμιά προκοπή δε βγαίνει, όπως και να' ναι, δίνεις κάποια ικανοποίηση στον εαυτό σου. Και στ' αλήθεια, αγαπημένη μου, πολλές φορές ξευτελίζεις τον εαυτό σου δίχως καμιά αφορμή, δεν τον εκτιμάς ούτε για μια δυάρα, και χειρότερο από σκύβαλο τον λογαριάζεις. Κι αν θέλετε να το εκφράσουμε παραβολικά, αυτό μπορεί να συμβαίνει, για το λόγο που κ' εγώ είμαι φοβισμένος και κατατρεγμένος τα ίδια σαν κι αυτό το άμοιρο παιδάκι, να πούμε, που μου ζήτησε ελεημοσύνη.
[...] Μου τυχαίνει, αγαπημένη μου, σαν πηγαίνω το πρωί-πρωί βιαστικός στο γραφείο, να χαζέψω λιγάκι στην πόλη, για να ιδώ, πώς ξυπνάει αυτή, πώς σηκώνεται, καπνίζει, βράζει, βροντάει, -και φορές-φορές τέτοια συγκίνηση σε παίρνει μπροστά σε κάποιο θέαμα που παρουσιάζεται στα μάτια σου, που φαίνεται σα να σούδωκε κάποιος γερή μυτιά απάνω στην περίεργη μύτη σου, και ζαρώνοντας, ξαναπαίρνεις το δρόμο σου πιο σιγανός από στεκάμενο νερό, πιο χαμηλός από χορτάρι, κουνώντας μ' απελπισιά κατ' ανέμου το χέρι σου!
[...]
Γι' ας κυτάξουμε λοιπόν, σαν τι να γίνεται μέσα σ' αυτά τα σπίτια; Σε κάποια κει καπνισμένη γωνίτσα, σε κάποια νοτισμένη τρώγλη, που από ανάγκη λογαριάζεται για κατοικία, ξυπνάει κάποιος μαστοράκος. Όλη νύχτα έβλεπε στον ύπνο του, έτσι για παράδειγμα το λέμε, έβλεπε στον ύπνο του κάτι παπούτσια, που, δουλεύοντάς τας, παραπήρε το χέρι του και τα' κοψε, λες κ' ήταν καμιά ανάγκη να ιδή ο άνθρωπος ένα τέτοιο ελεεινό όνειρο! Μα, όπως να' ναι, αυτός είναι μάστορης, είναι τσαγκάρης, του είναι συγχωρεμένο να συλλογιέται πάντα το ίδιο πράμα. Κάπου κει κλαίνε τα παιδιά του και η γυναίκα του πεινάει. Και φορές-φορές δεν ξυπνάνε μόνο οι τσαγκάρηδες έτσι, αγαπημένη μου.
Αυτό δε θα' ταν τίποτα, και ούτε θ' άξιζε τον κόπο να γράψει κανείς τίποτα γι' αυτό, μα να τα παράξενα που βλέπει κανείς, καλούλα μου: μέσα κει, μέσα στο ίδιο εκείνο σπίτι, ένα πάτωμα πιο πάνω ή πιο κάτω, μέσα σε χρυσοστολισμένους οντάδες, διόλου παράξενο, κ' ένα πλουσιώτατο πρόσωπο, τα ίδια εκείνα παπούτσια να' βλεπε στον ύπνο του, δηλαδή, αλλιώτικα παπούτσια, σε διαφορετική φόρμα, μα πάντα παπούτσια, γιατί σύμφωνα με το νόημα που θέλω να δώσω εγώ σ' αυτό, καλούλα μου, όλοι εμείς, αγαπημένη μου, βγαίνει να είμαστε, λίγο-πολύ, τσαγκάρηδες.
Και αυτό ακόμη δε θα' ταν τίποτα, μα το κακό είναι που κανένας δε βρίσκεται δίπλα σ'αυτό το πλουσιώτατο πρόσωπο, δε βρίσκεται άνθρωπος που να του σιγοσφυρίξει στ' αυτί: "Δεν παύεις, δηλαδή, να συλλογιέσαι τέτοια πράματα, να συλλογιέσαι μόνο τον εαυτό σου, μόνο για τον εαυτό σου να ζεις. Εσύ, δηλαδή, τσαγκάρης δεν είσαι, τα παιδιά σου είναι καλά στην υγειά τους, η γυναίκα σου φαϊ δε ζητάει, ρίξε μια ματιά τριγύρω σου, κοίταξε μπας και βρεις για τις έγνοιες σου κανένα πιο ευγενικό αντικείμενο από τα παπούτσια σου!" Να τι ήθελα να σας πω αλληγορικά, Βάρινκα. Μπορεί να' ναι και πάρα πολύ ελεύθερη η γνώμη μου, αγαπημένη μου, μα η γνώμη αυτή, φορές-φορές υπάρχει, φορές-φορές μας έρχεται, κ' έτσι άθελα αναπηδάει από την καρδιά σε πύρινο παράπονο".

"Οι Φτωχοί" του Ντοστογιέφσκη τυπώθηκαν το 1845. Διαβάζω το τέλος των επιστολών τούτων, μια υποταγή των φτωχών στην ειμαρμένη τους. Αλλιώς, όπου ο φτωχός κι η μοίρα του. Η επιστολική πραγματικότητά τους ακυρώνεται, η παραμυθία της γραφής -μα κυρίως της ύπαρξης- οπισθοχωρεί και υποτάσσεται στην Ανάγκη της στιγμής. Γράφει η Βάρινκα:
"Τέλειωσαν όλα! Η τύχη μου κρίθηκε. Τι σόι είναι, δεν ξέρω, μα εγώ θα υποταχτώ στο θέλημα του Θεού. Αύριο φεύγουμε. Σας αποχαιρετώ για τελευταία φορά, ανεκτίμητέ μου  φίλε, ευεργέτη μου, πολυάκριβέ μου! Μη στενοχωριέστε για μένα, ζήστε ευτυχισμένα, μη με ξεχνάτε και ευλογημένος νάσαστε από το Θεό! Συχνά θα σας μνημονεύω στους λογισμούς μου, στις προσευχές μου. Να που τέλειωσε κι αυτό! Λίγες χαρές έχω ν' αποκομίσω στη νέα μου ζωή από τις παλιές αναμνήσεις. Γι' αυτό, τόσο πιο πολύτιμη θα μου είναι η ανάμνηση για σας. Τόσο πιο ακριβός θα είσαστε στην καρδιά μου. Είσαστε ο μόνος μου φίλος. Σεις μόνο με αγαπούσατε εδώ. Όλα τάβλεπα εγώ, το ήξερα καλά πόσο με αγαπούσατε! Έφτανε ένα μου και μόνο χαμόγελο για να σας κάνει ευτυχισμένο, μια και μόνη αραδίτσα επιστολής μου. Τώρα πρέπει να ξεσυνηθίσετε από μένα! Πώς θα μείνετε μόνος σας εδώ; Σε ποιανού τα χέρια θα μείνετε, καλέ μου, ανεκτίμητε, μοναδικέ μου φίλε!"

Όση η φτώχεια τους τόση η αδυναμία τους να επέμβουν και να ορίσουν τη ζωή τους. Η ένδεια όριζε το παρόν, σφράγιζε και το μέλλον. Τους κοιτώ με δεμένα τα χέρια. Δεμένη η μοίρα μου, δεμένη κι η δική τους. Τους κοιτώ μ' αδύναμα χέρια. Κομμένα τα χέρια μου, κομμένα τα δικά τους. Τους κοιτώ μέσα από ένα σμήνος πλήκτρων, πουλιά τα πλήκτρα, εκείνα που με φέρνουνε κοντά τους, πουλιά και μαζί τους υψώνομαι, εκεί όπου -μονάχα εκεί- υπάρχει κανείς ελεύθερος. Σαν το πουλί είμαι, γράφει ο Γρηγόριος, σαν το πουλί κι εύκολα πετώ, πτηνόν γαρ ειμι ραδίως μετάρσιον. Και μεταρσιώνομαι, και πετώ κι εκεί τους συναντώ.

Άνθρωπος στα σκουπίδια, μα πριν λίγους μήνες, άνθρωπος πρώτος εθεάθη στα φανάρια σε σημείο κομβικό και προς την πρώτη έξοδο για την πόλη από την Εγνατία Οδό. Στο κλεινόν άστυ συναντάς κυρίως Πακιστανούς τη δουλειά τούτη με επιμονή να διεξέρχονται. Ένας κουβάς και λίγη σαπουνάδα για λίγα κέρματα που θα πέσουν στο χέρι. Άνθρωπος εθεάθη, όχι δε φαίνεται Πακιστανός, όμως, με υποδειγματική επιμέλεια τρίβει και σαπουνίζει τα παρμπριζ των αυτοκινήτων που στρίβουν αριστερά για Πτολεμαϊδα. Τις περασμένες ώρες στο πόστο του δεν τον συναντάς και τον αναρωτιέσαι. Μόνο ο κουβάς στέκει με το ξημέρωμα να τον περιμένει.

Τι κάνουμε, αναρωτιέμαι. Τίποτα δεν κάνουμε. Το θάνατο καταγράφουμε, πρώτα των ψυχών κι ύστερα των σωμάτων. Όπως κείνος ο βραβευμένος φωτογράφος, που απαθανάτισε το θάνατο σε μια "μοναδική" στιγμή λίγο πριν την έλευσή του, για να αυτοκτονήσει δυο μήνες μετά τη βράβευσή του, μέσα στο νέφος μιας βαριάς κατάθλιψης και με την εικόνα του μικρού παιδιού να περιφέρεται αδικαίωτο στην ψυχή και το μυαλό του. Χρόνια έχω τη φωτογραφία του στα ερμάρια μου. Πάντα μπροστά τη βρίσκω στη μνήμη μου.

[Ο Kevin Carter κέρδισε το βραβείο Pulitzer για τη φωτογραφία που τράβηξε το 1993 στο Σουδάν και η οποία δημοσιεύτηκε στους New York Times στις 26 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς.Το βραβείο έμαθε ότι το κέρδισε στις 12 Απριλίου του 1994.Το παρέλαβε στις 14 Μαΐου και μετά δύο μήνες, στις 27 Ιουλίου, αυτοκτόνησε. Όταν ο Κevin έβγαλε την φωτογραφία δεν δούλευε για λογαριασμό κανενός περιοδικού και με τις φωτογραφίες του ήθελε να δείξει την πείνα που υπήρχε. Η φωτογραφία απεικονίζει ένα υποσιτισμένο κοριτσάκι που σέρνεται για να φτάσει σε κέντρο διανομής τροφής ενώ παρακολουθείται από ένα όρνεο το οποίο περιμένει το θάνατο της για να μπορέσει να ζήσει αυτό. Δέκα λεπτά περίμενε το όρνιο, δέκα λεπτά περίμενε ο Kevin μετά κάθισε κάτω από ένα δέντρο και έκλαιγε, γιατί απαγορευόταν να βοηθήσει το παιδάκι να ζήσει. Όλο το περιστατικό κράτησε μισή ώρα μέχρι που έφυγε με το ελικόπτερο της επισιτιστικής βοήθειας. Ήταν ένα τυχαίο επεισόδιο, μισής ώρας στη ζωή του. Τόσο χρειάσθηκε για να πάρει το βραβείο, να μείνει στην αιωνιότητα και να πεθάνει απο αυτό δυο μήνες μετά. Σήμερα είναι διαφορετικά; ]

Στο εξής κάθε φορά που θα τρως, θα σκέφτεσαι κείνους που δεν έχουν φάει όλη μέρα και που θα αγνοούν πότε θα ξαναφάνε
Κάθε φορά που θα ταϊζεις τα παιδιά σου, θα σκέφτεσαι κείνους που δε θα καταφέρουν να ταϊσουν τα δικά τους παιδιά, κείνους που θα προστρέξουν σε συσσίτια εκκλησιών και μοναστηριών, προκειμένου ένα πιάτο ή ένα ρούχο να εξασφαλίσουν για να τα μεγαλώσουν
Κάθε φορά που θα ζεσταίνεσαι, θα νιώθεις τύψεις για όλους αυτούς που θα διασχίσουν το χειμώνα  μες στη θλίψη που φέρνει η παγωνιά όταν ενσκήπτει ή μες στο ρίγος της μοναξιάς όταν αιφνίδια σε τυλίγει, για να σε φέρει κοντά, πολύ κοντά στο θάνατο
Κάθε φορά που θα πηγαίνεις στη δουλειά, θα νιώθεις ένα μάγκωμα στην ψυχή για όλους αυτούς που εφεδρικώς τους ξαπόστειλαν στα σπίτια τους
Στο εξής δε θα κοιμάσαι ήσυχος

Τα λόγια τα νιώθεις ότι κόβονται, σκοντάφτουν τα λόγια μες στη δυσοίωνη συγκυρία και στιγμή, ασφυκτιούν τα λόγια, αδυνατούν να υπάρξουν, στερεύουν οι πηγές, πώς να πάρεις φόρα να μιλήσεις ξανά, ποιες είναι οι λέξεις που θα σταθούν στην ανημπόρια, ποια τα φωνήεντα που θα καλέσουν σε εξέγερση, ποια τα σύμφωνα που θα γίνουν πέτρες να στεριώσουν τα γεφύρια, πώς να σηκωθεί κανείς ξανά.
Ανατρέχω στον Γρηγόριο πάλιν και πολλάκις σήμερα. Κι αν φράξει κανείς τις πηγές, τι κάνουμε; Κι αν τον ήλιο κρύψει, πώς θα ιδούμε το φως του;

Πηγής τι κέρδος εστίν εμπεφραγμένης;
Τι δ’ ηλιακής ακτίνος, ην κρύπτει νέφος;
"Κάθε λόγος είναι διπλός,
λέξεις και νόημα. οι λέξεις όπως ένα εξωτερικό
φόρεμα. ο νους από μέσα όπως ντυμένο σώμα.
Και σ’ άλλους και τα δύο τέλεια, σ’ άλλους το ένα.
ή λειψά πάλι είτε ως μάθηση είτε από τη φύση.
Για το εξωτερικό εγώ δε θα μιλήσω πολύ
για το πώς θα είναι. για το μέσα θα κάνω πολύ λόγο.
Γιατί η σωτηρία μας βρίσκεται στο νόημα,
αλλά βέβαια όταν μιληθεί και δηλωθεί.
Τι ωφελεί μια πηγή που την έχουν φράξει;
ή το φως του ήλιου που το σκεπάζει σύννεφο;
Κάτι τέτοιο είναι η σκέψη που σωπαίνει,
σαν το ωραίο τριαντάφυλλο που το τυλίγει ο κάλυκας
ο όχι ωραίος. φανερώνει όμως την ομορφιά,
όταν σκάζοντας από τις αύρες παρουσιάσει το γέννημα.
Ενώ αν η ομορφιά έμενε πάντα σκεπασμένη,
δε θα είχε καμιά χάρη η ακριβή άνοιξη.

Τίποτα παραπάνω δεν ζητούμε όσο να μιλούμε έτσι,
όπως όσοι νομίζονται αδόκιμοι στο λόγο.
αλλιώς, να δείχνεις τις λάμψεις εκείνων.
Απ’ τη δική σου λάμψη ποθώ να λάβω ακόμη και μικρό μέρος.
Αν δεν αξίζουν τίποτα οι γραμμένοι λόγοι
πώς ξεγελιόμουν τόσον καιρό;"

Τον φωνάζω ξανά, για να θυμίσει εκ νέου την πηγή των βασάνων της χώρας. Τα είπε κι ο Παπαδιαμάντης αργότερα: "Οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος πλάσαν τα ερείπια". Όχι ότι είμαστε εμείς αμέτοχοι. Είχαμε τον τρόπο δια της ψήφου. Της φερθήκαμε ασυλλόγιστα. Επιπόλαια την πήραμε στα χέρια μας και αψήφιστα. Κι αν αγανακτούμε τώρα, τα θέλαμε και τα πάθαμε. Κι αν αγανακτούμε τώρα είναι κάπως αργά. Χρόνια, έχει χρόνια, που άνθρωποι όπως ο Γιανναράς ή ο Ράμφος φωνάζαν, ο καθείς από το πόστο του, και τόσοι άλλοι, για την επερχόμενη κατάντεια του τόπου. Τους αγνόησαν επιδεικτικά. Μαζί και μεις, θρονιασμένοι στην καλοπέραση της δανειοστεριωμένης ζωής μας, στο βόλεμα και την αραχτή, συχνάκις δε και αρπαχτή, της καθημερινότητάς μας. Μαζί και μεις, μικροί-μεγάλοι, βουλιάζαμε μέρα τη μέρα τον τόπο στην εξαθλίωση και την αχρειότητα που μόλις αρχίσαμε να γευόμαστε. Οι απαντήσεις βρίσκονται εύκολα στους προγενέστερούς μας:

"Εμείς όλους τους θρονιάζουμε εύκολα,
φτάνει να θέλουν, του λαού οδηγούς,
χωρίς να εξετάζομε περασμένα και τωρινά,
ούτε έργα ούτε λόγους ούτε συναναστροφή,
ούτε τον ήχο ν’ ακούσομε του νομίσματος,
ούτε να έχουν δοκιμαστεί από το πύρωμα του χρόνου,
αλλά ξαφνικά φανερώθηκαν άξιοι για το θρόνο.
Γιατί, αν γνωρίζομε ότι όποιον εκλέξαμε
τις πιο πολλές φορές η εξουσία τον κάνει χειρότερο,
ποιος φρόνιμος θα πρότεινε αυτόν που δεν τον γνωρίζει;
Κι αν είναι τόσο δύσκολο έργο τη δική μου μόνο
ψυχή να κυβερνώ στις τρικυμίες του βίου,
πώς θα δώσεις στη διάθεση του καθενός τους αυχένας τόσου λαού,
εκτός κι αν βιάζεσαι να βουλιάξεις το πλοίο;"
Γρηγορίου Θεολόγου, Εις εαυτόν και περί επισκόπων

Μόνη παραμυθία ο Θεός για όποιον πιστεύει. Για όποιον δεν πιστεύει, προλαβαίνει ακόμα να πιστέψει. Για όποιον επιμένει να ζει δίχως θεϊκή σκέπη, η τέχνη  μπορεί κάπως να συντρέξει και να παρηγορήσει  τους ανθρώπους. Γιατί η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο, που είπε και ο Ντοστογιέφσκη. Η ομορφιά της ψυχής, η ομορφιά που κρύβεται σε μια γωνιά, η ομορφιά που καταφεύγει πάνω σ' ένα γραφείο, η ομορφιά πάνω σ' ένα πρόσωπο, η ομορφιά μέσα σε ένα άγγιγμα, η ομορφιά. Όπου και να την κρύψεις την ομορφιά αυτή, λάμπει. Για τούτο, αυτή -μονάχα αυτή- μπορεί τον επίγειο κόσμο να σώσει. Η ομορφιά του να έχουμε ακόμα ο ένας τον άλλον.