Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Ο ουρανός του Σαραντάρη




Η σχέση του Σαραντάρη με την ποίηση δεν μπορούσε, λοιπόν, να είναι ποτέ αισθητική ή άλλο παρόμοιο, αλλά στάθηκε σχεδόν από την αρχή καθαρά πνευματική ή μεταφυσική, μια ανάβαση από «ένα τώρα που δε θυμάμαι πότε αρχίνησε!» σε ένα πάντα που δεν τελειώνει ποτέ. Ο Σαραντάρης δε λησμονούσε πως βρισκόμαστε εδώ μοναχά με το ένα ποδάρι, πως το άλλο ποδάρι μας λογαριάζεται κιόλας ξεκινημένο για αλλού, και αυτό δεν έπαψε να το φωνάζει σε όλους τους τόνους σε διάφορες γλώσσες.

Ήταν μαθητής του Δάντη […] και πίστευε πως προοριζόμαστε για να πετάξομε εκεί αψηλά, volar su. Ο ουρανός αυτός, όπως και η πίστη […] δεν τον ξέρομε «πως ζούμε μέσα του», πως είναι η ζωή μας.


Ο Σαραντάρης δεν ανήκε σε όσους ζουν δίχως να ζουν (στους σημερινούς ανθρώπους που τους ενδιαφέρουν τα προβλήματα από φυσική κλίση, από περιέργεια, ή για να σταδιοδρομήσουν). Η ζωή του είχε κύρος. Έτσι ο λόγος που εκείνος κατάφευγε στο λόγο –για τούτο σταματήσαμε στου Σαραντάρη τον ουρανό- ήταν πως: «Ο λόγος κατοικεί τον ουρανό και οι άνθρωποι το ξέρουν» και η μοναδική δικαίωση της ομιλίας του δεν ήταν να κάνει τέχνη ή κανενός είδους αποκατάσταση αισθητική (των οποιωνδήποτε υλικών πέφταν στα χέρια του, αν πέφταν), αλλά έλεγε μοναχά:

Μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει

ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ, Διόσκουροι. Καπετανάκης-Σαραντάρης, Δόμος

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Ο διά Χριστόν σαλός Σκιαθίτης


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι σαν τον Χριστό του Σινά.
Με το ένα μάτι κοιτάει λαίμαργα τη ζωή και με το άλλο κοιτάει το θείο.

ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΝΩΤΗΣ, Γωνιά του Παραδείσου, Αρμός

Είναι κανείς από το μέρος της αθωότητας -λευκοφόρος την διάνοιαν, που λέει κι ο Ρωμανός- σε δύο περιπτώσεις: όταν δεν έχει φτάσει στο σημείο να υποψιασθεί καν το μαύρο. Κι όταν το έχει διατρέξει ως την έσχατη άκρη του, έτσι που να πατήσει από το άλλο μέρος πάλι στο λευκό. Με πλήρη συνείδηση ότι όσα γνώρισε στο αναμεταξύ του είναι απολύτως άχρηστα.
Μορφές όπως του Πλωτίνου, του Ρωμανού του Μελωδού, του Fra Angelico, του Blake, του Vermeer, του Holdelrin, του Novalis, του Mozart, του Rimbaud, του Shelley, του Θεόφιλου, του Παπαδιαμάντη, διαφορετικές στο έπακρο, μ' ελκύσανε ανέκαθεν -ανεξάρτητα εντελώς από τη ζωή τους- γι' αυτό το λευκό σημάδι που διασώζανε στο έργο τους, τη λάμψη που έφερναν είτε με τρόπο ήπιο είτε με αγριότητα. Επειδή, βέβαια, η χώρα της αθωότητας δεν είναι όπως τη φαντάζονται μερικοί. Έχει τους αγίους της και τ' αγρίμια της, τα παρθένα δάση και τα γαλήνια νερά της. Χρειάζεται να΄σαι τέλεια αφοπλισμένος για να προχωρήσεις μέσα της.
[...]
...το χέρι του, θα' λεγες, αποξενώνεται πολλές φορές, για να υπακούσει σε μιαν άλλη φωνή, και ο ίδιος, μόνον εκ των υστέρων, όχι χωρίς κάποιαν αμηχανία, να την αναγνωρίσει για δική του.
[...]
Μίλησαν οι βιογράφοι του για δειλία, για συντηρητικότητα. Δεν τις σήκωσαν ποτέ να δουν τι κρύβεται από κάτω. Ένας άνθρωπος που προσπαθεί και καταφέρνει με χίλιους τρόπους, ενίοτε αόρατους "δια γυμνού οφθαλμού", να μην υποτάσσεται στα συμβατικά σχήματα της τρέχουσας κοινωνίας, πρώτον. Και δεύτερον, ένας ομολογημένος κυνηγός αισθησιακών στιγμών, που τις συλλαμβάνει πάντοτε σαν μονάδες με αυτοδύναμη αξία, τονισμένες επάνω στην αγιότητα [...]. Εκεί περισσότερο παρά στα στασίδια είναι δυνατό ν' ακούσεις την αληθινή φωνή του Σκιαθίτη, και τα λίγα, τ' ασήμαντα γεγονότα της ζωής του επιβεβαιώνουν αυτά που συναντούμε στ' αυτοβιογραφικά του διηγήματα.
Όχι ότι δεν εστάθηκε στη ζωή του ένας υποδειγματικός ορθόδοξος ή ότι δεν προσεπικαλέστηκε την αυστηρή ελληνική παράδοση για περισσότερη ασφάλεια μέσα στα συνεχή ανεβοκατεβάσματα της σταδιοδρομίας του. Όμως δεν είναι σ'  αυτά που πέφτει το βάρος. Κι ευτυχώς. Πολλοί άλλοι με τις ίδιες αποσκευές έμειναν εδώθε, χωρίς να περάσουν τη γέφυρα. Ο Παπαδιαμάντης εγκαίρως πέταξε ως και το ρούχο του ακόμη για να την περάσει, και να μπορούμε σήμερα εμείς να βλέπουμε, πίσω από την κοσμία του διαγωγή, τον αγιογράφο των μορφών του φυσικού κόσμου, τον ελεύθερο σκοπευτή των οπισθοδρομικών αντιλήψεων της εποχής του.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Η μαγεία του Παπαδιαμάντη, ύψιλον/βιβλία

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

 

Σκέφτομαι τις συγγενείς ψυχές, το Ρώσο σκέφτομαι και τον Σκιαθίτη, τι να' ναι αυτό που άραγε τους ξεχωρίζει, που φορτωθήκαν μοναχοί τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων, τι ναν'  αυτό το ανίατο, αυτό που έκανε πόνο τη ζωή τους, ένα χαρμάνι πίστης και ολιγοπιστίας, με το' να μάτι στη γη, με τ' άλλο στα ουράνια, τι ναν' αυτό που τους ενώνει και ποιο αυτό που ξεχωρίζει, σαλοί κι οι δυο, δια Χριστόν σαλοί και δια της γραφής σαλοί και εκεί πάνω αφέωνται  θα τους πουν, τους είπαν ήδη και τους συγχωρέσαν, γιατί συνορεύουν οι ψυχές με τους αγίους, και λευκοφόρες είναι, κατά πώς το γράφει ο Ελύτης, ας είν' και καθημαγμένες, ποιος άγιος αναίμακτος εισήλθε, αυτά είχα να πω και το χιόνι ξεκίνησε να πέφτει, η ακριβή χιών, "έπιπτεν όλην την νύκτα, και μέχρι της πρωϊας. Το είχε "πασπαλώσει" εις τα βουνά, τώρα "το έστρωνε" και εις τον κάμπον, εις τα λιβάδια, επάνω εις τας στέγας και τα δώματα των οικιών, και κάτω εις τους δρομίσκους της μικράς πόλεως", μια μικρή πόλη και η ένδον ημών, χιονοσκεπής κάποτε και άλλοτε αιθρία, ελπίδες φέρουσα και ανέσπερος, όπως ανέσπερος έλλην αυτός ο Σκιαθίτης κατά τον Καρούζο, ανέσπερος κι ο Ρώσος, την παραμυθία ενδύθηκαν οι δυο τους, τον πόνο κρατώντας στο σωστό το ύψος, την ελεημοσύνη της γραφής προσέφεραν στον άνθρωπο, τοπία οι ίδιοι σε μια ομίχλη, μα βρήκαν δρυ βασιλική κι έτρεξαν ν' απαγκιάσουν. 
Αυτά εισέβαλαν το μεσονύκτι της αυτής ημέρας.

Ο δια Χριστόν σαλός Ρώσος




ΤΟ ΛΕΠΤΟ ΣΚΟΙΝΙ

Σκέψεις για τον Ντοστογιέφσκη


Ο Ντοστογιέφκση σήκωσε τα κουρέλια της Κόλασης βουτηγμένα στο καυτό νερό της. Μες απ'το πλέγμα των λεπτών νεύρων του και της αβυσσαλέας ψυχής του κατέβηκε μ' ένα λεπτό σκοινί στον Άδη των σωθικών του, των ανθρώπινων σωθικών.
Οι πραγματικοί ήρωες των μυθιστορημάτων του δεν είναι μόνο οι ωραίες και καπριτσιόζες γυναίκες ή οι άντρες μιας υψηλής κοινωνικής τάξης, όπως τον κατηγόρησαν κοντόφθαλμοι κριτικοί. Είναι όλοι οι ανθρώπινοι τύποι των έργων του, πλούσιοι και φτωχοί, αριστοκράτες και πληβείοι, μορφωμένοι ή απλοί άνθρωποι του λαού, φιλόδοξοι ή ταπεινοί, σκληροί ή γεμάτοι έλεος, με κορυφαίους τους μεγάλους μαστιγωμένους του πάθους που το κουβαλούνε άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, με τις φωλιές της ήττας, του πόνου και της κόλασης μέσα τους. Είναι οι διχασμένες ανθρώπινες υποστάσεις έτοιμες να κατεβούνε στα σπήλαια του εαυτού τους, να τον αναδιφήσουν μ΄ ένα λεπτό και πικρό μαχαίρι, να χορέψουν πάνω από το λάκκο της απελπισίας. Ή και πολλές φορές να τον φωτίσουν με τον πόθο του εξαγνισμού και την υπέρτατη πράξη της αγάπης. 
Ο μεγάλος αυτός συγγραφέας με τα συγκλονιστικά πάθη και τις μεγάλες ψυχικές αντιφάσεις, με το μάτι στραμμένο στους σφυγμούς της εσωτερικότητάς του, με τις αντινομίες του που μέτρησε ένα-ένα στα χέρια του τα πέταλά τους, ήταν ένα εκλεγμένο σκεύος του πνεύματος για να δώσει μαρτυρία για τα εσώτατα του ανθρώπου. Κατέβηκε στο πηγάδι του εαυτού του ν' αντικρύσει τις λάμιες της ψυχής του, όπως λίγοι συγγραφείς ως τότε είχαν κάνει. Γιατί μόνο ο δημιουργός, ο αληθινός βέβαια, μπορεί να φέρει στο φως τα πικρά συμβαίνοντα της ανθρώπινης ύπαρξης, τα κρυμμένα σα φοβισμένα ζώα ή σαν κακά φίδια, όλο και πιο μέσα. Γιατί μόνο ο άφοβος και ηρωικός έχει τη δύναμη ν' αναμετρηθεί μαζί τους. Το Σύμπαν του Ντοστογιέφσκη περπατήθηκε με τόλμη και αφοβία από έναν μόνο άνθρωπο με δυο πόδια αδύναμα και αρρωστημένα. Ένα Σύμπαν όμως που το κατοίκησαν παράξενα αντινομικές  ψυχές, τέτοιες που δεν συναντάμε κάθε μέρα μπροστά μας, γιατί φοβούνται να βγουν στο φως ή ανασαίνουν πιο μακριά από μας και δεν μπορέσαμε ακόμα να τις πλησιάσουμε. 
Οι ήρωές του είναι κυριαρχημένοι από το μεγάλο Πάθος, το Πάθος που πρέπει να σταυρωθεί για να εξαγνισθεί, να φτάσει ως το τέλος του μαρτυρίου του για να εξοφλήσει την εξαίρεση από τον κανόνα, την απομάκρυνση από την ανθρώπινη κοινότητα. Πάθη του έρωτα, πάθη του εγκλήματος, πάθη διανοητικά του αμαρτωλού νου, όλα οδηγούν σε μια πανύψηλη σκάλα για να πέσει ο άνθρωπος από το ύψος της και μέσα σ' αυτή τη φοβερή πτώση του ν'ανακαλύψει τον εαυτό του. Να κλάψει και να δει. Να μείνει εκεί σιωπηλός και ίσως να μη θέλει να εξιλεωθεί για να γίνει άλλος άνθρωπος, όμως οπωσδήποτε θα έχει δει, θα έχει ξεχωρίσει πια με μια μόνο ματιά το σκοτάδι που διέτρεξε, σαν άρρωστο ζώο λαβωμένο, θα έχει ατενίσει τη μελαγχολική αυγή που φέγγει μπροστά του και που δε θέλει ίσως να την πατήσει για να τραβήξει στης μέρας το φως. Όμως είδε, είδε τα στενά και τ' απέραντα συγχρόνως όριά του, είδε το δόκανο ανάμεσα στο μαύρο και στο άσπρο, όπου είναι πιασμένος, και μέσα αυτός σφηνωμένος στο σιωπηλό κλάμα.
Πόνεσε, ταπεινώθηκε, κινδύνεψε, προπηλακίσθηκε ο Ντοστογιέφσκη, εξευτελίσθηκε, προδόθηκε στις σχέσεις του με τους ανθρώπους, μα όλα αυτά ήταν το υλικό για να νιώσει βαθύτερα τις ανατριχίλες του στήθους του, να αισθανθεί να μεγαλώνει η κόρη του ματιού του στο σκοτάδι, που αντίκρυζε τα όρια του κόσμου του που είχαν γίνει τρομερά βαθιά κι αυτός με τ' αδύναμα πόδια του, με την καταρρακωμένη υγεία του να καλείται να τα κατεβεί.

Πετρούπολη, Λαύρα Αλεξάνδρου Νιέφσκη

Ο Ντοστογιέφκση πέρασε παλληκαρίσια τις πύλες των παθών, της μοίρας και του Άδη. Κατέβηκε ως τον κώνο της πίκρας μόνος και τολμηρός. Και από κει σαν άλλος Δάντης είχε τη δύναμη να δει το φως τ'ουρανού, να καλέσει το φως της ζωής και της αγάπης, γιατί ήθελε να νιώθει ολόκληρος. Γιατί ήθελε να προσφέρει ένα ολοκληρωμένο Σύμπαν ζωής και πνεύματος στους ανθρώπους.

ΟΛΓΑ ΒΟΤΣΗ, Συναντήσεις (Μελετήματα και Στοχασμοί), Οι εκδόσεις των φίλων 1995

Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

Το νήμα της μάνας


 Καθένας πίσω του έχει και πάνω του και μέσα του τη σκιά της μάνας. Και κάθε μάνα βαστά στα χέρια της ένα νήμα που τη δένει μαζί του, ένα νήμα, που δεν είναι ο λώρος, όχι, δεν είναι, παρά είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτόν, γιατί τούτο τα έχει όλα μέσα του και όλα είναι ολόκληρα, φυσικά και μεταφυσικά, γνωστά και άγνωστα, το σύμπαν των ορατών και εκείνο των αοράτων πραγμάτων. Έχει μέσα του πλεγμένη την άφατη σύλληψη, τους μυστικούς μήνες της κυοφορίας, μήνες σιωπής εννιά, την οδύνη της εξόδου έχει και τον ξεριζωμό και έπειτα τη γλώσσα του θηλασμού έχει, γλώσσα της αφής, μιας αφής να κατισχύει έναντι του λόγου και της σιωπής, έναντι όλων, τα πυθικά λόγια ενός εν σπέρματι νανουρίσματος, την ποίηση της ψυχής έχει και την αγάπη έχει, να κραταιώνει μέρα τη μέρα, την έγνοια και τη φροντίδα την άγρυπνη, την αποκοπή ξανά και τη φυγή και κείνο το πέταγμα του νεοσσού από τη θαλπωρή της μήτρας, μιας μήτρας χοϊκής, όμως, και περίλυπης, έως θανάτου κάποτε, μα και την ελευθερία έχει, γιατί μακρόθυμη η αγάπη και μόνο η του κόσμου μικρόθυμη. Κι ας μην το αντέχει. Όλα τα έχει. Σε κείνο το νήμα κρύβονται όλα. Το νήμα τούτο το κρατά η μάνα στα χέρια.  Και ο καθένας βαστιέται από το νήμα της μάνας του. Αόρατο είναι και μόνο εκείνη ξέρει πως το κρατεί. Όρθια στέκεται πίσω σου και το βαστά. Και περιμένει. Περιμένει κείνον που συνεχίζει το νήμα. Κείνον που το νήμα του ταιριάζει με το δικό της, που είναι το ίδιο ακριβώς. Από το ίδιο υλικό πλασμένο και τα έχει και κείνο όλα πάλι μέσα του, τα φυσικά και τα μεταφυσικά, τα γνωστά και τα άγνωστα, το σύμπαν των ορατών και εκείνο των αοράτων. Στο παραδίδει το νήμα, γιατί το νιώθεις. Κάποτε δεν το παραδίδει ποτέ. Άνθρωπος ουκ έστι και ψυχή ουκ εστίν και πού να το δώσει. Κάποτε -σπάνια πολύ- άνθρωπος έστιν και ψυχή έστι και παραλαμβάνει εκείνο το νήμα εκ Θεού και μόνο. Του έρχεται στα χέρια. Το νιώθει, το κοιτά. Δεν απορεί. Το βαστά. Το βαστά γερά και πάει. Μέσα του και πάνω του. Στο χοϊκό του χρόνο. Κρατά το νήμα της μάνας.

13 Ιανουαρίου 2011

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

Μην τη λησμόνει τη χαρά...




ΕΣΟ ΟΡΘΙΟΣ

"Συμβιβάστηκε με την πικρία ο κόσμος", λέει ο Ελύτης, συμβιβάστηκε, μα όσο υπάρχει ουρανός κι όσο κρατάει ο ουρανός, ας κρατάμε το γέλιο των παιδιών, ας θυμόμαστε και το δάκρυ τους, κι ας "βρίσκομε το κεφάλι μας στα χέρια του Θεού" κι ας απαγκιάζουμε και τότε ας μνημονεύουμε παραμύθια, ας τα μνημονεύουμε, παραμύθια, που ανθίζουν ως ανεμώνες υπομονής και ως ελάφια, και με τον τρόπο των ελαφιών και με τα λόγια τους, με τη σιωπή προπάντων, στα δάση χάνονται και αλαργεύουν. Ας μνημονεύουμε τη χαρά, ας θυμόμαστε τη θλίψη, ας μνημονεύουμε τον πόνο, κι "ο πόνος σαν προσευχή έρχεται", λέει ο Φτωχούλης, ας μνημονεύουμε ο ένας τον άλλο, ας στεκόμαστε όρθιοι, στα τερτίπια της καθημερινότητας αλώβητοι, στις χαμερπείς συναναστροφές, όταν γυμνοί απομένουμε και κενή η ψυχή, ολότελα γυμνή, και δυσκολοχώνευτη η πραγματικότητα και οι δρόμοι δύσβατοι. 
Ας μνημονεύουμε τη χαρά....

Απόδοση Εορτών


 ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

[...]

Υπάρχουν, υποθέτω, πολλά πράγματα που θα μπορούσα να' χα δει καλό, μα δεν επωφελήθηκα, απάντησε ο ανηψιός. Κι ανάμεσα στ' άλλα, είναι και τα Χριστούγεννα. Όμως, είμαι βέβαιος πως πάντα τα συλλογιζόμουν, χώρια από το σεβασμό που τους έπρεπε για το ιερό τους όνομα και την προέλευση -αν είναι, βέβαια, δυνατόν κάτι που ανήκει σ' αυτά να το βλέπεις ξεχωριστά- σαν μια εποχή καλή, ευχάριστη. Μια εποχή όλο καλοσύνη και συμπόνια, φιλευσπλαχνία και χαρά. Η μόνη απ' όσες ξέρω μέσα στο μακρύ ημερολόγιο του χρόνου όπου άντρες και γυναίκες, σαν μια ψυχή, ανοίγουν λεύτερα τις καρδιές τους και αναλογίζονται τους άλλους σαν πραγματικούς συνταξιδιώτες προς τον τάφο, κι όχι σαν μια άλλη ράτσα πλασμάτων που έχουν διαφορετικό προορισμό. Γι' αυτό, θείε, μ' όλο που ποτέ δεν έβαλα μήτε ένα κομματάκι χρυσό ή ασήμι στην τσέπη μου, πιστεύω πως μου έκαναν καλό και πως θα μου κάνουν. Για τούτο λέω: ας είναι ευλογημένα!

ΚΑΡΟΛΟΣ ΝΤΙΚΕΝΣ

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Επί τας πηγάς των υδάτων...


Νίκος Αγγελίδης, Γενέθλιος τόπος


Ὃν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου πρὸς σέ, ὁ θεός.

ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν θεὸν τὸν ζῶντα· πότε ἥξω καὶ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ τοῦ θεοῦ;

ἐγενήθη μοι τὰ δάκρυά μου ἄρτος ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐν τῷ λέγεσθαί μοι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν Ποῦ ἐστιν ὁ θεός σου;

ταῦτα ἐμνήσθην καὶ ἐξέχεα ἐπ’ ἐμὲ τὴν ψυχήν μου, ὅτι διελεύσομαι ἐν τόπῳ σκηνῆς θαυμαστῆς ἕως τοῦ οἴκου τοῦ θεοῦ ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως καὶ ἐξομολογήσεως ἤχου ἑορτάζοντος.

ἵνα τί περίλυπος εἶ, ψυχή, καὶ ἵνα τί συνταράσσεις με; ἔλπισον ἐπὶ τὸν θεόν, ὅτι ἐξομολογήσομαι αὐτῷ· σωτήριον τοῦ προσώπου μου ὁ θεός μου.

Πρὸς ἐμαυτὸν ἡ ψυχή μου ἐταράχθη· διὰ τοῦτο μνησθήσομαί σου ἐκ γῆς Ιορδάνου καὶ Ερμωνιιμ, ἀπὸ ὄρους μικροῦ.

ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται εἰς φωνὴν τῶν καταρρακτῶν σου, πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου ἐπ’ ἐμὲ διῆλθον.

ἡμέρας ἐντελεῖται κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ, καὶ νυκτὸς ᾠδὴ παρ’ ἐμοί, προσευχὴ τῷ θεῷ τῆς ζωῆς μου.

ἐρῶ τῷ θεῷ Ἀντιλήμπτωρ μου εἶ· διὰ τί μου ἐπελάθου; ἵνα τί σκυθρωπάζων πορεύομαι ἐν τῷ ἐκθλίβειν τὸν ἐχθρόν μου;

ἐν τῷ καταθλάσαι τὰ ὀστᾶ μου ὠνείδισάν με οἱ θλίβον τές με ἐν τῷ λέγειν αὐτούς μοι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν Ποῦ ἐστιν ὁ θεός σου;

ἵνα τί περίλυπος εἶ, ψυχή, καὶ ἵνα τί συνταράσσεις με; ἔλπισον ἐπὶ τὸν θεόν, ὅτι ἐξομολογήσομαι αὐτῷ· ἡ σωτηρία τοῦ προσώπου μου ὁ θεός μου.

Δαυίδ, Ψαλμός ΜΑ'

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Χωματόδρομος η ζωή, μα και η ποίηση, χωματόδρομος κι αυτή


ΧΩΜΑΤΟΔΡΟΜΟΣ

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Δεκέμβρης 1952-Μάρτης 1953

της μητέρας

ΓΗ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΑ

[...]

Κάτω απ' το φανάρι
κυλάει ένα ρυάκι
κάτω απ' το ρυάκι
γέρνει η βροχή το πρόσωπό της
κι αποκοιμιέται.

[...]

Εσύ ήσουν ένα ελάφι που ήξερε όλες τις μυστικές φλέβες
του νερού
όλα τα καλύβια των ξυλοκόπων στα ξέφωτα του δάσους.

[...]

Ελάφι μου είχες ένα μέτωπο που σ' το χάιδευε η μητέρα
είχες δυο μικρά χέρια που τα' χωνες στη μεγάλη τσέπη
του παλτού της.

[...]

Μητέρα μητέρα που κρεμνιόσουν στο μπαλκόνι όταν αργούσαμε
κι αγνάντευες το δρόμο
μέσα στην αγάπη μας
πέρα απ' την αγάπη μας
είναι μια άλλη αγάπη
άγρια κι αφίλιωτη και τρυφερή
με τη μούρη γδαρμένη ματωμένη
απ' το κυνηγητό και τα συρματοπλέγματα
π' ουρλιάζει και πεινάει για μέλλον.

[...]

Κάτω απ' το φως
είναι ένα ρυάκι.
Πίσω απ' τη λύπη μας
είναι ένα λουλούδι.
Αν πιάσουμε το μπράτσο της νύχτας
θ' ακούσουμε το σφυγμό του χρόνου
τον πυρετό του και την υγεία του.
Αν αφουγκραστούμε τη γης
θ' ακούσουμε το μεγάλο λαχάνιασμα
τα χαμένα ποτάμια που πάντα υπάρχουν
ψάχνοντας να βρουν το πέρασμα
που σμίγει το χώμα με τη θάλασσα.

Τη γη μας.
Που πονάει.
Που ετοιμάζεται.

[...]

Μα ό,τι κι αν γίνει
πάντα είναι η θάλασσα που αναιρεί κι επαληθεύει
είναι το χώμα να παίρνει και να ξαναδίνει
είναι οι σπόροι του καλοκαιριού που θρέφει στην καρδιά του ο χειμώνας.

[....]

Ταξιδέψαμε πολύ
με τα καράβια τα τραίνα τα καμιόνια.
Στην τροχαλία της καρδιάς μας
περνάει μ' ένα βουητό ανέμου το ατέλειωτο σκοινί
των στιγμών και των τοπίων.
Δύσκολο το ταξίδι, αγαπημένο,
και μακρύ
πολύ μακρύ μητέρα.

[...]

Μητέρα
όταν δε μας βλέπεις
να ξέρεις πως πήγαμε να σε προϋπαντήσουμε.
Όταν τα σπίτια μας μάς χάνουν
να ξέρουν πως πήγαμε για το τσιμέντο που τους λείπει.
Όταν η ζωή περνάει και δε ρωτάει πού βρισκόμαστε
πες της πως κάποια αυγή σε κάποιο λόφο θα μας βρει.
Μόνο μια χάρη μητέρα.
Ν' αγαπάς κι εκείνους που δεν αγαπούσες.
Ν' αγαπάς κι εκείνους που αγάπησες και σε ξεχάσαν.
Να μας αγαπάς.

[....]

Ήρθε βαρύς ο φετινός χειμώνας

[...]

Βαρύς χειμώνας -
α, εμείς σε τούτο το χειμώνα ελπίζουμε

[....]

Ναι, υπάρχουνε στα μάτια καρφωμένες
δυο φλόγες κόκκινες.
Πίσω τους οι άνθρωποι φαίνονται πιο καθαρά.
Φαίνονται άνθρωποι.
Δε θα' χουμε άλλο κέρδος μητέρα
δε θα υπάρξουν αμοιβές και φήμη και χειροκροτήματα.
Μόνο αγάπη.
Που δείχνει κι οδηγεί μα δεν υπόσχεται.

Μητέρα, τι ψάχνεις στο πρόσωπό μας;

[...]

Το ταξίδι μακρύ κι αγαπημένο.

[...]

Μητέρα το ταξίδι είναι μεγάλο.
Μα η γη κι η θάλασσα δε μας χωρίζουν
δεν μπορούν να μας χωρίσουν.
Η γη είναι καλή με τους χειμώνες της, τα δάση,
τις μεγάλες πολιτείες, τα χωράφια, τα εργοστάσια...
Η θάλασσα είναι καλή
με τα υπερωκεάνια,
τα κοπάδια τα χέλια που ψάχνουν τις πόρτες των ποταμιών,
με τις βαρκούλες στα μικρά λιμάνια, τις φουρτούνες,
τα πουλιά που χτενίζουν τ' άγρια μαλλιά της...
Δες τα παιδιά καθώς τις ζωγραφίζουν
μ' ένα χοντρό καταγάλαζο κραγιόνι.
Η γη κι η θάλασσα μητέρα
ενώνουν τους ανθρώπους.

ΕΛΕΓΕΙΟ ΤΗΣ ΑΝΕΦΙΚΤΗΣ ΑΝΑΜΝΗΣΗΣ

Και τι δε θα' δινα να μου' ρχόταν στη μνήμη
κείνος ο χωματόδρομος με τις ξερολιθιές
[...]
Και τι δε θα' δινα να μου' ρχόταν στη μνήμη
η μητέρα μου κοιτώντας τα χαράματα
στο κτήμα της Σάντα Ιρένε
[...]
.........

Χ.Λ.Μπόρχες

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Serenade from the stars



Να' χει ελπίδα να' χει φως να' χει χαρά να' χει ψυχή....

Μνήμη Οσίου


ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ


δηλ. ανεπεξέργαστα πλάνα από κείνο το φοιτητικό ταξίδι στη Ρωσία


Κυριακή 7 Ιουλίου 1996 της Αγίας Κυριακής πετάμε για Μόσχα. Προσγείωση στο αεροδρόμιο Βνούκοβο στα προάστια της Μόσχας. Μετά από ποικίλες ταλαιπωρίες στα λεωφορεία για το ξενοδοχείο. Το ξενοδοχείο λέγεται Rus Hotel ή αλλιώς «Ξενοδοχείο του Ήλιου». Βρίσκεται και αυτό στα προάστια της Μόσχας. Πρώτο δείπνο: μακαρόνια με αμφίβολο μπιφτέκι. Μάταια περιμέναμε για γλυκό. Δαγκώναμε τη ζάχαρη, που έλιωνε στο στόμα. Μέχρι τώρα τίποτα παρά ατέλειωτες, ομοιόμορφες πολυκατοικίες. Ομοιόμορφες, όπως και οι λεύκες που τις πλαισίωναν. Απέραντα δάση από λεύκες. Σου δίνει την αίσθηση του άναρχου και του ατελεύτητου. Σαν τη θάλασσα, σα να κατέχουν θέση θαλάσσης. Μου θυμίζουν τις απέραντες ρωσικές στέπες των βιβλίων. Εδώ οι άνθρωποι κάνουν βόλτα στα δάση και είναι ξαπλωμένοι στο γρασίδι. Κόκκινα τρένα διασχίζουν τη ρωσική γη. Το παράθυρό μας βλέπει το Μπούτοβο, με τα πολυώροφα, απαράλλαχτα κτίρια, τον αυτοκινητόδρομο που μας οδήγησε εδώ και τη σιδηροδρομική γραμμή. Βρήκαμε τηλεόραση και το θωρείς περίεργο ν’ ακούς τις ειδήσεις στη Μόσχα. Τα κτίρια αυτά, που είναι όλα ίδια, έχουν στα θεμέλιά τους εστιατόρια και σχολεία και παιδικούς σταθμούς και κέντρα διασκέδασης και μαγαζιά για ψώνια, έχουν τα πάντα, όλα ίδια και απαράλλαχτα, τόσο ίδια, που ίσως η μονοτονία του Καβάφη αποκτούσε άλλο νόημα εδώ ή ίσως το μόνο της θεμιτό νόημα. Αυτή η γη σε γοητεύει. Το βράδυ απόδειπνο ανάμεσα σε χορτάρια, ουρανό και περίεργες ομοιόμορφες παράγκες. Αυτό το παράθυρο μ’ αρέσει πολύ και τώρα χαζεύω την τηλεόραση. Αύριο Πετρούπολη και 640 χλμ. Καληνύχτα!


Δευτέρα 8/7 ώρα 1.30 π.μ. στην Αγία Πετρούπολη. Εδώ δεν είναι παρά σούρουπο. Σε λίγο μάλιστα ίσως αρχίσει να ξημερώνει, κατά πώς λένε. Το δωμάτιό μας αντικρίζει πλαγιαστά και με λίγη καλή θέληση μια από τις λαύρες της Πετρούπολης. Εδώ είναι θαμμένος ο Ντοστογιέφκσυ. Ποτέ δεν θα περίμενα ότι θα τον είχα τόσο κοντά. Όλα αυτά σε λίγο καιρό θα μοιάζουν μακρινά και οι μέρες μας εδώ θα’ ναι φευγάτες. Μα τώρα που τα ζούμε όλα μοιάζουν σαν ψέματα και οι στιγμές μας εδώ, συνέχεια ενός χειμωνιάτικου ονείρου. Ήταν αυτό που λιγότερο πίστευα ότι θα μπορούσε να συμβεί. Και όμως συμβαίνει και είμαστε ευτυχείς. Διαδρομή λοιπόν από την αρχή με λειψό πρωινό και πολλή όρεξη γι’ αυτά που θα αντικρίζαμε. Πορεία χωρίς ποικιλία, εκτός από το ξεκίνημα, που η άγνοιά μας και το άγνωστο συνταιριάζονταν αρμονικά. Ατελείωτες άχαρες στήλες, στοιβαγμένα κεφάλια ανθρώπων με παλαιικά, αρχέγονα νοικοκυριά. Είδος πρώτης ανάγκης τα πάντα, μα περισσότερο το voda, δηλ. το νερό. Άνθρωποι ξεχασμένοι, βγαλμένοι από άλλο έργο και άλλη εποχή, χαμένοι σε αχανείς εκτάσεις γης, που δείχνουν να μην τους χρησιμεύουν σε τίποτα. Ανύπαρκτη η κρατική εξουσία σε μια πορεία 700 χλμ. Τα μπλόκο μόνο μας θύμιζαν πού και πού ότι διοικείται αυτή η απέραντη χώρα. Πόλεις και χωριά πανομοιότυπα, λες βγαλμένα καρμπόν στο ίδιο χαρτί. Τίποτα δεν θύμιζε ότι η πορεία συνεχιζόταν. Το ίδιο επαναλαμβανόμενο τοπίο. Μια ευθεία δρόμος, δίχως τέλος, δίχως βουνά, μόνο δάση, απέραντα δάση, γιομάτα λεύκες, έλατα, φλαμουριές. Και δίπλα τους τα ίδια μεγαθήρια ή στην καλύτερη περίπτωση μισογκρεμισμένα ξύλινα σπιτάκια, χαμένα στο πράσινο, με κόκκινα γεράνια απαραίτητα στα περβάζια τους. Όλα ίδια, όμως αυτά τα τελευταία τόσο γοητευτικά, τόσο χαριτωμένα, τόσο απλά. Έστω και αν υπογράμμιζαν για μια ακόμα φορά την έλλειψη κάθε ποικιλίας, κάθε πρωτοτυπίας, κάθε ιδιοσυγκρασίας, την προσπάθεια για τελική απαλοιφή της προσωπικότητας. Τη δημιουργία πόλεων στρατευμάτων. Στο δρόμο γραφικές σκηνές ανάμεσα σε ποτάμια και λίμνες, Ρώσους που ψάρευαν ή απλά πήγαιναν περίπατο: τόσο περίεργο που φάνταζε στα μάτια μας, η έλλειψη κάθε σκοπιμότητας, η προτεραιότητα στη ζωή. Οι πόλεις τους, απρόσιτες για μας, με μοναδική γοητεία τη φυσική ομορφιά, που εδώ χαρίζεται πλουσιοπάροχα. Εγκαταλειμμένες εκκλησίες, που θα’ θελες να τις διαβείς και να τις προσκυνήσεις. Φθαρμένη ομορφιά και σιωπηλό μεγαλείο δίπλα σε μια Ρωσία φτωχή, που συνεχίζει πεισματικά το δρόμο της, έστω και αν σου δίνει την αίσθηση ότι πάει προς τα πίσω. Τόπος των αντιθέσεων: το παλιό και το καινούριο, η φτώχεια και ο πλούτος, ο χριστιανισμός και οι άλλοι. Χαρακτηριστικός τόπος: Νόβγκοροντ-Κρεμλίνο-ποταμός Βουλκόφ-Αγία Σοφία στο Κρεμλίνο κατά την Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης. Κάτι διαφορετικό σε μας και σ’ αυτούς, που σε πληγώνει και σε ντροπιάζει ώρες-ώρες. Η επιφάνεια και η σιωπή. Το βάθος και το μεγαλείο. Εμείς επισκέπτες, σχεδόν τουρίστες. Εκείνοι άνθρωποι.
Θεοφάνης ο Έλληνας, αγιογράφος της Εκκλησίας της Μεταμορφώσεων, τώρα μουσείο. Παρέμεινε άγνωστος. Τώρα Αγία Πετρούπολη. Κλείνω το φως. Καληνύχτα σας!!!

Τρίτη 9/7: Παναγία Καζάν. Ο Μέγας Πέτρος τη μετέφερε στην Πετρούπολη. Δεν ξέρουμε πού φυλάσσεται το πρωτότυπο. Ναός της Αναστάσεως: σαν κέντημα. Λαύρα του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκυ, ο πολιούχος της Πετρούπολης. Νεκρόπολις.
Χρόνος ελεύθερος και περπατάμε μες στην Πετρούπολη. Χωρίς να ξέρουμε πού πάμε. Μια εκκλησία βλέπουμε σχεδόν κρυμμένη μες στις πολυκατοικίες. Άντρας με μορφή οσιακή, ψηλόλιγνος, και τον παίρνει η πόρτα μέσα του. Θέλουμε να μπούμε. Να τα δούμε όλα. Χτυπάμε, μα δεν ανοίγουν. Και όμως τώρα ήταν εκεί. Επιμένουμε. Δεν ανοίγουν. Πεισμώνω. Νιώθω το φόβο τους. «Please, Orthodox» τους φωνάζω έξω από τη μισοκλειδωμένη θύρα. Η πόρτα ανοίγει. Μια γριούλα και γάτες γύρω της και μια εκκλησιά φοβισμένη, που είχε αλλάξει πρόσωπο, μα τώρα είναι πάλι αυτή που είναι, μα φοβάται ακόμα. Συνεννοούμαστε με τα λίγα σέρβικα μιας φίλης, μα κυρίως με τη γλώσσα του προσώπου. Ρωτάμε ονόματα, λέμε τα δικά μας. «Εσύ είσαι δική μας» μου χαμογελά η γριούλα. Νιώθω όμορφα με τούτο τον λόγο. Νιώθω τη συγγένεια. Η Αγία μου είναι πρώτα δική τους. Ο ψηλόλιγνος άντρας μάς ανοίγει την πόρτα της εκκλησίας, σα να μας ανοίγει την πόρτα της ψυχής του. Σε κάθε εικόνα που μας δείχνει, σταματά, μιλά στα ρωσικά, σταυροκοπιέται, την προσκυνά, δακρύζει, πέφτει στα γόνατα. Μιλά και κλαίει την ίδια ώρα. Νιώθω άσχημα, νιώθω άβολα. Νιώθω ντροπή για τα δικά μου ρηχά αισθήματα, για το δικό μου χλιαρό φιλί επάνω τους. Πάω να τον μιμηθώ, μάταια. Μπροστά τους φαινόμαστε σχεδόν άθεοι. Τα μάτια του δεν μας κοιτούν. Τα’ χει χαμηλά. Σα να μας ντρέπεται. Σεβόμαστε τη συστολή του. Ντρεπόμαστε και εμείς. Μας κατεβάζει στα υπόγεια. Εκεί κρυβόντουσαν, εκεί τελούνταν τα μυστήρια. Φιλιόμαστε τρις με τη γριούλα, οι γάτες να μπαινοβγαίνουν μες στα βήματά μας. Φεύγουμε. Νιώθουμε σα να μεταλάβαμε. Περπατάμε λουσμένοι μες στο φως της Πετρούπολης, που απολαμβάνει τις λευκές νύχτες της. Άνθρωπος στο δρόμο κανείς. Βγαίνουμε στη λεωφόρο Νιέφσκυ. Απέναντι από τη λαύρα και τη νεκρόπολη που είναι το ξενοδοχείο μας. Τραβάμε τις βαριές κουρτίνες. Από μακριά ακούγεται η βουή του ποταμού της. Καληνύχτα πια.

Τετάρτη 10/7: Οσία Ξένη σαλή, 19ος αιώνας. Χήρεψε 25 ετών. Φόρεσε τα στρατιωτικά ρούχα του άντρα της. Παίρνανε χώμα τα πλήθη που συνέρρεαν. Μες στα κοιμητήρια η εκκλησιά της. Περνάς όλα τα μνήματα, για να την προσκυνήσεις. Εξοικείωση με το θάνατο στην κάθε μέρα. Τους αγαπώ τους σαλούς περισσότερο από τους άλλους. Και τους φοβάμαι την ίδια ώρα.
Μοναστήρι Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης: βγαίνοντας προς τη Βαλτική. Η Πετρούπολη είναι μια πόλη χτισμένη πάνω σε νησάκια που δεν τα καταλαβαίνεις, είναι η Βενετία του Βορρά. Σε ένα από τούτα τα νησάκια ο Άγιος τούτος, που προσπαθούσες να τον διαβάσεις τον χειμώνα, μα σου ήταν εξαιρετικά δύσκολος. Τον αγάπησες όμως για την αλήθεια του λόγου του. Σελίδα-σελίδα και γραμμή τη γραμμή και ας τον εγκατέλειψες. Ερμιτάζ: ερημητήριο της Αικατερίνης και μια πλατεία που στέγασε την επανάσταση. Πώς να μην επαναστατήσουν οι μουζίκοι μπροστά σε αυτή τη χλιδή;

Πέμπτη 11/7: Πετρούπολη-Μόσχα. Εορτή καθ’ οδόν. Εορτάζω με την Αγία μου στον τόπο της. Στάσεις κάνουμε και λουλούδια μαζεύω της ρωσικής γης. Να τα' χω για μετά. Δυο λεωφορεία και έχουμε γίνει όλοι σαν οικογένεια. Έτσι είναι ο παράδεισος;

Παρασκευή 12/7: 8 ώρες πορεία για τη γυναικεία Μονή του Ντιβέγιεβο. Την ίδρυσε ο όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ. Η ανδρική μονή βρίσκεται 20 χλμ. από εδώ, μες σε απαγορευμένη πυρηνική περιοχή. Έρημος του Σάρωφ. Αντίδωρο-λάδι από καντήλα που καίει πάνω στο άγιο λείψανο. Αγίασμα: ένα από τα πολλά, όπου συνήθιζε να πηγαίνει ο Άγιος. Δυο λεωφορεία εξαντλημένα από την πορεία, από την πείνα, από την ένταση της μέρας, από την άγνωστη διαδρομή, καθώς είμαστε τα πρώτα ελληνικά γκρουπ που βρέθηκαν εκεί. Ταξίδι στο άγνωστο με μόνο γνωστό προορισμό τη σκυφτή μορφή του. Σταματήσαμε άπειρες φορές για να βρούμε το δρόμο. Τον χάσαμε, τον βρήκαμε, οι οδηγοί δυσανασχετούσαν με το δίκιο τους, γέφυρες ακατάλληλες για λεωφορεία, μάτια έκπληκτα να μας κοιτούν μες απ’ τις αυλές τους σχεδόν να περνάμε. Μάτια παιδικά που τα αιχμαλώτισα στο φακό, κάθε φορά που σταματούσαμε να ρωτήσουμε "Από εδώ για το Ντιβέγιεβο;".
Εντελώς απροετοίμαστοι για ταξίδι μιας μέρας και μιας νύχτας. Πώς βρέθηκε δείπνο για όλους μας είναι να απορεί κανείς. Αγγίζει σχεδόν το θαύμα. Πιστοί συνέρρεαν, όχι μόνο για να προσευχηθούν στον παππούλη τους, μα και για βρουν ένα κομμάτι ψωμί, ένα πιάτο μπορτς να φάνε, κείνο που μοιραστήκαμε και εμείς μαζί τους, οι εισβολείς της Δύσης μες στη δική τους γη. Πίσω μας αφήσαμε την ηγουμένη του Ντιβέγιεβο και ό,τι πιο έντονο, ό,τι πιο συγκινητικό ζήσαμε στη ρωσική γη. Φεύγαμε, μα δε λέγαμε να ξεκολλήσουμε, η απλόχερη αγάπη, η φιλοξενία, τα καθάρια πρόσωπα. Ολονύκτια πορεία μες στα λεωφορεία. Επιστροφή στις 6 π.μ.

Σάββατο 13/7: Σουζντάλ, Λαύρα Αγίας Σκέπης. Βλαντιμίρ: Καθεδρικός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου, χτισμένος το 1158. Το Βλαντιμίρ τον 12 αιώνα ήταν πρωτεύουσα της Ρωσίας. Όταν μεταφέρθηκε η πρωτεύουσα στη Μόσχα, χτίστηκε ένας ναός παρόμοιος της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Τοιχογραφίες Αντρέι Ρουμπλιόφ. Εδώ της Δευτέρας Παρουσίας. Παναγία του Βλαντιμίρ.

Κυριακή 14/7: Μόσχα. Οδός των άστρων. Λεωφόρος της ειρήνης. Πλατεία του ποιητή Μαγιακόφσκυ. 33 θέατρα, 63 μουσεία. Οδός κήπου, σπίτι Τσέχωφ-Τσαϊκόφσκυ. Πεζόδρομος Arbat, πάρκο των κοριτσιών, άγαλμα Τολστόι, Κόκκινη Πλατεία, Καθεδρικός Αγίου Βασιλείου, μαυσωλεία, κόσμος πάει, κόσμος έρχεται, φωτογραφίζεται, φεύγει.

Δευτέρα 15/7: Όπτινα. Πατήρ Γαβριήλ: «Νομίζω πως ακούω μελωδίες από τον ουρανό». Τάφοι των στάρετς γύρω από το Μοναστήρι. Μας οδηγούν μέσα από μονοπάτι στη Σκήτη της Όπτινα. Εκεί έμεινε ο Ντοστογιέφσκυ για 4 ημέρες και σήμανε την αναγέννησή του. Συνομιλία με αββά Ζωσιμά στους Καραμαζώφ, η συνομιλία του με τον γέροντα Αμβρόσιο. Κοιτώ με άγνωστο δέος το σπιτάκι που έμεινε ο Ρώσος. Τι δέντρα οδηγούν σε τούτο το μονοπάτι; Αγνοώ. Έμεινα τελευταία να τα πάρω μαζί μου. Το πρόσωπο του Ρώσου το κουβαλώ πάνω μου.

Τρίτη 16/7: Λειτουργία με τον Πατριάρχη στον καθεδρικό ναό του Κρεμλίνου. Ατέλειωτη λειτουργία. Οι μόνοι που βρίσκονται εκτός είναι Έλληνες. Δηλ. εμείς. Πηγαίνω κι έρχομαι κι εγώ. Αδύνατο να συγκεντρωθώ. Ιερά Μονή Αγίου Σεργίου Ραντονέζ Ζαγκόρσκ: έδρα του Πατριαρχείου κατά τη διάρκεια του κομμουνισμού. Το βράδυ: δείπνο αποχαιρετιστήριο. Περιδιάβαση στο μετρό με τον π.Ζ. και να’ ρχονται και να του ζητάνε ευχή και να δακρύζουν. Μα όλοι να δακρύζουν! Και να ζητάνε εικόνες, εικόνες χάρτινες και να ψάχνουμε μες απ’ τα πορτοφόλια μας να τις βρούμε. Και νιώθουμε τόσο φτωχοί και τόσο μικροί απέναντί τους. Πεζόδρομος Αρμπάτ. Πρόσωπα που τα φοβάσαι, αλλά μάλλον πρέπει να τα λυπάσαι. Αλκοόλ και φτώχεια. Απερίγραπτη φτώχεια. Μια θλίψη να σε περιφέρει. Γυρισμός στο ξενοδοχείο για να προλάβουμε. Κοιμηθήκαμε μόνο μία ώρα. Εγερτήριο στις 4.30 π.μ. Τέλος εκδρομής. Προσγείωση στη Θεσσαλονίκη.

29 Ιουλίου Αθήνα. Αγνός λαός, γιομάτος θλίψη και καρδιά πονεμένη και κάτι στα μάτια τους, που ’μοιαζε ραγισμένο. Καθαροί….καθαροί… γιομάτοι σιωπή ολόφαντη. Να τους σπουδάσεις. Με μάτια, με αυτιά με την ψυχή….

Σήμερα 2 Ιανουαρίου 2011, αγρυπνία για τον Όσιο της ημέρας στο μοναστήρι του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, μεταξύ Αρδάσσης-Κρυόβρυσης. Πήγαμε, κάπως νωρίς, έτσι για ένα κερί, μα δεν είχαν καν αρχίσει, μόνο τον Άγιο προσκυνήσαμε, εκείνη τη γνωστή χάρτινη εικόνα με τις σκηνές του βίου του. Το ξανακοιτώ το ημερολόγιο που το κράταγα βιαστικά τα βράδια εκείνον τον Ιούλιο στη Ρωσία. Ήταν ο πιο ζεστός Ιούλιος του τόπου, θυμάμαι. Δε θέλω να αλλάξω τίποτα. Ούτε να προσθέσω, ούτε να αφαιρέσω. Ένα παζλ είμαστε με κομμάτια που τα προσφέρουμε απλόχερα. Το κάθε κομμάτι είναι ό,τι και όλο το παζλ. Αν έχεις το ένα, είναι σα να έχεις και τα άλλα. Γιατί είμαστε την ίδια ώρα το κάθε κομμάτι και όλο το παζλ. Κάποτε δεν τα προσφέρεις, δεν έχεις προλάβει να το κάνεις, τα περιέχεις όμως, τα αγνοείς και εσύ ο ίδιος ότι υπάρχουν, ώσπου ανασύρονται και σχηματίζονται, σχεδόν από μόνα τους και ενστικτωδώς, και απορείς για το πότε και το πώς. Τότε πια πρόκειται για θαύμα.
Έξω βρέχει βρέχει βρέχει. Μα στον ύπνο ήρθε ένα χιόνι πάλλευκο, πανέμορφο χιόνι, τούφες τούφες έπεφτε απάνω σου και πιο πριν μια θάλασσα, γαλήνια όμως, και μέσα της η δύση του ηλίου.