Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Ο λόγος ο ελάχιστος

  

Πώς γίνεται ο λόγος των τραγουδιών, όταν ελάχιστος, τόσο να εκτοξεύει αυτό το μασίφ. Το εντός.
Πώς γίνεται ο λόγος, όσο ελάχιστος, τεχνητή αναπνοή και να σώζει, εκεί που έτοιμος να σωριαστείς και τεθνηκώς ήσουν, και ένας ζωντανός νεκρός.
Πώς γίνεται ο λόγος, ο ελάχιστος, σαν την πνοή να έρχεται, σαν το φύσημα εκείνο του Θεού στον κεκοιμημένο Αδάμ, τον πριν ανύπαρκτο. Πες μου πώς γίνεται πώς

Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Ματωμένος Γάμος δίπλα στις ράγες...



Άφησες τα δυτικά για μια ακόμα φορά. Σε αφάρπαξαν ίσα-ίσα, για να βρεθείς αλλού. Έτσι συμβαίνει  και στο θέατρο. Όση ώρα μέχρι να χτυπήσει τρις και να κατέβεις στο υπόγειο, εκεί όπου θα γινόταν και ο Γάμος, έβλεπες τα τρένα να περνούν. Δίπλα στις ράγες. Μέτρησες εφτά. Εφτά φορές κλπ.  Όχι, δεν είχε να κάνει με την Καρένινα, αν και την ένιωθες εκεί κοντά. Κατέβηκες παρακάτω. Η παράσταση υπό του εδάφους. Ημίφως. Όση ώρα μέχρι να ανέλθεις, τα τρένα πέρναγαν δίχως σταματημό, ένιωθες τη βοή τους και κάτι σα σεισμό. Δε μέτραγες πια. Όταν ανήλθες είχες την αίσθηση, ένιωθες δηλ., πως ο Λόρκα θα χαιρόταν με αυτό. Έτσι που ένιωσες την ψυχή του και τη γνώρισες μες απ' τα γραπτά του, πιστεύεις ενστικτωδώς πως πράγματι θα χαιρόταν.
Έρχονται βροχές λένε στα δυτικά, μα συ λείπεις και πρέπει να κρατήσουν, τουλάχιστον μέχρι να επιστρέψεις, γιατί δε γίνεται να βρέχει και συ να λείπεις.

Ματωμένος Γάμος κάτω από τις ράγες...


Τα περί της παράστασης ή οι μοναδικές στιγμές ελευθερίας...

Μία ιστορία αγάπης ή διεκδίκηση της ατομικής ελευθερίας πληρώνοντας οποιοδήποτε τίμημα;
Τρείς ηθοποιοί υποδύονται όλους τους ρόλους του έργου, σε ένα περιβάλλον ασφυκτικό, του οποίου η αισθητική έχει αναφορά στις φωτογραφίες των αρχών του προηγούμενου αιώνα.


Μέσα από μία στιλιζαρισμένη κίνηση που απαιτεί ακρίβεια, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, δηλώνονται σχέσεις, συναισθήματα και καταστάσεις.


Ο λόγος, δομημένος με τρόπο που υπηρετεί την κίνηση, παίζει το ρόλο ενός μουσικού χαλιού που διατηρεί τον λυρισμό του αρχικού κειμένου, αποφεύγοντας το μελόδραμα.


 Το τραγικό στο έργο του Lorca έγκειται στο γεγονός ότι όλοι οι ήρωες έχουν από την πλευρά τους δίκιο.  Η Μάνα αναρρωτιέται απευθυνόμενη στη Νύφη «..δεν είναι δικό σου το φταίξιμο, ούτε δικό μου. Ποιός φταίει τότε;».  


Η απάντηση της Νύφης αποτελεί και την απάντηση στην αγωνιώδη προσπάθεια του  ανθρώπινου είδους  μέχρι σήμερα, να  νιώσει ότι μπορεί να ελέγξει τον ψυχισμό του μέσα απο καλά, κατά τη γνώμη του, οχυρωμένες λογικές: «Κατηγόρησέ με όσο θες. Δεν το όριζα. Κι εσύ στη θέση μου, το ίδιο θα έκανες».

Ο Ματωμένος Γάμος γράφτηκε το 1932 από τον F. G. Lorca. Αποτελεί μέρος της τραγικής τριλογίας της ισπανικής υπαίθρου, μαζί με τα έργα «Γέρμα» και «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα».

Σκηνοθεσία-κίνηση: Κωνσταντίνος Ντέλλας
Σκηνογραφία: Αντρέας Σκούρτης
Σχεδιασμός φωτισμών: Σοφία Αλεξιάδου
Σύνθεση μουσικής: Παναγιώτης Γεωργοκώστας
Τραγούδι: Έφη Καραγιάννη
Video: Βίλης Καρακώστας
Βοηθός σκηνοθέτη: Δημήτρης Αλιμπέρτης
Παίζουν: 
Ζωή Ξανθοπούλου,
Κωνσταντίνος Ντέλλας,
Μαριαλένα  Τσούκα

Θέατρο Ράγες
Κωνσταντινουπόλεως 82

Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

Προσευχή στα χιόνια


 ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Σαν ένα πάρκο
σιωπηλό και χιονισμένο
με παιδιά ανύπαρκτα
και πουλιά κουρνιασμένα
σε κλαδιά
φορτωμένα πάγο
είν' η ψυχή
μες σε τούτη την αγέλη
και είναι νύχτα
στο πάρκο της ψυχής
νύχτα του χειμώνα
και της χιόνος
και το Θεό καρτερείς
να φανεί
και Κείνος δεν έρχεται
τα ίχνη του
στο χιόνι το απάτητο
δεν τα αφήνει
κι Εκείνος δεν ήρθε
όμως τον περιμένεις να φανεί
από στιγμή σε στιγμή
ένα πουλί σκιαγμένο
στο ξερακιανό κλαδί
που είν' η ψυχή σου
τον περιμένεις
τα χέρια να σηκώσει
στις μύτες των ποδιών να σταθεί
κι αυτό το πουλί
στη χούφτα να το πάρει
και στην πλατειά απαλάμη του
μέσα να το κλείσει
τι πουλί είναι
και φωλιά ζητά
και μια ζέστη
από καρδιάς
να το σκεπάσει

ας είν' και του θανάτου η αγκαλιά

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

Το πέλαγο είναι βαθύ...

Το πέλαγο είναι ποταμός...

Κυριακή της Χαναναίας και εξήλθομεν των ορίων Εορδαίας, αφού πρώτα στην εκκλησιά ακούσαμε πως η πίστη προηγείται του θαύματος. Οδεύουμε προς τον ποταμόν. Χωριά και χωριουδάκια στο διάβα μας, δρόμος ελικοειδής, δρόμος ρομφαιοφόρος. Μα το χιόνι ήταν ηλιόλουστο. Και το οξύ, βαθαίνει κάποτε, και γίνεται περίπου μόνιμο, έτσι όπως οι πόνοι στα σώματά μας, που δε μας αφήνουν να τους ξεχάσουμε, παρά φροντίζουν με τις αλλαγές του καιρού την πληγή τους να μας τη θυμίζουν. Και κάποτε το οξύ παραμένει οξύ και ψεύδεσαι ή ζεις με την ψευδαίσθηση ότι βάθυνε πια και απώλεσε την οξύτητά του.
Διασχίσαμε έναν ποταμό που άστραφτε, γιατί κι ο ήλιος μεσουρανούσε, και μου θύμισε κείνον τον άλλο ήλιο, στον "Κλήρο του Μεσημεριού", του Claudel, μα κείνος ήταν αυγουστιάτικος και εν μέσω θαλάσσης, αυτός, όμως, μες στον ποταμό καθρεφτιζόταν και τον έκανε να λάμπει και να κοιτάξεις μέσα του δεν το μπορούσες. Σε τύφλωνε η λάμψη του, έσκυβες στη λιακάδα του. Νησίδες μέσα του, νησίδες γης, ελπίδες που θες να τις στραγγίξεις, να μπορούσες από νησίδα σε νησίδα να πετάξεις, να τις περπατήσεις όλες, μια μέρα και μια νύχτα, να δεις το φως εντός του, να δεις και το σκοτάδι, τη σιωπή του να αξιωθείς, στο ψηφιδωτό να καθρεφτιστείς ξανά, το ψηφιδωτό να συμπληρώσεις. Αερικό, αερικό, ακούς Γκάτσο και Χατζιδάκι, ε και, απαντώ, καλύτερα  αερικό, τα ξωτικά γυρνούν τις νύχτες συντροφιά μου, που τραγουδά κι ο Μάλαμας και τι κατάλαβε κανείς από το ίσωμα, στα ουράνια μονάχα οι ανάσες, απομένουν τα ουράνια.

Γερόντισσα μας καρτερούσε σε τράπεζα ανοιχτόκαρδη και σε χωριό μικρό. Kλωνάρι δάφνης μού έδωσαν σαν έφτασα, δεντρολίβανο ζήτησα σαν έφυγα. Τρόποι του τόπου που σου' ναι οικείοι και σου φέρνουν μια βαριά συγκίνηση σα βλέπεις τα χέρια τα γεροντικά. Τελείς εν δάκρυσι μα όχι ανεξήγητα.  Μπαίνουν βγαίνουν μορφές, που μοιάζουν σε αυτές του δικού σου τόπου. Τη λαλιά τους ρουφάς. Το λόγο το μεστό, το λόγο το συμμαζεμένο. Μια κουβέντα και λεν τα πάντα. Τα ξέρω τα πρόσωπα, από κάπου αλλού τα έχω συναντήσει Μοιραζόμαστε την τράπεζα, πίτες και ξινοτύρι και κρασί κόκκινο, η τηγανιά στη μέση. Μια ζεστασιά από καρδιάς και ένα δόσιμο άνευ όρων, έτσι, γιατί έτσι είναι, που το αναγνωρίζεις. Τη θέλεις τούτη τη στοργή και ποιος δεν τη θέλει. Τούτη  την έγνοια τη δυσεύρετη. Μοιραζόμαστε καφέ και γλυκό. Κάθε κίνηση, θαρρείς, πως είναι βγαλμένη από ποίημα. Δεν ξέρεις γιατί νιώθεις έτσι. Και στο χωριό  σου έτσι νιώθεις. Όλα ακριβά και πανάκριβα. Ο αέρας είναι, η σιωπή, η λαλιά των ανθρώπων, το μάζεμα γύρω από μια φωτιά που καίει, οι ιστορίες οι παλιές, τα παιδιά που ανθίζουν τους δρόμους, ανθίζουν τις παιδικές χαρές, οι άνθρωποι που μιλάνε, που μοιράζονται πράγματα, οι άνθρωποι που αγγίζονται; Δεν ξέρεις. Έτσι και εδώ, αυτό το απλό έφερε μια χαρά και ευδιαθεσία, που προς ώρας τη βαθιά συγκίνηση απάλυνε.

Φεύγουμε. Προς και παρά τον ποταμόν. Δηλ. όπου μας βγάλει. Και μας έβγαλε απέναντι από τη Ζάβορδα, από τον Όσιο Νικάνορα δηλαδή. Τον έχεις απέναντι τον Άγιο και τον θωρείς. Δεν τον ξέρεις. Ξέρεις, όμως, τον ποταμό, που κυλά στα θεμέλιά του. Αυτόν τον έχεις ξαναδεί. Μα από εδώ, ακόμα και αυτός, αλλιώτικος σου φαίνεται. Σαν πιο μόνος, σαν πιο σιωπηλός, σαν πιο ξεκάθαρος. Σαν πιο ορμητικός. Στηρίζεται στα χωριά του κάμπου, στηρίζεται στις μνήμες των ανθρώπων, ακάλυπτος προχωρά και όπως είναι. Έτσι τον φαντάζεσαι και έτσι τον νιώθεις. Ποταμός τρελός, λέει ο Πεντζίκης, ορθόπλωρος σκέφτεσαι τώρα. Κοιτάς προς τα κάτω, βλέπεις τη Σκήτη του Αγίου. Μάζεψες το βλέμμα, όλοι βουβοί για μια στιγμή και μόνο η δική του η βοή ακούγεται από κει που είμαστε και ο ήχος της απόλυτης σιωπής και τα σκυλιά από τα κοπάδια που μας φέρνουν γύρω. Από ένα ντοκυμανταίρ, θα' χει μήνες, είδες τον τόπο μέσα από την οθόνη, και σε έθελξε από παντού. Σχεδόν σε πόνεσε. Είδες και τη σκήτη και τώρα θυμάσαι τους στίχους που τότε σημείωσες, ασήμαντοι στίχοι, μα και τώρα τους ίδιους θα έγραφες, τίποτα δε θα άλλαζες, μα πώς τους είχες λησμονήσει

Ερημομονάστηρο 
πιασμένο στους βράχους σου 
ποταμέ 
να κρατιέται 
μετά βίας 
πριν την άβυσσο 
και συ 
φουρτουνιασμένος 
να ρέεις 
κι ανήξερος 
πως τα θεμέλια σαθρά 
και μουλιασμένα 
κι άλλο δε στέκεται 
παρά έτοιμο 
να γκρεμιστεί 
μες στα θολά νερά σου

Στίχοι ασήμαντοι, μα σε συγκινούν και τώρα, όπως όλα εκείνα που ενστικτωδώς έχουν γραφεί και έπειτα τα ανταμώνεις στη ζωή. Προηγείται κάποτε η γραφή της ζωής; Προηγείται, καθώς η ποίηση έχει πατρίδα μεταφυσική. Έχει πατρίδα τα ουράνια. Όπως και τα όνειρα. Και κείνα τα ουράνια έχουν πατρίδα. Όχι όλα. Μα κάποια, που νιώθεις κατάβαθα πως τα έχεις ζήσει. Κι ας είναι ενύπνια. Δεν μπορείς κάποτε να τα γράψεις. Αρκεί που τα έζησες έτσι όπως τα αξιώθηκες. Και γι' αυτή την ουράνια πατρίδα της γραφής και των ονείρων νιώθεις ευγνωμοσύνη.

Περνάμε απέναντι, ανεβαίνουμε προς τη Ζάβορδα, το όρος Καλλίστρατο μαθαίνω μετά, ανεβαίνουμε προς τον Όσιο, κάτω χάσκει η άβυσσος, μια άβυσσος, όμως, που θες να την κατέβεις, μέσα μπαίνουμε, προσκυνητές σε τόπο άγνωστο. Και έπειτα την Κάρα ζητούμε, που έχουμε ακούσει πως φεύγει κάποτε και κατεβαίνει σε πόλεις και χωριά χάριν προσκυνήσεως, μα πώς τον παίρνουν τον Άγιο από εδώ και πώς αντέχει κείνος να κατέβει, πώς αφήνει τον ποταμό μονάχο  και τη σιωπή του πώς την εγκαταλείπει; Σε μούσκεψε ο Άγιος, πώς τα κατάφερε, την ψυχή από το πάτωμα τη μάζεψες, μέσα την έβαλες πάλι και συνέχισες. Θυμήθηκες έναν άλλο άγιο, του καλοκαιριού, Σέρβο άγιο, μα γι' αυτόν θα μιλήσεις άλλη στιγμή. Έμαθες πως σαν έφτασε ο Άγιος στον τόπο κείνο, τον ποταμό ζήταγε να περάσει, μα κείνος ήταν φουρτουνιασμένος και δεν το μπόραγε. Και έπειτα το ράσο του άπλωσε  πάνω στα νερά και έτσι τον διέβη, απέναντι πέρασε και μες στη σκήτη του, στο ερημομονάστηρο κατέφυγε, μοναστηράκι ερείπιο μες στο φαράγγι πιασμένο, κι αν ανέβουν τα νερά που λένε, κι αν ανέβουν, τι άλλο θα χαθεί να μας το πούνε. Πάει καιρός από τότε που γράφτηκαν τα τελευταία.

Μαζεύτηκαμε και πήραμε την κατηφόρα και ήταν η ώρα που χρωματίζονται τα νερά, που λέει ο Σολωμός. Εκείνη την ώρα τον διαβήκαμε ξανά και το πέλαγο είναι βαθύ ακουγόταν από το CD, πέλαγο η φωνή του Καζαντζίδη θυμάσαι την Παπίου, το πέλαγο είναι ποταμός, λέω. Και έπειτα πίσω πάλι από λάθος κατεύθυνση και είμαστε στο μούχρωμα, και πέρα από το Χρώμιο, πίσω γυρνάς και τον κοιτάς μια τελευταία και έφεγγε σα γαλαξίας, μα πώς είναι να' σαι ποταμός και να' ναι νύχτα, δεν ξέρεις ν' απαντήσεις, θα' θελες να τον έβλεπες από κοντά τη νύχτα, μα τώρα είναι επιστροφή κι ο δρόμος είναι πάντα πιο σύντομος απ' όσο μπορείς ποτέ να φανταστείς και τρέχουμε κι εμείς κι η μουσική μαζί μας, γιατί τα λόγια φεύγουν, εκείνη όμως μένει, ένας Χατζιδάκις σε όλα του, παραμυθία σουβλερή απλώθηκε στον τόπο, είναι κλασικός ο Χατζιδάκις σκέφτεσαι, με την παλιά την έννοια, για τούτο φέρνει την κατάνυξη, έπεσε το σκοτάδι γοργά και κείνο, γοργά και τα χωριά διασχίζουμε ξανά, χωριά βυθισμένα στο απόδειπνο, τα δέντρα τους μια αγκαλιά ορθόπλωρη κι αυτή, τώρα νυφούλα μου χρυσή ακούγεται σαν τα περνάς, τώρα νυφούλα μου, που είσαι σαν τον αυγερινό και το κορμί φρεσκολουσμένο, τώρα που φεύγεις στην εκκλησιά να πας, θυμάσαι ξανά το καλοκαίρι μια νύφη π' έβγαινε από το σπίτι, για μέρες αυτό της τραγουδούσες μέσα σου, και έκλαιγες κανονικά κι από αλλού, μέσα σου όμως, όλα εντός, και έπειτα τα φουγάρα και τέλος πάλι από εκεί που είχαμε μείνει.

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Τα παπουτσάκια που λένε παραμύθια


ένα παραμύθι για τους λίαν πεφορτισμένους και λελυπημένους, που αδυνάτους τους φωνάζαν...

Ήτανε μια φορά ένας πάμφτωχος τσαγκάρης. Ο τσαγκάρης κι η γυναίκα του δεν έκαμαν παιδιά και πολύ το λαχταρούσανε να κάμουν για να γεμίσει με χαρά το αδειανό σπιτικό τους.
     Ήτανε κι ένα ποτάμι που περνούσε στο έβγα του χωριού, πολύ βιαστικό. Έτρεχε το ποτάμι να προλάβει τις δουλειές του, έτρεχε, και δε σταματούσε πουθενά, μήτε και στο χωριό του τσαγκάρη.
      Σαν τον έπιανε το πικρό παράπονο, για να μην τον βλέπει κανείς και τον λυπάται, ο τσαγκάρης τραβούσε κατά τον ποταμό και του' λεγε τον καημό του. Και το νερό, έπαιρνε τον καημό και τον έκανε βουητό. Φούσκωνε και θύμωνε το ποτάμι. Μα κανένας δεν θα μάθαινε ποτέ τι κουβέντιαζαν οι δυο τους, αν ο αντίλαλος από τον απέναντι βράχο δεν τα μαρτυρούσε όλα με την ηχώ.

      Το ποτάμι ας ήτανε βιαστικό κι ας μην έκανε στάση στο χωριό. Νοιαζόταν τον τσαγκάρη μα να κάνει τίποτε δεν μπορούσε, απ'  το χέρι του τίποτε δεν περνούσε. Πού και πού μόνο, για να τον κάνει να αποξεχαστεί, απόθετε στις όχθες όμορφες πέτρες, γυαλιστερές, από τα ταξίδια του, κορδέλες κοριτσιών από τις πολιτείες, χρωματιστά τενεκεδάκια, κλαράκια αποκομμένα από τους κορμούς τους. Μια μέρα άφησε στην ακροποταμιά το παπουτσάκι ενός παιδιού. Το ένα μόνο. Το βρήκε ανάμεσα στ'  αγριόχορτα ο τσαγκάρης, το έχωσε στον κόρφο του κι έτρεξε στη γυναίκα του:
-Καλό σημάδι, φώναξε χαρούμενος, το ποτάμι σαν να μου είπε πως θ' αποκτήσουμε παιδί!
Το παιδάκι, όμως, δεν το' φερε ο ποταμός.
Ένας άγνωστος το' φερε σε καλαθούνα σκεπασμένη με απαλή κουβέρτα. Ο τσαγκάρης δεν πρόλαβε να δει ποιος είναι. Άνοιξε την πόρτα του τσαγκαράδικου, μα το σούρουπο ερχόταν και τα σκέπαζε όλα με ίσκιους. Άρπαξαν οι ίσκιοι τον άγνωστο και τον εξαφάνισαν κάτω απ' τη σκοτεινή τους μπέρτα.

Σήκωσε ο φτωχός την καλαθούνα, την έβαλε μέσα στο τσαγκαράδικο, μέριασε την κουβέρτα, είδε το μωρό, ξεφώνισε. Πετάρισε η καρδιά του, έφυγε απ' τη θέση της, σφηνώθηκε στα πόδια του και μια του' λεγε να χορέψει και την άλλη του' λεγε να μη σαλέψει. Και να δεις που το παιδί φορούσε ένα μοναχά παπουτσάκι και μέσα σ' αυτό υπήρχε ένα χαρτί, τόσο δα, διπλωμένο στα τέσσερα, κι έλεγε το χαρτί: "Με λένε Ηλία. Να μ' αγαπάτε...."
Να τ΄αγαπάνε;
Θα το λάτρευαν.
Κι έτσι περνούσε ο καιρός...
Και γέμισε χαρά το αδειανό σπιτικό του τσαγκάρη...

Κι έφτιαχνε ολημερίς παπουτσάκια παιδικά, κάθε λογής, να τα φορέσει ο Ηλίας σαν θα περπατήσει: παντοφλάκια και πέδιλα, σκαρπίνια και σαντάλια, μποτίνια κι αρβυλάκια. Κι έβλεπε στα όνειρά του το παιδί να παίζει στα σοκάκια τρελό κυνηγητό και "γκέο βαγκέο εις ποίον παραγγείλατε". Και το φανταζόταν ν' αλωνίζει τα λιβάδια με τα τριφύλλια, να κολυμπά σε θάλασσες από παπαρούνες και να τρέχει, να τρέχει, και να λιώνει τα παπουτσάκια του κι εκείνος να του κάνει άλλα καινούρια.
Και καθώς τα ονειρευόταν όλα αυτά, χτυπούσε το σφυρί και το σφυρί χόρευε στα χέρια του. Έσφιγγε την τανάλια κι η τανάλια τραγουδούσε. Έκοβε με τη φαλτσέτα κι η φαλτσέτα φλυαρούσε, κάρφωνε τις πρόκες κι αυτές καρφώνονταν μόνες τους, σαν να είχαν φτερά.
Και σαν τον έπιανε η τρελή χαρά, για να μην τον βλέπει ο κόσμος να γελάει μοναχός του, ο τσαγκάρης τραβούσε κατά το ποτάμι και του μιλούσε για την ευτυχία του. Το νερό, έπαιρνε την ευτυχία του και την έκανε μουρμουρητό και τραγούδι. Και κανένας δεν θα μάθαινε ποτέ τι κουβέντιαζαν οι δυο τους, αν ο αντίλαλος από τον απέναντι βράχο δεν τα μαρτυρούσε όλα με την ηχώ.

Πέρασαν ένα, δύο, τρία χρόνια...
Το ποτάμι όλα έτρεχε βιαστικό να προλάβει τις δουλειές του. Για να σταθεί στο χωριό του τσαγκάρη ούτε λόγος.
Μια μέρα, εκεί που σόλιαζε ο τσαγκάρης μουρμούρισε για πρώτη φορά παραπονεμένος ένα γιατί.
-Γιατί, Θεέ μου;
Κρατούσε ένα παπουτσάκι στο χέρι, το έβλεπε και δάκρυζε.
Την άλλη μέρα πήρε τη ράσπα να ξύσει τη σόλα, μα τα χέρια του έτρεμαν, και μουρμούρισε δυο φορές παραπονεμένα:
-Γιατί, Θεέ μου, γιατί;
Και δάκρυσε και πάλι...
Την τρίτη μέρα άφησε τη σόλα, έπιασε το δέρμα με τη φόδρα, τα έραψε βιαστικά στη μηχανή και μουρμουρίζοντας έτρεξε στο ποτάμι.
-Γιατί, γιατί, γιατί;
Τον πήρανε τα άγρια κλάματα.
Και το ποτάμι να μην μπορεί να σταθεί στο χωριό του τσαγκάρη, να τον παρηγορήσει. Τόσες δουλειές που είχε....
Πικραμένος πήγαινε τώρα πια στη δουλειά του ο τσαγκάρης. Κι ήταν σαν να είχε σύννεφα το τσαγκαράδικο.Τόσο σκοτεινό του φαινόταν. Το σφυρί χτυπούσε σφυριές στην καρδιά του. Η τανάλια του' σφιγγε τα μηνίγγια. Το σουβλί τού σούβλιζε την ψυχή και η φαλτσέτα του' κοβε στα δυο τη σκέψη.
Γιατί;

Γιατί ο Ηλίας ήτανε ένας ήλιος, ένας ήλιος όμως που δεν μπορούσε να περπατήσει. "Ο Ηλίας δεν θα περπατήσει", είπε ο γιατρός και κούνησε το κεφάλι του. "Ο Ηλίας δεν θα λιώσει τα παπούτσια που του ετοιμάζεις, δεν θα τρέξει στον κάμπο με τα τριφύλλια, μήτε θα κολυμπήσει στη θάλασσα με τις παπαρούνες, μήτε θα παίξει στις γειτονιές το "γκέο βαγκέο εις ποίον παραγγείλατε;" Πρέπει να του πάρεις ένα καροτσάκι για να κινείται".

Στο φεγγάρι ανέβηκε
και ξανακατέβηκε....

Κάτι τέτοια λόγια έφερνε η ηχώ...
Ο τσαγκάρης, μαζί με τα παπούτσια, σόλιαζε τώρα και τον πόνο του. Κι όταν τον τσάκιζε ο καημός, παρατούσε τις στάμπες και τα εργαλεία του, τραβούσε κατά τον ποταμό και τον πετροβολούσε.
Το νερό έβραζε από τα καυτά του δάκρυα, φούσκωνε, μα συνέχιζε το δρόμο του.
-Περνάς και διαβαίνεις, περνάς και μ' αφήνεις...έκλαιγε ο τσαγκάρης.
-Όχι! Όχι! φώναζε το ποτάμι, μα ήτανε βιαστικό.
-Το παιδί μου είναι αδύνατο. Μόνο οι δυνατοί τα καταφέρνουν! ξεφώνιζε ο τσαγκάρης.
-Όχι! Όχι! φώναζε το ποτάμι, μα έτρεχε στις δουλειές του, έτρεχε να προλάβει, δεν γινόταν να σταμάτήσει να τον παρηγορήσει. Κι αν δεν ήταν ο αντίλαλος από τον απέναντι βράχο να τα μαρτυρήσει όλα, κανένας δεν θα μάθαινε ποτέ πόσο μάλωναν οι δυο τους.

Τα χρόνια κυλούσαν σαν το ποτάμι. Να σταματήσουν δε γινόταν. Είχαν πολλές δουλειές να κάνουν, πολλά παιδιά να μεγαλώσουν.
Και μεγάλωνε ο Ηλίας σαν την καλή χαρά, κι ήταν γελαστό παιδί, με γελαστή καρδιά. Μόνο σαν έβλεπε τους δικούς του να λιώνουν, επειδή δεν έλιωνε τα παπούτσια του, μόνο τότε στεναχωριόταν πολύ. Είχε περάσει καιρός από τότε που το κατάλαβε για πρώτη φορά πως δεν θα περπατήσει κι ο πόνος του, θαρρείς, είχε μαλακώσει. Δεν ήταν τόσο μυτερός σαν αγκάθι. Όταν το κατάλαβε είχε ρωτήσει τη μάνα του:
-Γιατί κι εγώ δεν μπορώ να τρέξω μαζί με τ' άλλα παιδιά;
Της μάνας του δεν της πήγε να του πει την αλήθεια. Δεν βάσταξε η ψυχή της, και του' πε ένα παραμύθι. Γιατί το παραμύθι, να ξέρεις, είναι παρηγοριά.


-Να το πάρει ποτάμι, παραμύθι να το κάμει; τον ρώτησε.
-Να το πάρει, είπε ο Ηλίας.
-Βλέπεις αυτό το παπουτσάκι; του' δειξε η μάνα το βαφτιστικό του που μ' αυτό τον είχανε βρει στην καλαθούνα. Τη μέρα που σε βάφτιζαν, κάτι αγγέλοι από τον ουρανό δεν άκουσαν καλά το όνομα που σου΄δωσε η νονά σου. Σου φώναζαν λοιπόν από ψηλά:
"Πώς σε λένε; Πώς σε λένε;" Εσύ τους έλεγες: "Ηλία με λένε", αλλά αυτοί και πάλι δεν άκουγαν γιατί είναι πολύ ψηλά τα ουράνια. Επειδή δεν μπορούσαν να κατέβουν στη γη, σου έριξαν κούνια με μεταξένια σκοινιά για ν' ανεβείς εσύ.
Και όπως ανέβαινες, κουνούσες από χαρά τα ποδαράκια σου, και σου έφυγε ένα παπουτσάκι. Καθώς έσκυψες να το δεις να πέφτει, μπλεχτήκανε τα σκοινιά και δεν πρόλαβαν οι αγγέλοι να σε κρατήσουν κι έπεσες από ψηλά και χτύπησες, στα πόδια χτύπησες, γι' αυτό τώρα δεν μπορείς να περπατήσεις.

Παραμύθι, μύθι, μύθι,
το κουκί και το ρεβίθι
να το πάρει το ποτάμι
ιστορία να το κάμει;

Άκουσε με προσοχή το παραμύθι ο Ηλίας και παρηγορήθηκε. Κι αρχίνησε κι εκείνος, να λέει παραμύθια. Πιο πολύ για να παρηγορήσει τους γονιούς του.
Τον έπαιρνε η μάνα του με το καροτσάκι και τον πήγαινε περίπατο στην ακροποταμιά. Το ποτάμι τραγουδούσε για το παιδί, μα να σταματήσει δεν μπορούσε, απ' το χέρι του τίποτε δεν περνούσε.
Πού και πού μόνο, για να το ευχαριστήσει, απόθετε στις όχθες όμορφες πέτρες γυαλιστερές από τα ταξίδια του, κορδέλες κοριτσιών και χρωματιστές μπάλες από τις πολιτείες, λουλουδάκια σαν βαρκούλες απ' τις εξοχές...
Μια μέρα τού άφησε ανάμεσα στα κίτρινα κρινάκια ένα λουστρίνι. Ένα μόνο. Το είδε ο Ηλίας, έσκυψε και το έπιασε. Το έβαλε στ' αφτί του, άκουσε με προσοχή τάχα κι είπε χαμογελώντας στη μάνα του:
-Θες ν' ακούσεις κι εσύ το παραμύθι που μου λέει το λουστρίνι;
-Θέλω, είπε εκείνη.

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένα αγόρι, χωριατόπαιδο, που φορούσε κάτι χοντροπάπουτσα, ή και δεν τα φορούσε καθόλου. Τριγύριζε ξυπόλυτος. Του άρεσε αυτό, μα οι πατούσες του είχανε σκληρύνει πολύ.
Ένας θείος του από την Αμερική τού έστειλε για το Πάσχα ένα ζευγάρι λουστρινένια παπούτσια. Το αγόρι χάρηκε σαν να του είχαν χαρίσει τη γη ολόκληρη. Το δέρμα των λουστρινιών, εκτός από γυαλιστερό, ήταν απαλό σαν βελούδο. Τα χάιδευε το παιδί πριν κοιμηθεί, τα χάιδευε κι όταν ξυπνούσε. Μα πού να τα φορέσει; Στο χωράφι ή στα λασπωμένα σοκάκια του χωριού του; Περίμενε λοιπόν να βρει ευκαιρία, να βρει και το ανάλογο κουστούμι, να φορέσει τα λουστρίνια να κάνει μπαμ στους φίλους του. Μα η ευκαιρία δεν βρέθηκε.
Το άλλο Πάσχα ο θείος από την Αμερική τού έστειλε ένα ωραίο παντελόνι και μια πουκαμίσα. Μα τα παπούτσια δεν του χωρούσαν πια. Το πόδι του είχε μεγαλώσει.
-Μη με ρωτήσεις, μάνα, πώς βρέθηκε το ένα λουστρινάκι στον ποταμό. Αυτό δεν το λέει το παραμύθι.

Τα χρόνια περνούσαν και κανένας δεν θα' ξερε τα παραμύθια του Ηλία, αν ο αντίλαλος απ' τον απέναντι βράχο δεν τα μαρτύραγε με την ηχώ του. Το μάθανε, λοιπόν, οι χωριανοί, αλλά και το ποτάμι έφερε το νέο ως την πολιτεία: "Είναι ένα παιδί στο ποτάμι, καθισμένο στην πολυθρόνα του που λέει όμορφα παραμύθια. Δεν το βοηθούν τα πόδια του, μα το βοηθά το μυαλο του...."
Κι έρχονταν ομάδι ομάδι στην ακροποταμιά ν' ακούσουν το γιο του τσαγκάρη και τα παραμύθια του. Το παραμύθι, το΄παμε, είναι παρηγοριά. Κι ο κόσμος τη ζητάει την παρηγοριά.
Αφήνανε μάλιστα κι ένα παπούτσι ανάμεσα στα σκλήθρα ή στις βρεμένες καλαμιές ή στις κίτρινες ίριδες να το' βρει ο Ηλίας και να πλάσει μια ιστορία. Έτσι έγινε κι άκουσαν το παραμύθι τους μια μπότα, μια γαλότσα, ένα τσαρούχι, μια αρβύλα, ένα γοβάκι, μια σαγιονάρα, ένα πέδιλο, ένα τσόκαρο....
Μέχρι κι ένα καλαπόδι άκουσε τη δική του.

Μερικές ιστορίες ήταν πολύ αστείες και μερικές πολύ σοφές. Όπως η ιστορία με τον περβολάρη. Γιατί ο Ηλίας διάβαζε πολλά βιβλία κι από ένα βιβλίο την έπλασε την ιστορία αυτή.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας περβολάρης, που είχε πολλά δέντρα και τα περιποιόταν όσο κανένας άλλος. Κάποτε, έπεσε στον τόπο βαρυχειμωνιά. Τα κλαδιά των δέντρων έσπασαν όλα από τον πάγο. Η σοδειά καταστράφηκε.
Ο περβολάρης απελπισμένος έφυγε από το χωριό του και ταξίδεψε σ' άλλα μέρη, ώσπου κάποτε έφτασε και σ' ένα δάσος, στο Βορρά. Εκεί ήταν ένα σοφό δέντρο που μιλούσε. Το δέντρο είπε στον περβολάρη: "Σ' αυτά τα μέρη, ούτε ένα κλαρί δεν θα βρεις σπασμένο, κι όμως το χιόνι κάθεται πάνω τους βαρύ.
Είναι γιατί ξέρουν πώς να το αντέξουν! Αφού δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς;
Λυγίζουν λίγο, σκύβουν προς το χώμα και το φορτίο γίνεται ελαφρύτερο. Έμαθαν να ζούνε μαζί μ' αυτό. Μακάρι και οι άνθρωποι να μπορούσαν να ζούνε με το βάσανο που τους βρίσκει και να το αντέχουν όσο γίνεται καλύτερα".
Ο περβολάρης γύρισε στον τόπο του περισσότερο σοφός, αλλά μ' ένα παπούτσι λιγότερο, γιατί το' χασε στο δρόμο και το παπούτσι το' φερε σε μένα, τον Ηλία, ο ποταμός, και μου' πε αυτή την ιστορία...

Περβολάρη, περβολάρη
το παπούτσι σου' χει πάρει
το ποτάμι, το ποτάμι
παραμύθι να το κάμει...

Μια μέρα ο τσαγκάρης συνάντησε στην αυλή του σχολείου τον περβολάρη του χωριού.
-Να σου ζήσει ο Ηλίας, καλό κι έξυπνο παιδί, του είπε εκείνος.
-Χρυσό παιδί, μουρμούρισε ο τσαγκάρης, μόνο να, που δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του.
-Εμένα ο δικός μου ο γιος δεν μπορεί να πάρει τα γράμματα, μουρμούρισε ο περβολάρης και του' δωσε να διαβάσει την ιστορία που' χε γράψει ο Ηλίας στο σχολείο.
Μπορεί να ήταν τότε που ο τσαγκάρης έπαψε να πετροβολάει το ποτάμι. Μπορεί όμως να ήταν και τότε που είδε έξω από το τσαγκαράδικό του ένα παιδί να κλαίει γιατί δεν είχε παπούτσια.
-Για δες, σκέφτηκε, υπάρχουν παιδιά που περπατούν και τρέχουν και είναι δυστυχισμένα που γυρίζουν ξυπόλυτα.
Πήρε από το ράφι ένα ζευγάρι παπούτσια και τα έδωσε στο παιδί, να το δει να χαμογελάει.
Τώρα είχε πολλή δουλειά. Εξαιτίας του Ηλία δεν προλάβαινε να δέχεται παραγγελίες. Δεν του έμενε χρόνος να τρέχει στο ποτάμι. Μέσα του είχε φωλιάσει η ελπίδα πως κάποτε, κάποιος γιατρός θα γιάτρευε το παιδί του. Δεν φώναζε πια πως ήταν αδύνατο και μόνο οι δυνατοί τα καταφέρνουν....
Το παιδί του, ναί, ήταν αδύνατο στα πόδια, μα είχε μεγάλη δύναμη μέσα του.
Δεν θυμάται πια πότε βρήκε τη γαλήνη.
Τον Ηλία, τον αγαπούσαν όλοι.
Οι συμμαθητές του είχαν αναλάβει να τον πηγαίνουν στο σχολείο. Και τ' απογεύματα τον πήγαιναν στην ακροποταμιά κι έγραφαν μαζί του ιστορίες.
Τα' βλεπε όλα αυτά το ποτάμι, χαιρόταν, μα δεν μπορούσε να σταθεί στο χωριό, έπρεπε να προλάβει τις δουλειές του.

Μια μέρα, ο Ηλίας είδε σε μια γωνιά του σπιτιού τους ένα μεγάλο σακί. Ήταν γεμάτο παπουτσάκια.
-Τι είναι αυτά, πατέρα; ρώτησε τον τσαγκάρη.
-Τα παπούτσια που σου' φτιαχνα όλα αυτά τα χρόνια. Τα' βαλα εδώ, να μην πιάνουν χώρο...
-Φέρε τα εδώ. Το καθένα απ' αυτά θα γίνει κι ένα παραμύθι, του' πε το παλικαράκι.
Έγραψε όμορφες, αισιόδοξες ιστορίες για τα παιδιά που, όπως εκείνος, ήτανε τυχερά μέσα στην κακοτυχία τους. Για παιδία που μεγάλωσαν μέσα στην αγάπη, όπως εκείνος. Για παιδιά που μετρούσαν αυτά που είχαν κι όχι αυτά που τους έλειπαν, όπως εκείνος.
Τέλειωνε πάντα έτσι:

"Με λένε Ηλία. Να μ' αγαπάτε..."


Έβαζε το χαρτί με το παραμύθι διπλωμένο στα τέσσερα μέσα σ' ένα παπουτσάκι κάθε φορά και το έριχνε στον ποταμό. Και σεργιάνιζε το σκαρπινάκι σαν βαρκούλα, κι αρμένιζε το μποτάκι σαν καϊκι κι έπλεε το αρβυλάκι σαν μαούνα και χαιρόταν το ποτάμι που τα ταξίδευε μαζί του.
Γιατί το ποτάμι μπορεί να ήταν βιαστικό, να έτρεχε να προλάβει τις δουλειές του και να μην μπορούσε να σταθεί πουθενά, μα ήξερε καλά ότι στο δρόμο του θα έβρισκε παιδιά που θα σταματούσαν τα παπουτσάκια μ' ένα καλάμι ή μια βέργα για να παίξουν, πως θα διάβαζαν τα παραμύθια και θα μαλάκωνε η ψυχή τους.

Παρηγοριά το παραμύθι
σ' ένα κουκί σ' ένα ρεβίθι
παρηγοριά τα ποταμάκια
που ταξιδεύουν παπουτσάκια....

ΑΓΓΕΛΙΚΑ ΒΑΡΕΛΛΑ, εκδ. Άγκυρα, 1998
Βραβείο Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011



Ήμην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. Την τελευταίαν φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους...
[...]
Η πετρώδης, απότομος ακτή μου, η Πλατάνα, ο Μέγας Γιαλός, το Κλήμα, έβλεπε προς τον Καικίαν, και ήτον αναπεπταμένη προς τον Βορράν. Εφαινόμην κ' εγώ ως να είχα μεγάλην συγγένειαν με τους δύο τούτους ανέμους, οι οποίοι ανέμιζαν τα μαλλιά μου, και τα έκαμναν να είναι σγουρά όπως οι θάμνοι κ' αι αγριελαίαι, τας οποίας εκύρτωναν με το ακούραστον φύσημα των, με το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον. Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου. Οι λόγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες, όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά.
[...]
Ο κυρ Μόσχος είχεν ως συντροφιάν το τσιμπούκι του, το κομβολόγι του, το σκαλιστήρι του και την ανεψιάν του την Μοσχούλαν. Η παιδίσκη θα ήτον ως δύο έτη νεωτέρα εμού. Μικρή επήδα από βράχον εις βράχον, έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον, κάτω εις τον αιγιαλόν, έβγαζε κοχύλια κ' εκυνηγούσε τα καβούρια. Ήτον θερμόαιμος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού. Ήτον ωραία μελαχροινή κ' ενθύμιζε την νύμφην του Άσματος την ηλιοκαυμένην, την οποίαν οι υιοί της μητρός της είχαν βάλει να φυλάη τ' αμπέλια· “Ιδού εί καλή, η πλησίον μου, ιδού εί καλή· οφθαλμοί σου περιστεραί...”. Ο λαιμός της, καθώς έφεγγε και υπέφωσκεν υπό την τραχηλιάν της, ήτον απείρως λευκότερος από τον χρώτα του προσώπου της.
[...]
Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μου· ήθελε την ζωήν της· ω! ας έζη, και ας ήτον ευτυχής. Κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν υπήρχε την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου. Η καρδία μου ήτο πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν!
Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ' ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ' ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ' όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο... Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρον του...

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ,  Όνειρο στο κύμα

Η προσευχή του ακροβάτη