Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011


ΝΥΞ ΑΜΕΙΔΗΣ

Νυξ αμειδής λέει ο Ρωμανός
και το σκοτάδι θάνατος
μα ανάστασον
εκ του τάφου
ανάστησον
και ελθέ
όπως ήρθες στη μικρή Μαρία
που την είπαν έπειτα Δέσποινα και Παναγία
ελθέ και σκήνωσον
το σκύβω το κεφάλι όπως Εκείνη
μα πρώτα ανάστησον
μην το ξεχάσεις τούτο Κύριε
ανάστησον
γιατί αμειδής η νυξ
και εν σκότει εμείς
επί θανάτου εμείς
και πορευόμαστε
σε τούτον τον αιώνα
με τη γεύση του άλλου που ευαγγελίζεται

ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ 2010

Το παραπάνω ποίημα συνοδεύει τη φωτογραφία για το μήνα Μάρτιο στο ημερολόγιο του Ιερού Ναού Αγίου Φιλίππου στο Θησείο. Σκήτη Αγίας Πίστης στη Γαλλία
http://stavrodromi.wordpress.com/

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Μνήμη

  

Mια νύχτα να φεγγοβολά μες στο σκοτάδι που ακολούθησε. Ο Θεός στάθηκε σπλαχνικός μαζί μας και δεν το ξέραμε. Μαργαριτάρια οι στιγμές, σκύβω και τις φιλώ μία μία. Τον τόπο, το χρόνο, τις μουσικές του χρόνου. Ανοίγω το "Τραγούδι της αδελφής μου". Βρίσκω μέσα μια ξεχασμένη φωτοτυπία από ένα ποίημα του ίδιου "Το τελευταίο καλοκαίρι" και λόγια γραμμένα με μολύβι, ξεχασμένα και αυτά, μα στις πρώτες σελίδες. Θέλω να τα αντιγράψω, να τα ξανακούσω ξανά, με μια ηχώ που έρχεται από πολύ μακριά:

"Ζευ πάτερ, αλλά συ ρύσαι υπ' ηέρος υίας Αχαιών, ποίησον δ' αίθρην, δος δ' οφθαλμοίσιν ιδέσθαι. εν δε φάει και όλεσσον, επεί νυ τοι εύαδεν ούτων"

Ρ 645-647

Διαβάζω δυο στίχους από το Ρ της Ιλιάδας και μεταφράζω πρόχειρα. Στέκομαι σε δυο φράσεις, ποίησον αίθρην, κάνε ξαστεριά, χάρισέ μας την αιθρία, το φώς χάρισέ μας, εν δε φάει και όλεσσον, μέσα στο φως να πεθάνουμε, αφού είναι να πεθάνουμε έτσι κι αλλιώς, μέσα στο φως έλα κατάστρεψέ μας, μέσα στο φως έλα πάρε μας, μόνο μέσα στο φως κι ας καταστραφούμε.
Φως επίγειο πέραν της ποίησης μάταια έψαξα. Δεν το συνάντησα. Αν είναι να μας αφανίσει, θα' ναι από Θεού. Καθώς οι ποιητές με το Θεό γειτνιάζουν, το' πε ο Μουντές, το' παν κι άλλοι.
Θαρρώ οι ποιητές είναι τα παιδιά που ξέχασαν να μεγαλώσουν και δεν υπάρχει πλέον καμιά ελπίδα αυτό να τους συμβεί. Ωστόσο, δίδουν κάποτε ένα ξάστερο φως -ποιούν αιθρία-, εισακούει ο Θεός τις χοϊκές προσευχές μας και τους στέλνει. Αν είναι να μας φάει το φως τους, ας μας φάει. Αν είναι να μας ανοίξει δρόμο για την Παράδεισο ακόμα καλύτερα.

24.3.2009

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΗΣ ΜΟΥ Α'

Αδελφή μου

Τα μάτια σου απομείνανε
δυο πύργοι γυάλινοι, ακατοίκητοι
και μέσα τους γυρνούν αδέσποτες
οι σκιές του παρελθόντος.

Αδελφή μου,
πώς μ' εγκατέλειψες τα μεσάνυχτα
να ψάχνω δίχως λύχνο
ν' ανακαλύψω τα ίχνη
των απωλεσμένων βημάτων σου;

Στρέφω την όψη παντού
και θωρώ μόνο εσένα.
Επικαλούμαι
της ομορφιάς την καλοσύνη
να μ' ελεήσει μια στάλα δροσιάς.

Αδελφή μου,
δεν είμαι πια ποιητής
δεν καταδέχομαι νάμαι ποιητής.
Είμαι ένα πληγωμένο μυρμήγκι
που έχασε το δρόμο του
μες στην απέραντη νύχτα.

Εσύ εζύγισες
τους θησαυρούς των αιώνων
μες στη λεπτή παλάμη σου.
Εσύ εγκρέμισες τα όρη
όπου αναπαύονταν οι ποιητές.
Κ' εγώ δεν είμαι πια ποιητής.

Η κρήνη των ματιών σου
μπορεί να ποτίσει τη δίψα μου
και ν' ανθίσει τη ζωή μου.

Γεμάτη αγάπη κ' έλεος
έδενες τις πληγές μας
και σώπαινες.
Η σιωπή σου μηνούσε τα πάντα.
Τις χειμωνιάτικες εσπέρες
βάδιζες μόνη στο δάσος
να νοσηλεύσεις
τα γυμνά σπουργίτια,
να ζεστάνεις
τα παγωμένα έντομα.
Σπυρί-σπυρί σύναξες μέσα σου
τα δάκρυα των φτωχών, των ταπεινών.

Κι όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μας
εσύ απόμεινες ακόμη ορθή
-ίσκιος της Παναγίας-
για να μου δείξεις τ' άστρα
μες απ' την τρύπια στέγη.
Τώρα η σιωπή σου εθραύσθη
και στο μικρό κοχύλι πούκρυβες
άκουσα τις κραυγές του ωκεανού.
Αδελφή μου, δε μούμεινε
μήτε μια πέτρα να γείρω.

Αδελφή μου, σούχα τάξει
να σου φέρω τ' αθάνατο νερό.
Σούχα τάξει να ρίξω τον ήλιο
στην ποδιά σου.
Τώρα κραυγάζεις:
"Αδελφέ μου, διψώ
πούναι τ' αθάνατο νερό
να ξεδιψάσω;
Αδελφέ μου, κρυώνω
πούναι ο ήλιος
να ζεστάνω τα χέρια μου;"
Και μένω ασάλευτος κι ανήμπορος.
Εγώ που περιπλανήθηκα
στους ουρανούς
δε δύναμαι να διατρέξω
μια σπιθαμή γης.

Κ' έχω ξεχάσει να βαδίζω.

Σκύβω πάνω απ' το χάος
της ψυχής σου
γεμάτος δέος.

Είχα πιστέψει κάποτε στον ουρανό,
μα εσύ μούδειξες
τα βάθη της θάλασσας
Το χέρι μου που σούχτιζα
γεφυρι της αβύσσου
γκρεμίστηκε.
Κοίταξέ με,
πόσο γυμνός και πόσο αθώος
κείτομαι μπρος σου.
Κρυώνω, αδελφή μου.
Ποιος θα μας φέρει πια τον ήλιο
να ζεστάνουμε τα χέρια μας;

Είναι αργά.
Μήτε ο θάνατος με δέχεται
μήτε η ζωή.
Πού θα πάω;


ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Αποχαιρετιστήρια χρώματα των δειλινών. Καιρός να ετοιμάσεις
τις τρεις βαλίτσες -τα βιβλία, τα χαρτιά, τα πουκάμισα-
και μην ξεχάσεις εκείνο το ρόδινο φόρεμα που τόσο σου πήγαινε
παρ' ότι το χειμώνα δε θα το φορέσεις. Εγώ,
τις λίγες μέρες που μας μένουν ακόμη, θα ξανακοιτάξω
τους στίχους που έγραψα Ιούλιο κι Αύγουστο
αν και φοβάμαι πως τίποτα δεν πρόσθεσα, μάλλον
πως έχω αφαιρέσει πολλά, καθώς ανάμεσά τους διαφαίνεται
η σκοτεινή υποψία πως αυτό το καλοκαίρι
με τα τζιτζίκια του, τα δέντρα του, τη θάλασσά του,
με τα σφυρίγματα των πλοίων του στα ένδοξα λιογέρματα,
με τις βαρκάδες του στο φεγγαρόφωτο κάτω απ' τα μπαλκονάκια
και με την υποκριτική ευσπλαχνία του, θα'ναι το τελευταίο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Παρωδία και ως εκ τούτου παλινωδία

Η ΠΑΡΩΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΗΜΕΡΑΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 2011

Και είμαστε όλοι, είπαν και ξανάπαν, μια ωραία ατμόσφαιρα. Και τι ωραία που μαζευτήκαμε και διαβάζουμε ποίηση, τι ωραία που εμείς διαβάζουμε και κάποιοι μας ακούγουν, τι ωραία που εμείς διαβάζουμε κι οι άλλοι μας ακούγουν, τι ωραία κοινό που έχουμε, και διαδίκτυο έχουμε και radio και από εκεί όλοι μας ακούγουν, μα τι ωραία ατμόσφαιρα που είμαστε. Τι ωραία! Παρωδία είμαστε. Γελωτοποιοί σε θίασο περιφερόμενο. Πως ευτελίζεται η ποίηση λοιπόν και θα το πω. Εκεί όπου της εξουσίας η αλαζονεία, της ελίτ ο κομπασμός και η κατάντια.

Βρέθηκα παραμονή της παγκόσμιας ημέρας ποίησης στον Ιανό ποίηση να διαβάσω. Τα σωθικά να μοιραστώ μαζί με άλλους. Τούτο κατάλαβα. Μα δεν έρχεται πάντα όπως το καταλαβαίνεις. Δεν είσαι εσύ το μέτρο παρά και οι άλλοι. Παρωδία λοιπόν. Τσίρκο με θιασάρχη.  Άλλωστε ο ιδιοκτήτης. Θιασάρχης. Αυτό. Και γύρω χειροκροτούντες και χειροκροτούμενοι. Υπάρχεις στη σκηνή για ένα λεπτό. Γίνεσαι αθάνατος για κείνο το λεπτό και τούτο τους αρκεί. Να χωνεύονται μέσα στο εφήμερο του χρόνου. Τις ψυχές τους να χωνεύουν στο παρόν και ως φελλοί να επιπλέουν. Τους αρκεί. Η αυλαία τους αρκεί. Και το κοινό. Προπαντός το τελευταίο. Μα πίτουρα έχουν στην ψυχή και πίτουρα μοιράζουν. Γιατί ό,τι έχεις δίνεις. Και κείνοι έχουν πίτουρα. Πίτουρα λοιπόν. Το κενό τους μοιράζουν, γιατί αυτό έχουν, με την ξιπασιά της δήθεν τέχνης. Η ματαιοδοξία σε τούτες τις περιπτώσεις δικαιολογείται. Αντιμετωπίζεται με κάποια επιείκεια και άπειρη κατανόηση. Όλοι, άλλωστε, τελούμε κάπως και κάμποσο θύματά της. Η αλαζονεία, όμως, ποτέ.

Γιορτάζουν λέει την ποίηση. Μα πώς τη γιορτάζεις αν δεν την έχεις στο ψυχικό θυμιατό σου, που λέγει ο Καρούζος, αν δεν την έχεις ως άβατο απόθεμα, πώς τη γιορτάζεις με φιέστες, αλλήθωρος και για τούτο τυφλός και άσπλαχνος στο γύρω κόσμο, πώς τη γιορτάζεις με φανφάρες και καμώματα, με γλυψίματα και προσκυνήματα και άλλα τόσα φληναφήματα, πως τη γιορτάζεις ραγιά εσύ με χαριεντισμούς και υποκλίσεις. Πώς τη γιορτάζεις και πώς σ' αφήνουμε και μεις να κάνεις το παιχνίδι. Για τούτο γράφω, για μένα και για όσους.

Αποχωρείστε, όσο ακόμα είναι καιρός, απ' τις φιέστες αποχωρείστε, και στο εξής προσέξτε, όπου ακούτε ποίηση μην πάτε, δεστε το καλά και εξετάστε το, δεν είναι πάντα ό,τι λάμπει χρυσός, υπάρχει και το επιχρυσωμένο, από εκεί να φύγετε, τολμήστε το να φύγετε, φιέστα λοιπόν για χάρη της άσπιλης Κυράς, φιέστα, και πώς τα Άγια των Αγίων σου των σωθικών εκεί να σύρεις, όλοι άξαφνα φαντάζουν σπουδαίοι και στα μάτια τους είναι, μα τούτο είναι θέατρο και μάλιστα κακοπαιγμένο, πιο πριν ανθρώποι σε σταμάτησαν στο δρόμο για ένα κομμάτι ψωμί, και άλλοι σε σταμάτησαν, άνθρωποι ασκεπείς, και πιο πριν τα πρωτοσέλιδα των τωρινών εφημερίδων, των κυριακάτικων, παραμονή παγκόσμιας ημέρας ποίησης σε μια πρωτεύουσα της Δύσης πια και της απωθημένης Ανατολής, τα πρωτοσέλιδα, οι πόλεις βομβαρδίζονται ξανά, ο καθένας κουβαλά τη μικρή ή τη μεγάλη τραγωδία του, δεν έχει να κάνει, το ξέρεις, ποιος είναι λιγότερο δυστυχής, όλους τους λυπάσαι, και κείνους και τον ίδιο σου τον εαυτό, που στέκεσαι αδύναμος και πας να διαβάσεις ποίηση ξανά και γύρω σου τα βλέμματα των άστεγων καρφωμένα, κουβέρτες και σακούλες και κείνα τα μπουκάλια, τον Παύλο σκέφτεσαι «ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστιν, ού έχετε από Θεού;…υμείς γάρ ναός Θεού έστε ζώντος» (Α΄Κορ. στ΄19 - Β΄Κορ. στ΄16), και κείνα τα βλέμματα των άλλων, τα παγωμένα, σωριασμένοι στις γωνιές άνθρωποι, μα όχι, πόλεμος εδώ ακόμα δεν είναι, η πραγματικότητα είναι και ποιος εκείνος ο βασιλιάς που την πορφύρα θα ξεντυθεί στις γωνιές του βασιλείου του να ξεχυθεί και να μετρήσει, ποιος εκείνος που θα στέρξει και θα γονατίσει απάνω στη δυστυχία, ποιος, τίποτα από το παραμύθι πιο επίκαιρο, τίποτα πιο δηκτικό, τα πρωτοσέλιδα ξανά μπροστά, και τι ποίηση να διαβάσεις που πρέπει να θρηνήσεις, τόσοι άνθρωποι νεκροί στους δρόμους του κόσμου, τόσες πόλεις ξανά και ξανά, ερείπια πάλιν και πολλάκις, κι ο κόσμος έχει έρθει τ' απάνω κάτω, κι ο καθένας με τη μεγάλη ή τη μικρή θλίψη του στοιβαγμένη, να εναλλάσσεται, πότε η μια πότε η άλλη, μικρή και μεγάλη παράκληση να γίνεται στο τίποτα του κόσμου, τι ποίηση, που πρέπει ό,τι πεις να είναι καρφωμένο ή να καρφώνει και πρέπει να καρφώσεις, αν είναι να' χει νόημα, αν είναι να' χει λόγο, αλλιώς άστο καλύτερα, σήκω και φύγε, μα αν είσαι για να μείνες, κάρφωσε και έπειτα φύγε, κάρφωσε όσο μπορείς, ανίσχυρος έτσι κι αλλιώς, η εξουσία πάντα πιο δυνατή, μα έχεις το λόγο πάντα, και τώρα ακόμα, κάρφωσε και καρφώσου,  για την παρωδία μίλα, όπου σταθείς κι όπου βρεθείς, μίλα για το καλοντυμένο και το καλοστημένο των πνευματικών κατεστημένο,  για τον αυτοκράτορα μίλα που'ναι γυμνός, παιδί μείνε και σαν παιδί να βλέπεις, σήκω και μίλα, φώναξέ το πως γυμνός είναι κι η ποίηση θα μας εμέσσει, μίλα και φώναξέ το, μικρή αντίσταση πράξε, ας είν' και παιδική, αλλιώς καλύτερα να σιωπήσεις -για πάντα όμως

Κι η ποίηση σαν τάλαντο χτυπά




ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ

Τα ποιήματα δεν είναι λόγια που εύκολα βγαίνουν.
Ούτε καν λόγια είναι.
Κραυγές
Μεσίστιες
Στη
Μέση
Του
Πελάγους

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΗΜΕΡΑ 2010

της Φωτεινής Φραγκούλη
που γράφει παραμύθια σα να’ ναι ποιήματα
και ποιήματα που’ ναι ντυμένα παραμύθια

Ενδιαφέρουσα η ποίησή σας
μου είπε η δόκιμη ποιήτρια
εντύπωση μου κάνατε
και επομένως θα σας θυμάμαι
φυσιογνωμικά τουλάχιστον
μου είστε συμπαθής
οι στίχοι σας οπωσδήποτε
μεστότητα γεμάτοι
και ορισμένως στο μέλλον θα βελτιωθούν
συνεχίστε το δίχως άλλο
ποιήματα να γράφετε
η τέχνη σας στο μέλλον
θα σας ανταμείψει
δρόμους θα σας ανοίξει
πόρτες και παραθύρια
συνεχίστε καλή μου
θα προοδεύσετε
και ενδεχομένως κάποτε να βραβευτείτε
κρατικό ή του Διαβάζω
δεν έχει άλλωστε και ιδιαιτέρα σημασία
ένα μικρούλι βραβείο θα το λάβετε
ως ανταμοιβή έστω
για τους κόπους σας στην ποίηση
ένα τιμής ένεκεν μετά από τόσα χρόνια
ξέρετε
με του καιρού το πέρασμα
και οι στίχοι παίρνουν πάντα κάποια αξία
ενίοτε την ανεβάζουν
το θάρρος σας λοιπόν μη χάνετε
και πορευτείτε στης ποίησης το λιβαδάκι
ολάκερο σας περιμένει
για να το καρπωθείτε


Δεν είν’ αυτό το θέμα
έτσι Φωτεινούλα;
Το ξέρουμε από καιρό
πως δεν είν’ αυτό το θέμα της ζωής μας
όμως αυτό είναι που απομένει
να κάνεις και να κάμω
ποιήματα να γράφουμε
την κάθε μέρα με στίχους να φλογίζουμε
ποιήματα άλλοτε σαν παραμύθια
και άλλοτε σκέτα
ποιήματα που είναι ποιήματα
και ποιήματα που είναι παραμύθια
τη ζωή μας να γράφουμε
που δεν είναι όμως ποίημα
και πολύ περισσότερο δεν είναι παραμύθι


λοιπόν
δεν είν’ αυτό το θέμα
θα της απαντήσω Φωτεινούλα
δεν είν’ αυτό το θέμα της ζωής μας
θα της το πω εγκαίρως
πως αποφάσισα κάπως αργά ν’ αποσυρθώ
από της ποίησης τον κάμπο
πως that’s enough
και ως εδώ και μη παρέκει
πως έλεος
που λένε τα παιδιά μες στο σχολείο
πως αρκετά και με την ποίηση
και με τους ποιητές της
πως θ’ αποσυρθώ λιγάκι αργά
μα όχι τόσο αργά
κι ας ρέει το μικρόβιο μέσα στις φλέβες
σ’ ένα βουνό θ’ αποσυρθώ
ή σε κάνα ξωκλήσι
τη θάλασσα να βλέπω οπωσδήποτε
ή έστω έναν ποταμό
μα όχι αυτόν τον ποταμό
έναν όποιον άλλον
και από κει ψηλά
μα ποτέ από κοντά
σαν άνθρωπος κανονικός
να κάτσω ν’ αγναντέψω
κι ούτε ένα στίχο δε θα γράψω στον αιώνα
μα κι αν δεν τα καταφέρω
και στον πειρασμό υποπέσω
και τον προσκυνήσω
το στίχο τούτο να τον κρύψω
σε κανέναν να μην τον δείξω
να τον πετάξω
ή να τον ρίξω στα ουράνια
συντροφιά σε άσαρκους αγγέλους
να τον πετάξω λοιπόν
ή να τον ρίξω στα ποτάμια
συντροφιά
σε νερά ολισθηρά
μαζί τους προς τη θάλασσα
και να κατηφορίζει
ένας κόκκος
μες στον άμμο
που θα σταθεί χωστός
προτού στη θάλασσα
ο ποταμός χιμήξει
εκεί και λίγο πριν
μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης
εκεί ο στίχος τούτος να αράξει
και να χωθεί βαθιά
και άπνους
στη μουσκεμένη γη


λοιπόν Φωτεινούλα
το ξανασκέφτηκα
θα της το πω
δεν έχασε δα κι η Βενετιά βελόνι
ένας ποιητής λιγότερο
ίσως και να κερδίσει ο κόσμος
κάτι περισσότερο
σε σιωπή

Ιστορική αναδρομή:

Το παραπάνω ποίημα γράφτηκε μετά τον εορτασμό της περσινής παγκόσμιας ημέρας ποίησης έτσι όπως είχε διοργανωθεί από το ΕΚΕΒΙ. Ήταν μια ωραία βραδιά, σεμνή και χαμηλόφωνη. Ήταν εκεί και η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Σε αυτήν ανήκει ο πρώτος στίχος, η αφορμή, που έγινε ποίημα το βράδυ της ίδιας μέρας. Το πρώτο ποίημα είναι το τελευταίο των Ἁθιβολών. Αυτά ακούστηκαν εκεί, 20 Μαρτίου 2011

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Το χάσμα που γιόμισ' άνθη



ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΗΜΕΡΑ 2007



ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΗΜΕΡΑ 2011

Ένα απόκομμα εφημερίδας κρατημένο από χρόνια. Για να δείχνει το όριο. Την αλήθεια να μετρά από το ψέμα. Το σκοτάδι από το φως. Φώτισόν μου το σκότος ο Παλαμάς της Κυριακής. Φώτισόν μου. Ένας ποιητής, μες στα ερείπια ποιητής και ποιητής των ερειπίων, στέκεται ανάμεσό τους και εκτοξεύει στίχους, κραυγές στον αγέρα μιας βομβαρδισμένης πόλης, να τις πάρει ο άνεμος, κραυγές μιας πόλης, δεν έχει όνομα, δεν έχει καμία σημασία το όνομα, η ιστορία επαναλαμβάνεται, είναι το πλέον σίγουρο, μες στα ερείπια για να φωνάξει πως αν ποίηση δεν είναι αυτό, τότε τίποτα δεν είναι. Αν η ποίηση δε στέκεται όρθια εκεί όπου όλα σωριασμένα, αν δεν έρχεται σε σένα, ποιητή, αιμορροούσα, αν εσύ σ' αυτήν δεν πας αιμορροών, αν το χάσμα δεν είναι που γιόμισ' άνθη, αν κραυγή δεν είναι από διαμελισμένο σώμα, αν  ψυχή δεν είναι, μια σκόρπια ψυχή, τότε τίποτα δεν είναι. Τότε το' χουμε όλοι χαμένο. Και πώς να την πεις αλλιώς και πώς να την ονομάσεις που είναι τα άγια των αγίων, ακολουθία είναι κεκοιμημένων στιγμών


Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Αλεξίου Ανθρώπου του Θεού



ΑΛΕΞΙΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Όταν δε θα υπάρχω εγώ
θα υπάρχει το πέρασμά μου
από εκεί που κάποτε υπήρξα
Θα υπάρχει η αμυδρή μνήμη
της φευγαλέας παρουσίας
Θα υπάρχει η μνήμη
της απουσίας.

ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Καμιά πόλη
δεν άγγιξε τον ποιητή μέσα της
Καμιά
δεν μπήκε στον κόπο
να τον κοιτάξει στα μάτια
Όσο ζούσε
τον βασάνισαν
Όταν πέθανε
μόνο μεταθανάτια
τον δέχτηκαν
Όχι γιατί τον παραδέχτηκαν
ή έστω αποδέχτηκαν την ποίησή του
παρά γιατί προσέδιδε
Τώρα
στη μεταθανάτια γαλήνη
τις ευγνωμονεί
για την έχθρα που εισέπραξε
για τις αποπομπές
για την αδιαφορία

Τις ευχαριστεί
για τις ατέλειωτες ώρες μοναξιάς
που του χάρισαν.

ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, Της αλυπίας είναι η χώρα, Ιδαλγός 2009

ΜΟΝΗ ΑΡΕΤΙΟΥ

Και όλα γίνονται θάνατος.
Κι ούτε καν υποψιαζόμαστε πως ελλοχεύει μέσα μας.
Και η παρουσία του δε μας αγγίζει.
Κι είμαστε ωστόσο γόνοι φθοράς.
Χους και εις χουν.
Και τελικά μαύρα κι ανέλπιδα.
Δίχως ελπίδα συναπαντήματος.

Κι οι άνθρωποι που χάθηκαν
Περνοδιαβαίνουν στα ονείρατα
Και γνέφουν γνώριμα.
Και τότε λησμονάς πως είναι πια νεκροί.
Και είναι σα να ζουν.

Και στοχάζεσαι πώς θα' ταν να ξαναζούσαν
Και να γυρνούσαν μια στιγμή στα μέρη τα δικά τους
Να περπατούσαν αγκαλιά
Στους δρόμους και τις λεωφόρους
Σε μια διαδρομή κοινή και τόσο τετριμμένη
Στερημένη ωστόσο πια.
Πώς θα' ταν να γυρνούσαν για μια μέρα
Να τους συναντούσες
Να διαβαίνουν το δρόμο αγκαλιά
Ξορκίζοντας το θάνατο.
Να τους χαριζόταν μια μέρα παρουσίας
Σε μια διαδρομή κοινή και τόσο τετριμμένη
Στερημένη ωστόσο πια.

Κι ύστερα κλαις.
Και σταματά εκεί ο λογισμός.
Κι αρχίζεις το Πιστεύω.
Και σε κείνο το "ζωήν αιώνιον"
Κάτι αναπαύεται μέσα σου.

Και ο λυγμός χάνει το κράτος του.
Κι ο στοχασμός πάει να γίνει ελπιδοφόρος -
Πα να πει αναστάσιμος.

Και ο λυγμός χάνει το κράτος του.
Και κάτι αναπαύεται μέσα σου.
Έστω και προς ώρας
Έστω και για τούτο το μοναδικό λεπτό
Τυγχάνεις ων μακάριος
Και αβασάνιστος
Και γιομάτος χάρη
Γιατί καταδέχτηκε μαθές ο Θιος να σου δείξει
Το μέγα το του θανάτου μυστήριον.

ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, Αθιβολές, Το Ροδακιό, 2002

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Μεσόγειος. Ο θρήνος της ελπίδας

Ένα Wa Habibi και ένα φτωχό Καρναβάλι



Wa Habibi ή Ω, γλυκύ μου έαρ

Την τελευταία Παρασκευή της Αποκριάς υπήρχες εκ του όρθρου σχεδόν σε μια μουσική και σε ένα λόγο και ήταν αυτός το Wa Habibi, τραγούδι θρησκευτικό από το Λίβανο, της Ορθόδοξης εκκλησίας των Αράβων. Η Παναγία θρηνεί το επιτάφιο παιδί της. Το πήρες μαζί σου στη βιβλιοθήκη του σχολείου, μπαίναν βγαίναν τα παιδιά, νιώθαν πως κάτι συμβαίνει, σα μυσταγωγία σαν κάτι άλλο. Τελούσαν εν σιωπή. Κάποια ρωτούσαν κιόλας. Ήσουν όμως ήδη αλλού.

Ω, Αγαπημένε μου, τούτη τη δύστυχη ώρα,
όποιος σε βλέπει θλίβεται, εσένα το Σωτήρα [...]
Θρηνεί ο ελαιώνας καθώς μυριάδες χείλη σε φωνάζουν [...]

Κάπως νωρίτερα ο θρήνος της Μητέρας, κάπως νωρίτερα, ακόμα τα κομφετί κι οι σερπατίνες στους δρόμους σέρνονται και σε γωνιές μουλιάζουν, κάπως νωρίτερα εισέβαλε ο πόνος, μα μήπως απ' την πρώτη ώρα Εκείνη δεν το ήξερε; Μήπως απ' την αρχή πόνο τη γέννα δεν την είπε, έτσι δεν το γράφει ο Rilke, προτού γίνει Εικόνισμα, προτού, που γράφει κι ο δικός μας ο Βαβούρης, απ' την αρχή Τον θρήνησε. Απ' του Ευαγγελισμού την ώρα. Προτού γίνει εικόνισμα. Προτού. Σαν ήταν απλώς η μικρή Μαρία. Μα πώς θα γιορτάσουμε ξανά τη χάρη της. Με τι κουράγιο πια.

Ήμουν, λοιπόν, στο Λίβανο, με πήγε εκεί η Fairuz, της Ανατολής τ' αηδόνι λένε και είναι, "ποιήτρια της φωνής" λένε, Φεϊρούζ, καημέ μου Φεϊρούζ, τους αναστεναγμούς μου αφήνω στα σταυροδρόμια της ζωής, Φεϊρούζ, έμαθα πάντοτε να δίνω, όσα δεν έδωσε κανείς, που έγραψε ο δικός μας Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Ήμουν, λοιπόν, αλλού. Σε μια βαθιά και βαριά συγκίνηση στοιβάχτηκε η μέρα, προάγγελος των ημερών που ακολουθούν. Σαραντα τα βήματα προς, μα και από εκεί τα βήματα σαράντα.

Η μελωδία τούτη, το Wa Habibi δηλ., μου θύμισε ένα τραγούδι που είχα καιρό να το ακούσω, αγαπημένο, από τη Γιαννάτου. Έψαξα το σιντί, το βρήκα. Υπάρχουν και τα δυο μαζί, στο Terra nostra με τους Primavera en Salonico και τη Σαββίνα. Ήταν το Adieu Paure Carnavas, ένα παραδοσιακό της Προβηγκίας, μελαγχολικό τραγούδι, καθώς αποχαιρετιστήριο του Καρναβαλιού, με αλληγορική, όμως, λέει, αναφορά στις ήττες του Ναπολέοντα. Το τελευταίο σκέλος το αφήνω στην άκρη. Η μελαγχολία, όμως, τούτη, από τη μελωδία και μόνο, και ο αποχαιρετισμός του λόγου, κάτι σα θρήνος, με επανέφερε στην προηγούμενη μελωδία, που φυσικά είναι η ίδια. Μεσόγειος. Βρέχεται ο πόνος και γίνεται κύμα και πηγαίνει από ακτή σε ακτή και στα χείλη των ανθρώπων στέκεται και γίνεται τραγούδι, θρήνος, θλίψη, μελαγχολία, κάτι που φεύγει για του χρόνου, μα κυρίως κάτι που χάνεται ανεπιστρεπτί. Γιατί ακόμα και ο εορτασμός του Καρναβαλιού, δεν είναι κάτι που μετατίθεται ανώδυνα για την επόμενη χρονιά. Ο χρόνος είναι πάντα τώρα. Ο χρόνος είναι θαυματοποιός, είναι, όμως και μέγας γελωτοποιός. Εκεί που παινεύεσαι ότι τον έχεις και του αντιστέκεσαι, εκεί σου γυρνά την πλάτη, εκεί σε αιφνιδιάζει, σε χλευάζει και χάνεται. Ο χρόνος χάνεται. Ο κόσμος χάνεται μαζί του. Ο κόσμος θρηνεί το χρόνο που χάνεται μαζί του.

Έχε γεια, φτωχό μας Καρναβάλι
πες αντίο, νιότη ζηλευτή
εσύ που έζησες με πάθος τη ζωή,
τα πλούτη σου με βιάση τα σπατάλησες
μα τώρα ξέρεις πόσο το μετάνιωσες [...]

Φύγε τώρα, έτσι γυμνός και μόνος
Να κυλιέσαι μεσ' στα χόρτα,
σαν πεισματάρης όνος

Το απόγευμα της ίδιας μέρας, στην εκπνοή σχεδόν του φτωχού Καρναβαλιού, που δεν ήταν το ίδιο φτωχό, ήταν όμως οι γύρω του φτωχότεροι, το βλέμμα έπεσε σε παιδιά, μικρά ξενάκια, που γυρόφερναν στους δρόμους μιας  πόλης μουσκεμένης, να πουλήσουν το τίποτά τους, που το βλέμμα τους έπεφτε στα δικά μας παιδιά, που ανεβοκατέβαιναν στ' αυτοκινητάκια μιας πλατείας, μες σε λαμπιόνια και σε χρώματα, και κοιτούσαν, ω, πώς κοιτούσαν, λες και ήταν τα ίδια ανεβασμένα πάνω, λες και τα ίδια στροβιλίζονταν, λες και όλος ο σαματάς γινόταν για χάρη τους. Το βλέμμα έπεσε πάνω τους και στην προσφυγιά τους. Το βλέμμα γυμνό συνέχισε,  πάνω σε καροτσάκια έπεσε, στημένα έξω από εκκλησιές μεγάλες, πάνω  σε μέλη σκεβρωμένα ή μήπως ακρωτηριασμένα έπεσε, το βλέμμα πάγωνε και το κρύο, παγετός ολόκληρος, το βλέμμα συνέχισε να περιπλανιέται, σε φυλλομαζώχτρες πώς στάθηκε, πώς κατήλθαν στους δρόμους, πώς πιάσαν τις γωνιές και πώς κοιτούσαν, τα βλέμματα των ανθρώπων πώς κοιτούσαν, Θεέ μου. Είναι που μένουν οι άνθρωποι χωρίς ελπίδα. Και στο εξής αυτοί, οι μη έχοντες ελπίδα, θα πληθαίνουν. Γιατί δύσκολο είναι και κάπως ανηφορικό να ζεις με την ελπίδα. Ένα βουβό μαρτύριο. Αναίμακτο και ένδον. Και κάθε μέρα. Αδιάβατο, όμως, να ζεις χωρίς αυτήν. Και τώρα καλείται ο καθείς να ζήσει χωρίς αυτήν, ξεκάθαρα. Να πιάσει το καβούκι του, όχι οι χελώνες του κυρ Χιόνη, όχι, και να κλειστεί στο κελί του. Να απολέσει την ελπίδα και να μάθει δίχως αυτήν. Ή να την κάνει μεταφυσική. Να γεμίσει το κενό με τη χάρη του Θεού, να γεμίσει το κενό του και το κενό του κόσμου. Μα τούτο είναι χάρισμα και δώρημα ακριβό. Μα τούτο είναι κομμάτι αγιότητας ή σαλότητας και δεν είμαστε ούτε το ένα, μα ούτε και το άλλο. Και έτσι θρηνούμε, θρήνο βαθύ, το θρήνο της ελπίδας.
Έχω την εντύπωση πως απόψε αυτοσχεδιάζουμε. Αυτό με υποχρεώνει να ανατρέξω:

Ήταν φυλακισμένη στο αψηλό σπίτι της πολιτείας. Όλες οι πόρτες κλειδωμένες κι όλα τα παράθυρα! Μονάχα ένα μικρό καγκελωτό παραθυράκι τής άφηνε μια ματιά στον κόσμο, στη μακρινή θάλασσα, στον ήλιο. Της πολιτείας που δεν μπορούσε να δει τίποτ' άλλο απ' τα καμπαναριά και τα κεραμίδια των ψηλών σπιτιών. Στέγες, στέγες, στέγες, ατέλειωτες, τίποτ' άλλο....Μόνο το βράδυ πήγαινε στο παράθυρο να πάρει λίγο αέρα.
[...]
Απ' τη βαθιά σιωπή των πλαϊνών σοκακιών άκουγε καμιά φορά τον ήχο, που κάνανε τα βήματα στο πλακόστρωτο, τη φωνή μιας γυναίκας, το ουρλιαχτό ενός σκύλου, κανένα τραγουδάκι ή την καμπάνα της εκκλησιάς, που σήμαινε τις ώρες. Γιατί όμως μετράει το χρόνο το ρολόι; Για ποιον; Είναι όλα πια πεθαμένα! Όλα μάταια!

Πιραντέλλο

Adieu paure Carnavas

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Για την Ημέρα της Γυναίκας που μόλις πέρασε



Σκέψεις στο πόδι αλλά όχι του ποδαριού

Να πω ότι δεν έχω γιορτάσει ποτέ την Ημέρα της Γυναίκας. Να πω ότι θα εξακολουθήσω να μην τη γιορτάζω. Θα τη σκέφτομαι όμως. Όχι την ημέρα. Τη γυναίκα. Στην κάθε μέρα της. Και στον αγώνα της. Να υπάρξει η ίδια. Να υπάρξουν και οι άλλοι γύρω της. Να σκορπά και να σκορπιέται. Να πέφτει και να σηκώνεται. Να σηκώνει και τους πεσμένους. Θα εξακολουθήσω να τη σκέφτομαι και να τη συμπονώ. Μαζί με αυτήν και εμένα. Όχι, όταν είναι σηκωμένη. Όχι. Αλλά, όταν είναι πεσμένη και πληγωμένη, όταν λυγίζει και δεν πάει παραπέρα, όταν χάνει κάθε ελπίδα. Τότε θα τη σκέφτομαι. Και θα την προσδοκώ. Μαζί με αυτήν και μένα. Να σηκωθεί και να συνεχίσει.

Θα σκέφτομαι όλες αυτές που δεν είναι εδώ σήμερα. Που δε θα βραβευτούν φέτος. Ενδεχομένως ούτε και του χρόνου. Πιθανότατα ποτέ. Γιατί ο αγώνας τους δε θα φτάσει στα αυτιά μας και δε θα τον δουν τα μάτια μας. Θα υπάρχει όμως στο σκέπαστρο του Θεού και στην πλατιά απαλάμη του θα κουρνιάζουν, όταν για τον κόσμο δε θα υπάρχουν, ούτε καν για τους δικούς τους. Θα σκέφτομαι, όχι αυτή που η κοινωνία αποκάλεσε επιτυχημένη, δίνοντάς της άλλη μια ετικέτα, αλλά εκείνη που βάφτισε αποτυχημένη και παράδειγμα προς αποφυγή. Αυτή που δεν άντεξε και παρέμεινε λυγισμένη και πονεμένη και άγνωστη μέσα σε αγνώστους. Και θα παρακαλώ να υπάρξουν άνθρωποι να την αγκαλιάσουν και να την απαλύνουν, άνθρωποι που θα της δώσουν χαρά και θα τη συμπονέσουν και θα στρέψουν το βλέμμα τους στο απεγνωσμένο δικό της. Άνθρωποι που δε θα την κρίνουν, αλλά θα την αγαπήσουν. Γυναίκες και μητέρες μοναχικές ή μόνες, με το φόβο στα μάτια, τα θαμμένα όνειρα, γυναίκες και μητέρες που φροντίζουν, δίχως να τις φροντίσει κανείς, που ζητούν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, που έχουν βυθιστεί στο τέλμα της καθημερινότητας, ενός κόσμου άξενου, από τον οποίο κανείς δε σκέφτεται να τις ανασύρει. Γυναίκες, μάνες, που σηκώνουν στους ώμους τους, όχι μια, αλλά πολλές οικογένειες, που στέκονται και κρατούν ισορροπίες, που πασχίζουν να στεριώσουν γεφύρια αστέριωτα, τις δύσβατες και ακανθώδεις ανθρώπινες σχέσεις. Γυναίκες που σηκώνουν παιδιά, πολλά παιδιά, και κάποτε αγγέλους, χοϊκούς αγγέλους, που τους στέλνει ο Θεός στη γη, για να μας απαλύνουν, γιατί ξέρετε υπάρχουν οι άγγελοι με τα φτερά που δεν τους βλέπουμε και μας παραστέκουν, υπάρχουν, όμως, και οι άλλοι άγγελοι δίχως φτερά, που τους στέλνει ο Θεός δώρο, εκεί που δεν το περιμένεις και σε παραστέκουν και η κοινωνία τους έδωσε μια ακόμα αποτυχημένη ετικέτα και τους είπε άτομα με ειδικές ανάγκες. Ποιες ειδικές ανάγκες, λέω εγώ, αυτοί είναι άγγελοι, δεν έχουν καμιά ειδική ανάγκη. Εμείς, όμως, μονάχα εμείς, έχουμε απόλυτη ανάγκη την ειδική αγάπη τους. Αυτές τις μάνες σκέφτομαι.

Ευχαριστώ για την τιμή τη Δήμαρχο Εορδαίας. Της ζητώ να κάνει τη μικρή μας πόλη όμορφη και να δώσει στους κατοίκους της χαρά. Δεν είναι εύκολο. Της λέω, όμως, από αυτή τη θέση ότι έχει χρέος. Και να μην το λησμονήσει. Όπως όλοι μας. Ο καθένας εκεί που είναι. Με τη δύναμη που κρύβει μέσα του, με την κρυμμένη του ομορφιά, με την αγάπη που, όλοι έχουν, σε κατάσταση χειμερίας νάρκης.

Αυτή τη στιγμή, σκέφτομαι μια άλλη γυναίκα, μια ψυχούλα, που δεν τα κατάφερε και δεν άντεξε, αυτή και το μικρό παιδί της, και σύρθηκε και το έσυρε μες στα παγωμένα νερά ενός ποταμού, ενός Ληθαίου ποταμού, για να γλιτώσει από τα παγωμένα νερά του ποταμού του κόσμου. Σε αυτήν πάει το μυαλό μου και ας είναι όλη η τιμή και η μνήμη δική της.

Χωροχρόνος: 8 Μαρτίου 2011 και στο Πνευματικό Κέντρο Πτολεμαϊδας. Βράβευση, λέει, "επιτυχημένων" γυναικών του Δήμου Εορδαίας.

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Ο πρίγκιπας Μίσκιν και ο Μαγεμένος Απρίλης

Μάσκα δεν είχες βάλει ποτέ. Καλώς ή κακώς λειτούργησες και λειτουργείς άνευ. Μέγα κακό κάποτε, θα προσθέσεις. Θα' θελες, βέβαια, να υπάρξεις αλλιώς. Να χαθείς μες σ' ένα βεστιάριο να φορέσεις τους ρόλους που δεν έπαιξες. Που δεν πρόλαβες να παίξεις. Ήταν μια από κείνες τις επιθυμίες που δεν έγιναν. Ξαφνικά, βλέπεις, πως θα' θελες να μπορούσες να ενδυθείς τους ρόλους αυτούς. Πως είναι κάπως μέσα σου, εν σπέρματι, εν δυνάμει, και σου φωνάζουν για το εν ενεργεία. Ρόλους εποχής και λόγια να φορτσάρουν στον αέρα, να κρύβεσαι πίσω τους, γιατί δικά σου δεν είναι, και έτσι μπορείς ελεύθερα να τα φωνάξεις και να τα εκτοξεύσεις στο όποιο σύμπαν. Η έκφραση είναι κάτι το ακριβό.

Σκέφτομαι τις μέρες τούτες τον πρίγκιπα Μίσκιν του Ρώσου. Έναν από αυτούς τους ανθρώπους που δεν κατάφερε επίσης μάσκα να βάλει, παρά, αντίθετα, κατάφερε εν μέρει και των άλλων τις μάσκες να τις βγάλει. Τον βλέπω να περπατά στους θλιβερούς και σκοτεινούς δρόμους μιας Πετρούπολης, ως άγγελος να προχωρά μες στους ανθρώπους, όχι ως άνευ αμαρτίας, κάτι ως έκπτωτος μου φέρνει, ως άγγελος, που δε νιώθει τους κινδύνους, που δεν μπορεί να φανταστεί τον κίνδυνο, αθώος, μα όχι αφελής, κάτι σαν πτωχός τω πνεύματι, δεν ξέρω αν θα δει το Θεό εν τέλει, προχωρά, όμως, πάνω στα κάρβουνα και δεν καίγεται, υφάλους διασχίζει και δε ναυαγεί και τούτο γίνεται μονάχα, γιατί οι άλλοι άγγελοι, κατανοώντας βαθιά, και εν μέρει συμπάσχοντας, το πως μεταξύ ουρανού και γης πορεύεται, δίχως να ανήκει ακόμα ούτε αποκλειστικά εκεί, αλλά ούτε και να έχει αποδεχτεί εντελώς το εδώ, του παραστέκονται και τον φυγαδεύουν, τον περιθάλπουν σε πόλεις που τις βλέπει ξαφνικά άξενες και εχθρικές και κάθε γωνιά τους και αγκάθια και πώς να σηκώσει πια το βλέμμα, όταν στα μάτια του εαυτού του έχει πρωτίστως πέσει, πώς τον εαυτό να ανασηκώσει, από εκεί που έχει εκδιωχτεί, υπάρχει μονάχα ένας δρόμος, "κάποιος [...] θα δώσει ένα χαστούκι κι ο άλλος θα είναι ατιμασμένος για όλη του τη ζωή και δεν θα μπορεί να το ξεπλύνει παρά μόνο με αίμα, εκτός κι αν του ζητήσουν εκεί, επί τόπου, γονατιστοί συγνώμη", σκέφτεται ο Ηλίθιος, μα έπειτα, σε εκκλησιές καταφεύγει και χάνεται μες στο ημίφως τους, και εκεί βλέπει τον εαυτό του τείχη να υψώνει και να δίνει υπόσχεση να παγώσει στο εξής, ή μάσκα να βάλει, και επιτέλους να αποδεχτεί έναν εγκλεισμό οριστικό, να αποδεχτεί ότι οι άνθρωποι γύρω του δεν υπάρχουν, για κείνον στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν, και τα τείχη πιο ψηλά και εκεί μέσα μόνος του να χτιστεί και να το αντέξει. Βλέπω, λοιπόν, τον πρίγκιπα Μίσκιν κάποτε να προχωρά και να καταρρέει ή τα χέρια να ανοίγει προς το Θεό, κι ας είναι άνθρωπος ακόμα, πώς να θαφτεί ζωντανός, μα τότε άγγελοι τον παραστέκουν και τον φυγαδεύουν από τον πόνο, άνθρωποι, που τους στέλνουν άγγελοι, τον περιθάλπουν, και έπειτα πάλι εκεί σε μια πορεία ανερμάτιστη, που θα μπορούσε να είναι κάπως πιο παραμυθητική και ανθρώπινη, καθώς ο λόγος είναι μεν κάτι που δεν αντέχεται, μα και το άλλο, επίσης, είναι το ίδιο, εξίσου διαβρωτικό και ασφυκτικό. Ο καθένας ίσως και να πρέπει να γίνει για λίγο ο Άλλος, ίσως και να πρέπει να σκύψει για λίγο πάνω από του Άλλου την ανάγκη  και με κάποιο τρόπο, που να μην είναι μόνο ο δικός του, να τον παρηγορήσει.

Εν μέσω, λοιπόν, μασκών και φανών, σε τούτες τις Απόκριες καταφεύγει η σκέψη μου κάπου μακριά, και εκεί ένδυμα αλλάζει και γίνεται άλλη, όχι στην Πετρούπολη, που την είπαν Βενετία του Βορρά, όχι, μα στις γέφυρες εκείνες της Βενετίας του Νότου, εκεί όπου οι μάσκες και τα θροϊσματα και ένα παραμύθι περίπου μεσαιωνικό, από όπου κάτι αληθινό οφείλει πάντα να διασώζεται. Μα κυρίως τη βλέπω, την ψυχή βλέπω, πάλι να προβάλει, όπως η άνοιξη, που μόλις εισήλθε, και ένδυμα ν' αλλάζει , χωρίς μάσκες ξανά, και να φυγαδεύεται σε περιβόλι ολάνθιστο και να κοιτά το πέλαγος, έτσι όπως το κοιτούσε ο "Μαγεμένος Απρίλης", μια ταινία τόσο παλιά και τόσο επιτακτικό "τώρα", τόσο γλυκό απωθημένο. Όταν πριν χρόνια την είχες δει φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη σε είχε μαγέψει ο τόπος, και την είχες μέσα σου ως κρησφύγετο και ως όνειρο και ως γωνιά του παραδείσου και υπήρχες εντός της για καιρό. Σύντομα τη σκέπασες και έπειτα την έθαψες. Αιφνίδια ανέσυρες κάποια στιγμή τη μνήμη της  ή μήπως μόνη της εισέβαλε, ποταμόπλοιο του Μάρκες θύμησε, την έψαξες έπειτα για καιρό στο δίκτυο, μόλις χτες τη βρήκες ολόκληρη, ίδιος ο σκηνοθέτης και στις δύο, συνεχίζει να σε υπάρχει τούτο το όνειρο εντός των ονείρων σου, από χτες που είδες ξανά το περιβόλι είναι σα να βρέθηκες ξανά εντός του, όλη τη μέρα το είχες μέσα σου.

Το μυθιστόρημα της Elizabeth Von Arnim, Μαγεμένος Απρίλης ή Enchanted April δημοσιεύτηκε το 1922. "Ήταν Φεβρουάριος..." και έτσι αρχίζει ο μύθος, μέσα σε ένα σκοτεινό και βροχερό Λονδίνο. Και έπειτα γίνεται Απρίλης και κάστρο που να κοιτά το πέλαγος και κάπου εντός της Ιταλίας. Σικελία είναι, Κορσική, Τοσκάνη, Φλωρεντία, ποιος να ξέρει. Κι ας μη βλέπουν όλες το πέλαγος. Σα να' ναι όλοι οι τόποι αυτοί μαζί. Κάπου μέσα εκεί και σε περιβόλι. Η είσοδος σε τούτο το περιβόλι, είσοδος στην ψυχή είναι, όπου αναζητείται, για να βρεθεί και στο τέλος βρίσκεται και κάτι σώζεται.
Μέσα από αυτή τη διεύθυνση μπορεί κανείς να δει ολόκληρη την ταινία. Ίσως και να αξίζει τον κόπο:

http://www.youtube.com/watch?v=0xWzjYSRGfY&feature=related

Petru Guelfucci Corsica