Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Γεωργίτσα

  

Χρόνια πριν και να το χορεύεις. Έτσί όπως τότε. Ανοιχτά πανιά τα όνειρα της ζωής. Και τώρα. Αυτούς που φύγαν αυτούς που μείναν να θυμάσαι. Εκείνη τη μικρή τη Γεωργίτσα να θυμάσαι. Που νωρίς έφυγε. Που πολύ νωρίς. Από τότε μες στον καρσιλαμά και μπλέχτηκε, μες στα στρωτά τα βήματά του, μ' ανοιχτά τα χέρια και την αγκαλιάζεις. Χρόνια τώρα. Από τότε. Έλα Γιούλα Γιούλα Γιούλα έλα πάρε με. Χριστός όμως Ανέστη. Χαρά σον κόσμον.

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Το ευάγκαλον σώμα και η ψυχή

Ο Άγγελος του λίθου. Σερβία

ΟΜΙΛΙΑ ΛΔ' Εις το όγδοον Εωθινόν

Μαρία ειστήκει προς το μνημείον, κλαίουσα έξω. Ως ουν έκλαιε παρέκυψεν εις το μνημείον, και θεωρεί δύο αγγέλους εν λευκοίς. Άρτι του κορυφαίου των φοιτητών, και του ηγαπημένου των μαθητών προς την ζωηφόρον δεδραμηκότων σορόν, και την των οθονίων θέαν τεκμήριον ειληφότων της αναστάσεως, η χριστοφόρος Μαγδαληνή έμεινεν εμφιλοχωρούσα τω μνήματι, και περιενόστει αλύουσα, και λιβάδας δακρύων ενστάζουσα, τη επιμόνω προσεδρία υψηλότερόν τι καραδοκούσα μαθείν. Ως δε παραθαρρύνασα εαυτήν, είσω του θεοδόχου παρέκυψε μνήματος, αγγελική οπτασία επιπίπτει ευθύς.
Δύο γαρ αυτή λευχειμονούντες εφάνησαν άγγελοι εν αυτώ τω τόπω ένθα το θείον έκειτο σώμα του Ιησού. Και επειδή το σουδάριον των λοιπών εκεχώριστο, άτερος μεν εμφανίζων προς την κεφαλήν και τηρών το σουδάριον, άτερος δε προς τοις ποσί, φρουρών τα οθόνια. Τούτο δε ην άρα σύμβολον των επί Χριστού δύο φύσεων. Εικόνιζε γαρ η μεν κεφαλή την θεότητα, οι δε πόδες το πρόσλημμα. Επεί γουν κατατεθείσα η του Λόγου σαρξ εν τω μνήματι των της θεότητος αυχημάτων υπήρχεν αχώριστος, του Δεσπότου τον τόπον οία παστάδα περιεφρούρουν οι άγγελοι, δεικνύντες τη μυροφόρω, ότι μη ψιλή σαρξ εν τω τάφω ετέθαπτο, υποστήναι δυναμένη κλοπήν. Και μοι του πράγματος αγάσθητι το παράδοξον. Πώς Πέτρω μεν και Ιωάννη κατ' αυτήν την ώραν προεφιστάσι μόνα ωράθησαν τα οθόνια, ως εδόκει, παρ' ουδενός φυλαττόμενα; Οι γαρ ιεροί νόες, καίτοι παρόντες, ήσαν αθέατοι. Τη δε γυναικί γέγονε τα της οπτασίας αντίστροφα. Τα γαρ οθόνια υπεκρύβησαν, οι δε άγγελοι ώφθησαν. Διατί; Ότι τοις μεν μαθηταίς μείζονος ούσι φρονήματος ικανή προς πληροφορίαν ην των οθονίων η θέα. Της δε γυναικός την ασθένειαν μόλις αν έπεισεν όψις αγγελική, και αυτή του Ιησού η εμφάνεια. Ίσως δε και οι μαθηταί, ει την προσεδρίαν της γυναικός εμιμήσαντο, της ίσης αν αποκαλύψεων έτυχον.

Η μεν ουν Μαρία, εκπλαγείσα τη μορφή των αγγέλων και αύος γεγονυία, τω παραδόξω θεάματι υπότρομος ίστασο. Οι δε άγγελοι, λύοντες αυτήν της αγωνίας, φιλοπευστούσι δήθεν την των δακρύων αιτίαν μαθείν, δια της εμφανείας και της φωνής απάγοντες αυτήν του οίεσθαι κλαπήναι τον Κύριον. "Γύναι, τι κλαίεις;" Τι νομίζεις κλοπήν υποστήναι τον υπό τοιούτων φυλάκων φρουρούμενον; Οράς αγγέλους εφεζομένους, ένα προς τη κεφαλή, και ένα προς τοις ποσί, και συληθήναι νομίζεις τον θησαυρόν; Και τις ούτος νερκοσύλης αναιδής, ή τυμβωρύχος θρασύς, ως βασιλέα κλέψαι παρατάξει αγγελική φυλαττόμενον; Αλλ' ην άρα η Μαγδαληνή τοσούτον ηλίθιος, ως μηδέν τι των όντων εκ τούτου καταστοχάσασθαι. Έτι γαρ της αυτής υπολήψεως είχετο και φησί: "Ήραν τον Κύριόν μου, και ουκ οίδα πού έθηκαν αυτόν". Ο πρότερον είπε Πέτρω και Ιωάννη, τούτο και τοις αγγέλοις λαλεί. Αλλ' ω της καλής καρτερίας! ω της επαινετής πολυπραγμοσύνης! ου παρείδεν αυτήν ο ποθούμενος. Ουκ αφήκε τη απιστία βυθίζεσθαι ο ζητούμενος. Αλλά τον ζέοντα πόθον ιδών, αυτομάτως εφίσταται. Στραφείσα γαρ οπίσω, βλέπει τον Ιησούν εστώτα, και ουκ ήδει ότι Ιησούς εστί. Τι δε το πείσαν αυτήν καταλείψαι την μετ' αγγέλων διάλεξιν, και υποστρέψαι εις τα οπίσω; Εκ της των αγγέλων όψεως και του σχήματος ήσθετό τινός επισκιάσαντος αυτή το μετάφρενον. Επιστάντος γαρ του Κυρίου, οι άγγελοι ευθύς της καθέδρας ανέθορον, τη μεταβολή της όψεως τον επιστάντα δηλώσαντες. Ο δη Μαρία θεασαμένη την όψιν υπέστρεψεν. Ου μην, επέγνω, τις ην ο πυθόμενος: "Γύναι, τι κλαίεις; Τίνα ζητείς". Της τε ημέρας διαυγαζούσης, και της όψεως τη ροή των δακρύων αμβλυνομένης, μάλλον δε της θείας δυνάμεως τούτο οικονομία. "Γύναι, τι κλαίεις; Τίνα ζητείς;" επιπλήττοντός έστι το ρήμα, και την απιστίαν κατονειδίζοντος. Έοικε γαρ τούτο λαλείν. Μετά της άλλης Μαρίας θεασαμένη με, και τους πόδας κρατήσασα, έτι μένεις αμφίβολος; Αλλ' ούτε της επιπλήξεως ήσθετο, ούτε αυτόν επέγνω τον λέγοντα. Οιηθείσα δε τον του εκείσε κήπου είναι μελεδωνόν, λέγει αυτώ "Ει συ εβάστασας αυτόν, ειπέ μοι πού έθηκας αυτόν, καγώ αυτόν αρώ". Καλώς αυτόν κηπουρόν υπετόπασεν. Νέος γαρ ην Αδάμ, τον πρώτον κηπουρόν και φύλακα, τον της Εδέμ κήπου όλον αναδεξάμενος. Και εν κήπω παραδοθείς, και εν κήπω κατατεθείς, ίνα τον κήπον του παραδείσου τω Αδάμ αύθις χαρίσηται. "Ει συ εβάστασας αυτόν, ειπέ μοι, πού έθηκας αυτόν". Τι μετέθηκας, φησί, τον νεκρόν; Βδελυττόμενος ίσως, και μη θέλων εν τω κήπω σου κείσθαι αυτόν, και ολιγώρως και ακηδώς έρριψας άταφον; Ειπέ μοι, πού τούτον μετέθηκας, ίνα αυτή το ευάγκαλον τούτο φορτίον βαστάσασα, μετακομίσω ένθα δη βούλομαι

Τι ουν ο Σωτήρ; Τοσαύτη νωθεία ενισχυμένην ορών, και μηδένα λογισμόν της αναστάσεως έχουσαν, δια μόνης της κλήσεως επανάγει αυτήν εις συναίσθησιν. "Μαρία" στραφείσα επέγνω την γλυκείαν φωνήν, και εκ περιχαρίας μάλα πολλής απεκρίθη "Διδάσκαλε", επιγνούσα το σύνηθες πρόσρημα, και άμα ώρμησε των αχράντων αυτού λαβέσθαι ποδών. Αλλά της εγχειρήσεως είργεται, και ακούει "Μη μου άπτου". Μη προσεγγίσης, φησί, μηδέ άψασθαι πειραθής. Ου γαρ έτι σαρκός επιφέρω παχύτητα, ως αφαίς υποκείσθαι ταις σαις. Καν τρόπω συγκαταβάσεως προ μικρού τους εμούς πόδας μετά της άλλης Μαρίας κεκράτηκας, αλλ' εκείνο οικονομία ην και βεβαίωσις της εγέρσεως. Επεί ουν και οφθαλμοίς ιδούσα, και φωνής ακουτισθείσα, και χερσί κατασχούσα, έτι μένεις αβέβαιος, και ως νεκρόν νοστούσα ζητείς, "μη μου άπτου", τοσαύτης απιστίας περικειμένη αχλύν. Ή τάχα το "Μη μου άπτου" και νοητόν δηλοί επαφήν. Εβούλετο γαρ ερευνήσαι πώς ωκονόμητο της αναστάσεως το μυστήριον. Αποσπεύδει γουν αυτήν τοιούτων ερωτημάτων εφάπτεσθαι και φησί. Μη πολυπραγμόνει τα υπέρ σε, ούπω γαρ εφικέσθαι δύνασαι μυσταγωγίας τοιαύτης. 

Επειδή "Ούπω αναβέβηκα προς τον Πατέρα μου" ώστε προς υψηλοτέρας θεωρίας εκλύσαι υμάς δια της του Παρακλήτου αποστολής. Και τάχα προς τούτο εφέρετο ο πρότερον έλεγεν "Όταν υψωθώ, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν" ύψωσιν λέγων την προς τον Πατέρα ανάβασιν. Εγώ μεν ουν, φησί, αναβαίνω προς τον Πατέρα, συνεσόμενος αυτώ και μετά του σώματος. Συ δε άπιθι, και ευαγγελίζου τοις μαθηταίς την ανάληψιν "Αναβαίνω προς τον Πατέρα μου, και Πατέρα υμών, και Θεόν μου, και Θεόν υμών. Δει δε μη σκανδαλίζεσθαι τους των θείων Γραφών επιστήμονας, ει τι των ανθρωποπρεπών δια την οικονομίαν λέγει Χριστός. Θεόν μεν γαρ τον Πατέρα εκάλεσεν, ως την κτιστήν φύσιν αναλαβών. Τον αυτόν δε Πατέρα ωνόμασεν, ως της αυτής ων ουσίας και φύσεως. Έστι μεν ουν εκείνου, κατά την θεϊκήν ουσίαν, φύσει Πατήρ, ημών δε χάριτι Πατήρ δι' αυτού. Οίω δε τρόπω φαμέν γενέσθαι τον Χριστόν μετά την ανάστασιν ανθρωπίναις αφαίς ου ληπτόν, ανιχνεύσωμεν, ως αν δυνηθώμεν μετά Παύλου ειπείν "Ει και εγνώκαμεν κατά σάρκα Χριστόν, αλλά νυν ουκ έτι γινώσκομεν". Της του προπάτορος παραβάσεως το πάχος το της σαρκός προξενησάσης ημίν, όπερ η θεολογία δερματίνους χιτώνας εκάλεσεν, ο ελθών επί το την φύσιν επανορθώσασθαι, γέγονε μεν όπερ ην ο Αδάμ μετά την παράβασιν. Παθών δε και αναστάς, μετεστοιχείωσε την φύσιν εις όπερ ην ο άνθρωπος προ της παραβάσεως, τους προϋφανθέντας χιτώνας απεκδυσάμενος. Ανάστασις γαρ έστιν η εις το αρχαίον αποκατάστασις. Ην και ημείς απεκδεχόμεθα εν τη παλιγγενεσία λαβείν, χάριτι του μεταστοιχειώσαντος δι' εαυτού και αφθαρτίσαντος την φύσιν ημών, του Κυρίου, και Θεού, και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΚΕΡΑΜΕΥΣ, Migne P.G.132, 672-681

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Ο θρήνος ο Επιτάφιος



Θρήνος για όμποε και πιάνο
White Angel, monastery Mileševa.
Mileševa monastery -Studenica monastery -Manasija monastery - Dečani monastery -Gradac monastery
Ljubostinja monastery -Kalenić monastery -Ravanica monastery -Ziča monastery -Sopoćani monastery
Gračanica monastery -Djurdjevi stupovi monastery -St. Peter's church -Dobrilovina monastery -
White Angel, monastery Mileševa.

Σερβία, Μαυροβούνιο, Κόσοβο
Πηγή: http://www.youtube.com/user/vladimirtosic

Δος μοι τούτον τον ξένον...

  

Τὸν ἥλιον κρύψαντα τὰς ἰδίας ἀκτίνας,
καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ διαρραγέν, τῷ τοῦ Σωτῆρος θανάτῳ,
ὁ Ἰωσὴφ θεασάμενος, προσῆλθε τῷ Πιλάτῳ καὶ καθικετεύει λέγων·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον,
τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον,
ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον,
ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον,
ὅστις οἶδεν ξενίζειν τοὺς πτωχούς τε καὶ ξένους·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον,
ὃν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον,
ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλῖναι·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον,
ὃν ἡ Μήτηρ καθορῶσα νεκρωθέντα ἐβόα·
Ὦ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, εἰ καὶ τὰ σπλάγχνα τιτρώσκομαι,
καὶ καρδίαν σπαράττομαι, νεκρόν σε καθορῶσα,
ἀλλὰ τῇ σῇ ἀναστάσει θαρροῦσα μεγαλύνω.
Καὶ τούτοις τοίνυν τοῖς λόγοις δυσωπῶν τὸν Πιλᾶτον
ὁ εὐσχήμων λαμβάνει τοῦ Σωτῆρος τὸ σῶμα,
ὃ καὶ φόβῳ ἐν σινδόνι ἐνειλήσας καὶ σμύρνῃ, κατέθετο ἐν τάφῳ
τὸν παρέχοντα πᾶσι ζωὴν αἰώνιον καὶ τὸ μέγα ἔλεος.
 
Ασματικόν Μεγάλης Παρασκευής

Monastere de Chevetogne, Belgium

Στο σταυρό μένει και αιωρείται....

  

ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ
Ανάστα ελθέ,
η πλησίον μου, καλή μου, περιστερά μου.
Ότι ιδού ο χειμών παρήλθεν,
ο υετός απήλθεν, επορεύθη εαυτώ.
τα άνθη ώφθη εν τη γη,
καιρός της τομής έφθακεν,
φωνή του τρυγόνος ηκούσθη εν τη γη ημών.

ο Αδελφιδός του Άσματος, Σαλωμών

[...] η μορφή ενός ανθρώπου απλώνει τους βραχίονες
μια αδιόρατη κίνηση ανάμεσα σε σταύρωση ή πτήση ξέρω αυτός είναι
ο τόπος
να κερδίσεις χωρίς να πρέπει να νικήσεις

Barbara Kohler

Εκολλήθη η  ψυχή μου στην ψυχή σου δίπλα
και συνετάφη εκ της ώρας πρώτης
και σέρνεται ως την ενάτη
σε ήχο πλάγιο του δευτέρου
τον μελαγχολικό
κι η ακολουθία τούτη
δεν τελειώνει
μ΄όλες τις ώρες που προβλέπονται
παρά σέρνεται και κείνη
ως σκιά
και δεν είναι επιτάφιος
παρά αποκαθήλωση
μα το σώμα δεν κατεβαίνει
στο σταυρό μένει
και αιωρείται
και το μαρτύριο τούτο
δεν αναπαύεται
και δεν είσαι Προμηθέας να τ' αντέξεις
ούτε Χριστός ν' αναστηθείς
παρά Λάζαρος
ένας Λάζαρος χωστός
με τους ήλους στα χέρια
που κανείς δεν προβλέπεται
να κατεβάσει
ούτε και να τον αναστήσει.

ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, Της αλυπίας είναι η χώρα, Ιδαλγός 2009

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Ιδού αναβαίνομεν....


Όρος των Ελαιών 2008

ΠΡΩΤΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΑ ΣΤΙΧΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ

Δε γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ,
κι' ούτε καν εν όψει της πόλεως.
Όμως κι' ούτε αλλού,
απλώς πίσω απ' τους λόφους της,
μόλις μια απόκρυψη πίσω απ'  τους λόφους της
τόση όση ακριβώς χρειαζόταν
για να μην τη βλέπη,
τόση όση ακριβώς χρειαζόταν
για να μην Τον βλέπη.
Μονάχα να τη γνωρίζει εκεί,
μονάχα να Τον γνωρίζει εκεί,
μονάχα να Τον διαισθάνεται εκεί,
μονάχα ν΄ ακούση το πρώτο κλάμα Του μεσ΄στη νύχτα,
μονάχα να της φέρη ο άνεμος
τ' αναρρίγημα της πρώτης Του αναπνοής,
μονάχα να κρεμάση στο μάνταλο της πόρτας της
το πρώτο σπαρτάρισμα των μικρών ποδιών,
τον πρώτο προσδιορισμό.
Όταν μπήκε μέσα,
με βάγια ή χωρίς βάγια,
δεν υπήρχε πια αντιμετώπιση,
δεν υπήρχε πια υπόλοιπο βημάτων,
ήταν τώρα βέβαιη η σταύρωση Του,
ήταν τώρα βέβαιη η σταύρωσή της,
το ήξεραν κ' οι δυό
πως ο καιρός είχε συμπληρωθή.

PIETA (του BOTTICELLI)

Όχι η Μητέρα που λιποθυμούσε,
όχι εκείνη που Σου χάιδευε το πρόσωπο
εκείνη που Σου αγκάλιαζα τα πόδια,
εκείνη που κολλούσε απαλά το πρόσωπο στα πόδια Σου,
εκείνη πούσφιγγε ψηλαφητά το πρόσωπο στα πόδια Σου,
να το ενσωματώση,
να διατηρήση την αφή.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ, Αγνώστω Ανθρώπω (1968), Λευκωσία

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Το ελθέ της λίμνης



Σιωπή της Καθαρής. Σιωπή της Σαρακοστής. Αναδρομικό

Λίμνη της Καθαρής. Λίμνη παγωμένη. Αγέρας λυσσομανά. Αγέρας παγωμένος. Κρύσταλλα τα γλυκά νερά. Κρύσταλλα σκορπισμένα. Μέρες μετά το Ευαγγέλιο θυμάσαι. Και το ελθέ της λίμνης. Και το ενάντιο του ανέμου και τα βήματα πάνω στη λίμνη. Και το κέλευσον του Πέτρου κι ο Πέτρος περπάτησε, πάνω στα κύματα περπάτησε και στα γλυκά νερά της λίμνης, μόνο με το μη φοβείσθε περπάτησε κι όταν είδε τον άνεμο ισχυρό, τότε φοβήθηκε, και σαν έχασε  απ' τα μάτια του την πίστη των βημάτων και τη δύναμη του ελθέ, μια δύναμη πανίσχυρη, τότε βυθίστηκε, μα πάλι Κείνος τον ανέσυρε και τότε ξανά, πάνω στα κύματα,  πλησίον ήλθε, για να ακούσει ξανά, εις τι εδίστασας, αδελφέ; Κι ο άνεμος εκόπασε, άνεμος μανιώδης, κι ο άνεμος εκόπασε, άνεμος θηριώδης, εις πλοίον εμβήκαν, στην κιβωτό μέσα, και γύρω τα γλυκά νερά, νερά του παραδείσου, τα κύματα διέσχισαν και την ορμή της λίμνης, εις γην έφτασαν, τη γη της παραδείσου.

"Τω καιρώ εκείνω, ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, έως ού απολύση τους όχλους. Και απολύσας τους όχλους ανέβη εις το όρος κατ’ ιδίαν προσεύξασθαι. Οψίας δέ γενομένης, μόνος ήν εκεί. Το δέ πλοίον ήδη μέσον της θαλάσσης ήν, βασανιζόμενον υπό των κυμάτων’ ήν γάρ εναντίος ο άνεμος. Τετάρτη δέ φυλακή της νυκτός, απήλθε προς αυτούς ο Ιησούς περιπατών επι της θαλάσσης. Και ιδόντες Αυτόν οι μαθηταί επι την θάλασσαν περιπατούντα, εταράχθησαν λέγοντες ότι φάντασμά εστί, και απο του φόβου έκραξαν. Ευθέως δέ ελάλησεν αυτοίς ο Ιησούς λέγων” θαρσείτε, εγώ ειμί, μή φοβείσθε. Αποκριθείς δέ Αυτώ ο Πέτρος είπε” Κύριε, ει σύ εί, κέλευσόν με προς σε ελθείν επι τα ύδατα. Ο δέ είπεν” ελθέ. Και καταβάς απο του πλοίου ο Πέτρος περιεπάτησεν επι τα ύδατα, ελθείν προς τον Ιησούν. Βλέπων δέ τον άνεμον ισχυρόν εφοβήθη, και αρξάμενος καταποντίζεσθαι έκραξε λέγων” Κύριε, σώσόν με. Ευθέως δέ ο Ιησούς εκτείνας την χείρα επελάβετο αυτού και λέγει αυτώ” ολιγόπιστε! Εις τί εδίστασας; Και εμβάντων αυτών εις το πλοίον, εκόπασεν ο άνεμος, οι δέ εν τω πλοίω ελθόντες προσεκύνησαν Αυτώ λέγοντες” αληθώς Θεού υιός εί. Και διαπεράσαντες ήλθον εις την γήν Γεννησαρέτ".

Το δάκρυ της αμπέλου

Στο μέσον της Σαρακοστής το δρόμο πήρα προς μοναστήρι κοντινό. Μεσημβρία και της Άνοιξης. Πολύτιμη αιθρία. "Έλα, να δεις το δάκρυ της αμπέλου", μου φώναξαν σαν έφτασα. Την άμπελο κλαδεύεις και δεν το σκέφτεσαι το δάκρυ που εκείνη αφήνει. Την άμπελο κλαδεύεις αδάκρυτος, τα κλαδιά της, τα χέρια της, ώσπου νέα καρπό να δώσουν. Μα τώρα, στον τόπο της αποκοπής, δάκρυ ρέει στη στιγμή, δάκρυ που το μαζεύεις με τα δάχτυλα και έπειτα στο στόμα, τι γεύση να' χει άραγε το δάκρυ της αμπέλου, δάκρυ ούτε στυφό ούτε πικρό μπορείς να πεις, δάκρυ αιωνόβιο, καρπός που συνήθισε πια στη θλίψη του, δάκρυ μελαγχολίας, μα όχι του ανθρώπου η οδύνη. Σε συγκινεί τούτο, σε συγκινεί που αν λάθος κλαδέψεις την άμπελο, αν το δάκρυ δεν πέσει στο χώμα, όπως πρέπει και όπως ο καλός γεωργός ξέρει, τότε η άμπελος από το δάκρυ της εκείνο που πάνω της θα πέσει καταστρέφεται και νέο κλαδί δε ρίχνει, παρά μονάχη τον τόπο τον μουχλιάζει και τον χαλά. "Να το κάνεις ποίημα" ακούς. Όλα ποιήματα δε γίνονται, απαντάς. Κάποια τα ζεις απλώς και άλλα τα αφηγείσαι. Και κάποια άλλα υπακούν σε άλλους ρυθμούς και σου ξεφεύγουν και συ ξενυχτάς, ώσπου να βρουν τη μορφή τους και τον τόπο τους. Ώσπου να γίνουν ποίημα. Μα όλα ποιήματα δε γίνονται. Όπως και κάποια όνειρα που τα ζεις ενύπνια, και ποιήματα δε γίνονται ποτέ, μα έγιναν κομμάτι της αλήθειας του ονείρου και είναι σα να συνέβησαν πραγματικά. Αναρωτιέμαι, αν και σε ποια όνειρα και γω υπάρχω.

Η μήτρα της ζωής

Δευτέρα της Καθαρής, Δευτέρα της Σαρακοστής, Μεγάλη Δευτέρα. Η ζωή μοιάζει να ξεκινά με την πρώτη και να λήγει με τη δεύτερη. Σχεδόν δηλαδή. Στο μεταξύ, πολλές Δευτέρες μεσολαβούν, Δευτέρες της Σαρακοστής και της ζωής. Μια Σαρακοστή η ζωή, που εκπηγάζει από τη μήτρα της Καθαρής ή της ζωής. Έτσι όπως, με την κάθαρση της γέννας εισέρχεται κανείς σε μια ακούσια ανάβαση, έτσι όπως μέσα από τη θάλπος της μήτρας και το δικό της σκοτάδι, που' ναι φως κατ' ουσίαν, αναβαίνει και γύρω του το ψύχος της νυκτός ενός Σαρανταρίου, έτσι αρχίζει κανείς και την πένθιμη τούτη πορεία προς το Πάσχα, που' ναι η πορεία της ζωής. Κάποτε συναντά κανείς τη Μεγαλοβδομάδα του. Κάποτε όχι, την προσπερνά ή αυτή τον προσπερνά. Μακάριος ή όχι, ποιος το ξέρει. Κάποτε, όμως, αναγκάζεται να τη διασχίσει. Και τότε σπάει ο καθρέφτης, ο καθρέφτης της ύπαρξής του, άπειρα θραύσματα, γυαλάκια από το πριν σύμπαν, που πασχίζει να τα συγκολλήσει. Το σύμπαν, όμως, τούτο το επίγειο ποτέ δεν είναι ολόκληρο. Από τον κύκλο θέλγεται και πάει να τον κλείσει. Ο κύκλος κλείνει στα ουράνια. Κάποτε -σπάνια πολύ- και στα χοϊκά ουράνια. Το τίμημα ατίμητο. Ανεβαίνει, λοιπόν, τη Μεγαλοβδομάδα του, το Πάθος κορυφώνεται, στο Σταυρό καρφώνεται και λαβωμένος στέκει. Τετρωμένος και εντός του μαρτυρίου του. Και το φορεί κατάσαρκα. Τον Θεό του και τον ουρανό του. Αποθνήσκει και στον Άδη κατεβαίνει, όπου τα όσα και τα ήδη και τα δεν θα μετρηθούν απ΄ την αρχή. "Ελέησόν με, Κύριε, ότι θλίβομαι" θα Του πει. "Ελέησόν με, ότι μαζί σου ανέβηκα και σταυρώθηκα και πέθανα και τώρα ζωντανός νεκρός και συνεχίζω, του μαρτυρίου την κάθε μέρα, γιατί ο καθρέφτης έσπασε και στα ουράνια ελπίζω και στην Ανάσταση πια, που τόσο λίγο, αυτό το Χριστός Ανέστη, και αυτή η Αναστάσιμη ώρα και η Ακολουθία του Σαββάτου, γιατί να είναι το τόσο λίγο, γιατί αυτή η χαρά, των αγγέλων η χαρά τόσο λίγο, τι να περιμένει κανείς από την επομένη, εκείνη, εκείνη του όρθρου βαθέως και της νυκτός η ώρα, εκείνη η μόνη Ανάσταση που απαλύνει, Εκείνη η μόνη που καθαγιάζει, που λίγη παραμυθία απλώνει στων ανθρώπων τα πρόσωπα και τα μαλακώνει. Εκείνη η βραδινή Ανάσταση είναι που αληθεύει. Ότι Αληθώς υπάρχει. Μοιάζει, λοιπόν, και η ζωή σαν τη Σαρακοστή, από τη μήτρα της ζωής στη μήτρα του θανάτου να κατέλθεις και έπειτα πάλι δι' ευσπλαχνίαν από τον Άδη να ανέλθεις, σε Κείνον να ριχτείς που θα σε ανασύρει, Αναστάσεως ημέρα και λαμπρυνθώμεν λαοί και αλλήλους περιπτυξόμεθα -όσο.

ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ 2011

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Ιδού Εκείνος έρχεται...

   

Χτύπησαν οι πρώτες οι καμπάνες του Νυμφίου. Τον Νυμφίο χτύπησαν. Άνοιξαν οι ουρανοί και μια βροχή, ψιλή βροχή, Τον έραινε από πάνω. Χτύπησε και της αυλής μου η συκιά. Την Άνοιξη χτύπησε. Σαν κεράκια μικρά, της Άνοιξης κεράκια και Εκείνου του Νυμφίου, όρθια στέκονται τα πρώτα φυλλαράκια, όρθια και περιμένουν, σαν κεριά, μικρά κεριά, τις μέρες να περάσουν, τις ώρες και τις μέρες, να ανοίξουν, να απλώσουν.

Χτύπησαν οι πρώτες οι καμπάνες, ιδού Εκείνος έρχεται, ιδού Εκείνος ήλθε, εν μέσω βροχής, της άνοιξης βροχή, μες στ' άνθη ήλθε, ιδού Εκείνος ήλθε, και όλη τούτη η ανάβαση έχει την καρτερία της και την απαντοχή της, ιδού, εν μέσω ψιλής βροχής και μεις Τον αναμένουμε, μικρό κεράκι η ελπίδα του, μικρό φυλλαράκι, να ανοίξει, να απλώσει, δέντρο ολόκληρο να γίνει, να σκύψει να μας απαγκιάσει.

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Σοι, Λάζαρε, λέγω "έξελθε"


ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ Ι

Δεν είναι ύβρις ν' απιστώ στο εξαίσιο χάος
που αξιώθηκα να ζήσω;

"...και Ιουλιέττα", Άκης Δήμου

Ωσάν τον Λάζαρο
να εγερθείς
εκ του εθελούσιου ενταφιασμού
στο φως να προστρέξεις
εκ νέου
στη ζωή σου
να ενσκήψει
τη λαμπρή της Ανάστασης
να σου φέρει
παρά το εξαίσιο χάος.

Και μάλλον εξαιτίας αυτού.


ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ ΙΙ

Ωσάν τον Λάζαρο
φασκιωμένος του θανάτου
και ενταφιασμένος
στα ένδον της γης τα ανήλιαγα μέρη
ακύμαντος
άνευ ελπίδας κι άνευ ονείρων
άνευ της δυναστείας τους
νεκρός ζωντανός ωστόσο
κι ίσως καλύτερα έτσι λέει
εντός του χώματος εντός του σκότους
δίχως καμία προσμονή
δίχως το κράτος της
παρά εις το σκότος και την ανυπαρξία
κι αν είσαι Λάζαρος
να εγερθείς
εύκολο δεν είναι
απ' τον εαυτό σου δεν είναι
μα κι απ' τους άλλους
Κυρίως όμως εσύ
Επιθυμείς τα μέρη τα σκοτεινά
το ξέσκισμα το δικό σου
με τα δεμένα χέρια
του νεκρού επιθυμείς την ταφή
την επιδιώκεις
Κι όσο θαμμένος είσαι
και νεκρός της ψυχής
τόσο
Εκείνος περιμένει
μες απ' τον τάφο
να σε βγάλει περιμένει
τα χέρια να σου λύσει
να σκύψει να σε ασπαστεί
Την ψυχή σου περιμένει
που απ' όλους
καλύτερα τη νιώθει και την έπλασε
Την ψυχή
τρομαγμένο πουλί
και παιδί που πληγώθηκε
κι έπεσε μέσα στ'  αγκάθια
και νερό δε βρήκε να ξεπλυθεί
ποτάμι δε βρήκε να βυθιστεί
παρά στο χείλος απέμεινε
το χείλος της αβύσσου
και πίσω μακριά το ξέφωτο
πίσω και το ποτάμι
ποταμός
που δε διασχίζει τα βουνά
ποταμός
που δεν είν' βουνά να τον τυλίξουν
ποταμός δίχως το δάσος
Μόνος ποταμός
έως του τέλους
ο ύστερος ποταμός της ζωής μας
το βούισμα των πουλιών
που δεν έρχεται
το βούισμα δε θα σε φτάσει
εντός του τάφου μια ζωή
κι εκείνο δεν έρχεται
ούτε κι Εκείνος έρχεται
κι ας ξέρεις ότι περιμένει
εκτός του τάφου και περιμένει
Όμως τι γίνεται στις περιπτώσεις
που ο Λάζαρος
δεν εγείρεται;
Που δεν έχει πόδια να σταθεί
και χέρια να απλώσει
να τον πιάσεις;
Τι γίνεται όταν ο Λάζαρος
τυφλός και φως δε βλέπει
βουβός
και κωφός τους καλέσματος;
Τι γίνεται όταν ο Λάζαρος
παύει να ελπίζει;
Τότε ας περιμένει το κράτος του θανάτου
Τότε ας έρθει ο ίδιος ο θάνατος
τον ένδον θάνατο να απαλύνει
Ας έρθει η αλυπία
και στη χώρας της γρήγορα
να βρεθείς
τον πόνο να ξεχάσεις

Κι ας είναι αυτό η μόνη ελπίδα

ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, ΤΗΣ ΑΛΥΠΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΧΩΡΑ, ΙΔΑΛΓΟΣ 2009

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Τελευταία παράσταση

 

Ματωμένος Γάμος στις Ράγες
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Ντέλλας

Ψιλόβροχο της Άνοιξης. Μικρή ανάσα


ΨΙΛΟΒΡΟΧΟ

[αυθαίρετη καθ' όλα επιλογή]

Δεν έμεινε κανένα περιθώριο ψεύδους. Αγάπα με λίγο να υπάρχω.

Δεν άκουσες ποτέ σου; Πονάει κάθε χάραμα η αυγή
στα αίματα και στη σιωπή ανεβαίνοντας ανατέλλει.

Σε ποιον θάνατον πήγες. περνούσε αεράκι από εκεί;

Τα παλιά όπλα τ' αμάραντα άνθη -ποιος
γηραλέος έρωτας κουρνιάζει εκεί;




Φαντάζεται συχνά τον θάνατον -όχι λάσπες- λιβάδια νερά
ανθισμένα δέντρα και πουλάρια.
στη ράχη τους εσύ περνώντας το ποτάμι.
(εδώ τίποτε δεν προδόθηκε, όλα περάσανε και όλα μείναν).

Πές μου χελιδόνι πώς σχηματίζεις το Λάμδα ανεβαίνοντας τον Ουρανό;

Το χέρι κοντά στα χείλια και στα μαλλιά.
μια' δω μια' κει φτερουγίζει.

Δεν είναι η μνήμη. Σκιά και φως
σιωπή πολύγλωσση και αγκαλιά μονάχα.

Κοίταζα τα φρύδια σου. βαθιά τα μάτια σου.
τα μαύρα σου μαλλιά και το πικρό σου στόμα-
αν ανταμώσουμε ξανά θα σε γνωρίσω πάλι.

Ο χωρισμός ένα φιλί (μονάχο) για τον δρόμο. μα ξεύρω
να διακρίνω τη χαρά: έζησα στα λουλούδια, εκεί θα τελειώσω.

Στοχάσου. Πόσον κράτησε η κακιά Στιγμή πόσον το Θαύμα;



Δεν μιλώ με το δάσος
δεν μιλώ με το δέντρο
με το κλωνάρι δεν μιλώ.

Μικρό τρυφερό φυλλαράκι
με σένα μιλώ
μαζί σου λέω τα μυστικά μου.

Στείλε το φως έλεγε η μάικω μόλις σουρούπωνε
πασχίζοντας να περάσει στη βελόνα την κλωστή.

Αόρατες φτερούγες πουλιών ο αέρας
δεν σαρώνει τον ουρανό δεν τραγουδάει
δεν ψιθυρίζει τα μυστικά δεν ουρλιάζει
δεν κλαίει δεν είναι φίλος του φεγγαριού του ήλιου μήτε
καθώς η ψυχή που φυλακίζεται ζωντανή στο στήθος
πλαγιάζει χαϊδεύοντας τους άλλους νεκρούς όλη νύχτα
στους λόφους.

Λιβάδια πέρα από τη λίμνη κι από τα βουνά θυμάμαι
μα δεν ρωτώ αν έχουν πράσινο χορτάρι. αν φορεί
τις κόκκινες κορδέλες ρωτώ στα μαλλιά
η καλή μου που κοιμάται χρόνια τώρα στον τάφο.

Τα χρόνια περνούν τα κύματα φεύγουν
δεν θα γυρίσουν πίσω ποτέ
τα δέντρα χάνονται και καθρέφτες σπασμένοι
στο νερό βουλιάζουν αμετάκλητα
ταξίδι επιστροφής δεν έχει.

Τα μάτια αλλάζουν κι ασπρίζουν τα μαλλιά
αβέβαια βήματα στο άγνωστο πάνε
για' κει που δεν αγαπιούνται και χωρισμένοι
στο χώμα κλαίνε για πάντα -
ξένης χώρας θα' ναι το λουλούδι που φυτρώνει.

Άγνωστες ώρες οι ώρες σιωπής
(κλαδί που κελαηδεί με το πουλί όλη νύχτα).

Σπάνια μοσκοβολάει το αγιόκλημα της τύχης.
Μοίρα, πού έθαψες το σώμα;



Θεέ μου κρύα είναι τα δέντρα σου
στάζουν βροχή και στα φυλλώματά σου
κρώζουνε μαύρα πουλιά.
Κόκαλα και σκόνη τα παγερά σου κυπαρίσσια.

Αρουραίοι, σκουλήκια, έντομα θαρρείς νεκρά
μουρμουρητό της χλόης και πουλιά στο πήγαινε-έλα
κάπου στη βραγιά κάπου στο λησμονημένο χωριό
το πέρασμά σου από μακριά στους λόφους
με τα φουσκωμένα μάτια των πρόωρων ανθών
(γιατί κλαίγοντας σε φιλούσα).

Ξεύρεις ουρανέ με ποια βροχή και' συ χώμα πώς να με λιώσεις.

Κατάρα είναι το δώρο που προσμένει.
σιωπηλή βροχή κάθετα κυπαρίσσια.

Είπε η γυναίκα: Νυχτώνει. Θα με θυμάσαι;

Κοιμάται η μνήμη; Το χώμα αγάπησε κι άνθιζε ολοένα!



Βούιζε το ποτάμι κάτω θολό
μόνο η ψυχή μου πέρασε αντίπερα -ήλιος
λευκαίνει τα κόκαλα ή το χώμα;

Εψές το βράδυ κατά τη μαύρη νύχτα
ήρθες κοντά μου μα είχες άσπρα μαλλιά
σα να γεράσαμε μαζί και τώρα σιωπή
τυλίγει η αράχνη τον ιστό της.

Μεγαλώνει το φεγγάρι νύχτα φωτεινή του Αυγούστου
μυρίζουν τ' άγρια γαρίφαλα μέχρι θανάτου
γιατί στα Βοδενά
η αγαπημένη μου κοιμάται.

Φάνηκες πρωί, δεν σε περίμενα.
χλωμή κι αστόλιστη και κακομαλλιασμένη.
Τι λέγανε τα κόκκινά σου μάτια γιατί ξα-
γρύπνησαν για ποιο όνειρο κακό;

Της μοναξιάς οι μέρες της νύχτα η μοναξιά πέτρινα
προσκέφαλα αναποδογυρισμένα.

Έκλαιγε στη σιωπή. μόνος και πικραμένος.
πρώτη φορά σαν προδοσία
απ' την αφύλαχτη πόρτα μπήκε το ελάχιστο φως, το λίγο αέρι.

Κουβέντα την κουβέντα πάλι ο θάνατος μπροστά.
πληρώθηκαν όλα τ' αδιέξοδα τίποτε δεν περνάει στο φως.
Κι ας κρέμεται η αυγή από το αστέρι του πρωιού κι ας
το πουλί στα δέντρα κελαηδεί [...]
Όποιοι αγάπησαν δεν πρέπει να πεθαίνουν -μα
τι άλλο απομένει; Μόνον η συνήθεια της αγάπης!

Πλούσιο το χώμα γνωρίζει πολλά μυστικά (με μια κλωστίτσα
αγάπης πάρε με. πήγαινέ με ως τον Άδη!).


Εδώ με θάψανε όχι μονάχον.
Μαζί κι αυτοί που χάθηκαν προτού πεθάνω.
κι αυτοί που αγάπησα και ζωντανοί είναι ακόμα.

ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ, Ψιλόβροχο, Νεφέλη 2000

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

Ως κρίνον εν μέσω ακανθών


ΤΗΣ ΧΕΛΙΔΟΝΑΣ ΤΟ ΨΩΜΙ

Ως κρίνον εν μέσω ακανθών, ούτως η πλησίον μου ανά μέσον των θυγατέρων
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ

Της χελιδόνας το ψωμί
άνθος μικρό
και απροστάτευτο
άνθος λευκό
ως κρίνον άνθος
ως κρίνον εν μέσω ακανθών
του Άσματος η Αγαπημένη
άνθος μικρό και αυτή
προπάντων απροστάτευτο
άνθος λευκό
ευάλωτο άνθος
και απείρως τρωτό
στου κόσμου τους φρικτούς αγέρηδες

6 Απριλίου 2011


ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ
Ότι τετρωμένη αγάπης εγώ. 
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ

Άνθη της κερασιάς
του Ακαθίστου άνθη
τεντώσαμε τα χέρια και τα κόψαμε
απ' την αγκαλιά μέσα στην Παναγιά τα απιθώσαμε
και τη στολίσαμε
Αυτήν την άχραντη
σ' άνθη λευκά
άνθη της άνοιξης που καταφτάνει
σε κερασιές μέσα η Παναγιά τώρα
να περιμένει
τα Χαίρε
και τα Υπερμάχω
και γύρω βοή ο ποταμός
και τα νερά να κατεβαίνουν
κι όσο η νύχτα απάνω τους απλώνει
τόσο η βοή και δυναμώνει
τόσο η αντάρα
μα είναι άνοιξη
κι οι κερασιές ολάνθιστες
ολάνθιστη κι η Παναγιά μες στο ποτάμι
άνθη της κερασιάς
σ' Αυτήν την Ευήκοον και την Γοργοεπήκοον
των Αγγέλων την Κυρά
και τη Λευκοφορούσα
Αυτήν
την Πηγή τη Ζωοδόχο
κι άλλοτε τη Δακρυρροούσα
και τη Μαυροφορούσα
Αυτήν τη Μαυρομάτα και τη Μεγαλομάτα
της θλίψης η Εσφιγμένη
και η Κεχαριτωμένη
Ρόδον το Αμάραντον
ρόδο το ες αεί φλεγόμενο
Αυτή η Αγγελόκτιστος και η Αιματωμένη
και η γλυκά φιλούσα
Αυτή
βάτος η άφλεκτος
του κόσμου η Παντάνασσα
η εν ρομφαία
η εν ρομφαία
και η καθημαγμένη
γι' αυτό και γρηγορούσα
του πόνου σπλαχνική  και της αγάπης κιβωτός
Αυτή του Ακαθίστου
και της παραμυθίας
ολόρθη κατεβαίνει
δίχως να ολιγωρεί
δίχως να πισωκοιτάζει
ολόρθη
πάνω στα ύδατα και περπατά
τη χάρη της αφήνει
και κείνη τη χαρά
που την είπαν χαρμολύπη
με στρώματα πόνου από πάνω κι από κάτω
σαν τα δέντρα τα αιωνόβια
αιωνόβια η θλίψη
και φυλλοβόλος η χαρά
ολόρθη όμως κατεβαίνει
πάνω στα ύδατα και περπατά
τους τόπους ευλογεί
και των ανθρώπων τους πόνους
πεταλούδες ποταμίσιες
τα πλατάνια
και σε κουφάλες δέντρων
τον αιωνόβιο πόνο απαλύνει
γιατί το πένθος το ακάθιστο το νιώθει
το ολονύχτιο εκείνο
να αγρυπνεί να βασιλεύει
από πόνο ξέρει
Αυτή
η εν ρομφαία λαβωμένη
και της αγάπης τετρωμένη
Αυτή
του κόσμου η παρηγορία
και της θλίψης η κατευοδώτρα

12 Απριλίου 2011

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

  

"Εωρακαμεν τον Κύριον...."

 Ως ουν επέγνω αυτόν, πάντα έρριψε, και τους ιχθύς και τα δίκτυα, και διεζώσατο ο Πέτρος. Οράς και την αιδώ και τον πόθον; Καίτοι από διακοσίων πηχών ήσαν, αλλ' ουδέ ούτως εκαρτέρησε τω πλοίω προς αυτόν ελθείν, αλλά νηχόμενος παρεγένετο.
Τι ουν ο Ιησούς; "Δεύτε", φησίν, "αριστήσατε". Και ουδείς ετόλμα ερωτήσαι αυτόν. Ουκ έτι γαρ την αυτήν παρρησίαν είχον, ουδέ ομοίως εθάρρουν, ουδέ ήρχοντο προς αυτόν δια λόγου λοιπόν, αλλά μετά σιγής και δέους πολλού και αιδούς εκαθέζοντο προσέχοντες προς αυτόν, "ήδεισαν μεν γαρ ότι ο Κύριος εστί".
.....

Μεταστήσωμεν τοίνυν τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν, και διά παντός εκείνα φανταζώμεθα, και βλέπωμεν. αν γαρ εν εκείνοις αεί διατρίβωμεν, ου προς τα ηδέα τα ενταύθα πεισόμεθά τι, ου τα λυπηρά βαρέως οίσομεν, αλλά και τούτων και των ομοίων καταγελασόμεθα, και ουδέν ημάς ούτε δουλώσαι, ούτε επάραι δυνήσεται, μόνον αν τον πόθον εκεί τείνωμεν, αν προς την αγάπην εκείνην βλέπωμεν. Και τι λέγω, ουκ αλγήσομεν τοις παρούσι δεινοίς; Ούτε γαρ οράν δόξομεν αυτά λοιπόν. Τοιούτος γαρ εστίν ο έρως. Τους γουν μη συμπαρόντας ημίν, αλλ' απόντας, ποθουμένους δε, καθ'εκάστην φανταζόμεθα την ημέραν. μεγάλη γαρ της αγάπης η τυραννίς, πάντων αφίστησι, και τω ποθουμένω προσδεσμεί την ψυχήν. Αν ούτω τον Χριστόν αγαπήσωμεν, πάντα τα ενταύθα σκιά, πάντα εικών φανείται και όναρ. Ερούμεν και ημείς "Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία;"

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία ΠΖ', Έργα, ΕΠΕ 14

Τρεις των πατέρων είχον έθος κατ' ενιαυτόν υπάγειν προς τον μακάριον Αντώνιον. Και οι μεν δύο ηρώτων αυτόν περί λογισμού και σωτηρίας ψυχής, ο δε εις πάντα εσιώπα μηδέν ερωτών.
Μετά δε πολύν χρόνον λέγει αυτώ ο αββάς Αντώνιος
       Ιδού τοσούτον χρόνον έχεις ερχόμενος ώδε και ουδέν ερωτάς με.
Και αποκριθείς είπεν αυτώ
        Αρκεί μοι μόνον το βλέπειν σε, πάτερ.

Φιλοκαλία ΕΠΕ 1, 60