Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

Οι κλειδοκράτορες του σκότους



Υστερόγραφο στη Φιλίτσα

Τον Ιούλιο του 2004 κάτω από τις ιαχές των φιλάθλων -μα και σύμπαντος του έθνους, καθώς το έθνος πλέον ανακαλεί και προβάλλει ταυτότητα εν όψει CHAMPIONS LEAGUE, EUROVISION κλπ. και τότε συσπειρώνεται άνευ όρων ή κομματικών χρωματισμών, τότε αναθυμάται το ένδοξο παρελθόν του και την περίλαμπρη ιστορία του, τότε βρίσκει ευκαιρία και ξεδιπλώνει τις σημαίες του στο πεδίο, όχι των μαχών, αλλά της κερκίδας και του πεζοδρομίου- τότε, λοιπόν, εκείνο το βράδυ δηλαδή που οι Πανέλληνες ήταν σκόρπιοι στους δρόμους της μικρής τούτης χώρας, πανηγυρίζοντας τον ποδοσφαιρικό άθλο και βρήκε ευκαιρία να γελάσει και κάθε πικραμένος, τότε, εκείνο το βράδυ δηλαδή, μες στη φρενίτιδα και τους αλαλαγμούς πνίγηκε μια μικρή κραυγή. Η κραυγή ενός κοριτσιού που το αφάρπαξαν, για να το σκοτώσουν έπειτα, αφού δεν κατάφεραν να το βιάσουν. Η κραυγή ενός κοριτσιού που δεν έχει όνομα. Που θα μπορούσε να είναι το παιδί μου. Που θα μπορούσε να είναι το παιδί σου. Δεν έχει πατρίδα, δεν αφορά την Καλλικράτεια Εορδαία, ούτε και παύει να την αφορά μόλις φτάσεις στα περίχωρα της Κοζάνης. Ό,τι συμβαίνει στην αυλή του γείτονά σου, καρτέρα το να’ ρθει και σε σένα. Οι αδιάφοροι πολλοί. Αυτοί που σηκώνουν ως τα σήμερα ανήξεροι τους ώμους. Αυτοί που κοιτούν με μισό μάτι τους πληγέντες από τη συμφορά. Εξίσου πολλοί και αυτοί που λύγισαν τους ώμους, που δάκρυσαν κρυφά ή φανερά, που η κραυγή εκείνης της βραδιάς ενός ανυπεράσπιστου κοριτσιού τούς βρήκε κατάστηθα.

Τη Φιλίτσα λοιπόν, γιατί έτσι το λένε το κορίτσι, δεν τη γνώρισα. Με κάποιο μεταφυσικό ή θεϊκό τρόπο -διαλέγει κανείς και παίρνει- συνδέθηκα άπαξ και δια παντός. Θυμάμαι, μόνο θυμάμαι, πως σα συνέβη το κακό, δεν τολμούσα να κοιτάξω το αγαπημένο Σινιάτσικο. Το βουνό φάνταζε μες στις νύχτες μα και τις μέρες που ακολούθησαν ένας τόπος εφιαλτικός. Το δάσος του μού έγινε εχθρικό. Να στρέψω το βλέμμα δεν το τολμούσα. Για ένα και πλέον χρόνο δεν το πλησίασα. Για ένα και πλέον χρόνο εκεί πάνω δεν ανέβηκα. Είχα θυμώσει. Λες κι έφταιγε αυτό που υπέθαλψε το έγκλημα. Κυρίως όμως είχα φοβηθεί. Ανασφαλής και να τρέμω, μες στο ίδιο μου το σπίτι να φοβάμαι να περπατήσω, λες και επρόκειτο να ξανασυμβεί το ίδιο, λες και επρόκειτο ο κτηνώδης άνθρωπος να ξαναχτυπήσει, μες στην πόλη, μες στο δωμάτιο, οπουδήποτε. Και ποιος εγγυάται βέβαια για το αντίθετο; Και ποιος εγγυάται την ασφάλεια; Όλοι ασφαλείς νιώθαμε και περιχαρείς τις ζωές μας κάναμε και αυτάρεσκα βολτάραμε. Έτσι χτύπησε το κακό. Έτσι, όταν όλοι βαλτωμένοι κοιμόμασταν, όταν όλοι σε λήθαργο ή χειμερία νάρκη. Έτσι, για ένα τίποτα έγινε το κακό. Για να κάνει κάποιος το κέφι του.

Θυμάσαι μικρό κορίτσι στην κούνια να αφήνεις να τρέξεις να προλάβεις τους τελευταίους. Το όσο του χρόνου στα μνήματα. Θυμάσαι τον κόσμο να φεύγει. Κάποιοι στέκονταν ακόμα εκεί. Κανέναν δε γνώριζες. Ήσουν, όμως, εκεί. Σα χρέος το ένιωθες. Για τους δικούς σου λόγους. Σα χρέος. Κανέναν δε γνώριζες. Ούτε καν τη μικρή Φιλίτσα.

Η Φιλίτσα, λοιπόν, όχι, δεν ανήκει μόνο στους γονείς της. Ανήκει στους γονείς του κόσμου και όλοι μας την κλαίμε. Έκτοτε, ανεβαίνεις ξανά το Σινιάτσικο και στο δάσος του, μα και στις παρυφές του, εκεί όπου το μοναστήρι, αναζήτησες το καταφύγιο της ψυχής πάλιν και πολλάκις και το βρήκες, έκτοτε το αγάπησες από την αρχή και όποτε το βλέμμα έστρεφες σε αυτό, το σταύρωνες με την καρδιά σου, να αναπαυτεί η ψυχή της και έπειτα στο νότο στρέφεις το βλέμμα και με άνθος της ερήμου σταυρώνεις τον τόπο και εκεί, εκεί όπου οι δικοί σου άνθρωποι, και αναρωτιέσαι, τάχα να τους φτάνει τούτο το άγγιγμα, τάχα να το νιώθουν σαν πνοή στο πρόσωπό τους, σα φευγαλέο πέρασμα πάνω από τον ώμο τους, σα σκέπη του Θεού, τάχα το αεροσταύρωμα τούτο τους βρίσκει εκεί όπου περπατούν κατά το σούρουπο και λίγο προτού πέσει το σκοτάδι; Αναρωτιέσαι, δίχως να έχει και σημασία. Ο Θεός ξέρει και μόνο Αυτός.

Η οικογένεια τούτου του κοριτσιού για μια ακόμα φορά βρέθηκε ενώπιον δικαστηρίου, προκειμένου να βρει το δίκιό της. Υπήρξε κατηγορούμενος, δηλ. ύποπτος με ενδείξεις πολλές, που κρίκους έφτιαχναν η μία με την άλλη και αλυσίδα γερή. Απόδειξη, όμως, κι αν υπήρξε, καταστράφηκε. Ο άνθρωπος αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών για τρίτη φορά. Αν είναι πράγματι αθώος, στο καλό να πάει και να ησυχάσει. Αν είναι, όμως, ο ένοχος το αίμα που σκόρπισε στο χώμα και η πέτρα που θρυμμάτισε το μικρό κορίτσι θα γυρίσει να τον βρει. Τον όποιον. Το αδικαίωτο αίμα δεν ησυχάζει, λένε. Ο Θεός ξέρει και μόνο Αυτός. Και το μικρό κορίτσι.

Φορές-φορές έφερα στο νου μου τον Αριστείδη Παγκρατίδη, που τετράκις εις θάνατον καταδικάστηκε και εκτελέστηκε ως ο δράκος του Σέιχ Σου. Θυμάμαι τα τελευταία του λόγια «μανούλα μου, είμαι αθώος». Και ήταν. Αναρωτήθηκα πολλές φορές και κατά τη διάρκεια αυτών των εφτά χρόνων που πέρασαν. Γιατί ούτε μια φορά δε γύρισε και αυτός ο κατηγορούμενος στη μάνα του παιδιού να πει το ίδιο; Ακόμα και τώρα, που απειλούνταν με ισόβια, που ισχυρίστηκε μέσω των δικηγόρων του ότι είναι αθώος, γιατί δε γύρισε μια φορά, ούτε καν την ώρα που αποσύρονταν για να αποφασίσουν για τη ζωή του, γιατί μια φορά δε φώναξε, δεν είπε «είμαι αθώος!». Αυτό το «γιατί» απόμεινε μετέωρο και το παίρνω μαζί μου.

Γράφω, γιατί δεν αντέχω να σωπάσω για μια ακόμα φορά. Γράφω, γιατί υπομείναμε και υπεστήκαμε μια άνευ προηγουμένου ασέλγεια πάνω μας. Την ασέλγεια του λόγου από τα αφεντικά του λόγου. Γιατί ανεχτήκαμε τους ρήτορες του λόγου, δε γινόταν κι αλλιώς, να διαστρεβλώσουν συνειδητά τα όποια δεδομένα, τις όποιες ενδείξεις, γιατί ανεχτήκαμε να μεταποιήσουν το μαύρο σε άσπρο. Γράφω, γιατί υποτίμησαν τη νοημοσύνη τόσων ανθρώπων. Και ηλίθιοι δεν είμαστε. Μπορεί αυτοί να είναι κλειδοκράτορες του σκότους, όπως και άλλοι παρόμοιοί τους, όμως, κι εμείς ηλίθιοι δεν είμαστε.

Γράφω, γιατί ένιωσα να με προσβάλουν ως άνθρωπο, αλλά και ως κάτοικο της επαρχίας τούτης, που δεν είναι η πατρίδα μου, μα η δική τους. Η δίκη ήταν δημόσια και επομένως έχω το δικαίωμα να ανέβω και εγώ στο βήμα του λόγου, ως πολίτης του λόγου απλός και όχι ως ρήτορας, και να κρίνω. Έτσι, για να ησυχάσω προσώρας. Να αναπαυτώ τουλάχιστον για το λίγο που διαρκεί τούτη η ανάπαψη. Γράφω και καταγράφω, γιατί ακούστηκε εν τη ρύμει του λόγου του ενός από τους «υπερασπιστές» ότι -άκουσον, άκουσον- δυο φορές μόνο στη δικαστική του καριέρα, με τις τόσες υποθέσεις που υπερασπίστηκε, με τους τόσους ενόχους που τους κατέστησε αθώους, μόνο φορές δυο ήταν εντελώς σίγουρος ότι υπερασπίστηκε αθώο. Και είχε τη βεβαιότητα ότι τώρα -με τούτη την «αφοπλιστική ειλικρίνεια» που κατέθεσε ενώπιον μας- θα γίνει πιστευτός! Και γιατί να μην την είχε; Σε ανθρώπους απευθυνόταν. Σε ανθρώπους απλούς που πισωπάτησαν τρεκλίζοντας, ανίκανοι ή αδιάφοροι ή διαβρωμένοι, που αποποιήθηκαν τις ευθύνες τους, που πείστηκαν από τα τόσα που εκτοξεύτηκαν με τόση μεθόδευση και ένταση προς τη μεριά τους. Άνθρωποι ήταν, που τους έχρισαν ενόρκους, και τους είπαν «αποφασίστε τώρα, κρίνετε την τύχη ενός ανθρώπου». Και έκριναν. Έκριναν αυτό που έβλεπαν μπροστά τους. Ένιψαν τας χείρας τους, όπως ο Πιλάτος. Η μικρή Φιλίτσα σε μια γωνιά περίμενε. Περίμενε να δει τι θα γινόταν. Μαζί της κι εμείς.

Μα η νύχτα είναι διαρκής, μια νύχτα κωφάλαλη, «Και στην κωφάλαλη τη νύχτα /αλύχτα πια όσο θες, ποιητή μου, αλύχτα!» [1]. Η κραυγή πλέον δεν είναι ανθρώπινη, η κραυγή πλέον είναι υλακή ζώου και ουρλιαχτό. Ούτε ως άνθρωποι δεν υπάρχουν οι οικείοι και δεν εισακούονται. Φωνή εν Ραμά ή ικέτες σε ναό, μα οι θεοί τεθνηκότες προ πολλού. Όσο και αν προσέτρεξαν στους βωμούς των εγκόσμιων θεών, οι θεοί τούτοι παρέμειναν άκαμπτοι θεατές. Γιατί αυτή είναι η εποχή, διάβασες τελευταία, όπου διαφεντεύουν, όχι οι άνθρωποι, όχι «οι πολίτες» του κόσμου, αλλά «τα αφεντικά του λόγου». Είναι «η εποχή της απόλυτης ρητορικής», όπου ο λόγος καθαγιάζει τα μέσα, η εποχή «της ανανεωμένης αυτοκρατορίας της ρητορικής», όπου «τα πραξικοπήματα γίνονται πρώτα με τον ήχο των λέξεων, παρά με των όπλων». Η «πραγματική τραγωδία» της σύγχρονης πραγματικότητας είναι ότι «τ’ αφεντικά του λόγου στέλνουν στην εξορία τους πολίτες του λόγου» [2]. Ότι η φωνή του ανθρώπου, ακόμα και η ηχώ του, έχει εξοριστεί εκεί όπου πλέον είναι πλήρως ακίνδυνη. Ο λόγος «αφοπλισμένος», οι προφάσεις καθίστανται εύλογες, γίνονται επιχειρήματα, στο λόγο ανατίθεται ερήμην του ένας ρόλος «ποταπός, δουλοπρεπής, εξευτελιστικός» [3], χάνει την ίδια την ταυτότητά του. Γίνεται έρμαιο των νέων αφεντικών.

Και τούτοι, οι ρήτορες του λόγου, οι «υπερασπιστές της αλήθειας» μεθόδευσαν ασύστολοι, με μια αλαζονεία πρωτόφαντη, τη νίκη του σκότους. Ομολογώ την άγνοιά μου για τον τόπο των δικαστηρίων. Ομολογώ ότι είμαι αδαής, ίσως και μακριά νυχτωμένη. Εντούτοις, χαζή δεν είμαι. Όταν γνωστός τοις πάσι δικηγόρος αγορεύει και ισχυρίζεται με βεβαιότητα, χρησιμοποιώντας τον α’ πληθυντικό, που σημαίνει μιλώντας εξ ονόματος όλων μας, ότι «Ε, τι να κάνουμε κύριοι και κυρίες δικαστές και κύριοι και κυρίες ένορκοι, έτσι διασκεδάζει η επαρχία! Δεν έχουμε εμείς θέατρα και τέτοια!», και το «έτσι» που διατυμπανίζει με τόση ευκολία, που το πετά στα μούτρα μας έτσι αναιδώς και με τέτοια χαμέρπεια, είναι το σύχνασμα σε αυτά που ο κοινός άνθρωπος αποκαλεί «κακόφημα μπαρ», εκεί όπου εμπορεύονται τη σάρκα, εκεί όπου κυριαρχεί «νόμιμα» η ισχύς της τσέπης, εκεί όπου φαλλοκρατικά καταπατείται η ανθρώπινη ύπαρξη, ε, τότε δεν μπορείς παρά να φωνάξεις αγανακτισμένος και να του πετάξεις εξίσου κατάμουτρα πως «εξ ιδίων κρίνει τα αλλότρια» και πως το «έτσι διασκεδάζει η επαρχία», που προφανώς αναφέρεται στον ανδρικό πληθυσμό, να το επεκτείνει, να μας πει επιτέλους και πού διασκεδάζει ο γυναικείος πληθυσμός της επαρχίας ή μήπως αυτός δε συμπεριλαμβάνεται ή μήπως αυτός, εσώκλειστος έχει απομείνει στα οικοκυρικά του; Αυτά ο έτερος επιφανής δικηγόρος. Για να έρθει έπειτα ο τρίτος και φαρμακερός να μας πει και το ποσοστό, «το 90% της επαρχίας διασκεδάζει έτσι. σε μπαρ, σε πορνεία κλπ.». Μας έλειπε το ποσοστό, τώρα το μάθαμε και αυτό. «Εκτός από αυτούς τους υψηλής πολιτισμικής στάθμης», έτρεξε να συμπληρώσει. Δε μας είπε, όμως, εκτός κι αν το θεώρησε ευνόητο, δε μας είπε σε ποιο ποσοστό ανήκει ο έρμος. Στο 90% ή στο 10%; Έτσι, από απλή περιέργεια και μόνο. Όχι, ότι μας νοιάζει κιόλας.

Πώς να σωπάσεις, μάτια μου, όχι την ομορφιά, μα την ασχήμια του κόσμου. Πώς να την αντέξεις; Με τι κουράγιο πια. Μας πήραν σβάρνα και μας άλλαξαν τα φώτα. Ό,τι συνέβη στην αυλή του γείτονα, καρτέρα το και σε σένα. Νόμος παλιός κι ας τολμήσει κανείς να ισχυριστεί το αντίθετο.

Όλες τούτες τις μέρες παρακολουθώ εκ του μακρόθεν τους αγανακτισμένους στις πλατείες της χώρας. Μικροί, μεγάλοι, βγήκαν στους δρόμους και στα σοκάκια και διαμαρτύρονται και καλά κάνουν. Αναρωτήθηκα για μια και μοναδική φορά. Μα, καλά, τόσα χρόνια που αφήσαμε να ρημάξουν τον τόπο, που τον στράγγιξαν απ’ ό,τι είχε και δεν είχε, που αφάρπαξαν ό,τι είχε και δεν είχε, που έκλεψαν, που κορόιδεψαν, που εκμαύλισαν και διέφθειραν και ανέδειξαν το πρότυπο του «βολεμένου», αυτού που κάνει αρπαχτές, του εξυπνάκια, του ξερόλα, τόσα χρόνια, δεκαετίες ολόκληρες, πού ήμασταν όλοι εμείς οι αγανακτισμένοι;

Τι κάναμε, όταν τους αφήναμε λίγο-λίγο ν’ αλωνίζουν μες στα χωράφια μας, τι κάναμε όταν καταπατούσαν λίγο-λίγο τα δικαιώματά μας, τι κάναμε, όταν επιτρέπαμε την αναξιοκρατία, όταν βουβοί απομέναμε σε κάθε φελλό να μας άγει και να μας φέρει, τι κάναμε όταν κάθε ανεύθυνος ανέβαινε στην καθέδρα του -έπιανε την καρέκλα του θέλω να πω- και με αυθάδεια παρέπεμπε ηλικιωμένους από γραφείο σε γραφείο και από σκάλα σε σκάλα και μασώντας την τσίχλα ή φουμάροντας σου’ λεγε «έλα αύριο ή μεθαύριο ή τον άλλο μήνα» ή σ’ έστελνε στο διπλανό, στο παρακάτω ή στο παραπάνω γραφείο, για να σε ξαναστείλουν από εκεί πίσω ξανά και έπειτα όλο από την αρχή και τούμπαλιν, μόνο μην τους κύκλους τους ταράξεις, μόνο μην απ’ το νιρβάνα τούς βγάλεις, μόνο από το κοπροσκύλιασμα μην τους περιμαζέψεις.

Τι κάναμε, όταν αφήσαμε την αγένεια και την ποταπότητα να μας διαφεντεύει, την κακοήθεια και το φθόνο να εξορίσει και να εξοστρακίσει τους πιο υγιείς και άξιους και συνειδητούς πολίτες από τις θέσεις εξουσίας; Τι κάναμε όταν αφήσαμε τους ημιμαθείς και τους απαίδευτους να πιάνουν θέσεις εργασίας και περιφέρειες και δήμους και κοινότητες, να σκορπούν τα χρήματα σε φολκλορικές φιέστες, σε τραπεζώματα και σε τσιμπούσια, τι κάναμε όταν μέρα τη μέρα ζούσαμε την κατάντια των νοσοκομείων της χώρας, τι κάναμε για τους πολίτες β’ κατηγορίας που τους βάφτισαν με ειδικές ανάγκες, όταν απροσπέλαστοι οι δρόμοι για όλους τους, τι κάναμε για τον αποκλεισμό τους, ποιανού δικαιώματα υπερασπιστήκαμε ποτέ, για ποιανού το δίκαιο ορθώσαμε το μικρό ή το μεγάλο ανάστημά μας; Τι κάναμε όταν ό,τι αγαπήσαμε και ό,τι ονειρευτήκαμε αφέθηκε στον όποιο πατριωτισμό και στις όποιες δυνάμεις του καθενός μας; Στην αίσθηση του χρέους ή στην εγκληματική αδιαφορία;

Να σας πω τι κάναμε: αγοράζαμε διαμερίσματα με δάνεια στεγαστικά και σπιτιού εξοπλισμό με καταναλωτικά, συχνά και εξοχικά, μικρά ή μεγάλα αυθαίρετα, διακοπές κάναμε, Χριστούγεννα σε Ντουμπάι και Πάσχα στο Παρίσι, στην Plasma αποχαυνωνόμασταν ή ταινίες κατεβάζαμε στο PC, παραγγέλναμε από την Pizza Hut ή τη Roma, γύρους σε βεράντα και σουβλάκια στο ποδάρι, Goody’s για τα παιδιά και κάποτε McDonald’s, στα Jumbo τρέχαμε και σακούλες γεμίζαμε με το πρώτο εορταστικό τους κάλεσμα, κεφάτοι ήμασταν, γιατί γυρνούσαμε απ’ του Βερόπουλου και έπειτα από τα Liddl ή από τα Dia, και η αγωνία μας ήταν μην τύχει και βγάλουν προσφορές τα σούπερ και δεν τις προλάβουμε, και συγκρίναμε τις τιμές και αναλόγως επενδύαμε, τρέχαμε έπειτα στα ινστιτούτα για λιποαναρρόφηση ή σολάριουμ, μπαζάρ διοργανώναμε για τους άπορους, τις ενοχές μας να διασκεδάσουμε και τη φιλευσπλαχνία μας να ικανοποιήσουμε, στραγάλια ρίχναμε κατά τις παρελάσεις, τα μεσημέρια κλαίγαμε με τα βραζιλιάνικα και τώρα με τα τούρκικα, καφεδάκι πίναμε μονίμως με την Τατιάνα και τον λοιπό κουτσομπολίστικο συρφετό, χασκογελούσαμε τα βράδια με τον Λαζόπουλο ή τον Θέμο, αναθέτοντας σε αυτούς την όποια αντίσταση ή γελοιοποίηση των κοινωνικών και πολιτικών δρώμενων, παρακολουθούσαμε ανελλιπώς το Big Brother, το Master Chef και την όποια άλλη ξενόφερτη σαβούρα, ξενυχτούσαμε στα τηλεοπτικά παράθυρα, αλλάζαμε κινητά, όπως αλλάζαμε ενδύματα, σα δεύτερο σπίτι το internet το κάναμε, δείξαμε στα παιδιά μας να κάνουν τον ίδιο, να μας μιμηθούν στην αγραμματοσύνη, στο βόλεμα, στο ραχάτι. Ναι, στο ραχάτι. Τα άστρα ενίοτε παρατηρούσαμε, μην τύχει και δε μας βγουν τα ζώδια, στο ενδιάμεσο η ρουτίνα άλλαζε από καμιά σημαία που καίγανε αναρχικοί κατά το Νοέμβρη, από κανένα πανεπιστήμιο που ρημαζόταν συθέμελα τότε αλλά και όποτε, από κανέναν άλλο που άφηνε την τελευταία του πνοή μες σε κτίρια που καίγονταν από τις μολότοφ, από κανένα παιδί που σκοτωνόταν κατά τη διάρκεια πορείας, από κανένα πόλεμο που γινόταν εδώ ή εκεί, από μετανάστες που διαδήλωναν και εγκαίρως «περιθάλπονταν» από τα σχετικά κόμματα, ξυπνούσαμε προς στιγμήν, ίσως και να συγκινούμασταν προσώρας, μα ο βαθύς ο λήθαργος δε μας άφηνε ν’ ανοίξουμε το μάτι.

Οι εκλογές είχαν ανακηρυχτεί περίπου εθνική εορτή, ευκαιρία για παλιννόστηση στα πάτρια εδάφη, για φαγοπότια με τους οικείους, τα αποτελέσματα το βράδυ ίδια και απαράλλαχτα, τα χρώματα άλλαζαν, και αναλόγως κατά πού είχες επενδύσει και σε ποιο στρατόπεδο είχες καταφύγει και αναλόγως ποιον προεκλογικό αγώνα είχες στηρίξει, ήξερες εκ των προτέρων ποια θεσούλα άνοιγε για σένα, για τα παιδιά σου, για τα ανίψια σου, ποια καρέκλα σου τραβούσαν σαν πήγαινες να ξανακάτσεις ή ποια σε περίμενε για να στρωθείς και να μην ξανασηκωθείς μέχρι την επόμενη τετραετία. Δηλ. ο Θεός να την κάνει τετραετία. Γιατί κάπου εκεί στα μισά, αποφάσιζαν εκεί μέσα στη Βουλή, που όλων τα επιδόματα τα έκοψαν, πλην των δικών τους, εκεί μέσα στη Βουλή που από το ’21 θρονιάστηκαν αχαΐρευτοι, που τους πληρώνουμε για να αγορεύουν και προπαντός να κάθονται, και δε λένε να ξεκουμπιστούν, τα σόγια τα πολιτικά που κλείσαν τους Αγωνιστές στις φυλακές του Ναυπλίου, εκεί μέσα στη Βουλή λοιπόν αποφασίζουν άρον άρον να μας σύρουν ξανά και ξανά σε εκλογές. Και δώστου πάλι εκστρατείες προεκλογικές, δώστου πάλι επιδόματα προεκλογικά στα κόμματα, δώστου πάλι χαρτοπόλεμος και κομφετί στους δρόμους, παραληρήματα μεγαφωνικά και παρασκηνιακές υποσχέσεις και φακελωμένοι ψηφοφόροι που χουφτώνουν εκ των προτέρων για μια ψήφο και να ανέχεσαι τούτη την αηδία, τη στιγμή που τα νοσοκομεία είναι σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η παιδεία πνέει τα λοίσθια, οι βιβλιοθήκες των σχολείων χάσκουν και τα βιβλία πέφτουν σαν κομήτες, και τώρα λέει, τα κλείνουν όλα και τα νοσοκομεία και τα σχολεία και τις βιβλιοθήκες. Ε, βέβαια, περίσσεψε τίποτα, που να μην το φάγανε; Που να μην το ξεθεμέλιωσαν πριν την ώρα του; Τίποτα δεν περίσσεψε. Ακόμα και όσα δωρητές και ευεργέτες με τα λεφτά τους έστησαν, ακόμα κι αυτά δε στάθηκαν άξιοι να κρατήσουν. Λουκέτο παντού. Μόνο ψεύδος, απάτη, αγυρτεία. Ντρέπομαι.

Το ανοίξαμε όμως επιτέλους το μάτι και βαφτιστήκαμε «αγανακτισμένοι» μέσω facebook και τα λοιπά και μπράβο μας! Το ανοίξαμε επιτέλους και γυρίσαμε προς στιγμήν την πλάτη στα κόμματα και τα χρώματα ή έτσι φαίνεται. Το ανοίξαμε επιτέλους, όταν απειλήθηκαν, όχι αξίες και ιδανικά, αλλά όταν απειλήθηκε το δίκαιο της τσέπης μας. Όταν η τσέπη στράγγιξε. Έστω. Είναι όμως το παράπονό μου. Δεν το κρύβω. Τόσα χρόνια, πού ήμασταν όλοι εμείς οι Πανέλληνες; Τόσα χρόνια, γιατί επιτρέψαμε να μας φιμώσουν, γιατί αφεθήκαμε και βουλιάξαμε στις βολεμένες πολυθρόνες μας, τόσα χρόνια γιατί εμείς οι ίδιοι δεν κάναμε καλά τη δουλειά μας; Εμείς -και εμείς- όχι φάγαμε, αλλά φταίμε. Από τον πιο μικρό ως τον πιο μεγάλο. Και εμείς φταίμε. Και πολλοί φάγαμε. Πιο πολύ από αυτούς, βέβαια, σε καμία περίπτωση. Φταίμε, όμως, όλοι. Γιατί λησμονήσαμε πως όταν είμαστε στην εργασία μας, είμαστε εκεί για να εργαστούμε, για να κάνουμε καλά τη δουλειά μας, για να εξυπηρετούμε, για να βοηθούμε, και δε μας έδωσε κανείς το δικαίωμα να παραπέμπουμε τον έναν στον άλλο και να τρέχει ο κάθε δόλιος από τον Άννα στον Καϊάφα. Όταν είσαι στην εργασία σου, όπου και να είσαι, είτε το δρόμο καθαρίζεις είτε ψωμί ζυμώνεις είτε σε γραφείο αγκυλώνεσαι, όπου κι αν είσαι, πρέπει να κάνεις καλά τη δουλειά σου. Να κάνεις αυτό που μπορείς. Αυτό που περνά από το χέρι σου. Να κάνω αυτό που μπορώ. Αυτό που περνά από το χέρι μου. Γέμισε η Ελλάδα από χαραμοφάηδες των γραφείων, των δήμων και κοινοτήτων, από κομματόσκυλα και αυλικούς, από περίσσιους γραφιάδες και συνεργεία καθαριότητας σε πόλεις όπου η βρωμιά περίσσεψε στους δρόμους και στα πάρκα και παντού. Αρκεί να παρατηρήσεις την είσοδο μιας επαρχιακής πόλης. Αρκεί να περπατήσεις στους δρόμους του κέντρου της Αθήνας. Η δυσωδία θα σε πνίξει. Το ίδιο και η ασχήμια. Ντρέπομαι ξανά.

Αφήσαμε το «τίποτα» να μας κυβερνά, το ανεχτήκαμε, ανεχτήκαμε την αναξιοκρατία εδώ και χρόνια. Φιμώσαμε τους εαυτούς μας και κλειστήκαμε στα σπίτια μας, για να μη βλέπουμε, για να μην ακούμε, για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε. Και εν τέλει χώρο αφήσαμε στους κλειδοκράτορες του σκότους να μας κυβερνάν, είτε είναι στην εξουσία, είτε στην εξουσία της καθημερινότητας. Στη μικρή εξουσία που αναλογεί στον καθένα. Θα πω «έλεος» και θα το ξαναπώ, αγανακτισμένοι ναι, μα όχι ενώπιον της τσέπης μόνο. Όχι ενώπιον των επιδομάτων που έκοψαν από ΑΜΕΑ, πολύτεκνους, συνταξιούχους. Αγανακτισμένοι, γιατί θεωρηθήκαμε αθύρματα και μας πάνε και μας φέρνουν καταπώς τους συμφέρει. Αγανακτισμένοι, γιατί νιώθουμε ντροπή για όλους αυτούς τους κλέφτες και τους αγύρτες που μας κυβέρνησαν κατά κόρον δεκαετίες τώρα. Αγανακτισμένοι, γιατί όλοι τους πουλήθηκαν, ακόμα και οι δήθεν πνευματικοί άνθρωποι, αγανακτισμένοι και μ’ αυτούς, που συσπειρώνονται σε κλίκες και κοιτούν μονάχα τα ευπώλητα και το ναρκισσισμό της γραφής τους και συρρικνώθηκαν μέσα σε «Εταιρείες Ελλήνων Συγγραφέων» και αποφασίζουν λέει κάθε χρόνο για το ποιος διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα για να εισχωρήσει. Μα, για να εισχωρήσει, λέει, πρέπει το μάτι να τους γεμίσει. Και εξαρτάται τότε. Μπορεί να επιτρέψουν και σε κανέναν «εργάτη» της τέχνης να παρεισφρήσει. Έτσι, για τα μάτια του κόσμου. Σε κανέναν άνθρωπο, που αφιέρωσε τη ζωή του στη γραφή, που έφαγε τα χρόνια του σκυμμένος μες στα βιβλία του, που έφαγε τα χρόνια του ανεβαίνοντας στην πανεπιστημιακή καθέδρα. Μπορεί. Το σίγουρο είναι, όμως, πως αυτός που θα εισχωρήσει πανεύκολα και πανηγυρικά, διαθέτοντας το σχετικό συγγραφικό τουπέ, δίχως τα απαραίτητα συγγραφικά τεκμήρια είναι ο συγγραφέας της πιάτσας. Γιατί, ακόμα και εκεί (εκεί να δεις!), οι συχνάζοντες σε gala ποίησης και τα λοιπά, σε διαδρόμους διεθνών εκθέσεων και συναναστροφών, αυτοί πανεύκολα θα εισχωρήσουν, δεν το συζητάμε. Αυτοί που θα μείνουν απ’ εξω και θα καταψηφιστούν είναι πνευματικοί ταγοί και αναστήματα προς αναζήτηση σήμερα, όπως ο Χρήστος Γιανναράς. Γιατί αυτός, αποφάνθηκαν κάποιοι εκ της περίφημης Εταιρείας, δεν είναι συγγραφέας, παρά θεολόγος και κάτι σα φιλόσοφος και ως εκ τούτου στο πυρ το εξώτερον και όταν πριν χρόνια τον πρότειναν κάποιοι με μυαλό νορμάλ, να εισέλθει στους κόλπους της δεσπόζουσας Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων, η πρόταση καταψηφίστηκε, για να επιβεβαιωθεί για μια ακόμα φορά ο δογματισμός των σκοταδιστών, που χειρότερος δεν υπάρχει, ο φασισμός των δήθεν πνευματικών ανθρώπων, για να δικαιολογήσουν για μια ακόμα φορά πως είναι και αυτοί -και μάλιστα χειρότεροι- κλειδοκράτορες του σκότους. Ήμουν, επί τούτου, χρόνια αγανακτισμένη και ευκαιρία έψαχνα να το πω.

Επιστρέφω, όμως, εκεί από όπου είχα ξεκινήσει. Στη Φιλίτσα. Σε κείνο, σε όποιο κορίτσι, χάθηκε με τον ίδιο τρόπο. Ο λόγος εμφανίζεται και πάλι, για να παρασταθεί αυτή τη φορά στους πολίτες του κόσμου, στους ανθρώπους, μετά την επέλαση των αφεντικών των πράξεων, ο λόγος αναλαμβάνει «τον πόνο και τον τρόμο» μετά την τραγωδία των πράξεων, προτού «ξεθωριάσουν στη μνήμη», αναλαμβάνει να ανασυνθέσει την οδύνη, να την κάνει κτήμα ες αεί. Δαπανήθηκε φορές άπειρες «ως λόγος-αντίδοτο, ως λόγος-εμβόλιο», δαπανήθηκε ώστε «το «ανήκουστο» να μην ξαναπροβάλει στη Γη» [4], και όμως το «ανήκουστο» της τραγωδίας, μιας τραγωδίας χωρίς όνομα, γιατί αφορά εντέλει όλους, εμφανίζεται ξανά και ξανά, χωρίς τίποτα να αλλάζει, χωρίς κανείς να μεταστρέφεται. Ο λόγος εντέλει αναλαμβάνει να συναρμολογήσει τα θραύσματα όσων έχουν απομείνει, να αποτελέσει τη διελκυστίνδα πάνω στην οποία υποχρεωτικά θα βαδίσουν, προκειμένου να εξέλθουν από την άβυσσο της τραγωδίας. Ωστόσο, η γλώσσα είναι παντοδύναμη και «τη δυνατότερη γλώσσα», λένε οι γλωσσολόγοι, «τη μιλάει ο δυνατότερος». Όμως, για τη γλώσσα «δυνατότερος λόγος δεν είναι ο λόγος της εξουσίας, παρά ο λόγος του ελεύθερου, του δίκαιου, του αδικημένου, της αλήθειας» [5]. Αυτός καθίσταται διαχρονικός. Ο άλλος, ο φαινομενικά δυνατότερος, στο πέρασμα του χρόνου καταρρέει, έστω και αν τα γεγονότα τα εξουσιάζει. Δεν εξουσίασε, όμως, ποτέ την αλήθειά τους.

Θυμάσαι στη δίωρη παύση του δικαστηρίου το δρόμο να κατεβαίνεις, να βρεις κάτι να στυλωθείς. Εσύ και οι άλλοι. Βλέπεις φούρνο, μέσα μπαίνεις, κοιτάς ένα πρόσφορο στο ράφι, σα ζυμωτό σου φάνηκε σαν κάτι, «και το πρόσφορο, λες», «να το τυλίξω για την εκκλησία;». «Για την εκκλησία» απαντάς. Τι να πεις, πως το ανεβάζεις στα δικαστήρια; Το βάζεις στην τσάντα σαν κάτι πολύτιμο. Ψάχνεις και τους βρίσκεις. Δυο γονείς έρημοι σ’ ένα παγκάκι στο διάδρομο ενός δικαστηρίου να περιμένουν μια απόφαση που έτσι κι αλλιώς δε θα τους προσφέρει σχεδόν τίποτα. Το παιδί χάθηκε. Ο καθένας τους βυθισμένος στις δικές του σκέψεις. Σου κάνουν χώρο, κάθεσαι ανάμεσα. Βγάζεις το πρόσφορο, «κόψε» λες στη μάνα. Μπουκιά μπουκιά κι αμίλητες. Μπουκιά-μπουκιά το μοιραζόμασταν.

Η επόμενη μέρα ήρθε σαν κηδεία ή μνημόσυνο ή κάτι τέτοιο. Πας να κόψεις λίγο ψωμί να το’χεις για το σχολείο. Βλέπεις το πρόσφορο. «Το πρόσφορο της Φιλίτσας» λες. Και λυγίζεις. Το μεσημέρι ακούς το γιο σου «μαμά, ψωμί». Βγάζεις το πρόσφορο ξανά. Κόβεις ό,τι έχει απομείνει. Το φέρνεις στη μέση του τραπεζιού. «Σήμερα έχουμε μνημόσυνο» ακούς τον εαυτό σου να λέει. «Σήμερα θα φάμε το πρόσφορο της Φιλίτσας».
Την κλαίω όπως θα' κλαιγα δικό μου άνθρωπο
Την κλαίω γιατί η κραυγή της για μια ακόμα φορά φιμώθηκε
Την κλαίω γιατί η μόνη της ελπίδα έσβησε
Την κλαίω γιατί δεν καταφέραμε να τη σώσουμε
Την κλαίω γιατί δεν τολμώ να βάλω σε εικόνες το μαρτύριό της
Την κλαίω μα έχω επίγνωση πως:

«Εμείς; Τι είμαστε εμείς;
Μπορεί να το διαβάσουμε με θλίψη (πολλή; Καλά,
πολλή),
μπορεί να το συζητήσουμε με πόνο (αν και πόσο /καιρό κι’ αυτό;),
μπορεί -οι πιο ευαίσθητοι- να τ’ αγρυπνήσουμε
(αν και πόσες νύχτες;),
μα τίποτ’ άλλο.
Όλα τ’ άλλα είν’ της μητέρας του παιδιού»

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ, «Στιγμές», Λευκωσία 1958

Όλγα Ντέλλα
28-29 Ιουνίου 2011


[1]Μόντης Κ., Κύπρος 1974-1977, Κύπρια Ειδώλια (1980), Άπαντα’, Λευκωσία 1987
[2] Dionigi Ivano, Πολίτες του λόγου, Η δύναμη των λέξεων, Ελληνικά Γράμματα 2006
[3]Giudice del Daniele, Dictis non armis, Η δύναμη των λέξεων, Ελληνικά Γράμματα 2006 
[4]Giudice del Daniele, Dictis non armis, Η δύναμη των λέξεων, Ελληνικά Γράμματα 2006
[5]Τσολάκης Χρ., Από τα γράμματα στη γλώσσα, Βάνιας 1995

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

"Από το παράθυρό σου πέρασε το καλοκαίρι..."



Ο καθημερινός μου δρόμος
μες σε φλαμουριές
και πεύκα και ακακίες
και παπαρούνες μισομαδημένες
απομεινάρια μιας
αργοπορημένης άνοιξης
που σκάνε μες απ' τα πεζοδρόμια
ο χρόνος
έρχεται και φεύγει
φυγαδεύεται
μες στα κλαδιά
που απλώθηκαν φορτωμένα
καμπάνες χτυπούν
Πέτρου και Παύλου
Πέτρου και Παύλου
ακούς πουλιά πολλά πουλιά
πού βρέθηκαν τόσα
μες στα τσιμέντα του σχολείου
σα να περίσσεψαν φέτος
περίσσεψαν φέτος
καλοκαίρι υγρό προβλέπεται
άκουσες να λένε
καλοκαίρι υγρό
εδώ φθινόπωρο λες
το φθινόπωρο ενός καλοκαιριού
εδώ φθινόπωρο
μα τα πουλιά
περίσσεψαν φέτος
και τ' αηδόνια
προπάντων αυτά
τ' αηδόνια δεν έπαψαν
στις ρεματιές που πέρασες
τ' αηδόνια δε σταμάτησαν
στα ρέματα που διέβης
τ' αηδόνια
συντροφιά στων βουνών τον Άγιο
ώσπου να'ρθει πάλι η σιωπή τους
μια σιωπή μες στη σιωπή
ένας χρόνος μες στο χρόνο
μια στιγμή μες στη στιγμή

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Η μικρή μας πόλη θρηνεί...

ΑΝΤΙΔΟΤΟ ΣΤΗ ΛΗΘΗ
Σα μνημόσυνο ο λόγος
7 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Είμαι η ΦΙΛΙΤΣΑ.
Μόνο που δεν υπάρχω πια.
Τουλάχιστον εδώ
στο χωμάτινο κόσμο σας
έπαψα να υπάρχω.
Χωρίς να το θέλω
κόπηκαν τα φτερά μου.
Μου τα κόψανε.
Ένα βράδυ την πήραν την απόφαση
και τα ξέσκισαν.


Όμως, εγώ ξεκίνησα με τη σιγουριά ότι έχω φτερά
ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν
ότι τα έχουν για να πετάνε
για να γίνονται καλύτεροι
για να ομορφαίνουν τον κόσμο
και ότι αυτός ο κόσμος
όσο κακός κι αν είναι
ποτέ
ποτέ
δεν το φανταζόμουν ότι θα μπορούσε
τόσο κακός
να γίνει σε μένα
ότι θα μπορούσε
η κακία του
να με αγγίξει.
Και να με κομματιάσει.
Μα και γιατί να έπρεπε να το σκεφτώ;
Αφού σε τίποτα δεν του έφταιξα.
Κι όμως.

Όλα αυτά μόνο μακρινά φαίνονταν σε μένα και στους δικούς μου
στη μητέρα
στον πατέρα
στη μικρή αδερφή.
Μόνο μακρινά
πολύ μακρινά
σχεδόν αδύνατο να συμβούν.
Κανείς
Κανείς
δεν το μπορούσε να το φανταστεί
ή να το πιστέψει
πόσο κοντινή μας
ήταν η βαρβαρότητα
πόσο κοντινό
ήταν το έγκλημα.
Πόσο δίπλα μου.
Κανείς μας.
Ούτε ακόμα και τώρα.
Κανείς
δε θα μπορούσε να πιστέψει
ότι δεν ανασαίνω
ότι δεν είμαι εδώ
ότι δεν θα είμαι ποτέ
πια
εδώ
γιατί η κακία
χίμηξε
πάνω μου
τόσο άδικα
τόσο χωρίς λόγο
για ένα τίποτα
ΓΙΑ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ
και με έσβησε.
Μου έσβησε τα 14 κεριά
τα 14 μου χρόνια.
Τα πήρε και τα έσβησε.
Δίχως μια σκέψη
δίχως λογική.
Ένα παράπονο
ένα παράπονο
από κείνη την πρώτη στιγμή
ΓΙΑΤΙ;
Γιατί
επάνω μου
τόση κακία;
Γιατί
επάνω μου
τόση βαρβαρότητα;
Ποιος
αξίζει
τόση αθλιότητα στα 14 του;
Ποιος αξίζει το έγκλημα;
Κι όμως
δέχτηκα
αυτή τη βία πάνω μου.
Κι όμως
με κατασπάραξαν
χωρίς λόγο.
Με ξέσκισαν.
Με έκαναν να μην υπάρχω.
Η βία ήταν πολύ κοντά τελικά.
Ήταν δίπλα μου.
Και κανείς
δεν μπόρεσε να με προειδοποιήσει γι’ αυτό.
Κανείς δεν μπόρεσε να με προστατέψει.
Κανείς από τους αγαπημένους μου δεν κατάφερε
να με σώσει.
Έφυγα.

ΑΝ ΖΟΥΣΑ
αν προλάβαινα να ζήσω
-αν με άφηναν-
θα συνέχιζα από εκεί ακριβώς
που με σταμάτησαν.
Θα συνέχιζα να χορεύω
σε μια αλλιώτικη «Λίμνη των Κύκνων»
σε μια μαγιάτικη παράσταση
χωρίς τέλος.
Θα συνέχιζα
με τις αγαπημένες φίλες
βόλτες να κάνω
στην πλατεία της Βλάστης
θα συνέχιζα
να διαβάζω
ό, τι με κράταγε στο όνειρο
αγαπημένους συγγραφείς
αγαπημένα λόγια.

ΘΑ ΜΕΓΑΛΩΝΑ.
Και οι αγαπημένοι μου
θα με βλέπανε να μεγαλώνω.
Θα μεγάλωνα.
Θα άνοιγα τα φτερά μου και θα πέταγα.
Θα μάθαινα να ονειρεύομαι
θα έβλεπα ότι τα όνειρα
όταν τα πιστεύεις πολύ
γίνονται πραγματικότητα.
Θα περίμενα την αγάπη
το όνειρο
να γίνει πραγματικότητα.
Θα πίστευα στο καλό
στην ανθρωπιά
στον κόσμο που είναι όμορφος.
Που προσπαθείς να τον κάνεις όμορφο
ακόμα κι όταν δεν είναι.
Και τα καταφέρνεις.
Θα διατηρούσα την ελπίδα.

Τα δικά μου όνειρα.
δεν υπάρχουν πια.
Τα δικά μου όνειρα
έπαψαν με την πνοή μου.
Τα δικά μου όνειρα
έφυγαν μαζί με μένα.
Τα δικά μου όνειρα
τα έπνιξαν.

Είναι απίστευτο
που κάθομαι και τα γράφω όλα αυτά.
Είναι απίστευτη
η μοναξιά
εκείνης της νύχτας.
Τόσος κόσμος
Τόσος κόσμος
Τόσος κόσμος
κι ούτε ένας
για μένα
να’ ναι κει
να με σώσει.
Μόνη
τόσο άδικα
χωρίς αγάπη
την αγάπη των δικών μου
τη δική τους αγκαλιά.
Τόσο άδικα.
Γιατί έτσι;
Γιατί με τόσο μίσος;
ΓΙΑΤΊ;

Ένα γιατί
θα μείνει
για να θυμίζει ότι
ήμουν σ’ αυτόν τον κόσμο
κοντά σας
και με χάσατε.

Κανείς δεν μπορεί
κανείς δεν πρέπει να κοιμάται ήσυχα
μετά από κείνο το βράδυ στη Βλάστη.
Κανείς δεν μπορεί πια
να φαντάζεται
ότι αυτά συμβαίνουν
αλλού
σε άλλη πόρτα
σε άλλο σπίτι
σε άλλο κόσμο.

Η κραυγή μου αυτή
που δεν έφτασε
σε κανέναν
εκείνη τη νύχτα
και την έπνιξαν
ας φτάσει σήμερα σε όλους σας

ΠΑΡΑΚΑΛΩ

ας είναι αυτό το τελευταίο αίμα
η τελευταία ψυχή
ας είμαι η τελευταία
η μόνη που φεύγει έτσι
που έφυγε έτσι
τόσο μόνη
ας μη ζήσει κανείς άλλος
-παρακαλώ να μη ζήσει κανείς άλλος-
τον εφιάλτη στη μικρή ζωή του
καμιά μανούλα
κανένας πατέρας
να μη χρειαστεί
να θρηνήσει έτσι
το παιδί του
ας μην υπάρξει
επόμενος
σας παρακαλώ.

Είναι το τελευταίο μου όνειρο.

Η ελπίδα.

Η Φιλίτσα
12-2-2007
Σα μνημόσυνο ο λόγος
Τρία χρόνια μετά

Πηγή: http://www.eordaia.org/index.php/component/content/article/272-23/3875--lr-

Σημείωση:
Τη Φιλίτσα δεν τη γνώρισα.
Θα μπορούσε να είναι το παιδί μου. Θα μπορούσε να είναι το παιδί σου. Η Φιλίτσα δεν ανήκει μόνο στους γονείς της. Ανήκει στους γονείς του κόσμου και την κλαίμε όλοι. Χτες, μάθαμε, για μια ακόμα φορά η ελληνική κοινωνία και δικαιοσύνη αποποιήθηκε τις ευθύνες της. Για μια ακόμα φορά πισωπάτησαν, τρεκλίζοντας, διαβρωμένοι, ανίκανοι και αδιάφοροι. Για μια ακόμα φορά πείστηκαν στο ψέμα. Για μια ακόμα φορά οι ρήτορες του λόγου μεθόδευσαν τη νίκη του σκότους.
Για μια ακόμα φορά θριάμβευσε το άδικο.
Σήμερα νιώθουμε ότι τη Φιλίτσα τη σκότωσαν για δεύτερη φορά.
Σήμερα την κηδεύουμε ξανά
 
Την κλαίω όπως θα' κλαιγα δικό μου άνθρωπο
Την κλαίω γιατί η κραυγή της για μια ακόμα φορά φιμώθηκε
Την κλαίω γιατί η μόνη της ελπίδα έσβησε
Την κλαίω γιατί δεν καταφέραμε να τη σώσουμε
Την κλαίω γιατί δεν τολμώ να βάλω σε εικόνες το μαρτύριό της
Την κλαίω μα έχω επίγνωση πως:
 
«Εμείς; Τι είμαστε εμείς;
Μπορεί να το διαβάσουμε με θλίψη (πολλή; Καλά,
πολλή),
μπορεί να το συζητήσουμε με πόνο (αν και πόσο /καιρό κι’ αυτό;),
μπορεί -οι πιο ευαίσθητοι- να τ’ αγρυπνήσουμε
(αν και πόσες νύχτες;),
μα τίποτ’ άλλο.
Όλα τ’ άλλα είν’ της μητέρας του παιδιού»
 
ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ
ΣΤΙΓΜΕΣ, Λευκωσία 1958

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

Χτισμένη των Ουρανών


[1052]

.....

Ποτέ δε μίλησα με το Θεό
Ούτε σεργιάνισα στον Ουρανό-
Κι όμως καλά ξέρω τα μέρη
Σα να' χω Απόκομμα στο χέρι-

1865

[182]

Αν δεν θα είμαι ζωντανή
Οι Κοκκινολαίμηδες σαν έρθουν,
Σ' εκείνον με την Κόκκινη Γραβάτα,
Ψίχουλο Εις Μνήμην δώσε.

Αν δεν μπορέσω να σου πω ευχαριστώ,
Βαθειά όπως θα κοιμάμαι,
Τα Γρανιτένια να το ξέρεις χείλη μου
Όλο προσπάθεια θα' ναι!

1860

Emily Dickinson

Το ανεξάντλητα Σημαίνον (μτφρ.Έλλη Συναδινού), Ιδεόγραμμα

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011


ΩΡΑ ΒΡΑΔΙΝΗ ΠΕΡΙ ΔΕΚΑΤΗΝ

Τι
Ξέρεις
Εσύ
Για τους
Ανθρώπους;
Τίποτα.
Τι
Ξέρεις
Για τις
Ψυχές τους;
Τίποτα.

Φιμώσου.

Ο.Ν.

Άκος Ψυχής. Άκος;
Το Ροδακιό 2007

Ο εν καταθλίψει αδελφός

        

Κυρ-Αλέξανδρε Μακαριστέ,

Σου στέλνω τούτο το γράμμα και τούτη τη γραφή σε ώρες δοκιμασίας που ο θόρυβος πολύς κι η μοναξιά αβάσταχτη.
Είσαι Άγιος, από τους ταπεινούς εκείνους Αγίους που μοσχοβολάν λιβάνι και προσευχή. Μα η αγιότητά σου δεν φωνάζει, δεν προκαλεί. Είναι σαν τους εσπερινούς ίσκιους που "περπατάν" αθόρυβοι στους ασβεστωμένους τοίχους των νησιώτικων σπιτιών και περιμένουν να κουρνιάσει ο ήλιος για να χαθούν.
Αποκάναμε να περπατάμε στην έρημο, αποστάσαμε από την τόση μοναχική πορεία. Κανείς δεν μας ξέρει και κανένα δεν ξέρουμε.
Ξέρεις δα από μοναξιά, μακαριστέ Αλέξανδρε!
Ολόκληρος ο στερημένος βίος σου, μοναχικός. Έστησες κι εσύ τον κόσμο σου, όπως τον ήθελες κι έζησες σ' αυτόν. ...τα πλάσματά σου σου έδωσαν τη ζωή που εσύ τους έδωσες. Την πνοή, που εσύ τους φύσηξες. Από τα γραφτά σου γλύστρησαν κι έγιναν πιο ζωντανοί κι από την ίδια τη ζωή και πιο αληθινοί από την ίδια την αλήθεια.
Σε τούτη την εποχή που ξεχάσαμε τις φωνές μας, η δική σου απλή και ταπεινή φωνή, ακούγεται ξεκάθαρα κι είναι για όσους μπορούν να την ακούσουν σαν ένα κάλεσμα για μια επιστροφή σωτηρίας. Εδώ όλα άλλαξαν μα και τίποτα δεν άλλαξε....

Ευχαριστώ κυρ-Αλέξανδρε
για τούτη τη θύμηση του Παραδείσου....

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΜΑΤΣΑΣ


Ο εκ Σκιάθου και απάσης της γης αδελφός σου

Αν συναντήσεις τον κυρ-Αλέξανδρο, μην τον προσπεράσεις αδιάφορος. Στάσου κοντά  του, χαιρέτισέ τον ευλαβικά και ρώτησέ τον για την Παράδεισο: Τη δική του Παράδεισο.... Μη θαρρείς πως θ' αρνηθεί να σου απαντήσει ή πως θα σου δείξει το δρόμο που περνάει μέσα από την άρνηση της ζωής και τον απόλυτο ασκητισμό. Ο κυρ-Αλέξανδρος έκλεινε πολλή αγάπη μέσα του για να σου δώσει τέτοιαν απόκριση.

Σίγουρα θα συναντήσεις τον κυρ-Αλέξανδρο, θα τον βρεις σε κάθε μοναχικό ταξιδιώτη. Σε κάθε κουρασμένο οδοιπόρο. Σε κάθε παιδεμένο στρατοκόπο. Πάρε τους καημούς του και φανέρωσέ του τους δικούς σου καημούς. Με το λόγο ή τη σιωπή σου.

Τρία καρφιά τον σταύρωσαν κι εκείνον όπως κι εσένα: η αμφιβολία, η αγωνία, η μοναξιά. Ματωμένες ακόμη οι πληγές του...ματωμένες ακόμα κι οι δικές σου οι πληγές.
Τον ήξερες από χρόνια, αλλά προσπερνούσες σιωπηλά κι αδιάφορα από πλάι του. Τώρα όμως σου φανέρωσε ποιος είναι. Κι έχει τόσα να σου πει. Γιατί τώρα μπορεί πια να σου μιλήσει για την Παράδεισο...Αυτή που χρόνια γυρεύεις γύρω σου και μέσα σου.

Ο ταπεινός Άγιος των δοκιμασμένων άνοιξε τότε τα χέρια του κι έδειξε τα ματωμένα σημάδια από τα τρία καρφιά.
Αυτή ήταν η δική του Παράδεισος!

Αν λοιπόν συναντήσεις τον κυρ-Αλέξανδρο μη βιαστείς να τον προσπεράσεις.
Στάσου πλάι του και χαιρέτησέ τον: Ευλαβικά. Κι αν δυσκολευτείς να τον αναγνωρίσεις, γιατί κάθε φορά με διαφορετικό πρόσωπο θα τον συναντάς σε κάθε μοναχικό εσταυρωμένο, ψάξε τα μάτια του. Όταν βρεις στο βάθος της σιωπής τους την άγια οδύνη και τον εγκόσμιο ασκητισμό, να είσαι σίγουρος πως είναι ο κυρ-Αλέξανδρος. Ο εκ Σκιάθου και εξ απάσης της γης αδελφός σου.
Τότε θα δεις και τις ματωμένες πληγές του. Σκύψε, καθάρισέ τες και κοινώνησε από αυτές. Είναι ο μόνος πια τρόπος για να τον προσεγγίσεις.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΜΑΤΣΑΣ

Αν δεις τον κυρ-Αλέξανδρο. Η "άλλη" βιογραφία του Παπαδιαμάντη

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

Σιγανή βροχή



Μια βροχή που δεν λέει να σταματήσει. Η ψύχρα φέρνει πόνους στο στομάχι. Τη νύχτα ο άνεμος κάνει το κερί να τρεμοσβήνει, μα δεν φέρνει όνειρα. Άθελά μου θυμάμαι

Η βροχή που πέφτει με δύναμη στα παράθυρα, που κυλάει απ' το γείσο της στέγης, στάζει απ' τα δέντρα και χύνεται πάνω στα μπαμπού, και που η ηχώ της συγκινεί την ανθρώπινη καρδιά πολύ περισσότερο απ' το βογκητό του ανέμου μέσα απ' τα μεγάλα δέντρα, απ' τον πνιχτό ήχο του νερού μες στα φαράγγια. Η φωνή του ανέμου είναι μια φωνή θυμού και αυτή του νερού ενός θρήνου. Η φωνή της βροχής δεν φθάνει να γίνει οργή, ούτε παράπονο. Κάνει επίκληση μόνο και αφηγείται. Οι ανθρώπινες συγκινήσεις είναι ίδιες από καταβολής κόσμου. Ποιος δεν μελαγχολεί ακούγοντας τη βροχή ένα μοναχικό βράδυ στο κρεβάτι; Πόσο μάλλον εγώ που ζω μες στην αρρώστια. Βυθίζομαι σε πραγματικά λυπητερές σκέψεις.

ΝΑΓΑΪ ΚΑΦΟΥ

Σιγανή βροχή

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011



Κάνε, Κύριε, ένας άνθρωπος να είναι άγιος και
μέγας
και δώσε του μία νύχτα βαθειά, ατελεύτητη,
να πάει πιο μακριά απ' όπου βρέθηκε ποτέ
κανείς
δώσε του μία νύχτα που όλα θα πληρούνται,
κι ας είναι η νύχτα αυτή μυρωμένη σαν τις
γλυτσίνες
ανάλαφρη σαν την πνοή των ανέμων,
χαρούμενη σαν τον Ιωσάφατ.

Κάνε να  φθάσει τέλος στην ωριμότητα,
να'ναι τόσο απέραντος που το σύμπαν ν' αρκεί
μόλις να τον ντύσει
κι επίτρεψέ του να' ναι μονάχος σαν αστέρι
έτσι που κανένα βλέμμα να μην έλθει να τον
ξαφνιάσει
την ώρα που το πρόσωπό του αλλάζει, ανάστατο.

Κάνε να ξανανιώσουν τα παιδικά του χρόνια στην
καρδιά του
άνοιξέ του και πάλι τον κόσμο των θαυμάτων
από τα πρώτα χρόνια του τα γεμάτα
προαισθήματα.

Κάνε να του επιτραπεί να ξαγρυπνά μέχρι την
ώρα
που θα γεννήσει το δικό του θάνατο,
γεμάτο αντίλαλους σαν ένα μεγάλο κήπο
σαν ταξιδιώτη που γυρίζει από πολύ μακριά....

Κράτα μας ξυπνούς, μια φορά τουλάχιστον,
φανέρωσε αυτό που κείται βαθιά μέσα μας.

Μη μας αναγκάζεις άλλο να γεννάμε μες στον
πόνο
δώσε στη γέννα μας ένα νόημα πιο βαρύ.

RAINER MARIA RILKE

Το βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου, Ίνδικτος