Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Αυτό λέγεται Θεός...


«Πώς ονομάζεται αυτό, όταν χαράζει η μέρα όπως σήμερα κι όλα είναι διαλυμένα, κι όλα είναι ρημαγμένα, κι όμως μπορείς να ανασάνεις τον αέρα, κι ας έχουν όλα χαθεί, κι ας φλέγεται η πόλη, κι ας αλληλοσκοτώνονται οι αθώοι, όμως οι ένοχοι καταρρέουν σε μια γωνιά της μέρας που ανατέλλει;
-Ρώτα τον ζητιάνο. Το ξέρει.
-Αυτό έχει πολύ ωραίο όνομα, γυναίκα Ναρσή. Λέγεται αυγή».

GIRAUDOUX
"Ηλέκτρα"

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Στον Άη Λια...


«ΚΑΛΩΣ ΤΟΝ, ΤΟΝ ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΜΟΥ»

Στον τόπο του πατέρα καντήλι σβηστό στα μνήματα δεν έμενε. Καθημερνές και σκόλες κι ό,τι ώρα κι αν περνούσες άναβαν οι φλόγες μες στα μνήματα, κανέναν δεν ξεχνούσαν, άναβαν τα καντήλια τους, ξένος ή δικός, το καντήλι του τ’ ανάβαν και τα μνήματα μικρό χωριό φαινόταν μες στη νύχτα, μικρό χωριό που ξενυχτούσε. Σαν ήμασταν παιδιά το δρόμο παίρναμε που έφερνε στα μνήματα. Δρόμος χωματόδρομος, σπρώχναμε τα χαλίκια. Πηγαίναμε και τους ανταμώναμε. Τον Άγιο προσκυνούσαμε και γυρίζαμε. Και στο μικρό ποτάμι, κατέβαινε απ’ τον Κόζιακα, κατέβαινε θολωμένο και το χωριό εχώριζε από τον κόσμο των νεκρών, μακριά οι ζωντανοί απ’ τους αποθαμένους, κι ο Απάνω απ’ τον Κάτω, το χωριό εχώριζε, κι ένα ρυάκι του ξεχώριζε, παραφυάδα λες, έμπαινε μέσα στο χωριό, στα δυο το χωριό, στα δυο το χώριζε κι αυτό, εκεί και στα πλατάνια του στεκόμασταν, πάνω τους σκαρφαλώναμε κι ήταν παιχνίδι μας αυτό, μες στα πλατάνια και στα μνήματα ώρες να συχνοδιαβαίνουμε, πίσω να μη γυρνάμε. Και κάποτε στον κορμό τους ονόματα χαράξαμε, ονόματα που τώρα πια σβηστήκαν, το νερό τα πήρε που κυλούσε ή ο χρόνος, ποιος με σιγουριά μπορεί να πει κι είναι σα να μην έγιναν τα πράματα, σαν άλλοι να τα έζησαν και κάπου παλιά, είναι σαν να μην ήμουνα εγώ, σαν να μην ήτανε αυτοί, άλλα τα πρόσωπα, αλλιώς οι ψυχές τους, έκλεινες τα μάτια και τις ψηλαφούσες, αλλιώς οι ψυχές τους, άνοιγες το χέρι και τις άγγιζες, σιμιγδαλένιες οι ψυχές τους και μαλάκωναν, πού να τις γνωρίσεις, πού να σε γνωρίσουν τώρα.




Σαν ήταν να πάρει κι η γιαγιά το δρόμο στ’ ουράνια και την καρτέραγε ο Άγγελος, το βράδυ κείνο, όλοι τριγύρω της μαζεύτηκαν κι αναθυμόντουσαν τα όσα στη ζωή της πέρασε. Τα έξι παιδιά π’ ανάθρεψε, τα τρία της Γεωργίας τα τρία που της έδωσε έπειτα ο Θεός. Μέχρι που μεγάλωσες δεν ήξερες ποια ήταν τα δικά της και ποια της πρώτης γυναίκας του παππού. Αλυσίδα ήταν όλοι τους, αλυσίδα αγαπημένη. Κείνο το βράδυ, λοιπόν, ήρθε κοντά της η Θοδώραινα, να την ξενυχτήσει με τους άλλους. Συνυφάδες οι δυο τους και τώρα αντάμα τα λεν στον ουρανό, μα τότε ήρθε, κοντά της κάθισε κι άρχισε την ιστορία με τον Άγιο. Πως πήγανε δηλαδή στα μνήματα ν’ ανάψουν τα καντήλια, του παππού του νιόσκαφτου και των άλλων, πως έπειτα στο ξωκλήσι μπήκαν τα καντήλια των Αγίων και κείνα να τ' ανάψουν και πως τότε σείστηκε η εκκλησιά ολάκερη και ποδοβολητό ακούστηκε να’ ρχεται από μακριά κι άρμα που έζωσε την εκκλησιά κι ήρθε και στάθηκε ο αχός στην εικόνα του Αγίου μπροστά και τότε «Καλώς τον, τον γραμμένο μου», είπε η γιαγιά, κι ο Άγιος, που σαν αγέρας ήρθε και σα βουή, στην εικόνα μέσα όρμησε κι όλα ησύχασαν και ήταν όπως πρώτα. «Όρε Νικόλαινα», λέει η Θοδώραινα, «δε σκιάχτηκες, μον είπες κιόλας και «Καλώς τον!», «Τον Άγιο να σκιαχτώ;» απάντησε η γιαγιά, «τον Άγιο;». Κι όλα τούτα τα’ λεγε η Θοδώραινα κείνο το τελευταίο βράδυ κι η γιαγιά ψυχορραγούσε κι ίσως κι ο «γραμμένος» της να’ φτασε κοντά της και να της παραστεκόταν, κι ήμασταν όλοι γύρω της, τριγύρω μαζεμένοι, και μεις τα παιδιά πριν πάμε να πλαγιάσουμε, σκύψαμε φοβισμένα πάνω της, στα μάγουλα στα χέρια. Και δεν ξέραμε, να κλάψουμε ή δεν έπρεπε, μας βλέπαν κι οι μεγάλοι, και κρύψαμε τα δάκρυα να τα βουτήξουμε στο μαξιλάρι. Και κείνη ήδη έφευγε. Ήρθαν με το ξημέρωμα, ήρθαν και μας ξυπνήσαν. «Τι είναι;», τους ρωτούσαμε, μα ξέραμε, "τι είναι;" κι ήμασταν μες στον ύπνο, και βλέπαμε τις θειες μας μες στη μαύρα και τη μάνα μες στα μαύρα και τον πατέρα σε μια γωνιά κι οι άντρες με τη μαύρη κορδέλα το μπράτσο να τυλίγει.

Σαν πέρασε καιρός, σαν πέρασ’ ένας χρόνος, άνοιξ’ ο θείος της γιαγιάς τα πράματα που τα’ χε κρατημένα, έβγαλε τη σφραγίδα της που ζύμωνε τα πρόσφορα, «πάρ’ την», μου λέει, «κι εσύ μονάχα έχεις τ’ όνομά της».
Προχτές, μες στα νυχτέρια του Ιουλίου, κι ήμασταν πάλι μαζεμένοι, μα ήμασταν σε ξένο τόπο,  θυμήθηκε ο πατέρας της γιαγιάς τον «γραμμένο», που σήμερα γιορτάζει κι έκατσε και μας το είπε.


Φωτογραφία: 
Πρίνος "Το οργισμένο ρέμα" και "Φθινοπωρινό τοπίο στις παρυφές του Κόζιακα" : http://pindos.blogspot.com/

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Ε, Σωκράτη, από κει πάνω που είσαι, μας ακούς;...


ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΓΚΙΟΛΙΑΣ -ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΤΑ

Ένας χρόνος μετά. Ένας χρόνος βίαιης αφαρπαγής εις τα ουράνια. Κουκουλοφόρος "ευτολμία". Βλ. θρασυδειλία. Βλ. σκοταδισμός και αυταρχισμός. Βλ. ο νόμος της ζούγκλας ή σε βγάζω απ' τη μέση επειδή δε γουστάρω τι λες ή δε μ' αρέσει η φάτσα σου. Δημοκρατία δεν έχουμε; Δημοκρατία. Θα ψάξουν να με βρουν; Σιγά μην μπουν στον κόπο. Σιγά. Όταν θέλουν, βρίσκουν. Όταν διακυβεύεται η θέση τους, όταν υπάρχει κόστος πολιτικό, τότε μάλιστα θα με βρουν. Βλ. δολοφόνους μετανάστες. Αφγανούς. Τότε με πιάνουν και με σέρνουν. Όταν ήθελαν να με πετάξουν απ' τα σύνορα, με σαβούριαζαν στις κλούβες και με πέταγαν. Βλ. Κρυσταλλοπηγή. Αφού πρώτα εξασκούσε πάνω μου όλη την τυχάρπαστη και κομπλεξική εξουσία του ο κάθε ένστολος. Έπειτα, όταν θέλησαν να με κρατήσουν, με κράτησαν, βλ.αλιεία ψηφοφόρων. Έτσι έχουν τα πράματα στην Ελλάδα. Σιγά και μην αλλάξουν.

Εσένα σε κουκούλωσαν, Σωκράτη. Σε κουκούλωσαν και σ' έβγαλαν δεύτερη φορά απ' τη μέση. Σε φοβούνται, Σωκράτη. Να σου πω την αλήθεια; Πιστεύω ακόμα. Γι' αυτό πρόλαβαν και λάσπη σου' ριξαν παντού. Και σ' έσυραν στο ξερολίστικο άρμα τους και σε διαπόμπευσαν, γιατί σε φοβούνταν, ακόμα και νεκρό. Όμως, έτσι έχουν τα πράματα. Ειδικά στην Ελλάδα. Η λάσπη είναι απαραίτητη. Η λάσπη προσδίδει. Όταν δεν μπορείς ν' αντιπαλέψεις, όταν δεν έχεις τι να πεις, όταν φοβάσαι και τρέμεις, τότε λάσπη ρίχνεις, ή πυροβολείς. Διαλέγει κανείς στην Ελλάδα και παίρνει. Διαλέγει. Εν ανάγκη επιλέγει και τα δύο. Πώς αλλιώς;

Σωκράτη, ουδέν νεώτερον απ' το ελλαδικό μέτωπο. Ουδέν. Μάλλον χειρότερα τα πράματα, αφότου αναλήφθηκες. Γιατί νιώθω ότι αναλήφθηκες. Σ' άρπαξε ο Αη-Λιας εν σώματι, αφού η ψυχή είχε μόλις την κλίμακα ανέβει. Σ' άρπαξε απ' τη μέση και στο άρμα του σ' έβαλε, σε πήγε στα ουράνια.

Σωκράτη, συνεχίζουμε να τελούμε εν θλίψεσι πολλή κι η αλυπία δεν υπάρχει τόπος να σταθεί. Συνεχίζουμε να πέφτουμε και να μπουσουλάμε, να σπάμε τα μούτρα μας κάθε μέρα πάνω μας, αλλά και πάνω στο άδικο, στην ασχήμια, στην αγένεια, στη θρασυδειλία, στην κακία. Συνεχίζουμε, αλλά ως πότε; Κουράγιο δεν υπάρχει πια. Εν θλίψεσι, σου είπα. Εν θλίψεσι πολλή. Εν σκότει και σκιά θανάτου. Εν σκιά και εν σκότει. Έτσι έχουν τα πράματα εδώ στον Κάτω Κόσμο.

Σωκράτη, μη μας ξεχνάς. Στείλε μια χάρη, μια χαρά κι απάλυνε τους Κάτω. Στείλε κάτι κι απάλυνέ τους. Γιατί το αίμα είναι δύσκολο, Σωκράτη, και δεν ξεχνιέται. Το αίμα έτσι εύκολα δεν ξεπερνιέται. Το αίμα το άδικο.

19 Ιουλίου 2011


ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε πέρυσι λίγες μέρες μετά.

ΘΑ ΦΩΝΑ-ΖΩ


«Είμαστε όλοι καθώς η Νεκρά θάλασσα
πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου

[…]

GENTLEMEN,
Συνεχίζουμε την περιοδεία μας
πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, Ιούλιος ’42

«Σκότωσαν το Σωκράτη» ακούω απ’ την άλλη γραμμή της κινητής δικτύωσης. Χάνεται η φωνή, χάνεται σημαίνον και σημαινόμενο, χάνεται ο πομπός, χάνεται και ο δέκτης, τα παίρνει όλα και τα σηκώνει το σκοτάδι της σήραγγας. Τα τούνελ συνεχόμενα, αλυσίδα οι σκέψεις, θεριεύουν, δεν άκουσα καλά λέω, απεγνωσμένα καλώ και με καλούν. Σκότωσαν το Σωκράτη, επαναλαμβάνω, δίχως να καταλαβαίνω ακόμα τι έχει γίνει και τι θα συμβεί. Στα επόμενα δευτερόλεπτα πρόσωπα φέρνω μπροστά μου, πρόσωπα αγαπημένων του και δικών μου αγαπημένων. Τον σκότωσαν τελικά. Δεν τον άντεξαν. Νέα του μαθαίναμε τα τελευταία χρόνια. Από μακριά τον βλέπαμε και τον ακούγαμε. Τον νιώθαμε να αγωνίζεται. Τον νιώθαμε να μάχεται ενάντια στη σαπίλα, ενάντια στην αδιαφορία, ενάντια στον εφησυχασμό, ενάντια στο βόλεμα, ενάντια στη βουβαμάρα. Ενάντια στη φτήνια, ενάντια στην αγένεια, ενάντια στην ισοπεδωτική μάστιγα του ξερόλα. Να μάχεται για την αξιοπρέπεια όλων, δίχως να’ ναι πρωτοκλασάτος, δίχως να τριγυρνά με φρουρούς, δίχως να το παίζει. Τον ακούγαμε να φωνάζει. Να μη σιωπά. Να τολμά την αλήθεια. Δεν τον άντεξαν. Μπήκε στο μάτι τους. Στα δειλά ανθρωπάρια που φέρουν και επιδεικνύουν τα αναρχοφίμωτρά τους, που ορέγονται την ωμή βία, γιατί είναι παντελώς ανίκανοι για οτιδήποτε άλλο. Μπήκε στο μάτι τους. Αποβράσματα που τα σπάνε και τα καίνε σε κάθε ευκαιρία και τούτο το λένε αντι-εξουσία, το βαφτίζουν και επανάσταση. Μπήκε στο μάτι τους, σε αυτούς μα και στους άλλους. Γιατί όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας και τούτος είναι ο κατισχύων νόμος που κυβερνά σήμερα. Που κυβερνούσε πάντα. Οι εποχές αλλάζουν, τα πρόσωπα ομοίως, οι καταστάσεις όμως επαναλαμβάνονται.

Δεν είχε συνασπιστεί μαζί τους, δεν ήταν μέλος της αυλής τους, δεν χρημάτισε αυλοκόλακας, ούτε και ανέχτηκε την ύπαρξή τους, δε ζήτησε αποκούμπι, δε ζητιάνεψε τα δεκανίκια πολιτικών, δεν κρύφτηκε πίσω από το άλλοθι ξενόφερτων ιδεολογιών. Δεν τον άντεξαν. Ούτε άκρα δεξιά ούτε άκρα αριστερά. Δεν ήταν με τον Γεωργάκη και τον κληρονομημένο σοσιαλισμό, δεν ήταν με της δεξιάς τα τζάκια και τα σκεβρωμένα προσωπεία, δεν ήταν με τους ΠΑΜΕ και τους φεύγα, δεν ήταν με τον δήθεν του κουλτούρα-ΣΥΡΙΖΑ, δεν ήταν καν με την σκληροπυρηνική -ας γελάσουμε- Αλέκα. Μα με ποιον ήταν και ποιος τον ήθελε εκτός; Ήταν με την αλήθεια. Που τρέμουμε στο όνομά της. Που ό,τι δεν μπορούμε να το φτάσουμε, το κάνουμε κρεμαστάρι. Δηλ. το ξεπαστρεύουμε. Ήταν με κείνη την Αλήθεια. Τον έστειλαν να τη συναντήσει.

Ήξερε ότι δεν έπαιζε με το μελάνι, ούτε και με τα πλήκτρα έπαιζε. Το ήξερε ο Σωκράτης και γι’ αυτό τον χτύπησαν. Οι υπόλοιποι πλακάκια τα κάναν, μα έχουν τη βιτρίνα του ασυμβίβαστου. Ωστόσο, πλακάκια τα έχουν κάνει και ποιος να τους πιστέψει. Τούς είναι ακίνδυνοι. Γι’ αυτό και ζουν. Οι βιτρίνες κάποτε καταρρέουν. Ο Σωκράτης όμως έφυγε. Γιατί η αλήθειά του δεν αντέχεται. Οι άλλοι, οι δήθεν, οι όποιοι δήθεν ξεσκεπαστές σκανδάλων και υποθέσεων διαφθοράς και διαπλεκόμενων θα συνεχίσουν να ζουν αλληλοδιαπλεκόμενοι. Θα συνεχίσουν να προσκυνάν και να μη φοβούνται. Ακίνδυνοι είναι, γιατί ψεύτικοι είναι. Λανσάρονται όμως καλά. Και μας παραμυθιάζουν. Μα τούτα τα παραμύθια έχουν ξέφτια και κάποτε ξεχειλώνει το ρούχο και το πετάμε. Έτσι, θα τους πετάξουμε και μεις μια μέρα. Θα ξεχειλωθούν τα ρούχα τους και θα γελάμε. Γέλιο πικρό, γιατί εκείνος έφυγε νωρίς. Γέλιο πικρό, γιατί και πώς να ζήσεις με το θρήνο; Πώς πρόσωπο να το κάνεις και σώμα να το κάνεις, να του μιλάς, να σε ακούει, να συνεχίζεστε; Γέλιο πικρό για τη μάνα, για τη Διαμαντούλα, για τα παιδιά που άφησε. Γέλιο πικρό για τ’ άδικο που το βαφτίζουμε κάθε μέρα και αλλιώς.

Ανατρέχω στο τρωκτικό. Εκεί, στην προκήρυξη, φαίνεται γιατί ήταν στόχος ο Σωκράτης. Φαίνεται στο τέλος και όποιος μπορεί να διαβάζει, μπορεί και να αποκωδικοποιήσει. Εκείνοι, οι δειλοί, διάβασαν καλά. Διάβασαν και φοβήθηκαν. Και έσπευσαν να τον ξεπαστρέψουν. Αυτόν, και όχι άλλον. Τον Σωκράτη που είχε τη μαγκιά να πιστεύει και να το ομολογεί. Που διάλεξε «άλλο» στρατόπεδο. Και τούτο δεν αντέχεται. Δεν τους έφτανε όμως η λοιδορία. Ήθελαν τη δολοφονία. Μόνο τότε θα ένιωθαν ασφαλείς. Ή θα έδιναν ένα μάθημα. Έδωσαν το μάθημά τους, μα κόπηκαν οι ίδιοι. Κόπηκαν, γιατί μας όπλισαν πια. Γιατί ο Σωκράτης φωνάζει από εκεί που είναι και τον ακούμε καλά:

«Ποτέ μας δεν κρύψαμε ότι πιστεύουμε κάπου και το καταλαβαίνετε. Προσπαθούμε να τα καταφέρουμε αλλά θέλει πολύ δουλειά και είμαστε στο μηδέν. Όμως είναι προσωπικό μας θέμα το οποίο απλά μοιραζόμαστε για να μην νομίζετε ότι σας κοροϊδεύουμε. Το να λέει κάποιος ότι είναι ορθόδοξος χριστιανός είναι πλέον ομολογία πίστεως αλλά και μαγκιά»

[http://troktiko.blogspot.com/2010/06/troktikou_06.html]

Ο Σωκράτης αγωνιζόταν από εδώ για έναν κόσμο εκτός του κόσμου τούτου. Το κάτω από τη μέση τούτο blogχτύπημα εγκαινιάζει τη νέα τρομοκρατική φάση της ελλαδικής κοινωνίας. Μη μιλάτε, μα αν μιλάτε, διαλέξτε οπωσδήποτε στρατόπεδο. Το στρατόπεδο τούτο θα σας σώσει. Μην είστε ανέντακτος. Μην είστε ελεύθερος, μη δηλώσετε προς Θεού ανεξάρτητος. Σκεπαστείτε, με μια ιδεολογία σκεπαστείτε. Αριστερή, δεξιά, άκρα, μέση, οικολογική, κυνηγετική, το ό,τι να’ναι. Δεν έχει σημασία. Απλώς σκεπαστείτε. Η κουβέρτα θα αλλάζει. Μπορείτε και να τη διαφημίσετε και να’ στε in. Πάντα μια κουβέρτα είναι in. Ειδικά αν είναι κόκκινη ή έστω πράσινη. Αρκεί να το παίζει η κουβέρτα. Ξέρετε, πάντα ένα χρώμα προσδίδει. Προσθέτει, πώς να το πούμε. Μπορείτε και σε blog ή έστω στο facebook το χρώμα τούτο να λανσάρετε επίσης. Φίλους θα βρείτε πολλούς. Φίλους και φιλαράκια. Σκεπαστείτε αντάμα και η ζωή συνεχίζεται.

Μα κάποτε και ίσως από δω και μπρος, το βλέπετε, έχουν δύναμη τα blogs, να φιμωθείτε. Κοιτάξτε να φιμωθείτε. Ή αν δεν φιμωθείτε, μπορείτε κάλλιστα να φεϊσμπουκάρετε. Τούτο είναι πιο ασφαλές. Ανεβαίνει και ο τζόγος των πωλήσεων. Των όποιων. Συσπειρωθείτε γύρω από ομάδα, φίλους κάντε εικονικούς και σερφάρετε με ασφάλεια, ποιήματα στείλτε και τραγουδάκια κρεμάστε και αφιερώστε και όλοι θα νιώσετε καλύτερα, το κασέ θα ανεβαίνει, πνευματικούς θα σας πουν, θα τους πείτε, θα αλληλοθεοποιηθείτε. Έτσι λειτουργεί το σύστημα. Το όποιο σύστημα. Ακόμα και το πνευματικό. Αλληλογλειφόμενοι και αλληλοναρκισσευόμενοι. Με την ηλεκτρονική υποκρισία περασμένη στο laptop και το ψευδεπίγραφο της ευαισθησίας και της κουλτούρας και της επανάστασης αποθηκευμένο στον «σκληρό».

Ας ξυπνήσουμε ωρέ ή ας σωπάσουμε. Ας κάψουμε τα ποιήματά μας και τις συλλογές ας κάψουμε και ας πούμε πως τίποτα δεν είμαστε, αφού πλακάκια τα κάναμε με τη γραφή και την πουλάμε. Πλακάκια τα κάναμε και το τάλαντο το θάψαμε στη γη και το χωνιάσαμε στη γη και πορευόμαστε εντός του ψεύδους αιώνες τώρα. Φεϊσμπούκαρα κι εγώ ένα φεγγάρι για χάρη του συρμού. Απήλθα εμετικώς διακείμενη προς ό,τι ευτελίζει. Απήλθα, για να μη συμμετέχω. Φεϊσμπούκαρα κι εγώ μα το σταμάτησα. Όχι γιατί είμαι καλύτερή τους. Μα γιατί δεν μπορώ να γίνω καλύτερη. Γιατί ανοίγω, ξανακλείνω τον faceσυρμό τούτο και ψάχνω εναγώνια μια λέξη, μια στάλα, για τούτο το έγκλημα που στο εξωτερικό το στάθμισαν καλύτερα, μα εδώ τι να σταθμίσουν που κοιμούνται ή που λιάζονται, και το μόνο που αντίκρισα δυο μέρες τώρα, μα και άλλο να περίμενα, είναι ο καθείς στον κόσμο του, κι ούτε μια λέξη ή μια φράση ή ένας στίχος έστω για το άδικο. Ο καθείς στον δικό του αυτιστικό κόσμο, αυτοηδονιζόμενος με τη συγγραφική του υπεροχή.

Αναζητώ τους ποιητές τούτες τις ώρες. Τους αληθινούς ποιητές. Αυτούς που στάθηκαν μαχαίρι δίκοπο κι ο λόγος τους μαχαίρι δίκοπο κι αυτός. Γιατί όσο δε μιλάς και τούτο δειλία είναι. Όσο στέκεσαι και νιώθεις το άδικο και μόνο το κατηγοράς και βλέπεις την ευτέλεια μα δεν την καρφώνεις, συμμετέχεις. Έστω με τη λεπίδα του στίχου σου και κάρφωσέ την. Εκείνοι κάποτε, σε στιγμές που τους χρειάστηκε ο τόπος, λεπίδα έκαναν το στίχο τους και μας καρφώνουν μέχρι σήμερα. Αναζητώ και δεν τους βρίσκω. Ξέφτια μονάχα βλέπω και προσωπεία. Μαζί και τα δικά μου.

Βλέπω τον κόσμο που άφησε ο Σωκράτης και τον κόσμο που ζω την κάθε μέρα. Βλέπω να παίζουν την ταινία ξανά απ’ την αρχή, οι πυρκαγιές ξεκίνησαν, η μισή Ελλάδα φλέγεται και η άλλη φραπεδιάζει. Παίζουν την ταινία απ’ την αρχή και νιώθω ανήμπορη για μια ακόμα φορά και οργισμένη για μια ακόμα φορά και απεγνωσμένη για μια ακόμα φορά. Παίζουν την ταινία απ’ την αρχή και τον Σεπτέμβρη θα παίξουν των απεργιών από τα ίδια, τον Νοέμβρη θα παίξουν το Πολυτεχνείο, το Δεκέμβρη τα καταναλωτικά για τα Χριστούγεννα, μαζί θα παίξουν και το ρεβεγιόν, το Φλεβάρη ξεφαντώνουν τον Καρνάβαλο κι έπειτα θα μας ψήσουν με τον οβελία. Καλοκαίρι θα ξανάρθει, διακοπές για όλους θα διαφημίσουν, πού και πού θα ρίξουν κανένα σκάνδαλο, η κρίση θα θεριεύει, μα όλα υπό έλεγχο θα πουν και συνεχίστε. Με το φραπέ στο χέρι και τον εσπρέσο το χειμώνα η Ελλάδα χαλαρά πορεύεται πορεία προς την άβυσσο. Και έπειτα θα βάλουν την ταινία απ’ την αρχή. Μια ταινία η ζωή και την παίζουν κάθε χρόνο.

Μου λείπουν οι ποιητές τούτες τις μέρες. Ο λόγος ο πολιτικός ενός Σεφέρη (Χειρόγραφο, Σεπτ’ 41 ανακαλώ και προσκυνώ), εκείνος ο σαλός Καρούζος, ο ων ως νήπιο Σαχτούρης, ο της ψυχής καθολικός και σύσσωμος Σολωμός, ο ταπεινός μας Κάλβος, το «εμείς» του Μακρυγιάννη, ο διψασμένος για Θεό Λειβαδίτης και κείνο το τραυματισμένο παιδί, ο αυτόχειρ Καρυωτάκης. Μου λείπει η αλήθεια, μου λείπει η λεβεντιά. Ίσως όμως να μου λείπει μονάχα ο Θεός.

Την πάλεψα τη μνήμη σου να μην τη γράψω. Όμως επλήθυνε το άδικο, το άδικο θρονιάστηκε ομπρός μας. Και η οργή θρονιάστηκε, τελώ υπό το κράτος της. Ο δικός μας Σωκράτης έφυγε. Και όλοι κοιμόμαστε και θα κοιμόμαστε και όσο κοιμόμαστε τόσο άνθρωποι σαν τον Σωκράτη θα χάνονται. Από τη δική μας αδιαφορία, το δικό μας βόλεμα, το δικό μας βαυκάλημα.

Ανάπαυσον τον Σωκράτη, Κύριε. Κι έφτασαν τα βουνά στη θάλασσα. Κι ο θάνατος κραταιός ωσάν τα βράχια τους. Ω, θα ξεχαστείς σίγουρα, Σωκράτη, και γρήγορα. Μέσα στις ξαπλώστρες και τους φραπέδες μας θα βουλιάξει η μνήμη σου. Μόνο για τους οικείους, για τους οικείους, για τα παιδιά τ’ αγέννητα, για τους αγαπημένους. Μονάχα εκεί, σημαδεμένη η μνήμη σου, το θρήνο σου παντρεύτηκαν και τη οδύνη. Το πένθος διάχυτο και να τρυπά μες στον Ιούλη. Ω, θα ξεχαστείς, Σωκράτη, σίγουρα. Και τώρα περνάμε στο επόμενο θέμα θα μας πουν και θα τη σκαπουλάρουν.

Έτρεξα ξανά στους ποιητές σήμερα. Τους άνοιξα έτσι όπως ανοίγουμε κάποτε το Ευαγγέλιο, προσμένοντας από εκεί τη λύση ή τη φώτιση ή την παραμυθία:

«Πώς πεθαίνει ένας άντρας; Παράξενο κανένας δεν το
συλλογίστηκε..

[….]

Κι όμως ο θάνατος είναι κάτι που γίνεται. πώς πεθαίνει
ένας άντρας;
Κι όμως κερδίζει κανείς το θάνατό του, το δικό του θα-
νατο, που δεν ανήκει σε κανέναν άλλον
και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, Αθήνα, Φεβ’ 39 «Η τελευταία μέρα»

Ως εκ τούτου, δηλ. ακριβώς γι' αυτό, έχω την αίσθηση, δηλ. τη βεβαιότητα ότι ο Σωκράτης έφυγε ως μάρτυρας.
Gentlemen, καιρός να ανατρέψουμε την περιοδεία μας. Καιρός να ορθωθούμε πολλές οργιές πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.
Ο λόγος τούτος δεν γράφτηκε παρά σαν το στάρι που θα ρίξουν στα τριήμερα στο χώμα το νιόσκαφτο. Κείνο που δεν μοιράζεται, παρά στα πουλιά το αφήνουν, το πένθος να κραυγάσουν στον αγέρα, τη δική του τόλμη να κοινωνήσουν στον αγέρα.

ΙΟΥΛΙΟΣ 2010

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Νεόφυτος ο Έγκλειστος μιλά...


Η Εγκλείστρα ή Memento exsilii

Διάβαζα τούτες τις μέρες τον Λάμπρο Καμπερίδη στο έργο του «Δος μοι τούτον τον ξένον» από τις εκδ.Ίνδικτος. Στέκομαι στην ανάγνωση στο παρακάτω:
«Για να βιωθεί η ξενιτιά χρειάζονται δύο άνθρωποι. o ένας την προσφέρει και ο άλλος τη δέχεται. Σε δύο τόπους κυοφορείται η ξενιτιά. Σε κείνον που άφησες πίσω, σε κείνον όπου είδες και σε είδε το φως, σε κείνον όπου ζούσες, και στον άλλον που προσπαθείς να τον εξημερώσεις, να τον εξευμενίσεις, να τον εξανθρωπίσεις με την ελπίδα πως θα σου προσφέρει κάποτε και κείνος τη ζωή. Σαν φυλακή και θάνατος συνάμα μοιάζει η ξενιτιά».

Η προσφυγιά όμως είναι μονάχα θάνατος. Η εξορία από την πατρίδα δεν αφήνει καμιά ελπίδα να παραμυθήσει, να παρηγορήσει, να αναπαύσει τον αποκεκομμένο βίαια από τον ομφάλιο τόπο. Ο πρόσφυγας είναι παντού και πλέον ξένος. Είναι ένας κινητός τόπος «memento exsilii». Ο πρόσφυγας, όπως και ο εθελούσιος ξενιτεμένος, είναι «μη αφομοιώσιμος». Είναι μονίμως στραμμένος εις τα οπίσω. Εις τον τόπο από όπου εκριζώθηκε -βιαίως, έτσι κι αλλιώς. Γιατί, σχεδόν πάντοτε, η αιτία μιας ξενιτιάς είναι η «ανάγκη», είναι αυτό που επιβάλλεται έξωθεν. Ο πρόσφυγας ενδύεται το ιμάτιο της μνήμης, «η πατρίδα του είναι πάντοτε αλλού», η πατρίδα του «έχει μεταμορφωθεί σε ανεξάντλητη άσκηση μνήμης θανάτου».

Ο πρόσφυγας είναι διαρκώς ενδεδυμένος το χιτώνα της λύπης, ως ο εγερθείς Λάζαρος, που επανήλθε εις το φως εκ του θανάτου, όμως έκτοτε, με τη γεύση του Άδη στα χείλη, δε γέλασε. Ο πρόσφυγας γλίτωσε εκ του χοϊκού θανάτου, όμως έκτοτε, με τη γεύση της προσφυγιάς μόνιμα χαραγμένη στα χείλη, με τα μάτια του βαθουλωμένα από τη μνήμη του σπιτιού που ορφάνεψε πίσω, δε γέλασε. Έζησε, όμως, με την ελπίδα της παλλινόστησης «εν ευθέτω και εσχάτω χρόνω». Έζησε με την ψευδαίσθηση της ελπίδας της παλλινόστησης εν ευθέτω και εσχάτω χρόνω. Γιατί ο πρόσφυγας τρέφεται με την αυταπάτη της προσωρινότητας. Ζει στο εξής με τη φενάκη του εφήμερου χρόνου και της επιστροφής. Είναι η ανάγκη για επιβίωση που του επιβάλλει ένδον να πλάσει την ελπίδα και να τη στεριώσει με όνειρα και ψευδαισθήσεις.

Ο Καμπερίδης με έκανε να αναζητήσω και τον Άγιο Νεόφυτο τον Έγκλειστο. Μετά θυμήθηκα τον Σεφέρη. Ψάχνοντας στα γρήγορα στα διαδικτυακά συναξάρια, τον απάντησα να σκάβει με τα χέρια του το χώμα, στεριώνοντας το κελί του, δηλ. την εγκλείστρα του. Τον σκέφτηκα κατά πολλούς τρόπους.
Σκέφτηκα πως κάποτε σκάβει κανείς με τα χέρια του το χώμα και στεριώνει την εγκλείστρα του και εισέρχεται μέσα, αποποιούμενος τον κόσμον, μην μπορώντας να αντέξει την όποια ασχήμια του, σκέφτηκα πως κάποτε η εγκλείστρα τούτη δε γίνεται τόπος σωτηρίας, παρά βασάνου, αλλοιώνεται σε λαβύρινθο ή κατέχει τόπο φρέατος, εις το οποίο κατεβαίνεις, μα αδυνατείς να εξέλθεις. Σκέφτηκα πως μοιάζει με κατάβαση στον Άδη και τότε εισήλθε στη σκέψη για μια ακόμα φορά ο τριήμερος εις τον Άδη Λάζαρος, που έπειτα ανέστη. Κάποτε για χρόνια πολλά παρεπιδημεί κανείς σε τούτη τη χωμάτινη εγκλείστρα, δίχως φως ή αέρα να αναπνεύσει, για χρόνια χτυπιέται στα τοιχώματα του λαβυρίνθου, δίχως τρόπο να εξέλθει, για χρόνια κατεβαίνει στο φρέαρ, δίχως νερό να συναντήσει ή κλίμακα για να ανέλθει. Το χειρότερο είναι ότι δε νιώθει ούτε την εγκλείστρα ούτε το λαβύρινθο ούτε το στεγνό πηγάδι. Το χειρότερο είναι που βυθίζεται μέρα τη μέρα και ώρα την ώρα περισσότερο. Το χειρότερο είναι ότι ο χρόνος περνά. Και ενώ ο Λάζαρος το καθιερωμένο Σάββατο της Σαρακοστής εγείρεται εκ του τάφου και πρόσωπο Κυρίου συναντά, αυτός εις τον τάφο παραμένει, αδύναμος να εγερθεί ή το κάλεσμά Του να ακούσει. Και συνεχίζεται η Μεγάλη Βδομάδα και τον βρίσκει καθηλωμένο στο μνήμα μέσα και ο πόνος κατά τη Μεγάλη Τετάρτη κορυφώνεται, τι πόνος αναπάντητος, και ο πόνος οξύνεται, τι πόνος λυγμικός, και η Ανάσταση έρχεται, μα όχι γι’ αυτόν.

Αυτός βουλιάζει όλο και περισσότερο, αυτός βυθίζεται όλο και περισσότερο, καθίσταται κλινήρης και βουβός κοιτά τον κόσμο να συνεχίζει τη ζωή του και τη γη την τροχιά της, το φεγγάρι να έρχεται και να φεύγει, τον ήλιο να βγαίνει ή να μη βγαίνει. Τότε, Εκείνος που στέκεται απ’ έξω και δεν έφυγε, επιμένει στο κάλεσμά του. Και με κάποιο τρόπο τον καλεί εκ νέου να εξέλθει. Η Διακαινήσιμος τον βρίσκει μακριά από τον οικείο τόπο και σε θερμοκοιτίδα, με τεχνική υποστήριξη να προσπαθεί να αναπνεύσει και έπειτα ν’ αρχίσει να μεγαλώνει από την αρχή και το σαρκίο του ενήλικα μέρα τη μέρα να το ενδύεται ξανά, να περπατά βήμα-βήμα, μα στην αρχή μπουσουλώντας, και κάποτε το βλέμμα πίσω να το στρέφει ξανά, στην εγκλείστρα της ψυχής, στο λαβύρινθο του μυαλού, στις άνυδρες σκέψεις, στην αγρύπνια.

Η ενηλικίωση βαστά για καιρό. Απουσιάζει από παντού. Είναι ως να μην υπάρχει. Και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Είναι εκείνο το μεσοδιάστημα που χωρίζει τη ζωή από το θάνατο και εδώ, το θάνατο από τη ζωή. Είναι εκείνο το μεσοδιάστημα, όταν ό,τι πονά αποβάλλεται με κείνους τους ακατάλυτους μηχανισμούς επιβίωσης. Είναι εκείνο το μεσοδιάστημα όπου αποστρέφεις το βλέμμα, απεκδύεσαι την ψυχή, δεν αγρυπνείς, παρά κοιμάσαι. Κοιμάσαι πολύ. Και όταν δεν κοιμάσαι, προσπαθείς να ανέλθεις. Προσπαθείς όσο μπορείς. Παίρνεις το δρόμο προς τα πίσω. Δηλ. προς τα μπροστά. Σηκώνεσαι ξανά και παίρνεις της επιστροφής το δρόμο. Και κάποτε επιστρέφεις.

Όταν έφευγες, ήταν σα να έφευγες για πάντα. Όταν έφευγες και τον ποταμό διέσχιζες, ο ποταμός είναι όριο έλεγες, σαν τον περάσεις, έχεις ήδη φύγει. Μα επιστρέφεις. Βλέπεις εκ νέου την εγκλείστρα και την αναγνωρίζεις, είναι δική σου, μα τώρα σκύβεις, λυγίζεις και προσκυνάς, βλέπεις το λαβύρινθό σου, μα στο τέλος του ένας Εσταυρωμένος σε καλεί προς την έξοδο, βλέπεις το στεγνό σου φρέαρ, μα τώρα φτάνεις μέρα τη μέρα στο φιλιατρό του, αναζητώντας και διψώντας το ύδωρ το ζων. Επιστρέφεις. Έχεις τη γεύση του Άδη στα χείλη και στην ψυχή, έχεις την πίκρα μιας χοϊκής Κόλασης, νιώθεις όπως ο Λάζαρος ξανά, που δεν κατάφερε έκτοτε να γελάσει, δε νιώθεις να έχεις συναισθήματα. Δε νιώθεις τίποτα.

Όμως, κάτι πρέπει ακόμα να νιώθεις γιατί αγρυπνείς. Ωστόσο, δεν ξέρεις ποιον να ευχαριστήσεις γιατί ο πόνος δεν είναι πια οξύς, ή κι αν είναι δεν τον νιώθεις. Δεν ξέρεις ποιον να ευχαριστήσεις, γιατί περπατάς και δεν έμεινες σωριασμένος, δεν ξέρεις ποιον να ευχαριστήσεις, που δειλά-δειλά και βήμα-βήμα γίνεσαι άνθρωπος ξανά. Και τώρα νιώθεις όπως ο Νεόφυτος ο Έγκλειστος, σε κείνα τα αγγελικά χέρια της τοιχογραφίας έχεις αφεθεί, για να σε σύρουν ως εκεί όπου βαστά η χοϊκή σου πορεία. Για να φεύγει η μέρα, να έρχεται η άλλη, να φεύγει η μία να μπαίνει η άλλη, μα χρειάζεσαι τα χέρια τούτα τα αγγελικά δια βίου, τα έχεις απόλυτη ανάγκη, για να αντέξεις την εγκλείστρα σου και το λαβύρινθό σου και το άνυδρο φρέαρ σου, που άλλαξαν σχήμα, όμως, κατ’ ουσίαν έμειναν τα ίδια. Το μόνο που άλλαξε είναι τα χέρια που ήρθαν τώρα, που και πριν ήταν, μα δεν τα’ νιωθες. Το μόνο που άλλαξε είναι αυτά τα αγγελικά χέρια. Για να σε κρατήσουν ξανά, την ώρα που κανείς άλλος δε θα μπορεί ή δε θα θελήσει να το κάνει. Για να σε κρατήσουν ξανά και να σε σύρουν με τη θέλησή σου όταν αναίσθητος όταν ασθενής όταν εν συγχύσει οδοιπόρος...

«ΛΑΖΑΡΕ, ΔΕΥΡΟ ΕΞΩ»!

Φανταστήκατε τι σήμαινε
να του πη έτσι απλά "Δεύρο έξω",
φανταστήκατε τι χαρτί θα κρατούσε;

«ΛΑΖΑΡΕ, ΔΕΥΡΟ ΕΞΩ»!

Εκείνο το «δεύρο έξω» με συνταράζει,
εκείνο το «δεύρο έξω» όπως φωνάζουμε τον φίλο μας απ’ το σπίτι του,
εκείνο το βέβαιο «δεύρο έξω»
που δεν επιδεχόταν αμφιβολίες,
που απ’ αλλού ερχόταν!

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ, Εκπρόθεσμα
ΝΕΟΦΥΤΟΣ Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ ΜΙΛΑ-

...τω δε βασιλεί Ισαακίω κατακλείει εν καστελλίω καλουμένω Μαρκάππω. Κατά δε του ομοίου αυτώ Σαλαχαντίνου ανύσας μηδέν ο αλιτήριος, ήνυσε τούτο και μόνον, διαπράσας την χώραν Λατίνοις, χρυσίου χιλιάδων λιτρών διακοσίων. Διό και πολύς ο ολολυγμός, και αφόρητος ο καπνός, ως προείρηται, ο ελθών εκ του βορρά...

ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΧΩΡΑΝ ΚΥΠΡΟΝ ΣΚΑΙΩΝ


Ύπέρογκες αρχιτεκτονικές. Λαρίων Φαμαγκούστα Μπου
φαβέντο. σχεδόν σκηνικά.
Ήμασταν συνηθισμένοι να το στοχαζόμαστε αλλιώς το
΄"Ιησούς Χριστός Νικά"

που είδαμε κάποτε στα τείχη της Βασιλεύουσας, τα φα-
γωμένα από γυφτοτσάντιρα και στεγνά χορτάρια,
με τους μεγάλους πύργους κατάχαμα σαν ενός δυνατού
που έχασε, τα ριγμένα ζάρια.

Για μας ήταν άλλο πράγμα ο πόλεμος για την πίστη του
Χριστού
και για την ψυχή του ανθρώπου καθισμένη στα γόνατα
της Υπερμάχου Στρατηγού,
που είχε στα μάτια ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης,
εκείνου του πέλαγου τον καημό σαν ήβρε το ζύγιασμα
της καλοσύνης.

Ας παίζουν τώρα μελοδράματα στα σκηνικά των σταυρο-
φόρων Λουζινιά
κι ας φλομώνουνε με τον καπνό που μας κουβάλησαν
από το βοριά.

Ασ' τους να τρώγουνται και ν' ανεμοδέρνουνται ωσάν το
κάτεργο που δένει μούδες.
Καλώς μας ήρθατε στην Κύπρο, αρχόντοι. Τράγοι και
μαϊμούδες!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Εγκλείστρα, 21 Νοεμ. '53

Σημείωση:

Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος. Τοιχογραφία του 1193 (λεπτομέρεια παραστάσεως) η οποία απεικονίζει τον Άγιο βασταζόμενο από δύο Αγγέλους και βρίσκεται στην Εγκλείστρα. Η τοιχογραφία έγινε όταν ο Άγιος ζούσε ακόμη και εικονίζει την επιθυμία του να βασταχθή υπό των Αγγέλων, στην ώρα της εξόδου της ψυχής του.


1 ΙΟΥΛΙΟΥ 2011

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011


ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Αποχαιρετιστήρια χρώματα των δειλινών. Καιρός να ετοιμάσεις
τις τρεις βαλίτσες -τα βιβλία, τα χαρτιά, τα πουκάμισα-
και μην ξεχάσεις εκείνο το ρόδινο φόρεμα που τόσο σου πήγαινε
παρ' ότι το χειμώνα δε θα το φορέσεις. Εγώ,
τις λίγες μέρες που μας μένουν ακόμη, θα ξανακοιτάξω
τους στίχους που έγραψα Ιούλιο κι Αύγουστο
αν και φοβάμαι πως τίποτα δεν πρόσθεσα, μάλλον
πως έχω αφαιρέσει πολλά, καθώς ανάμεσά τους διαφαίνεται
η σκοτεινή υποψία πως αυτό το καλοκαίρι
με τα τζιτζίκια του, τα δέντρα του, τη θάλασσά του,
με τα σφυρίγματα των πλοίων του στα ένδοξα λιογέρματα,
με τις βαρκάδες του στο φεγγαρόφωτο κάτω απ' τα μπαλκονάκια
και με την υποκριτική ευσπλαχνία του, θα'ναι το τελευταίο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Παίρνεις το δισάκι σου και πας...


Παρά τον Μύριχον...

Παίρνεις το δισάκι σου και πας. Πας κάπου, αφού άδεια, να γεμίσεις ξανά. Όχι, μακριά. Όσο μπορείς. Κάπου που να κυλά ποτάμι. Ή λίμνη, έστω. Τη ζέστη της θάλασσας δεν την αντέχεις πια. Κάπου που να' χει σιωπή. Κάπου στο τίποτα. Εικόνες φτιάχνεις μέσα σου. Εικόνες και ήχους της σιωπής. Δεν ξέρεις πού. Δεν ξέρεις τι. Νιώθεις μόνο το πώς. Πώς να' ναι αυτό το "τίποτα". Πόσο κοντά καμιά φορά αυτό το γεμάτο τίποτα. Πόσο κοντά σε ό,τι αναγκεύεται η ψυχή. Αρκεί να' ρθει η ώρα της. Και τότε όλα ανοίγονται κι έρχονται μόνα τους. Δίχως βία, φανερώνεται της ψυχής η ανάγκη. Και επιβάλλεται.

Παίρνεις το δισάκι σου και πας. Και συναντάς καταφύγιο παρά τον Μύριχον ποταμόν και παρά τον ίδιο τον Μύριχο. Κι εκεί στέκεσαι και σταματάς. Πιο πέρα δεν έχει. Ούτε πιο πάνω. Εδώ. Στέκεσαι και τον κοιτάς και τον έχεις μπροστά σου όλες τις ώρες. Ώρες που τις ρουφάς. Τον έχεις στο ξημέρωμα, να λιάζεται το μεσημέρι, να χρωματίζεται το μούχρωμα, να σκοτεινιάζει, να γεμίζει φωνές τη νύχτα, όλη τη νύχτα να τον ακούς και τις φωνές ν' ακούς κρυμμένες μες στις καλαμιές και μακριά τη σιγή και τη σιωπή μιας νύχτας που όμως δεν ησυχάζει.

Τον έχεις και σε θέλγει, στο πλάι τον περπατάς, πάλιν και πολλάκις σε σταματά , τα πετούμενα του ουρανού, τα πετούμενα της λίμνης του, χήνες και βουτηχτάρια και κείνα τα σταχτιά πουλιά και τα ψηλόκορμα, σαν πελαργοί σου μοιάζουν, τα σπάρτα, τα κίτρινα πανέμορφα λουλούδια, κι οι ακακίες με τις ρίζες τους να συγκρατούν το χώμα που ολισθαίνει, να συγκρατούν και να ομορφαίνουν, και γύρω βαλανιδιές, γεμάτος ο τόπος από τη δρυ τη βασιλική, θυμάσαι τον θείο στο χωριό, όλα δέντρα τα λέμε, μα τη βαλανιδιά "ο Δένδρος" τη φωνάζουμε. Μόνο αυτή φωνάζουμε έτσι.

Το φράγμα του πιο πέρα και μικροί, κρυμμένοι καταρράκτες, τα ρυάκια του Σινιάτσικου που τρέχουν να συναντήσουν τον μεγάλο ποταμό, μα πρώτα τον χειμαρροπόταμο, αυτόν τον άγνωστο ως τα τώρα Μύριχοποταμό. Πεταλούδες παραποτάμιες, πεταλούδες να γυροφέρνουν τα σπάρτα και το χωματόδρομο, πεταλούδες παντού και σα να περίσσεψαν. Ο τόπος μοσχοβολά. Σου δίνει ό,τι έχει. Ο τόπος είναι διάφανος. Μια κρυμμένη, πανάκριβη ομορφιά, που ποτέ σου έτσι δεν τη φαντάστηκες. Τόσους χρόνους, ανεβαίνεις-κατεβαίνεις τα Νάματα, απο μακριά τον κοιτούσες και τον χαιρόσουν, σταματούσες ξανά και ξανά, κρυμμένος ήταν μες στις βαλανιδιές, έτσι τον αντάμωνες, κρυμμένο και φυλαγμένο, εκ του μακρόθεν, απέναντι τον είχες, πώς μπορούσες τόση ομορφιά να ανταμώσεις, πώς ήταν δυνατόν να τη φανταστείς, τόσους χρόνους, ανέβαινες-κατέβαινες, εις μάτην. Μα τώρα απλώθηκε η ομορφιά του κι έγινε κοιλάδα, μια κοιλάδα ακριβοθώρητη, σε απόσταση πνοής...

Έρχεται ξημέρωμα ξανά, της Κυριακής ξημέρωμα, το δρόμο παίρνεις για την Κοίμηση στο Σισάνι, μοναστηράκι μικρό, που σε τίποτα δεν υστερεί από την περίτρανη σκεπασμένη Βασιλική. Χρόνια πριν την είχες περπατήσει άσκεπη, μα τώρα κλεισμένη σε στέγαστρο και τζαμαρία και κάπως απόμακρη και μοναχική, ένα άξενο μνημείο, για ποιον άραγε την κρατούν κλειστή; Κατεβαίνεις, για να εισέλθεις και μόλις πέρασαν τα Άγια, "μιαν από κόπου ενύσταξα", θυμάσαι τον Μπεργαδή,  έπεσα κι εκοιμήθη, μα εδώ ο γέροντας ιερέας σε κρατά ορθή, για τον εκατόνταρχο λέει και κάτι για την πίστη, στήριξόν μου την πίστη, λέει, κι έπειτα μοσχοβολούσαν οι φλαμουριές στο μικρό αυλόγυρο, να μαζέψουμε πριν φύγουμε, θυμήθηκες να πεις. Να μαζέψουμε για τον χειμώνα.

Τις ώρες να μαζέψουμε και τις στιγμές, γιατί ο χρόνος είναι πάντα τώρα. Το έμαθες, έστω και αργά. Ο χρόνος είναι πάντα τώρα. Σταματά, όμως, και στο πάντα. Ο χρόνος, λοιπόν, είναι πάντα. Θυμάσαι τον Πόρτσια, πώς να μην;

«Αυτό που πιο πολύ με έκανε να σκεφτώ στη ζωή είναι το λίγο που είναι η ζωή. Η ζωή δεν υπάρχει, δεν υπάρχει επειδή αν υπήρχε θα ήταν πάντα όπως είναι. Η ζωή μοιάζει να υπάρχει. Αυτό το λεπτό περνάει και μια και πέρασε δεν υπήρξε, γιατί δεν υπάρχει. Είναι ένα ολικό πράγμα. Το ένα είναι καμωμένο από όλα κι από όλους και είναι όλο αλλά δεν είναι ένα. Το ένα δεν συναντάται ποτέ όπως εγώ, όπως ένα. Συναντάται σαν τα πράγματα, σαν τα πρόσωπα, σαν χρόνος».

Ημέρα Κυριακής και θα παραμείνεις μακριά, για όσο χρειαστεί, τον Μύριχο να κοιτάς σε όλες τις μυστικές του ώρες, τη σιωπή του να ρουφάς, μα και τη μακρινή φωνή του, τη σιγή να παίρνεις μέσα σου, γιατί τόση η ανάγκη. Τόση η ανάγκη να σε απαλύνει κάτι. "Σα θάλασσα" λέει η κόρη που σε συνοδεύει. "Σα θάλασσα τούτο το ποτάμι". Μικρά πουλιά και ποταμήσια, του δάσους πουλιά έρχονται στο μπαλκόνι σου και σε συνοδεύουν, μες στα βιβλία που τυλίχτηκες, τα σκόρπια τα χαρτιά, τα πλήκτρα, τα μελάνια.
Μικρά πουλιά, φεύγουν και ξανάρχονται μες στο μεσημέρι, τα βλέπεις, δε σε βλέπουν, μικρά σταχτιά πουλάκια, τα χαζεύεις μες στα πλήκτρα, τα χαρτιά και τα μελάνια. Τα χαζεύεις και ακούς. Ο τόπος είναι διάφανος. Σου δίνει ό,τι έχει. Ο τόπος είναι απλόχερος. Το ίδιο και η ομορφιά του.

Σκοτάδι απλώθηκε ξανά, ανεβαίνει το μισό φεγγάρι και μες στον Μύριχο πέφτει και καθρεφτίζεται, να, γιατί τόσα τα παραμύθια για τις νεράιδες και τα ποτάμια μες στο φως της νύχτας, να,  γιατί. Ο τόπος είναι μαγευτικός.
Το χάραμα επήρες του Ήλιου το δρόμο, απ' όπου χαράζει ως όπου βυθά, για να πεις κι εσύ ξανά πως τα μάτια σου τόπο δεν ήβραν ομορφότερο από τούτο τ' αλωνάκι, του μικρού ποταμού τη ζεστή κοιλάδα.

Είσοδος και Έξοδος ταυτόχρονα του Μικρού Ναυτίλου που μεγάλωσε πια

ΚΑΠΟΤΕ ΔΕΝ
είναι παρά μια λάμψη πίσω απ' τα βουνά
-κει κατά το μέρος του πελάγου. Κάποτε πάλι ένας αέρας δυνατός
που άξαφνα σταματάει όξω απ' τα λιμάνια. Κι όσοι νογούν, το μάτι
τους βουρκώνει

Χρυσέ ζωής αέρα γιατί δε φτάνεις ως εμάς;

Κανένας δεν ακούει, κανένας. Όλοι τους πάνε κρατώντας ένα εικόνισμα και πάνω του η φωτιά. Κι ούτε μια μέρα, μια στιγμή στον τόπο
αυτόν που να μη γίνεται άδικο και φονικό κανένα

Γιατί δε φτάνεις ως εμάς;

Είπα θα φύγω. Τώρα. Μ' ό,τι να' ναι: το σάκο μου τον ταξιδιωτικό
στον ώμο· στην τσέπη μου έναν Οδηγό· τη φωτογραφική μου μηχανή
στο χέρι. Βαθιά στο χώμα και βαθιά στο σώμα μου θα πάω να βρω
ποιος είμαι. Τι δίνω, τι μου δίνουν, και περισσεύει το άδικο

Χρυσέ ζωής αέρα...

Κάποτε νιώθω να 'μαι τόσοι πολλοί
που χάνομαι. Θέλω να πραγματοποιηθώ έστω και στο μάκρος μιας
ηλικίας που να ξεπερνά τη δική μου.
Αν η ψευτιά δεν υπάρχει τρόπος να καταβληθεί ούτε από το χρόνο,
τότε το παιχνίδι το έχασα.

Αυτή την ψυχή τη λέω αθωότητα. Κι αυτή τη χίμαιρα, δικαίωμά μου.

Χείλι πικρό που σ' έχω δεύτερη ψυχή μου, χαμογέλασε!

Άδειασα και ξαναγέμισα τον ταξιδιωτικό μου σάκο. «Μόνον τ' απαραίτητα» είπα. Κι ήταν αρκετά γι' αυτή τη ζωή - και για πολλές
άλλες ακόμη.

Γυμνός, Ιούλιο μήνα, το καταμεσήμερο. Σ' ένα στενό κρεβάτι, ανά-
μεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο
μπράτσο μου, που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.
Κοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας.
Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα
όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα
πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψά-
θα. Χάμου, στ' άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα. Έχω
στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.
Γεννήθηκα για να 'χω τόσα. Δε μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ.
Από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Μόνο που 'ναι
πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέ-
λει να ξέρεις να τ' αγγίξεις οπόταν η φύση σου υπακούει. Κι από τη
φύση -αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.

«Εχθές έχωσα κάτω απ' την άμμο το χέρι μου κι έπιασα το δικό της.
Όλο το απόγεμα ύστερα τα γεράνια με κοίταζαν απ' τις αυλές με νόη-
μα. Οι βάρκες, οι τραβηγμένες έξω στη στεριά, πήρανε κάτι γνώρι-
μο, οικείο. Και το βράδυ, αργά, την ώρα που της έβγαλα τα σκουλα-
ρίκια να τη φιλήσω έτσι όπως θέλω εγώ, με τη ράχη ακουμπισμένη
στον μαντρότοιχο της εκκλησιάς, μπουμπούνισε το πέλαγος και οι
Άγιοι βγήκανε κρατώντας κεριά να μου φωτίσουνε.»
Χωρίς αμφιβολία υπάρχει για τον καθέναν από μας κι από μια ξεχω-
ριστή, αναντικατάστατη αίσθηση που αν δεν τη βρει να την απομο-
νώσει εγκαίρως και να συζήσει αργότερα μαζί της, έτσι που ναν τη
γεμίσει πράξεις ορατές, πάει χαμένος.

Δεν παίζω με τα λόγια. Μιλώ για την κίνηση που ανακαλύπτει κανείς
να σημειώνεται μέσα στη «στιγμή» όταν καταφέρει να την ανοίξει
και να της δώσει διάρκεια. Οπόταν, πραγματικά, και η Θλίψις γίνεται Χάρις και η Χάρις Άγγελος· η Ευτυχία Μοναχή και η Μοναχή Ευτυχία με λευκές, μακριές πτυχές πάνω από το κενό, ένα κενό γεμάτο σταγόνες πουλιών, αύρες βασιλικού και συριγμούς υπόκωφου Παραδείσου.

Και χρωστάμε στη διάρκεια μιας λάμψης την πιθανή ευτυχία μας.

Έχει και η ψυχή τον δικό της κονιορτό που, εάν σηκωθεί μέσα μας
αέρας, αλίμονο. Οι ορμές χτυπάνε στα παράθυρα, τα τζάμια θρυμμα-
τίζονται. Λίγοι ξέρουν ότι ο υπερθετικός στα αισθήματα σχηματίζε-
ται με το φως, όχι με τη δύναμη. Κι ότι χρειάζεται χάδι εκεί που βά-
ζουν μαχαίρι. Ότι ένας κοιτώνας με τη μυστική συνεννόηση των σω-
μάτων μας παρακολουθεί παντού και μας παραπέμπει στην αγιότητα
χωρίς συγκατάβαση.

Το σώμα ξέρει.

Άργησα πολύ να καταλάβω τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυ-
τοί που μου μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφά-
νειας. Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου για να
την καταλάβεις.

Μια μέρα που ένιωθα να μ' έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη
θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα, κει που περπατού-
σα μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου.
Το 'κοψα και το 'φερα στο απάνω χείλι μου. Ευθύς αμέσως κατάλαβα
ότι ο άνθρωπος είναι αθώος. Το διάβασα σ' αυτή τη στυφή από αλή-
θεια ευωδιά τόσο έντονα που πήρα να προχωρώ το δρόμο της μ' ελα-
φρύ βήμα και καρδιά ιεραποστόλου.

Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότε-
ρο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα.

Τυλίγομαι το αρχαίο ρούχο και τα πέτρινα πάλι κατε-
βαίνω σκαλοπάτια καλώντας και ξορκίζοντας

Έρμα 'ν' τα μάτια, που καλείς

Μακριά στο σώμα και μακριά στο χώμα που πατώ πήγα να βρω ποιος είμαι. Τις μικρές ευτυχίες και τ' αδόκητα συναπαντήματα θησαύρισα, και να με: ανήμπορος να μάθω τι δίνω, τι μου δίνουν και περισσεύει το άδικο

Χρυσέ ζωής αέρα...

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Επι-γράμματα


Εν είδει επιγράμματος

Η καρδιά είν’ ο μόνος εργάτης
που να διώξει κανείς δεν μπορεί.

Ποιος ξέρει πόσο βαθειά είν’ η Καρδιά
και πόσα πολλά χωράει;

Ποιους επισκέπτεται ο Θάνατος, το βλέπω,
περνάει τακτικά.

Στον Θάνατο η ψυχή πρέπει να πάει μοναχή,
έτσι, όπως πρέπει στη ζωή.

Ο Θάνατος μια άγρια Νύχτα είναι
κι ένας καινούργιος Δρόμος.

Ω Γη Απαράμιλλη – Υποτιμούμε
την τύχη να Σε κατοικούμε.

Το πιο υπέροχο μυστικό είν’ η Ζωή.
Και όσο κρατάει αυτό,
πρέπει να μιλάμε όλοι σιγά.

Μόνο η Αγάπη μπορεί να πληγώσει –
Μόνο η Αγάπη την Πληγή να γιατρέψει.

Να πεθάνει προτού φοβηθεί να πεθάνει,
ίσως να’ τανε μια ευλογία -

Να’ ρχεσαι – απ’ τον Ουρανό –τυχαίο είναι –
μα να γυρνάς εκεί –αιώνιο.

Τι’ ναι η Γη στ’ αλήθεια παρά μια Φωλιά
που απ’ την άκρη της πέφτουμε όλοι;

Ελπίζω να’ ναι ο Παράδεισος ζεστός –
Υπάρχουν Ξυπόλυτοι τόσοι πολλοί -

Η Θύμηση είναι μι’ αλλόκοτη Καμπάνα –
Χαρμόσυνα ηχεί, μα και Θλιμμένα.

Ένα Βιβλίο είναι της Καρδιάς Πορτραίτο –
κάθε Σελίδα ένας Παλμός -

Είθε να μπορούσα να πω μια λέξη αρμονική
τη λύπη σου να κάνω πιο μικρή.

Το ότι είμαστε μόνιμοι για λίγο,
καλό είναι που το ξέρουμε,
παρόλο που δεν ξέρουμε τίποτε παραπάνω.

Μ’ όλη μας τη δύναμη ας αγαπάμε,
γιατί ποιος ξέρει πού παν οι καρδιές μας,
όταν ο κόσμος αυτός πια δεν θα’ ναι;

Είχα ελπίσει να πω πιο πολλά.
Ν’ αγαπήσω πιο πολύ ποτέ δεν θα μπορέσω.

EMILY DICKINSON 1830-1886

Η Dickinson δεν έγραψε επιγράμματα. Είναι γνωστό ότι έγραψε μόνον ποιήματα και γράμματα. Το 1993 ο William H.Shurr εξέδωσε σε ένα μικρό τόμο τα New Poems of Emily Dickinson με 498 «νέα», όπως τα χαρακτήρισε, ποιήματα που «εξόρυξε» μέσα από τα γράμματά της. Η άποψή του ήταν ότι η ποιήτρια είχε ενσωματώσει αυτά τα ποιήματα μέσα στα γράμματα σε μορφή πρόζας, και πρότεινε ότι αυτά έπρεπε να συμπεριλιφθούν στον Κανόνα των έως τότε γνωστών 1775 ποιημάτων της. […] η ίδια η ποιήτρια σε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις είχε αλλάξει σε πρόζα ποιήματα (ολόκληρα ή στίχους τους), που είχε στείλει με προηγούμενα γράμματά της, δείχνοντας έτσι ότι τα όρια μεταξύ ποίησης και πρόζας δεν ήσαν γι’ αυτήν σταθερά.

Μέσα από αυτό το πυκνό και ακόμη ανεξερεύνητο δάσος των γραμμάτων της Emily Dickinson έχουν «υλοτομηθεί δενδράκια» του πεζού της λόγου, που μπορούν να σταθούν σαν επιγράμματα.
[…] τη σχέση αυτών των θρυμμάτων λόγου με τα Γράμματα της Ποιήτριας, αλλά και ότι είναι Επιγράμματα χωρίς να έχουν γραφτεί για να παίξουν ένα τέτοιον ρόλο. Θα έλεγα μάλιστα ότι αυτά, κρυμμένα μέσα στα γράμματα, δείχνουν να μην έχουν κανένα παροιμιακό, αφοριστικό ή επιγραμματικό χαρακτήρα. Όταν όμως βγουν έξω από το κείμενο και σταθούν μόνα τους και ανεξάρτητα από αυτό, τότε δείχνουν πιο λαμπερά και κομψά, και αποκτούν όλην εκείνη την νευρική ένταση, την παράξενη, ελλειπτική και υπαικτική σκέψη, και την συμπυκνωμένη, βίαιη δύναμη, που χαρακτηρίζουν τον ποιητικό λόγο της Emily Dickinson.

Ιωάννου Κ., Εισαγωγή, Dickinson E.. Επι-γράμματα (μτφρ.Κ.Ιωάννου), Κρωπία 2000

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

"Το λεν δικαιοσύνη..."



ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΓΗΣ

[....]

Καμένο δείχνει αυτό το δέντρο, αλλά δεν είναι. Ανεστραμμένο είναι, διεστραμμένο ίσως, καμένο όχι. Κουράστηκε καρπούς να δένει για τους άπληστους, δροσιά και θρόισμα να χαρίζει στους αχάριστους. Κάτω απ' το χώμα, τώρα, το σκιερό του φύλλωμα στεγάζει τους νεκρούς, τα φρούτα του ευφραίνουν αρουραίους και ασβούς.
Καμένο δείχνει αυτό το δέντρο, αλλά δεν είναι. οργισμένο είναι, διψασμένο για εκδίκηση ίσως, καμένο όχι. Τα φοβερά πλοκάμια των ριζών του βυζαίνουνε τον ουρανό, απομυζούν το οξυγόνο των αδίκων. Πνίγεται μες στον ύπνο του ο ξυλοκόπος άνθρωπος, πνίγονται τα παιδιά του κι η γυναίκα του.
Καμένο δείχνει αυτό το δέντρο, αλλά δεν είναι. Μεταλλαγμένο είναι σίγουρα μεταλλαγμένο, καμένο όχι. Κάποτε, το' λεγαν ελιά, φτελιά ή καστανιά, οξιά, κουκουναριά ή βαλανιδιά...Τώρα, το λεν δικαιοσύνη.

[...]

Ελάφι ελαφροϊσκιωτο, που ονειρεύτηκε τα ύψη, άφησε την εύφορη κοιλάδα, τα βαθύσκια δάση και πήρε τα γυμνά βουνά, κι από κορφή σ' άλλη κορφή, μέχρι την πιο ψηλή, κι από αστέρι σ' άλλο αστέρι, ανάλαφρα πηδώντας, σκαρφάλωσε ως το βασίλειο του χάους.
Κανείς δεν ξέρει τι απόγινε το ελαφροϊσκιωτο ελάφι. Μπορεί ζητιάνος να' γινε, σ' αυτό τον ξένο τόπο,
μπορεί και βασιλιάς, σύμβιος της Μεγάλης Νύχτας.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

Ανάπηρος έστω...


ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΔΟΚΙΜΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ

Οι τσαγκαράδες να φτιάνουν όπως πάντα
γερά παπούτσια
Οι εκπαιδευτικοί να συμμορφώνονται με το
αναλυτικό πρόγραμμα του Υπουργείου
Οι τροχονόμοι να σημειώνουν με σχολαστικότητα
τις παραβάσεις
Οι εφοπλιστές να καθελκύουν διαρκώς νέα σκάφη
Οι καταστηματάρχες ν' ανοίγουν και να κλείνουν
σύμφωνα με το εκάστοτε ωράριο
Οι εργάτες να συμβάλλουν ευσυνείδητα στην άνοδο
του επιπέδου παραγωγής
Οι αγρότες να συμβάλλουν ευσυνείδητα στην κάθοδο
του επιπέδου καταναλώσεως
Οι φοιτητές να μιμούνται τους δασκάλους τους και
να μην πολιτικολογούν
Οι ποδοσφαιριστές να μη δωροδοκούνται πέραν
ενός λογικού ορίου
Οι δικαστές να κρίνουν κατά συνείδησιν και
εκτάκτως μόνον, κατ' επιταγήν
Ο τύπος να μη γράφει ό,τι πιθανόν να εμβάλλει εις
ανησυχίαν τους φορτοεκφορτωτάς
Οι ποιητές όπως πάντα να γράφουν
ωραία ποιήματα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.

Το πολύ-πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς
προβολείς  μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη
μοναδική λέξη: ζω

"Γιατί", όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο
φίλος μου ο Τίτος,
"Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα".

Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

Οι κλειδοκράτορες του σκότους του Νομού Κοζάνης



Για να μην πάμε μακριά. Στέλνω το ποίημα «Αντίδοτο στη λήθη» της Φιλίτσας, στέλνω το κείμενο «Κλειδοκράτορες του σκότους» στην ηλεκτρονική εφημερίδα του Νομού Κοζάνης http://www.kozan.gr/  Απόκριση καμία. Στέλνω μήνυμα ηλεκτρονικό για το δεύτερο το κείμενο, μπας και δεν το έλαβαν οι άνθρωποι, έχοντας μέσα μου την πεποίθηση της λογοκρισίας. Οk, λέω. Οι άνθρωποι είναι άξιοι της μοίρας τους. Οι άνθρωποι προτιμούν ακίνδυνα κειμενάκια, τύπου «Άντε στο διάολο…αγαπούλα μου», προτιμούν τα μπουγελώματα του Αλέκου, προτιμούν γραφικά επικήδεια σημειώματα για ανθρώπους που αυτοί γνωρίζουν, προτιμούν λογοτέχνες με «παγκόσμιας» εμβέλειας βραβεία κατά κόρον, προτιμούν τα λαογραφικά συναπαντήματα περιχώρων Κοζάνης και μόνο. Ok λέω. Λογοκριθήκαμε. Αλλά, δε θα σωπάσουμε κιόλας. Την υποκρισία δεν την ανέχτηκα και δε θα την ανεχτώ με τίποτα. Η ντόπια ηλεκτρονική εφημερίδα ας συνεχίσει την υποκρισία της δήθεν ενημέρωσης του Νομού Κοζάνης. Για τα τοπικά του όρια φτάνει και περισσεύει.

Ανακαλώ τον Έρμαν Έσσε, έτσι για να με στηρίξει σε τούτη την αηδία που μας έφερε γύρα:

«Πρέπει να μας είναι επιτρεπτό να θυμόμαστε πότε πότε ότι σε σχέση με τους μεγάλους ποιητές του ένας λαός δεν κατέχει απλώς μία ποικιλία υψηλής κλάσεως γελωτοποιών και ψυχαγωγών, με των οποίων τη συντροφιά μπορεί να περάσει κανείς μερικές ευχάριστες ώρες κατά καιρούς, αλλά κάτι βασικά διαφορετικό, συγκεκριμένα, κεραίες, ευαίσθητα αισθητήρια όργανα, που προβλέπουν και εξετάζουν ένα μέρος του μέλλοντος, μια δυνατότητα εξέλιξης. Οι ποιητές και οι στοχαστές, στο μέτρο που δεν ήταν καιροσκόποι αλλά είχαν το κουράγιο των πεποιθήσεών τους, είναι τα πιο ευγενή αλλά επίσης και τα πιο επικίνδυνα πρότυπα ενός λαού. Γιατί αυτά τα πρότυπα δεν παρέχουν μία υποδειγματική λίστα καθηκόντων και πεποιθήσεων που το μόνο που χρειάζεται είναι να μιμηθεί κανείς, αλλά υποδεικνύουν και διδάσκουν επακριβώς το αντίθετο, συγκεκριμένα, το δρόμο προς τη μοναξιά και την προσωπική συνείδηση».

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, Σκέψεις, Νεφέλη 1997

Μεγάλη ποιήτρια δεν είμαι, ούτε και θα γίνω. Μα και γελωτοποιός δεν είμαι. Και κειμενάκια για να περνά κατά καιρούς κανείς ευχάριστα την ώρα του δε θα γράψω. Και να υποκύψω, δε θα το κάνω. Και καιροσκόπος δεν είμαι. Ούτε έχω ώρα για να χάσω, ούτε και λεπτό. Ασφυκτιώ και πνίγομαι και όταν τούτο συμβαίνει θα μιλώ. Αν είναι επικίνδυνα ή όχι αυτά που γράφονται, αυτό ας το κρίνουν οι άλλοι.
Όμως, δε θα παίζουμε με τα πράγματα και προπάντων με τα λόγια
Και γελοίοι δε θα γίνουμε ούτε και μαριονέτες
Και αφελείς δεν είμαστε ούτε και ηλίθιοι
Και αν μείνουμε μόνοι μας, ας μείνουμε

Υ.Γ.

Αντιθέτως, θα ευχαριστήσω τον Κώστα Μαυρίδη http://www.eordaia.org/  για τη φιλοξενία του λόγου, όποτε του το ζήτησα. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να ικανοποιηθεί η δική μου ματαιοδοξία του λόγου ή ο ναρκισσισμός του, αλλά να διαβαστούν αυτά που γράφονται. Δεν έχει σημασία ποιος τα γράφει. Σημασία έχει να διαβάζονται οι όποιες οπτικές γωνίες. Να διευρύνεται το «νόημα». Γιατί το ζητούμενο είναι το χρέος που νιώθει ο καθένας. Και εμείς ασφυκτιούμε από το χρέος του λόγου. Από το υστέρημα του χρόνου αντλούμε, μόνο και μόνο γιατί ορθώνεται μπροστά μας αυτό το χρέος. Και δε μας αφήνει να ησυχάσουμε. Τις νύχτες και τις μέρες. Και αρρωσταίνουμε. Και δε λειτουργούμε στην κανονική ζωή παρά ως τη στιγμή που θα λάβει σάρκα και οστά και πνοή αυτός ο λόγος. Και ως τη στιγμή που θα φύγει από μας, για να τον κοινωνήσει ο άλλος.