Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Σε περιβόλι μοναχός σα σκοτεινό τρυγόνι


Μια μικρή μέλισσα κατέβηκε το πηγάδι του κρίνου και ακόμα να φανεί.....
ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

-Μα για το σώμα που έχεις δεν είναι μεγάλα τα φτερά σου; ρώτησε ένα μικρό μυρμήγκι την πεταλούδα.
-Είναι! Αλλά εμένα με λένε και ψυχή και δεν ξέρεις τι βάρος έχει αυτό.

ΑΝΟΙΧΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Το παράθυρο ήταν ανοιχτό. Ο μικρός άνεμος της αυγής, έσπρωξε ελαφρά τα φύλλα, φούσκωσε την κουρτίνα και μπήκε στο δωμάτιο. Η κόρη κοιμόταν. Τα μακριά σγουρά μαλλιά της δε σκέπαζαν το γυμνό της σώμα, μα κρέμονταν στο πάτωμα. Ο άνεμος πλησίασε, μπήκε στα μαλλιά, πήρε το σγουρό, το χρώμα και το άρωμα. Ύστερα τη χάιδεψε στον ώμο της κι έφυγε. Ανέβηκε στα βουνά και σκόρπισε το άρωμα στο χώμα και τα λουλούδια. Ύστερα κατηφόρισε στην ήσυχη λίμνη και φύσηξε το σγουρό των μαλλιών πάνω στη γυαλάδα της. Μετά μπήκε στα σπαρτά και τα έβαψε χρυσοκίτρινα. Κουρασμένος κάθισε στη σκιά του πρίνου και είπε:
-Το χάδι όμως στον ώμο θα το κρατήσω για μένα...

ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ

-Άκου να σου πω, είπε ο χρόνος στην απουσία. Σε βλέπω πάντα λυπημένη και στενοχωριέμαι. Αποφάσισα να σε λέω ανάμνηση. Και θα σε κάνω πιο όμορφη κι από την παρουσία.
-Δε θέλω να με κάνεις πιο όμορφη. Πιο χαρούμενη, αν μπορείς.

ΕΦΤΙΑΞΕ ΛΙΓΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ

Σα φλουρί φάνηκε το φεγγάρι στο βασιλικό μπλε της νύχτας. Από ψηλά είδε το πηγάδι. Κοντοστάθηκε, καθρεφτίστηκε, έφτιαξε λίγο το φως του και ρώτησε με τη λεπτή φωνή του:
-Τι κάνεις, πηγάδι μου, και έχεις πάντα τόσο καθαρό πρόσωπο;
-Λέω την αλήθεια, φεγγάρι μου.

ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ, Το πηγάδι του κρίνου

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Κλάμα του εμιγκράντου




Γυρτή είμ’ απ’ το βοριά αγριλιά και χιονοφορτωμένη.

να βλέπω το χειμώνανθο τον πολυζηλεμένο

χλωμός να πέφτη αντίκρυ μου!...ω, κάλλιο να μην ήμουν!

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Εγώ ειμί


Μετά την τελευταία πέτρα,
το βάδισμα πάνω στη θάλασσα της πίστης.
Εκεί, ο καθένας
και οι δισταγμοί του.
Όμως, «θαρσείτε».
Αυτός, μετά τον χορτασμό,
«περιπατών
επί της θαλάσσης»,
έρχεται.
Ενάντιος ο άνεμος
αλλά «μη φοβείσθε».
Ώρα «τετάρτη δε
φυλακή της νυκτός».
Μια νύχτα λευκή,
σαν την αγρύπνια
της φωτογραφίας.
Γεννάει φαντάσματα.
«Ελθέ».
Και εγώ, ολιγόπιστος,
σαν άλλος Πέτρος,
ανταποκρίνομαι
στο κάλεσμα Του.
Έπειτα, βυθίζομαι, κραυγάζοντας,
«Κύριε, σώσον με».

ΝΙΚΟΣ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ
φωτογραφία – Σικελία : Ισίδωρος Κουτσογιάννης

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

Συνταγές μαγειρικής


Συνταγές μαγειρικής

...δια του βλέμματος θωπεύοντα την μεγάλην χύτραν εμ τα καλομαγειρευμένα με ικανόν ευώδες έλαιον φασόλια, και με άφθονον κοκκίνην πιπεριάν, την οποίαν, με το εξησκημένον βλέμμα του, είχεν ανακαλύψει ήδη ερχομένην όπισθεν των θάμνων, ολονέν και πλησιάζουσαν σκεπασμένην καλά δια να μην κρυώση το φαγητόν, επιστέφουσαν τον μέγαν κόφινον, επί των ώμων της φιλοτίμου οικοκυράς, σχεδόν αρμενίζουσαν ως βάρκαν, χωρίς να φαίνωνται ούτε αι χείρες αι υποβαστάζουσαι ούτε οι πόδες οι βηματίζοντες.
....Αλλά συ, φίλε, δεν προσείχες τότε εις τα τετριμμένα αυτά, αλλ’ εφθόνεις μάλλον τους μικρούς δεκαετείς παίδας, τους ανασηκώνοντας την περισκελίδα ως τον μηρόν, φέροντας τα πέδιλα εις το θυλάκιον και θαλασσώνοντας
υπέρ το γόνυ εις το κύμa
...η μήτηρ σου η φιλότεκνος όχι μόνον δεν σου επέτρεπε να τρέχης, όπως άλλοι, ανυπόδητος και συ, αλλ' απήτει να φορής και κάλτσες. Οποία  δεσμά παιδαγωγικής δουλοσύνης!

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ολόγυρα στη λίμνη


-Κολοκυθάκια έχεις, με ρωτά ο εις των επιτρόπων, που τους έχει άχτι ο Σκιαθίτης, στην Παράκληση της Κυριακής και λίγο πριν την καμπάνα.
-Έχω. Δεν είναι καιρός και για μπατζίνα τώρα, θέλει αυγά και τυρί, την άλλη βδομάδα βλέπουμε.
-Α, να σου πω πώς τα κάνουμε εμείς, έρχεται φουριόζος ο άλλος που άκουσε την κουβέντα.
-Όχι, λέει ο πρώτος, να της πεις εκείνο το άλλο με τα κολοκύθια, αλλά δεν το τρως εσύ, γυρνά και μου κάνει.
-Και γιατί παρακαλώ;
-Τρως σκόρδο;
-Τρώω.
-Άκου τότε.
Κι αρχίζει πότε ο ένας και πότε ο άλλος τα υλικά να αραδιάζουν, το αλάτι να προσθέτουν και στη μύτη το πιπέρι, χυλό να ετοιμάζουν και μέσα εκεί τα κολοκυθάκια στρώνουν κι έπειτα να τα ρίχνουν στο φούρνο μέσα.
-Από πάνω όμως, θα κοπανίσεις σκόρδο και θα το ρίξεις. Και να δεις μετά νοστιμιά, καταλήγουν σύμφωνοι και οι δύο. Και πώς το λένε αυτό το φαγητό, ρωτάς, για να συμπληρώσεις και τα υπόλοιπα. Σου απαντούν γελώντας στην απαγορευμένη γλώσσα: "Μπράσνο τσόρμπα". Δηλ. ρωτάς. Τσόρμπα, το' χεις μάθει από καιρό, αν και εξαρχής αντιστεκόσουν, πως είν' το φαγητό, μα το άλλο άγνωστο σου είναι. "Μπράσνο" αλεύρι, δηλ. φαγητό με αλεύρι, αγαπημένο των παιδιών κι από το κρέας κι ας έχει και σκόρδο.
Χρόνια ακούς τις γερόντισσες τις μαυρομαντηλούσες μετά το σχόλασμα και στην ουρά για το αντίδωρο μεταξύ τους να μιλούν στη γλώσσα που μάθαν μες στα σπίτια τους. Κάποτε γυρνούν με κοιτούν, "μας συγχωρείς" λένε "έτσι μάθαμε". Τώρα χαμογελάς, όχι γιατί έχεις συνηθίσει, μα γιατί καταλαβαίνεις πια. Στην άρχη, σαν είχες φτάσει στον τόπο, τα είχες όλα τούτα δεχτεί ως σοκ πολιτισμικό, έπειτα στάθηκες περίπου επιθετικά, ένιωθες σαν κάτι να σου προσβάλλουν -ακόμα και σήμερα, σαν ακούς "Μπίτολα" εναντιώνεται μέσα σου το πανέμορφο "Μοναστήρι"- τώρα κατανοείς τις συνθήκες και τα γεννοφάσκια του καθενός. Τα γεννοφάσκια είναι ακατανίκητα και -για να πούμε και την αλήθεια- έχουν την αθωότητά τους.

Στο μεταξύ η καμπάνα είχε χτυπήσει, η Παράκληση είχε ήδη ξεκινήσει, τον Εσπερινό ήταν σα να μην τον άκουσες, πήγαινε ερχόταν ο ένας απ' τους δύο, λεπτομέρειες της παρασκευής σου συμπλήρωνε με μια χαρά μεγάλη, σα να είχε ανοίξει η όρεξή του. Είχε όμως ανοίξει και τη δική σου. Τάχυνον εις πρεσβείαν, άκουγες, και σπεύσον εις ικεσίαν, μα τρεις τουλάχιστον ήμασταν αλλού κείνη την ώρα, σε μυρωδιές και μυριστικά, στην τριμμένη ρίγανη από τον Κόζιακα, που μοσχοβολά χωριό, στην τσουμπρίτσα απ' τα Νάματα, που φέρνει την κορφή του Σινιάτσικου πάραυτα μες στην κουζίνα. Είναι η ζέστη, σκέφτεσαι και χαμογελάς, είναι που άνθρωποι σπίθα ανάβουν για να ζήσουν, ποιος ξέρει.
Κάπου προς τα μισά, ξανάρχεται ο επίτροπος, γελώντας ξανά:
-Έλα να σου πω και ένα άλλο, μου γνέφει συνομωτικά.
-Ταρατόρι, τρως;
-Και τι είν' αυτό;
-Παίρνεις αγγούρι και το ψιλοκόβεις, ψιλό-ψιλό, αλάτι και πιπέρι κατά βούληση, ξύδι και λάδι και στο τέλος χτυπημένο σκόρδο. Αυτό να δεις νοστιμιά! Το τρώγαμε το θέρος για δροσιά.
Κολλάς στη λέξη "θέρος". Μόνο στην Κύπρο ακούς πια ωραία ελληνικά, σκέφτεσαι, και στα ορεινά χωριά, ψηφίδες μιας γλώσσας αγαπημένης, που διασχίζει αμαζόνα λαβωμένη τους αιώνες.
Παράκληση έλαβε τέλος και τρέχεις τελευταία την εικόνα της Παναγιάς του τέμπλου ν' ασπαστείς, εκείνη με τα βασιλικά στα πόδια, τελευταία της δίνεις τους ασπασμούς, τελευταία παίρνεις τις Κυριακές τα αντίδωρα, τις περισσότερες φορές μάλιστα δεν προλαβαίνεις παρά μόνο τα ψίχουλα, που βρίσκουν θέση στην παλάμη και αρκούν. 
Ο γελαστός επίτροπος κατεβάζει τις κανδήλες του τέμπλου και τις σβήνει. Τις αφήνει εκεί, κατεβασμένες.
-Ε, Κυριάκο, του λες, ταρατόρι και καληνύχτα
-Ακούς, Όλγα, πριν χρόνια στη Θεσσαλονίκη, κοντά στον Βαρδάρη, ήταν ένα εστιατόριο κι είχε απ' έξω πινακίδα που έγραφε "Σερβίρεται και ταρατόρι"!
Ξεσπάμε σε γέλια που χαλούν την κατάνυξη που προηγήθηκε, μα είναι αδύνατον να κρατηθούμε σήμερα. Ξεχειλίζει κάτι χαρούμενο και χαλαρό από παντού. Πώς να το δαμάσεις; Είναι ακόμη θέρος. Και γιατί να το δαμάσεις;

Σαν μπήκε ο Αύγουστος κι ήρθε με τις βροχές και με τις μπόρες του, το δεύτερό του βράδυ, ανεβαίνουμε προς τσίπουρο κατάσταση στο Καστανόδασος της περιοχής. Εξακολουθεί να υπάρχει ως ο πιο κοντινός αγαπημένος προορισμός. Στην πόλη σχεδόν έχεις ξεχάσει να περπατάς και τους τρόπους της αγνοείς, όμως, εκεί πάνω ανασαίνεις. Βραδιά που σήκωνε ζακέτα, όμως η ψύχρα δεν σ' άφηνε τη νύχτα ν' αποχωριστείς και μέσα να κλειστείς. Σύννεφα βαριά, πού και πού ψιχάλα, μα ήμασταν προφυλαγμένες με τη Φ., το καστανόδασος απέναντι με τις σκιές του και η σιωπή του σούρουπου είχε απλώσει, η νυχτιά κατέβαινε σιγά-σιγά και γύρω τριγύρω λάμψεις αστραπών φωτίζαν στιγμίαια το σκοτάδι, το τσίπουρο τις ψυχές άνοιγε, αυτό με το γλυκάνισο, σα λουλούδια τις άνοιγε σε κάτι όμορφο και σπάνιο πολύ.
Σερβίρουν γίγαντες απλούς, μόνο με κρεμμύδι ξερό και λάδι. Ήταν και το φαγητό της μέρας, γίγαντες αγαπημένοι, χειμώνα-καλοκαίρι. Σαν είναι να τους βάλεις μπροστά, θες χρόνο μέχρι να τους στήσεις. Ανοίγεις το Δεύτερο και ξεκινάς.

Τα υλικά συλλέγεις, τα φέρνεις μπροστά. Τώρα ντομάτα από κήπο και κρεμμυδάκι φρέσκο, μα το χειμώνα ντομάτα κατεψυγμένη απ' το θέρος και κρεμμυδάκι ξερό, βράζουν τα φασόλια σε χύτρα ή σε κατσαρόλα, ανοίγεις-κλείνες τα ντουλάπια, ανοίγεις-κλείνεις τα βαζάκια, ετοιμάζεις τα υπόλοιπα. Σα βράσουν οι γίγαντες, ρίχνεις το κρεμμύδι σε μια πλατιά κατσαρόλα να μαραθεί ελαφρά, χωρίς το λάδι να κάψει, έπειτα τους γίγαντες που τους έχεις στραγγίξει, δυο-τρεις φορές ανακατεύεις με την ξύλινη κουτάλα και στο τέλος την ντομάτα, περασμένη απ' τον τρίφτη. Αν είναι χειμώνας βάζεις και καρότο. Το καλοκαίρι δε σου πάει και το αποφεύγεις. Συμπληρώνεις αντί για νερό το ζουμί τους. Και αφού σκεπαστούν ίσα-ίσα, τότε έρχεται η ώρα των μπαχαρικών και των μυρωδικών. Δεν τα ρίχνεις, τα στολίζεις, έτσι νιώθεις κάθε φορά που ετοιμάζεις αυτό το φαϊ. Μπορεί και να τα ζωγραφίζεις, ποιος ξέρει, η κουζίνα είναι μεράκι, είναι τέχνη, όπως και όλες οι άλλες. Μην πει κανείς το αντίθετο. Τέχνη της έμπρακτης αγάπης. Γιατί αγάπη θέλει το φαϊ και στο τέλος, πριν το φουρνίσεις, το σταύρωμά του. Ρίχνεις λοιπόν αλάτι κι αμέσως το πιπέρι, μαύρο και οπωσδήποτε κόκκινο, όπου υπάρχει ντομάτα, καλείται να συνδράμει και το κόκκινο. Έπειτα τη ρίγανη την καλή που σου' δωσε η ξαδέλφη απ' το χωριό και την τσουμπρίτσα, το θυμάρι, που σου' δωσε η Σ. απ' τα Νάματα, δυόσμο φρέσκο ή ξερό και μαϊντανό στο τέλος κι από πάνω. Σκόρδο βάζεις και κάποτε όχι, μα οπωσδήποτε λίγη ζαχαρίτσα πασπαλίζεις στα κρυφά, όπου ντομάτα και η ζάχαρή της, στο τέλος πέφτει το μυστικό, η βασίλισσα κανέλα, όχι σε σκόνη, μα ξυλαράκι κομμένο στα δυο και στρώνεις το φαϊ ξανά να πάρει μια ή δυο βράσεις. Τη φωτιά διατηρείς στο μέτριο, κάποτε και στο χαμηλό. Η κανέλα κάνει θαύματα και είναι αναντικατάστατη. Αν δε βάλεις κανέλα στους γίγαντες, δεν κάνεις τίποτα. Μαγειρεύεις απλώς γίγαντες. Η κανέλα είναι που απογειώνει την κατάσταση.

Νομίζω πως τίποτα δεν ξέχασα. Κατεβάζω τη γάστρα και το φαί αδειάζω και το φουρνίζω, πριν όμως από πάνω  το στολίζω με φέτες ντομάτας που γίνονται ανάρπαστες για όποιον ξέρει. Ετοιμάζεις μετά το τσίπουρο με ένα ή δυο παγάκια, στρώνεις το τραπέζι, και είσαι τυχερός αν έχεις ζυμωτό ψωμί. Αν δεν έχεις, αγοράζεις αυτό με το προζύμι. Κι αν έχεις και καυτερή πιπεριά ή μπούκοβο το χειμώνα, τότε πια τρως σα βασιλιάς.

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011

Οι θρασύδειλοι των blogs


Δεν είναι μόνο οι bloggers που γράφουν παρά και οι μη bloggers. Αυτοί που εισέρχονται, άλλοτε εισχωρούν και κάποτε εισβάλλουν σε ένα ξένο σύμπαν. Άλλοι νιώθουν άνετα ως φιλοξενούμενοι σε έναν οικείο τόπο. Αγαπητικά ως αναγνώστες όπου παραμυθούνται είτε με σκέψεις είτε με μουσικές είτε με εικόνες. Ανοίγουν -ανοίγουμε- όλοι το δικό μας σύμπαν. Επιλεκτικά πάντα. Εισερχόμαστε εκεί όπου θέλουμε, εκεί όπου έχουμε ανάγκη, εκεί όπου νιώθουμε ότι θα πάρουμε κάτι και δε θα καταστρέψουμε το χρόνο μας, τη διάθεσή μας, τη μέρα ή τη στιγμή. Διαλέγουμε και μπαίνουμε.

Άλλοτε τυχαία και συμπτωματικά, ψάχνοντας συνήθως κάτι άλλο, περιηγούμαστε σε έναν ανοίκειο κόσμο, που είτε μας ενθουσιάζει και το προσθέτουμε στους αγαπημένους προορισμούς είτε μας δυσανασχετεί, μας θυμώνει, και κοιτάμε γρήγορα-γρήγορα να απομακρυνθούμε. Κάποτε, με το πέρασμα του καιρού, blogs/ιστολόγια που τα είχαμε περί πολλού, τα απορρίπτουμε, όταν συνειδητοποιήσουμε το κούφιο του πράγματος, το επίπλαστο πολιτιστικό πρόσωπο, τον «φωταδισμό» που προβάλλει. Όταν με λίγα λόγια δε μας αναπαύει.

Ως blogger γράφεις, δηλ. ξεφορτώνεις ό,τι ανάγκη έχεις να αποβάλλεις, ό,τι σε προβληματίζει, ό,τι αγάπησες και θέλεις και άλλοι να το κοινωνήσουν, ό,τι με λίγα λόγια κρατήθηκε στη σκέψη σου τη μέρα ή τη νύχτα. Η γραφή έχει πολλές όψεις. Και προσωπεία οπωσδήποτε. Γράφεις και  εξομολογείσαι, εξομολογείσαι και γράφεις,  εθελουσίως εκτίθεσαι και αναποδράστως. Δεν είσαι υποχρεωμένος, εννοείται. Έχει να κάνει κάποτε με το χρέος που σε πνίγει και τη διαφορετική μορφή που κάθε φορά παίρνει. Άλλοτε ενδύεται την οργή και άλλοτε την ελπίδα. Έχει να κάνει με τη συμμετοχή σε ό,τι συμβαίνει μέσα σου και γύρω σου, με την ανάγκη να το εκτινάξεις, δηλ. να το μοιραστείς.

Γράφεις κυριολεκτικά μονολογώντας. Ο καθένας, όπως επιλέγει βιβλίο για να διαβάσει, έτσι επιλέγει και blog και πατάει enter. Και εισέρχεται. Όμως, αυτός που γράφει, αγνοεί την είσοδο των επισκεπτών του. Και την έξοδο αγνοεί. Όπως αγνοεί και τους όποιους έντυπους αναγνώστες. Η ανάγνωση, είτε ηλεκτρονική είτε μονήρης και παραδοσιακή, έχει να κάνει με την άγνοια του αποδέκτη. Την ελπίζει, όμως κατ' ουσίαν την αγνοεί. Και από την άλλη, δεν ξέρει σε τι μάτια εκτίθεται, φιλικά ή εχθρικά. Προχωρά, όμως, εντός τούτου του ναρκοθετημένου πεδίου συνειδητά. Ίσως, όμως, και να ίπταται εντός τούτου του χαρακώματος και έτσι, δεν έχει να κάνει, προχωρά αλώβητος. Ο Θεός των blogs ή της γραφής τον προστατεύει. Έχεις την αφέλεια να το πιστεύεις, την αφέλεια της Ψυχής του Απουλήιου, που δυστυχώς δεν έμαθε να φυλά τον εαυτό της, παρά οι θεοί τη λυπούνται πάλιν και πολλάκις και τη σκέπουν, γιατί άλλο δρόμο από τη σταλαγματιά του καλού δε γνώρισε και αυτόν ακολουθεί και αυτόν μέσα στους άλλους αναζητά. Γιατί η ανεύρεση του σπηλαίου, όπου απεκρύβη ο σταλακτίτης της ψυχής του Άλλου είναι η μόνη μας ελπίδα. Και με αυτή την ελπίδα ζει κανείς σήμερα. Την ελπίδα των ανθρώπων και την ελπίδα του Θεού. Ωστόσο, η πρώτη σκοντάφτει συχνά, οι άνθρωποι σκληραίνουν, πορεύονται με δύσκαμπτες παρωπίδες και προσωπεία, οι άνθρωποι αρνούνται να αφεθούν στη θεϊκή ουσία τους. Έτσι, ο σταλακτίτης της ψυχής τους θάβεται και κρύβεται για πάντα και απομένεις δίχως την ελπίδα της προσμονής του, της απλής "καλημέρας" που θα σε σταματήσει στο δρόμο μ' ένα χαμόγελο, αυτό το ανθρώπινο "λύσιμο" ψυχών και σωμάτων, που θα λιώσει τα άλιωτα χιόνια της ψυχής των ανθρώπων και θα κάνει την καθημερινή τους ζωή όχι μόνο βιώσιμη, παρά να' χει χαρά. Διατηρείς την αφέλεια της Ψυχής του Απουλήιου, που πέφτει, με δυσκολία σηκώνεται, μα και έπειτα, ανεπίδεκτη μαθήσεως ή αδύνατον να σκληρύνει κατά πώς πρέπει, ματωμένη τον ίδιο δρόμο πάλι παίρνει. Διατηρείς την Αγάπη της Απόκρεω έτσι όπως καιρό πολύ πριν τη διάβασες σε ένα άλλο ιστολόγιο και τη μνήμη της διαφυλάσσεις και σ' αυτήν προστρέχεις, όποτε αναδύεται ανάγκη:

"Aν o Θεός αγαπάει κάθε άνθρωπο είναι ακριβώς γιατί Αυτός μόνο γνωρίζει τον ατίμητο και απόλυτα μοναδικό θησαυρό, την «ψυχή» ή το «πρόσωπο», πού έδωσε στον κάθε άνθρωπο.

H χριστιανική αγάπη λοιπόν είναι η συμμετοχή σ' αυτή τη θεϊκή γνώση, είναι το δώρο αυτής της θεϊκής αγάπης. Δεν υπάρχει «απρόσωπη» αγάπη γιατί αγάπη είναι η υπέροχη ανακάλυψη του «προσώπου» στον «άνθρωπο», η ανακάλυψη του συγκεκριμένου και μοναδικού προσώπου μέσα στο σύνολο γενικά. Είναι η ανακάλυψη σε κάθε άνθρωπο αυτού που τον κάνει «αξιαγάπητο» και που είναι δοσμένο από το Θεό.

Η χριστιανική αγάπη είναι η «δυνατή αδυνατότητα» να βλέπω το Χριστό στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου, οποιοσδήποτε κι αν «είναι αυτός, και τον οποίο ό Θεός, μέσα στο αιώνιο και μυστηριώδες σχέδιο Του, έχει αποφασίσει να φέρει μέσα στη ζωή μου έστω και για λίγες στιγμές• να τον φέρει κοντά μου όχι σαν μια ευκαιρία για «καλή πράξη» ή για εξάσκηση της φιλανθρωπίας μου, αλλά σαν αρχή μιας αδιάκοπης συντροφιάς μέσα στον ίδιο το Θεό".

http://xoirovoskos.blogspot.com/

Λόγια που σταλάζουν την ειλικρίνεια της γραφής και της ψυχής αυτού που γράφει. Τον αγνοώ, όμως ίσως δεν μπορεί παρά να είναι έτσι. Θυμάμαι την αφιερωματική προμετωπίδα στον "Ερωτευμένο Πολωνό" της Μάρως Βαμβουνάκη, ένα βιβλίο που φυγάδευσα από την προθήκη του οικείου μου βιβλιοπωλείου, έτσι για μια στάση απέναντι σε όλα τα άλλα και που με αποζημίωσε κατά πολύ περισσότερο, καθώς ανασταίνει συνειδητά την ελπίδα και τελειώνει μ' αυτήν:

"Σ' εκείνον που λέει: "Όταν πεθάνω όμως εγώ, εσύ, στον κόσμο μόνο εσύ, θα ξέρεις ποιος ήμουν"

Κάποτε, λοιπόν, διαπιστώνεις ότι έχεις αναγνώστες. Με την «προσθήκη σχολίου». Αιφνίδια εισβάλλουν και σε σταματούν προσώρας από το μονόλογο. Παρεμβάσεις ανθρώπων αγνώστων, που με κάποιους εν τέλει γνωρίζεσαι, έστω και διαδικτυακά. Όλες οι παρεμβάσεις καλοδεχούμενες, λες. Και οι επικριτικές και οι άλλες. Έτοιμοι για όλα, λες. Και έτσι, σιγά-σιγά, δεν έχει να κάνει με το αν αντέχεις -συνηθίζεις.

Ωστόσο, αφορμή για τούτο το κείμενο, που εδώ και καιρό με κοιτά και το κοιτώ, στάθηκε η εισβολή τυχάρπαστων περιπατητών, που διατήρησαν την ατολμία της ανωνυμίας, εισβάλλοντας σε ένα άξενο γι’ αυτούς σύμπαν, λοιδορώντας τον κατά κάποιο τρόπο νοικοκύρη, παίζοντας το συνηθισμένο κρυφτούλι των φελλών, αυτών που αναζητούν ύπαρξη -έστω και ανώνυμη-, αρκεί να αναρτηθεί κάπου ο λόγος τους, αρκεί να εκτοξεύσουν και να αναρτήσουν το ξερολίστικο κενό τους, αρκεί να προσβάλουν, σαφώς δίχως να φανερωθούν, παρά να στέκουν και να χασκογελούν ως χανούμισσες που νάζια κάνουν πίσω απ' το φερετζέ τους (για να εξηγούμαι, δεν έχω τίποτα με τις χανούμισσες, με το φερετζέ έχω).

Λειτουργούν όπως οι ένοπλοι απέναντι σε άοπλους, λειτουργούν όπως οι θρασύδειλες συμμορίες ανά την υφήλιο, ψευτοπαλικαράδες ή παλικάρια της φακής. Αφήνουν, λοιπόν, το στίγμα τους, αφήνουν το λεκέ τους και την κάνουν, κομπάζοντας ότι κάτι πέτυχαν. Όμως η θρασυδειλία, όπως και η ανωνυμία, συνιστά μαλακία. Κανονικά και δίχως περιστροφές λόγου.

Γράφεις, λοιπόν, και κρίνεσαι. Καλώς. Λόγια αναρτάς στο διαδίκτυο, όπως και πολλοί άλλοι. Σκέψεις και συναισθήματα. Βιώματα και βιώματα αναγνώσεων. Κυρίως τα δεύτερα. Έρχεται η ώρα να κριθείς. Και δεν κρίνεσαι για το δάσος που ανήρτησες, παρά για ένα μονάχα δέντρο. Για την ακρίβεια, για ένα κλαρί. Για μια ακόμα φορά αναδεικνύεται περίτρανα πως ο καθείς πνίγεται μες σε μια κουταλιά νερό. Για την ακρίβεια, μες στη δική του κουταλιά νερό. Αδυνατώντας να δει παραπέρα.  Μιλάς για τη ζωή κι αυτοί κοιτάζουν τα χαλίκια. Έστω. Ο καθένας ό,τι μπορεί κοιτά ή κάνει. Είναι όμως το παράπονό μου.

Επανέρχομαι στα blogs και στους ανώνυμες καταχραστές των σχολίων. Η είσοδος είναι ελεύθερη, όπως ελεύθερη είναι και η αγορά μιας εφημερίδας που διαβάζεις. Την επιλέγεις και την αγοράζεις. Αν δε σου κάνει, αγοράζεις άλλη ή καμία. Έτσι έχουν τα πράματα. Έτσι και στα blogs. Ανοίγεις ένα blog και διαβάζεις. Αν δε σου αρέσει, πας παρακάτω. Όμως, εδώ, υπάρχει ένα πλεονέκτημα. Μπορείς να αφήσεις σχόλιο ελεύθερα ή κάποτε υπό όρους. Μέγα δημοκρατικό πλεονέκτημα. Πλην των καταχρήσεών του. Γιατί, όπως και σε όλες τις δημοκρατίες, υπάρχουν οι καταχρήσεις. Έτσι και στα σχόλια. Καταχραστές, λοιπόν, της δημοκρατίας και ελευθερίας των blogs είναι η ανωνυμία, δηλ. το ανώνυμο προφίλ που επιλέγει κανείς, προκειμένου να λειτουργήσει κακοπροαίρετα. Να εκτοξεύσει τον οχετό του ή την όποια κρίση του με το καλά μασκαρεμένο προφίλ του. Έτσι, ως μασκαράς, μπορείς να πεις τα πάντα, χωρίς φόβο και χωρίς συνέπειες. Επιλέγεις το μασκαραλίκι και κρύβεσαι, όχι ως φοβισμένος, αλλά ξεκάθαρα ως φοβιτσιάρης και προχωράς, δήθεν τολμηρός, μα δε βγάζεις το προσωπείο, παρά το κρατάς ως το τέλος. Γιατί κατά βάθος είσαι όχι δειλός, αλλά, το’ παμε θρασύδειλος. Δειλός σημαίνει να αποδέχεται κανείς την αδυναμία του και κάποτε αυτοσαρκαζόμενος να το ομολογεί κιόλας. Θρασύδειλος όμως είναι από τους ποταπότερους τύπους των ανθρώπων, απ’ αυτούς που κάνουν τον καμπόσο και σα δουν τα δύσκολα κρύβονται ή τρέχουν με την ουρά στα σκέλια.

Μαθαίνω τώρα πως συσπειρώνονται γύρω από την άρση της ανωνυμίας των blogs. Και με τη θρασύδειλη μάστιγα των κακοπροαίρετων ανωνύμων τι θα γίνει, ρωτάς, ή μήπως αυτό το σεργιάνι των καμπόσων περνά στο βρόντο; Πόσο θα διαιωνίσει κανείς ακόμη τα φόβητρα στους κόλπους της κοινωνίας;

Γιατί αυτά τα καμπόσικα φόβητρα λειτουργούν ακριβώς όπως η οπισθοφυλακή ενός στρατού, που σα δει τη μάχη να χάνεται, το βάζει στα πόδια, ή σαν κάποιους που πιάνουν τα βουνά ή τα ασφαλή, φοβούμενοι για το σαρκίο τους κι από κει εκφοβίζουν και τρομοκρατούν. Αποτελούν κάτι σα χυλό, ένα εμετικό υγρό, που εκτοξεύεται κι όπου πιάσει.

Αν θες να πεις κάτι, αν θες να το υποστηρίξεις, αν θες να κρίνεις και έπειτα να κριθείς, πιάσε την πένα σου, χτύπα τα πλήκτρα σου και γράψε. Χωρίς να κρυφτείς, παρά ελεύθερος να μιλήσεις και να εκτεθείς. Να δεχτείς τα όποια βέλη. Όλα είναι μες στο πρόγραμμα. Όχι, όμως, και στους θρασύδειλους καταχραστές των σχολίων. Όχι, σ’ αυτούς τους λιπόσαρκους στο μυαλό, που πετάν τον οχετό τους, γιατί ακριβώς δεν έχουν τι άλλο να πουν, γιατί κατακρίνουν εκ του ασφαλούς και εκ του χυδαίου. Όχι, σ’ αυτούς.

Γιατί αυτοί είναι σαν κι εκείνους που κρύβονται στις γωνιές των δρόμων και σκοτώνουν άοπλους πατεράδες που παν τις γυναίκες τους να γεννήσουν. Γιατί αυτοί σκοτώνουν με τα λόγια τους, θέλοντας να φιμώσουν, όποιον έχει αντίθετη γνώμη απ’ αυτούς. Γιατί αυτοί είναι σαν κι εκείνους τους παλικαράδες κουκουλοφόρους, που υπερασπίζονται τα δήθεν δικαιώματα των πολιτών, σκοτώνοντας όσους δε συμφωνούν μαζί τους. Βλ. σκοτώνω τον Γκιόλια, γιατί δεν αντέχω αυτά που λέει, γιατί μου βγάζει τη μάσκα ή την κουκούλα. 

Η κουκουλοφορία, όπως και η ανωνυμία, συνιστά μαλακία. Τέλος. Τα πράγματα πρέπει να λέγονται με τ’ όνομά τους και η χυδαιότητα έχει να κάνει μόνο με το είδος δημοκρατίας που βιώνουμε και υφιστάμεθα σήμερα.

Οι ανώνυμοι καταχραστές των blogs ομοιάζουν με τους ανώνυμους καταχραστές του δημοσίου χρήματος. Δεν τους καίγεται καρφί για τους άλλους. Σκοτώνουν με ό,τι βρουν. Κατακρατούν για την πάρτι τους. Ομοιάζουν με όλους αυτούς που έκλεψαν, οδηγώντας όχι τη χώρα σε επικείμενη πτώχευση, αλλά τους απλούς ανθρώπους στην απόγνωση, μια τέτοια απόγνωση που τους οδηγεί στην έσχατη λύση φυγής, που είναι η αυτοκτονία.

Ποιος, λοιπόν, θα λογοδοτήσει; Κανείς απαντάς. Σε αυτή τη χώρα κανείς δε λογοδοτεί και για τίποτα. Όλα εξακτινώνονται στο διηνεκές και στο απυρόβλητο. Όσο όμως το κρυφτούλι τούτο συνεχίζεται, όσο συνεχίζουν κάποιοι να καταχρώνται τις δημοκρατικές ανάσες, όσο συνεχίζουν να βγάζουν απ’ τη μέση όποιον τους ενοχλεί με τα λόγια του, τόσο η χώρα αυτή θα γονατίζει μέρα τη μέρα όλο και περισσότερο. Από την εξαθλίωση και τη βαρβαρότητα που μας πήραν στο φαλάγγι.

Και επιπλέον. Αναρωτιέμαι, ειλικρινά αναρωτιέμαι, και την ίδια ώρα λυπάμαι και θλίβομαι, πώς είναι δυνατόν μια χώρα που κινείται και θα κινείται με δανεικά, μια χώρα που βγάζει δε βγάζει την πτώχευση, μια χώρα με τους ανέργους από μέρα σε μέρα να πληθαίνουν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και πλημμυρίδα που θα μας πνίξει η αεργία και η απογοήτευση και ο θυμός τούτος, μια χώρα που το επίπεδο της φτώχειας της άλματα κάνει προς θάνατο μεριά, που οι άστεγοι στα μεγάλα ή επαρχιακά κέντρα συνωστίζονται ασκεπείς τη ελπίδα στις γωνιές των δρόμων, στα πάρκα και στις πλατείες, πώς γίνεται να συνεχίζει με ζήλο αμείωτο να διοργανώνει όλα τα λαογραφικά συναπαντήματα, τις πολιτιστικές εκδηλώσεις δήμων, κοινοτήτων, χωριών και κωμοπόλεων. Πώς γίνεται; Πώς γίνεται και με τι χρήμα γίνεται όλο αυτό το αντάμωμα; Όλο αυτό το νυχτερινό λαογραφικό πάλκο που στήνεται στα χωριά του τόπου μα και στα κέντρα, αναρωτιέμαι, με τι αποθέματα διαιωνίζεται και από την άλλη, με τι θράσος προχωρά κανείς, προκειμένου να αλιεύσει έστω και τώρα κάποιους ψηφοφόρους, ή προκειμένου να διασκεδάσει ο κόσμος, πώς γίνεται, τώρα που συμπολίτες αυτοκτονούν -και τούτο είναι μονάχα η αρχή- πώς γίνεται αυτή η ελαφρόμυαλη και επιπόλαιη σπατάλη δημοσίου χρήματος να συνεχίζεται απρόσκοπτα; Γιατί εδώ τίποτα δεν παρακωλύεται, παρά όλα τα χρήματα ανευρίσκονται και δαπανώνται στις νυκτερινές όποιες πίστες;

Με ρώτησαν; Εμένα προσωπικά τον φορολογούμενο; Όχι. Και το μισθό που μου πετσόκοψαν, πάλι δε με ρώτησαν. Και ό,τι επίδομα κατακρεούργησαν, πλην των δικών τους -κρίμα να μην κατοικώ στη βουλή, να υπερασπίζομαι αβρόχοις ποσί τα δικαιώματά μου- πάλι δε με ρώτησαν. Ούτε για τα λαϊκά ξεφαντώματα με ρώτησαν ούτε για τα καρναβάλια με ρώτησαν ούτε για τις ιλαροτραγωδίες του θέρους. Είμαστε αστείοι αλήθεια. Και μας λυπάμαι όλους. Και ντρέπομαι που κατοικώ σ’ αυτή τη χώρα. Ντρέπομαι για την κατάντια όχι της Ελλάδας, μα για την κατάντια των Ελλήνων. Ντρέπομαι. Για τίποτα δε με ρώτησαν. Κλειδοκράτορες του δημοσίου χρήματος και το αφάρπαξαν και το ξόδεψαν κι ούτε που με ρώτησαν, ούτε που σε ρώτησαν.

Ανασύρθηκε τέτοια φραστική και λεκτική ποικιλία προκειμένου να στεγάσει τις καλοκαιρινές φιέστες, που είναι ν’ απορεί κανείς με τη λεξιλογική ευρηματικότητα των Νεοελλήνων. Γιορτές πολιτισμού, ξεφαντώματα, καλοκαιρινοί χοροί, που σου θυμίζουν ελληνική ταινία του ’60, διήμερα εκδηλώσεων πολιτισμού και παράδοσης, "δρώμενα" πολιτιστικά που παραπέμπουν στο αρχαιοελληνικό, το ξενικό "φεστιβάλ", πολιτιστικά διήμερα και τριήμερα και ειλικρινά θέλησα κάποια στιγμή να καταγράψω την ποικιλία, αλλά κουράστηκα και απογοητεύτηκα. Έλλειψαν τα τόσα πανηγύρια των χωριών και χρειάστηκε η ευρηματικότητα αυτή για να σκεπάσει τις όποιες υστερόβουλες προθέσεις μας;

Όσο ο καιρός περνά, όσο οι πλησίον μας φτωχαίνουν, όσο αυτοκτονούν, όσο καταθλίβονται, αδυνατώ να διασκεδάσω ελαφρά τη καρδία. Και τούτο δεν είναι μιζέρια. Είναι απλώς θλίψη.

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2011

Φυσάει Θεός...


Δακρύζει το μάτι τ' ουρανού...

Έρχεται βροχή
κι αγέρας ανταριάζει
βροχή έρχεται
και τα νερά ρυτίδιασαν
σ' επίγεια τρικυμία
βροχή έρχεται
και τα νερά σηκώθηκαν
σε θεϊκή αντάρα
κι όλα τα δέντρα έτοιμα
ξεκίνησαν να φύγουν






και κείνα τα δέντρα απέναντι 
σηκώθηκαν να φύγουν 
και η συκιά εθέριεψε
σηκώθηκε να φύγει
μα μήπως
αγέρας την εσήκωσε
και όχι ο κορμός της
αγέρας την εσήκωσε
και όχι ο κορμός της
αγέρας την εσήκωσε
σ' επίγεια τρικυμία
μα οι τρικυμίες είναι εδώ
για δέντρα και γι' ανθρώπους
οι τρικυμίες είναι εδώ
κι ας τους υποταχτούμε
κι ο ουρανός εμαύρισε
και στο βορρά ηνοίχθη
κι ο ουρανός εμαύρισε
και δάκρυσε το μάτι
κι η γη ολάκερη ανοίχτηκε
μια γη απεξηραμμένη
κι η γη ολάκερη ορθώθηκε
μια γη σκελετωμένη
κείνο το δάκρυ τ' ακριβό
μέσα της να το κρύψει

Διαλέγει κανείς το πότε θα πεθάνει, λες


Σημείωση:

Στην περιοχή των Χασίων, μου ειπε μια γερόντισσα, "δακρύζει ο τόπος" σημαίνει ο τόπος έχει νερό,
"δακρύζει το μάτι" υπάρχει στον τόπο πηγή.

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Αυγούστου μπόρες


ΤΟ ΣΤΑΥΡΩΜΑ

Σαν ήμασταν παιδιά
αρχίζει ο πατέρας
και βοσκάγαμε κοντά στο νόχτο το κοπάδι
καλοκαίρι ήταν
κι από τη ζέστη την πολλή
κι από την κάψα
άρχιζε ψιλή βροχή κι έπειτα καταιγίδα
και τότε τρέχαμε μες στα πλατάνια να κρυφτούμε
ένας τη φλούδα έξυνε
και πάνω στο δέντρο σταυρό χάραζε
από τους κεραυνούς να μας φυλάξει

σαν ήμασταν παιδιά
λέει ο πατέρας
τα δέντρα σταυρώναμε
και στις κουφάλες τους το φόβο μας κλειδώναμε
σαν ήμασταν παιδιά
τα δέντρα τα σταυρώναμε
με το χάραγμα
στον ίσκιο του Θεού να φυλαχτούμε

Πες μου πατέρα
πού να’ βρω ένα δέντρο
στη σκιά του να κρυφτώ κι εγώ
από τη μπόρα να γλυτώσω
πού να’ βρω
πλάτανο ή δρυ βασιλική
και πέτρα αιχμηρή
τη φλούδα να την ξύσω
και τον κορμό με σταύρωμα
να τον πληγώσω

Πες μου πατέρα
πού έχει τώρα δέντρα
καρφωμένα για να σταυρωθούνε
πες μου
ποια είναι αυτά
που θα θελήσουνε για μένανε
να σταυρωθούνε
πες μου πού είναι
και πώς θα τα γνωρίσω
στη σκιά τους να τρέξω να σταθώ
και τον κορμό με φίλημα
να τον σταυρώσω