Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Η φλόγα του Θεού η φλόγα



έλα έλα όποιος κι αν είσαι, περιπλανώμενος, ειδωλολάτρης, πυρολάτρης έλα ακόμη κι αν έσπασες χιλιάδες φορές τους όρκους σου
έλα και πάλι έλα, το δικό μας καραβάνι δεν είναι καραβάνι της απόγνωσης

επιγραφή στην είσοδο του μαυσωλείου του Ρουμί στο Ικόνιο

Δεύτε προς με πάντες…καγώ αναπαύσω υμάς

Κατά Ματθαίον, 11-28,30

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Ίσαλος Γραμμή



ΙΣΑΛΟΣ ΓΡΑΜΜΗ

Φώτης Μεταξάς, φωτογραφίες από ταξίδια με φορτηγά πλοία 1955-1966

προοίμιο των φωτογραφιών: Φωτεινή Φραγκούλη

Ίσαλος γραμμή, τα μέρη των πλευρών του σκάφους που συναντούν τη θάλασσα όταν επικρατεί απόλυτη ηρεμία. Κι όταν όχι, πού πάει η ίσαλος γραμμή; Την αναζητάς στον κυματισμό ή χάνεται στα βαθιά όπως η γραμμή του ορίζοντα;
Γραμμή από το γράφω και γράμμα από το γράφω. Γράφω γράμμα, στέλνω γράμμα, περιμένω γράμμα. Λέξεις, ίχνη στο χαρτί. Ίχνη στον άνεμο, τα λόγια πάνε κι έρχονται.
Ένα νήμα όπου ακουμπούν οι λέξεις την κυριολεξία, τη μεταφορά, την αμφισημία τους. Μια κλωστή να κάτσει η ζωή ν' ακροβατήσει, να ταξιδέψει ο προορισμός, τα όνειρα να κελαηδήσουν.
Νήμα, το νήμα της ζωής, το νήμα της στάθμης, η στάθμη του ύδατος. Σταθμός οι γνωριμίες, οι συναντήσεις των ανθρώπων. Και το λιμάνι σταθμός.

Λιμήν πλοίου μεν, αλυπία δ' όρμος βίου.

Πορεία πλοίου, πορεία ζωής. Η ζωή ρέπει στον θάνατο. Κι ο έρωτας αντίρροπο του θανάτου. Έρωτας, γλυκιά ανατολή. Φως ανέσπερο, η μετουσίωσή του στης αγάπης το μάλαμα. Αν έχεις τύχη, βρήκες το λιμάνι σου.
Ο τυχερός ναυτικός, έμπλεος νόστου και αγάπης, ταξιδεύει και μαγειρεύει στην κουζίνα του καραβιού. Αιχμαλωτίζει στιγμές παρηγοριάς στη φωτογραφική του μηχανή. Θωπείες ξενιτιάς. Ροδαμός του παράδοξου οι στιγμές του μεροκάματου. Επιμύθιο της παραδοξότητας του βίου, ένα ποδήλατο!
Μ' αυτό ο ναυτικός ποδηλατεί στα γράμματα, στα όνειρά της, στο κατάστρωμα, στα λιμάνια της πλεύσης του. Στα μακρά και στα βραχέα κύματα του ραδιοφώνου, όπου τα τραγούδια επιβεβαιώνουν: Μοιάζει η ζωή σαν θάλασσα..
Μαγειρεύει και ζαχαροπλαστεί ο ναυτικός και ως δια μαγείας γεμίζει δώρα το καλάθι της καλλιμέτωπης αγαπημένης του. Κι αυτή, άλλοτε ξένοιαστο κορίτσι, μικρή αμαδρυάδα, μοιράζεται τις χαρές της με τα δέντρα, τους ανέμους, το ταπεινό χορτάρι. Κι άλλοτε, γυναίκα στην πέτρα της υπομονής, κάνει το δάκρυ της μαργαριτάρι του γιαλού.
Πλέκει ο χρόνος, πλέκει κι εκείνη το νήμα της. Πού είναι η άκρη του; Στη ρόδα του ποδήλατου. Τεντώνει την κόκκινη κλωστή της κι εκείνος, πάλι ως δια μαγείας, αφήνει το πλοίο και ακροβατώντας, ποδηλάτης ισορροπιστής στην κόκκινη γραμμή του νήματος, εμφανίζεται στην αυλή του σπιτιού τους.
Πλέκονται τώρα ένθερμα τα χέρια και τα δάχτυλά τους γιατί πολύ περίμεναν. Πολύ.
Όλα στη γραμμή, πότε από δω, πότε από κει. Πότε μακριά, πότε κοντά. Πότε χτες, πότε σήμερα, αλλά πάντα μαζί.
Όμως πότε το σήμερα έγινε τόσο μακρινό;
Η γραμμή τεντώθηκε, λύγισε πολλές φορές -μια ευθεία μαύρη, αμετάκλητη στο καρδιογράφημα. Και τότε έγινε σύνορο. Όριο αδιάβατο.
Μη πιεις νερό και με ξεχάσεις. Μη πιεις νερό της λησμονιάς. Ποτέ. Κι όταν δεν είσαι εδώ, πάντα μαζί μου είσαι. Η άδεια παρουσία σου με συντροφεύει στις μέρες που έρχονται πιο μεγάλες και πιο αλμυρές από τη θάλασσα χωρίς εσένα.
Αυτό το αλμυρό νερό που μας συντηρεί και μας παλιώνει.
Το καλάθι της άδειασε. Η φωτιά έσβησε στην κουζίνα. Το ποδήλατο ακούμπησε στον τοίχο.
Κι εκεί που λες πως όλα τέλειωσαν, πάλι απ' την αρχή. Να η γραμμή, κόκκινη, φλογερή ξετυλίγεται από ένα καρουλάκι καλά τρυπωμένο άλλοτε στα φυλλοκάρδια, άλλοτε στους έλικες του νου. Και μια προκομμένη υφάντρια, η μνήμη, τυλίγει την απουσία με το ρούχο της αγάπης όσων έμειναν.
Ίσαλος και πάλι.

ΦΩΤΕΙΝΗ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

"I' m just a poor boy..."



Μικρές ιστορίες στο περιθώριο της Ιστορίας

Έβρεχε όλη νύχτα. Έβρεχε από νωρίς. Ξημέρωσε κι ο αγέρας σήκωνε τα δέντρα. Έβρεχε και στο ξημέρωμα. Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011 και τη μνημονεύω. Ξεκλειδώνω τη βιβλιοθήκη του σχολείου μου και τη βλέπω -πιο σκοτεινή από ποτέ. Δυο χρόνια τώρα και βλέπω τις εποχές να έρχονται και να φεύγουν μες απ' τους φεγγίτες της, το φως και το σκοτάδι μέσα από παράθυρα καγκελόφραχτα ενός σχεδόν υπογείου. Φωτίζει την άνοιξη και το καλοκαίρι το φως της δεν το βλέπω, μα πιο πολύ φωτίζει σαν έξω πέφτει χιόνι και τότε ένα φως απόκοσμο εισέρχεται από ψηλά, ένα φως εξ ουρανού, λες κι οι νιφάδες στρώθηκαν πάνω στα ράφια και στα βιβλία, στα πατώματα και στα γραφεία. Βορεινή η βιβλιοθήκη μου με έκτακτες ανάγκες για ζέστη, μα ποτέ ζεστή δεν ήταν, πάντα κρύο και ένα σάλι στην καρέκλα να περιμένει χειμώνα-καλοκαίρι τη στιγμή που θα το τυλιχτείς.

Πιο σκοτεινή από ποτέ σκέφτομαι. Και συνεχίζω τη ρουτίνα της μέρας. Ανοίγω τα φώτα, χειμώνα-καλοκαίρι ανοιχτά, τον φορητό συναρμολογώ, ημερομηνία αλλάζω, η Ωδή της Χαράς ακούγεται, συνεχίζω. Το κουλουράκι στο γραφείο και το μπρίκι για το τσάι στο μικρό πετρογκάζ. Μέσα σε λίγη ώρα σβήνει κι αυτό. Να θυμηθώ να το αλλάξω αύριο λέω και συνεχίζω. Μα αύριο δεν υπάρχει. Αιφνιδίως διακόπτεται η συνέχεια. Αύριο δεν υπάρχει. Σφραγίζεται ο χρόνος από το τωρινό παρόν. Σε λίγες ώρες με ειδοποιούν πως οι βιβλιοθήκες των σχολείων κλείνουν και πως ο καθείς επιστρέφει στην πρότερή του θέση και πως εσείς, κυρία μου, είστε στη διάθεση της υπηρεσίας. Για την ακρίβεια όλοι οι συνάδελφοί σας στη διάθεση της υπηρεσίας τίθενται, ώρες να συμπληρώσουν, πρώτη και δεύτερη ανάθεση, τι κι αν είναι απόφοιτοι της αγγλικής, τι κι αν είναι της γαλλικής, ιστορία τώρα καλούνται να διδάξουν, λογοτεχνία επίσης, μαθήματα ενός κατώτερου θεού, ενός θεού αδικημένου, τι κι αν εσύ, κυρία μου, τα θεωρείς πρωτεύοντα και τα πονάς και τα λυγίζεις, στη δεύτερη ανάθεση περνάν, οι ώρες να συμπληρώνουν και οι σελίδες να φεύγουν, τα βιβλία ύλης να γράφονται κ.ο.κ., κι αν πέσουν σε άνθρωπο που τους έχει αγάπη έτσι κι αλλιώς, ευτύχησαν και έχει καλώς, μα αν πέσουν στους άλλους, δυστύχησαν και τα μαθήματα και τα παιδιά. Γιατί να μην το πούμε όμως πως στα χέρια ημών των φιλολόγων λογοτεχνία και ιστορία έχουν υποστεί την πάσαν αλλοίωσιν και σύνθλιψη και συρρίκνωση και αφανισμό; Γιατί να μην το πούμε πως τα πεδία τούτα ως δέντρα υπάρχουν και ευδοκιμούν, δέντρα που θέλουν αυθεντική αγάπη και μεράκι και περίσσευμα εκ του περισσεύματος της καρδίας, αλλιώς κούτσουρα απομένουν, κούτσουρα που τα σέρνουμε δώθε κείθε με την πρέπουσα απάθεια και αδιαφορία;

Κλείνουν οι βιβλιοθήκες, μου λέει ο συνάδελφος που μ' ανταμώνει, τ' άκουσα στην ΕΡΑ. "Ο σώζων εαυτώ σωθείτω" μου λέει ένας άλλος. Θλίψη και απογοήτευση και ένας πανικός ενέσκηψε στη χώρα.  Μέσα σε μια νύχτα τα φέραν όλα ανάκατα. Μέσα σε μια νύχτα υπηρεσιακώς οι αποφάσεις ενέσκηψαν ως όρνεα πάνω απ' τις ρουτίνες χρόνων. Γραφεία και διευθύνσεις κλείνουν, ο καθείς τρέχει το ωράριό του να συμπληρώσει, για μια ώρα διδασκαλίας καλείται να ταξιδέψει, το τι θα διδάξει περνά σε μοίρα δεύτερη, το σε ποιους επίσης. Μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά σκέφτομαι και θυμώνω. Χρόνια ασυδοσίας που τα πληρώνουν κυρίως όσοι δε φταιν. Μπουρλότο σκέφτομαι, αυτοί εκεί κάτω χρήζουν φουρνέλου. Τα παιδιά σκέφτομαι. Τα δικά μου και των άλλων. Τι θα γίνει, σκέφτομαι. Τι θα γίνει.

Το αιφνίδιο δε μου αφήνει περιθώρια. Μαζέψτε τα προσωπικά σας αντικείμενα, το χώρο εκκενώστε και επιστρέψτε. Ο τόπος κλειδώνει. Τι προαισθανόταν άραγε η φτωχή μου βιβλιοθήκη σήμερα το πρωί, σαν με υποδέχτηκε έτσι σκοτεινή, τι προαισθανόταν η φωτιά που έσβηνε, τι ετοιμαζόντουσαν να μου πούνε και δεν άκουγα; Κοιτώ γύρω μου τα βιβλία, τη μοναξιά τους σκέφτομαι σα φύγουμε όλοι. Κοιτώ το μόνιμο σκοτάδι των σελίδων που δε θα ανοιχτούν. Τους καρπούς κοιτώ που έφερα πέρυσι το φθινόπωρο μετά από κείνο το ταξίδι στα Βαλκάνια. Κάθε σταθμός και καρπός. Κάθε καρπός και σταθμός στο ράφι των κλαδιών και των καρπών που ξεράθηκαν όμως υπάρχουν ακόμα. Κοιτώ τους τοίχους, αφίσες με πρόσωπα της γραφής, αγαπημένα πρόσωπα, που μου κρατούσαν συντροφιά, κοιτώ τη ρίζα από τον πλάτανο τη σταυρόσχημη που μου τη φέραν ένα πρωί από το μοναστήρι, τι να πρωτοπάρω, σκέφτομαι, τις επόμενες μέρες που θα με βρουν να τα μαζεύω. Βιβλία και περιοδικά που βρίσκαν εδώ χρόνο και τόπο στα χέρια να σταθούν, εικόνες μικρές και του χαρτιού, εκείνος ο Χριστός του Σινά από το σπίτι φερμένος, το λικέρ της κανέλας που το περίμενα και δεν το ήπια, τι δεν ήρθε δυο χρόνια τώρα, και θα το γυρίσω σπίτι σφραγισμένο, την Αχμάτοβα αρπάζω ενστικτωδώς, τα φώτα κλείνω και φεύγω.

Πώς εγκαταλείπεις έναν τόπο που τον έζησες δυο χρόνια, ρωτώ ένδον σαν μπλέκομαι μες στις στημένες παράγκες του πανηγυριού της πόλης, μες στους βρεγμένους δρόμους. Δεν τον εγκαταλείπεις ποτέ, απαντώ. Τον κουβαλάς απάνω σου. Τις μέρες τις δύσκολες και εκείνες τις όμορφες. Τα ζεστά πρωινά χαμόγελα των παιδιών που ζήσαμε σα συνομίληκοι, κι εκείνα τα μεσημεριανά τους. Καλημέρες που σου φωτίζαν το χρόνο, καλημέρες που τις επιζητούσες και τον καλό τους λόγο που τον περίμενες. Καλημέρες που έσπαγαν τη θλίψη όταν ενέσκηπτε βαριά μες απ' τους φεγγίτες και φωνές που τη διέκοπταν προσώρας, πρόσωπα που απορούσαν και δε μιλούσαν, μα που  βαθιά ένιωθαν, φιλίες που ήρθαν και δεν έφυγαν, φιλίες που κρατούν. Παιδιά που συμπονούσες, παιδιά δυσκολεμένα, παιδιά ενός κατώτερου σχολείου, παιδιά των graffities, παιδιά με τα ελάχιστα ελληνικά, παιδιά με τα ελάχιστα στις τσέπες. Παιδιά που συμπονούσαν. Φως έδιναν στη σκοτεινή βιβλιοθήκη, φως και σε μένα. Ζήσαμε κάπως σαν οικογένεια, διάλειμμα δεν υπήρχε που να μην ανοίξουν την πόρτα να περάσουν, ως άνθρωποι να υπάρξουμε με τα μικρά ονόματα και όχι με τους ρόλους. Επώνυμα δεν υπήρχαν. Μονάχα πρόσωπα που δεν περίμεναν αξιολόγηση ούτε και βαθμολογία. Παρά το άλλο πρόσωπο. Ένα πρόσωπο αποδέκτη των λόγων τους. Αυτό. Διάλειμμα δεν υπήρχε που να μην έρθουν, ο τόπος να γεμίσει, να εκμυστηρευτούν, να πειράξουν, να φωνάξουν, να γεμίσει ο τόπος φωνές και  κάποτε γέλια, διασκορπισμένα τώρα σ' όλη την Ελλάδα, καθώς τα περισσότερα απ' αυτά φοιτητές σε άλλους τόπους ή εργαζόμενοι. Διάλειμμα δεν υπήρχε να μην επιζητήσουν αυτή την "άλλη" ανάγνωση μέσα από έναν τόπο, από μια μουσική, από μια μικρή κουβέντα, από ένα φευγαλέο πέρασμα μέσα σε βιβλία δύσβατα ή ανέγγιχτα πριν. Διάλειμμα δεν υπήρχε και χρόνος δεν υπήρχε που να μη σε αιφνιδιάσουν με την ευστοχία, την οξυδέρκεια, τις μικρές ιστορίες τους παραχωμένες στα θρανία της καθημερινότητας. Ιστορίες που δεν ανασύρονται -πού χρόνος;- εντός μιας σχολικής τάξης, παρά μονάχα και κυρίως εντός ενός διαλείμματος ή ενός άλλου τόπου, όπως ήταν η βιβλιοθήκη. Φορτωμένη λόγια και εικόνες επέστρεφα στο σπίτι, λόγια και εικόνες που τις μοιραζόμουν με τα δικά μου παιδιά, λόγια και εικόνες που με στήναν στη γωνία, λόγια και εικόνες που ελέγχαν όλη την κοινωνία, λόγια και εικόνες από τα αποδιοπομπαία παιδιά του ελλαδικού εκπαιδευτικού συστήματος. Ένα ημερολόγιο γραφείου, ένα μικρό χρονικό, θα μαρτυρεί και θα διασώζει τα πρόσωπα και τα λόγια, καθώς δεν ήταν λίγες οι στιγμές που οι πετυχημένοι διάλογοι καταγράφονταν ως μνήμη και σχόλιο πάνω εκεί. Σχολεία σαν τα ΕΠΑΛ δε χάσαν απλώς τη βιβλιοθήκη τους. Χάσαν τη μοναδική τους ελπίδα.

Το ότι κλείνουν εν τέλει τις βιβλιοθήκες των σχολείων έχει οπωσδήποτε ένα κόστος προσωπικό για τον καθένα που επέλεξε αυτή την "εναλλακτική" συναναστροφή με τους μαθητές, προκειμένου να δώσει με έναν άλλο τρόπο ό,τι ενδεχομένως η σχολική τάξη το αποθάρρυνε. Το γεγονός εντούτοις είναι κυρίως εγκληματικό για τό σύνολο. Ασφαλώς δεν είναι το μοναδικό. Τα χείριστα έπονται.

Κοιτώ με τα μάτια της ψυχής τον τόπο ξανά. Σκέφτομαι τα χαρτιά και τα μελάνια, τα χειρόγραφα που φτάσαν στα χέρια, που τα διαβάζεις όρθια, ενώπιον τούτου του γραφείου, τις γραμμές που υπάρχουν και εκείνες που όχι, διαβάζεις τα γραμμένα και πιο πολύ τα άγραφα, διαβάζεις τα μουντζουρωμένα και εκείνα τα κατόπιν, διαβάζεις και κάτω απ' τις γραμμές και με την ψυχή ως την ψυχή φτάνεις, ακαριαία, ή να' ναι από Θεού, κάθεσαι μια ανάσα να πάρεις και θες να πεις τόσα, μα τίποτα δε λες, τα λόγια κόμπος έγιναν, τα λόγια σου δε βγαίνουν, ποτάμι που του' βαλαν φράγματα, παλιά και νέα, σηκώνεσαι να φύγεις και κει στην πόρτα στέκεσαι, μα τίποτα ξανά δε λες, μόνο το λόγο τον κουβαλάς και δεν τον έχεις ξεφορτώσει ακόμα, το λόγο σαν εκκλησιά παραποτάμια που τη σηκώσαν να τη σώσουν και την έσωσαν, μόνο το λόγο κουβαλάς και δεν τον έχεις ξαλαφρώσει δυο χρόνια τώρα, σαν εκκλησιά που δε βυθίστηκε κι ούτε σκεπάστηκε παρά εσώθη, πως θα μπορούσες έτσι μια ζωή να κάθεσαι και να κοιτάς τον τόπο απέναντι να γράφει να διαβάζει, να μη μιλάς, μόνο να σιωπάς, μια ζωή έτσι, να σκύβεις πάνω στα χαρτιά, να σκύβεις στις σελίδες, κι έπειτα τα μάτια να σηκώνεις να κοιτάς, ταξίδι αταξίδευτο σε ένα δώμα, το μόνον ταξείδιον πάνω στο κενό που αφήνουν τα βιβλία όταν σηκώνονται, μια ζωή έτσι πως θα μπορούσες να περάσεις.
Ο καθείς και τα όπλα του, λες μονάχα και φεύγεις.

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής

Σου είμαι


Σου είμαι το μικρό κίτρινο λουλούδι με το μαύρο κύκλο

που επισημαίνει τις ώρες του ήλιου στο σκοτεινό δωμάτιο,

που ανοίγει από διαίσθηση όταν εκείνος έρχεται

και κλείνει όταν εκείνος φεύγη.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ, Αγνώστω Ανθρώπω, Λευκωσία

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Ασκ ολσούν τσιβιρινέκ...


Αν βρεθείς στην Πλάκα κι ανταμώσεις τον Ξεπεσμένο,
πες του ότι εκεί κοντά σε μια γωνιά είναι και ο Σκιαθίτης σήμερα

Ο Ξεπεσμένος Δερβίσης στην Πλάκα

Το καλύτερο αθηναϊκό διήγημα του Παπαδιαμάντη, γραμμένο το 1896 είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.

Οι έννοιες ξένος, ταξίδι, διαφορετικός, φόβος, καχυποψία.

Ένας συγγραφέας και ένας ήρωας, αέναοι ταξιδιώτες, απαιτούν έναν ηθοποιό ταξιδευτή.
Ένα μονομελές μπουλούκι, όπου με σύνεργα ένα κοστούμι, μία λάμπα, ένα κασετόφωνο, περιφέρεται με τη βαλίτσα του και αφηγείται, όπως παλιά στα καφενεία, την ιστορία του ξεπεσμένου δερβίση του κυρ ...Αλέξανδρου.
Στήνει τα πράγματά του, δίνει τις εικόνες και τη μελωδία της παπαδιαμαντικής γλώσσας, ξεστήνει και φεύγει.




Εξάλλου, αυτός ο κόσμος
είναι σφαίρα
και γυρίζει.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία/Ερμηνεία: Κωνσταντίνος Ντέλλας
Σκηνογραφία: Ανδρέας Σκούρτης
Επεξεργασία μουσικής: Παναγιώτης Γεωργοκώστας
Video: Αυρήλιος Καρακώστας
Επικοινωνία: Μανώλης Αντωνίου
Παραγωγή: Αθηναϊκή Μυθοποιία

Η πρεμιέρα έχει προγραμματιστεί για την Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου στις 9.30 μ.μ. 
στο Χώρο Τέχνης και Δράσης Βρυσάκι,
στην Πλάκα.

Παραστάσεις:
Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011 έως Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011 στις 21.30

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Στον Άγιο της νήσου


Στον Άγιο της Νήσου

Αιφνιδίως στα τέλη του Αυγούστου αναχωρούμε. Όλο το καλοκαίρι περνά αναπόδραστα και λες και περιμένεις την εκπνοή του για να το πάρεις απόφαση. Μια ανάσα δρόμος πια η Κέρκυρα και για πότε αντικρίζεις τη θάλασσα δεν το καταλαβαίνεις. Ήλιος ακόμα του Αυγούστου και μια ζέστη να θεριεύει όσο οι ακτές της νήσου εγγίζουν. Τα "Φύλλα Ημερολογίου" του Χρηστομάνου πάνω σου κουβαλάς. Από τη μια οι σελίδες, από την άλλη τα κύματα. Τη μια στιγμή μέσα τους η ματιά, την άλλη μέσα της. Η θάλασσα απλώνεται μπροστά, στολίζεται για χάρη σου, για να σου υπενθυμίσει για μια ακόμα φορά την έλλειψή της. Το πως δίχως της δεν μπορείς.

Αμυδρά θυμάσαι τη νήσο. Είκοσι χρόνια πριν. Τίποτα δε θυμάσαι. Μοναχά την είσοδο στον Άγιο. Αυτό μονάχα. Έτσι και τώρα, εύκολα πολύ εύκολα, καταβαίνεις δια των αψίδων την οδό του Αγίου. Ένας Άγιος εκ Κύπρου, πρόσφυγας Άγιος, που τον άρπαξαν να τον γλιτώσουν, πρώτα στην Κωνσταντινούπολη και έπειτα από εκεί, μαζί με τη Θεοδώρα την Αυγούστα, ένας καλόγερος σε δυο σακιά με άχυρα τούς κουβάλησε, τροφή για το ζωντανό του προφασίστηκε. Έτσι τους έσωσε. Έκτοτε πρόσφυγες και οι δυο τους, ο ένας στο δικό του ναό, η Αγία, μερικά σοκάκια παρακάτω, στη Μητρόπολη και κοντά στο λιμάνι.

Οι ντόπιοι έχουν τον Άγιο καθημερνό τους πέρασμα. Μικροί μεγάλοι εισέρχονται μια καλημέρα, καληνύχτα να του πουν. Η αφή, η γειτνίαση μαζί του είναι κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Σχεδόν την οικειοποιηθήκαμε. Ο δρόμος πάντα έβγαζε μπρος στην εκκλησιά του. Ήταν αδύνατο έναν πεταχτό ασπασμό να μην του αφήσεις και κει στο μέρος των ποδιών τις προσευχές να του θυμίσεις, ονόματα αγαπημένα και ψυχές να του εμπιστευτείς, και έπειτα στον τόπο της καρδιάς το χέρι ν’ ακουμπήσεις και να τον ψηλαφήσεις, «Θα θυμάσαι ότι κάποτε πέρασα από εδώ;». Από το δώμα του εξέρχεσαι, με τα πνιχτά καντήλια και το ημίφως να σκιάζει, κι εκεί, στα σκαλοπάτια απάνω, μικρό σταυρό και ξύλινο αντικρίζεις. Σκύβεις και τον βαστάς, τι σημάδι είναι αυτό, καλέ μου, λες, άραγε εισάκουσες τις προσευχές μου, άραγε το έχεις για σκοπό κι έπειτα φεύγεις, μες στα καντούνια χάνεσαι, κι ούτε φωνή ούτε απόκριση, μόνο η ζέστη, μια ζέστη αφόρητη, μα τώρα την αποζητάς, «διψώ» λες και «δος μοι πιείν» ξαναλές, η ζέστη μονάχα έρχεται να σε λιώνει. Όπου σε βρει σε λιώνει.

Σηκώνεται ο Άγιος τις νύχτες, σηκώνεται και περπατά και τρεις φορές -μπορεί και παραπάνω- το χρόνο έξω βγαίνει, στα καντούνια και στους δρόμους και ολόρθος, μα κείνο το κεφάλι προς το μέρος της καρδιάς του γέρνει ή μήπως παραβλέπεις, προς τον πόνο γέρνει, στα καντούνια και στους δρόμους και τον βλέπει, εκείνον που φαίνεται κι εκείνον που όχι, μόνο εκείνος βλέπει κι όσο βλέπει τόσο γέρνει, ο Άγιος τις νύχτες έξω βγαίνει, δεν περιμένει πότε θα τον σηκώσουν, μονάχος βγαίνει, μες στα ράσα κουκουλώνεται και έξω βγαίνει κι αν τύχει και τον απαντήσεις ίσως και να μην τον γνωρίσεις, γιατί κρύβεται και σκύβει παραπάνω, μα σε κάποιους ανοίγεται και φανερώνεται, σε κείνους που διπλώθηκαν στα σκαλοπάτια του και περιμένουν ένα νεύμα ή ένα νόμισμα, σε κείνους πάει, πιο ξένους απ’ τους ξένους, πρόσφυγας ο ίδιος και ξενάκι κι από τη μοναξιά τους νιώθει κι απ’ την άδεια την ψυχή κι από το άδειο σώμα, σέρνεται το σώμα, η ψυχή το ίδιο, ανάβαση είν’ τούτο ή κατάβαση, κοντά τους πάει και τους συμπονά και όπως μπορεί τους παραστέκει και κείνοι πάλι την αυριανή στα σκαλοπάτια του διπλώνονται εκ νέου και προσμένουν, τι δεν είναι τρόπος να εκφύγουν να σωθούν και μοιάζουν κάποτε ίδιοι μ' εκείνους που μπαίνουν να τον προσκυνήσουν, διπλωμένοι και αυτοί και από τον πόνο λυγισμένοι και δεν στέκουν να τον περιμένουν που σεργιανά τις νύχτες, μον τρέχουν κοντά του νύχτα-μέρα, τον πόνο τους να απαλύνει και αν το μπορεί πολύ και να τον διώξει.

Ο δρόμος περνά απ’ το Αχίλλειο. Τα πρόσωπα μπροστά σου τα φέρνεις πάλι. Εκείνης, με το Ε να είναι κεφαλαίο, όπως το’ θελε Εκείνος, ο δικός μας Κωνσταντίνος. Ένα κείμενο σαν παραλήρημα, που ενδεχομένως κάποιοι να το μειδιάσουν κιόλας. Τόσο απόλυτα τα συναισθήματα, τόσο ιδανικά τα πρόσωπα και οι ψυχές, τόσο ανέγγιχτα, που δεν είν’ για τα κοινά τα μάτια. Ο Χρηστομάνος άφησε πίσω του «Το βιβλίο της αυτοκράτειρας Ελισάβετ», Φύλλα ημερολογίου, όπως σημειώνει ο ίδιος, το χρονικό ενός υπόσκαφου έρωτα που δαπανήθηκε σε μια ζωή ολάκερη. Τη δική του ζωή.

Εισερχόμαστε στο Αχίλλειο, όχι δεν πρόκειται για το σπίτι μιας αυτοκράτειρας, παρά για το σπίτι μιας ψυχής, που δεν ανήκε στον κόσμο της. Και ακριβώς επειδή δεν ανήκε, πλήρωσε ακριβά το τίμημα της δικής της προσφυγιάς, της μη ενσωμάτωσής της και συμπόρευσής της με τους νόμους που την πολιορκούσαν και την αιχμαλώτιζαν. "Έσπασε τις αλυσίδες της ψυχής της ξεφεύγοντας απ' τη στάνη της ανθρωποσύνης κι απαρνούμενη τη ζωή μες στο κοινωνικό κοπάδι" σημειώνει ο Χρηστομάνος. Μια εν καταθλίψει ψυχή να προσπαθεί να κρατηθεί από τους μύθους και τ’ αγάλματα, από τους στίχους και τα ποιήματα, μα και από τον Θεό της. Ένα παρεκκλήσι εντός του οίκου, όπου την έβρισκε ο χρόνος γονατισμένη και όπου ο τόπος έχει βαθουλώσει από το απόν πλέον σώμα. Διασχίζουμε τα δωμάτια, που έχουν πολλάκις λεηλατηθεί και ό,τι έχει απομείνει είναι το ελάχιστο. Προλαβαίνεις να δεις τον Heine, τόμοι ολόκληροι που συνοδεύαν τον Κωνσταντίνο και Εκείνη στους αμέτρητους περιπάτους τους. Προλαβαίνεις να πάρεις μαζί σου ένα κλωνί ανθισμένο δεντρολίβανο από τους κήπους και κρυφά να το βάλεις μες στο δικό τους βιβλίο, για σελιδοδείκτη, για ανάμνηση, για κάτι. Τους πίνακες κοιτάς με το πρόσωπό της. Μου είναι οικεία για την αγάπη που είχε στους ποιητές, για την αγάπη που είχε στη μυστική ζωή της, για την αγάπη των απλών πραγμάτων, για την ευτυχία που μπορείς να την αγγίξεις, για την εν καταθλίψει ψυχή της. Για την αγάπη στο Θεό της.

«Απαγορεύεται η κάθοδος εις το δάσος» διαβάζεις παντού, εκεί όπου συνορεύουν οι κήποι με το δάσος που οδηγεί στη θάλασσα. Εκεί κάτω, κρυμμένο μες στο δάσος και σε τόπο απαγορευμένο, το Περιστύλιο, ένα βήμα απ’ τη θάλασσα. Ένα βήμα προς τη θάλασσα. Ένα βήμα μετέωρο. Ένα βήμα που δε γίνεται. Εκείνο στέγαζε τα διαβάσματά τους, εκείνο άφηνε τον τόπο ανοιχτό προς την υγρή αγκαλιά. Δεν πήγες. Απαγορεύεται έλεγε, μα δεν ήταν αυτός ο λόγος που θα σε σταματούσε. Δεν πήγες. Θ’ ανοίξει είπαν εν καιρώ. Ούτε και τότε ξέρεις αν θα πας. Πώς να πάει κανείς τόσο κοντά στη θάλασσα πια; Τόσο κοντά στον πόνο πια;

Γιατί η θάλασσα ούτε στα όνειρά μας έρχεται πια. Ωστόσο, κάπου εκεί υπάρχει μια θάλασσα που δεν την κολυμπήσαμε, υπάρχει μια θάλασσα που μέσα της δε βυθιστήκαμε, υπάρχει μια θάλασσα που την αγνοήσαμε. Κάπου εκεί υπάρχει μια θάλασσα που περιμένει ακόμα.

«Στο Περιστύλιο.
Μια νύχτα χλιαρή γεμάτη άστρα και φεγγοβολιές! Πάνω απ’ της Άγιας Κυριακής τον κώνο και τη μελανή κορώνα των κυπαρισσιών της άστραφτε η Μεγάλη Άρκτος και τα μεγάλα της τ’ αστέρια έχυναν ένα φέγγος παγερό που το αισθανόταν κανείς να ψυχροσταλάζει ως μέσα στην ψυχή. […] Και ακουγόταν ως επάνω η θάλασσα που σιγαλά θροούσε […] τα κυπαρίσσια ξεχώριζαν απ’ τον ουρανό σαν μαύρα δάκρυα που ολοένα πέφταν κατρακυλιστά, ατέλειωτα, κι απόχυναν αστέρευτη μια αυστηρή και βαλσαμένια ευωδιά. Κι από το βουνό ορμητικές έρχονταν οι μυροπνοές των άγριων λουλουδιών […] Η Αυτοκράτειρα πήγαινε κι ερχόταν στο περιστύλιο …. Όταν σταματώ τα μάτια της ψυχής μου απάνω στα όσα έζησα σε τέτοιες ώρες, τα αισθάνομαι σαν θαμπωμένα απ’ το πολύ το φως», γράφει ο Κωνσταντίνος.

"Αλήθεια, πολλές φορές αναγκάζομαι να κρατηθώ για να μη ξεφωνίσω απ' αναγάλλιαση, τόσο αισθάνομαι τον εαυτό μου πλουτισμένο από το αγνάντεμα της ψυχής της. Και είναι αρκετή ευτυχία που έζησα για ν' αποκτήσω αυτό που για μένα ήταν Εκείνη".
"-Κοιτάξτε αυτό το τοπίο, μου είπε, μ' όλη τη δύναμη των ματιών σας, γιατί ίσως ποτέ πια δε θα το ξαναδείτε έτσι..." Και ήπια την άνοιξη και μέθυσα ίσα μ' ένα φρένιασμα θλιβερό, σαν να μην είχα άλλη άνοιξη να ζήσω ή σάμπως της ζωής μου οι μελλούμενες ανοίξεις να μην ήθελε ανθίσουν παρά σ' αυτής τη θύμηση μονάχα...Την αποχαιρέτησα στο Περιστύλιο..."

Μοσκοβολά ο τόπος, αμπέλια και ελιές, αμέτρητες ελιές και πεύκα και πικροδάφνες και γύρω να λαμπυρίζει η θάλασσα, ο τόπος μοσκοβολά και κάτι άλλο θυμίζει, τόπο άγνωστο και ονειρικό, έτσι, λέω, πρέπει να' ναι η Φλωρεντία, απέμεινε στα όνειρα, όνειρο και κείνη, όπως και τ' άλλα, έτσι πρέπει να' ναι, και να μοσκοβολά και κείνη κι ίσως να μην το μαθω ποτέ, γύρω της θα κλώθομαι συνέχεια, πότε από εδώ στη νήσο, πότε, όπως πέρυσι, "απέναντί" της σχεδόν στις ακτές της Κροατίας.

Μονή Πλατυτέρας και κάτι το ασκητικό και ένα δέος σε υποχρεώνει την κεφαλή να σκύψεις. Όχι, δεν είναι που είν’ο Καποδίστριας μέσα και ο οπλαρχηγός Φώτος Τζαβέλας, όχι δεν είναι που συναντάς τον Μουστοξύδη εκεί και εντελώς απρόσμενα, όχι δεν είναι τα λουλούδια και η άσβηστη καντήλα πάνω στον τάφο του Κυβερνήτη, είναι που νιώθεις κάπως σα να μπαίνεις σε κατακόμβη. Ένα κλαδί βασιλικό απ' την αυλή τσακίζω και του ζητώ συγνώμη, μα θέλω να τον έχω όταν πια δεν θα τον έχω. Μες στα τετράδια τον βάζω και συνεχίζω.

Στέκομαι ωστόσο στον Μουστοξύδη, σε αυτόν που γύρισε στην Κέρκυρα, αφού εσπούδασε στην Εσπερία, για να διδάξει δίχως μισθό τα παιδιά του ομφάλιου τόπου του. Σε αυτόν που ενημέρωνε την Εσπερία και κλήθηκε εκ του εαυτού του να την συγκινεί στα περί της περιπέτειας του τόπου του. Εξύμνησε την Ελληνική Επανάσταση σε ιταλικούς στίχους, ακολούθησε τον Καποδίστρια στην Αίγινα, διοργάνωσε το Εκπαιδευτήριο, ανατρέπεται η πορεία του από τη δολοφονία του Κυβερνήτη, επιστρέφει και αναπαύεται πλέον μαζί του στην Πλατυτέρα. Παρά δίπλα ο τάφος του, ίσως και στα νυχτέρια τους να τα λένε, ίσως να φτάνει εκεί μέσα ο αχός του σήμερα, μα κανείς κυβερνήτης δε δολοφονείται  σήμερα, όλοι τους ακίνδυνοι εξάλλου, μια χούφτα μαριονέτες, όσοι επικίνδυνοι τούς βγάλαν εγκαίρως απ' τη μέση. Ίσως και να τα λένε κι ας μη φτάνει ο αχός του σήμερα στα δώματά τους, παρά μονάχα ο όρθρος και τ' απόδειπνα των καλογήρων. Και καλύτερα έτσι. Χωρίς το "ίσως".

Σαν έφτασες στη νήσο και στο παλιό το κάστρο εισήλθες, εκεί άξαφνα σου μίλησαν για τον Άγιο Αλέξιο που τον έχεις από κοντά και για την εικόνα του σου είπαν που είν’ στη Μονή Αντιβουνιώτισσας. Την παραμονή της εξόδου ψάχνεις να τον βρεις, μα πριν το δρόμο βρίσκεις προς τη Δημοτική Πινακοθήκη. Κλειστή. Όμως ο κήπος της ανοιχτός. Ένας κήπος που βλέπει όλο θάλασσα. Ένα παγκάκι πιάνεις και λες πως είσαι ντόπιος, πως είσαι γηγενής. Ανοίγεις το βιβλίο σου σα να’ χεις χρόνο άπλετο, σα να μην πρόκειται την άλλη μέρα να αναχωρήσεις. Είναι ήδη τέλος, μα εντελώς τέλος, του καλοκαιριού. Απολαμβάνεις τη στιγμή, όχι  τη σιωπή δεν την απολαμβάνεις, κι η σκέψη γίνεται έντονη, μα τόσο έντονη πια, και δεν ξέρεις από πού κι ως πού και γιατί. Μια σκέψη αδιέξοδη και αξόδευτη εντελώς. Μια σκέψη που δε βρίσκει τρόπο.

Καταπραΰνονται οι στιγμές με τη γαλήνη της θάλασσας. Ας ερχόμουν ξανά εδώ, σκέφτομαι, ας ήταν άνοιξη ή έστω φθινόπωρο. Να ερχόμουν ξανά εδώ, σκέφτομαι. Να ήταν άνοιξη ή φθινόπωρο. Να ήταν και χειμώνας.
Μονή Αντιβουνιώτισσας και το βυζαντινό μουσείο της νήσου εντός της. Μοναδικές εικόνες που κάθεσαι και στέκεσαι και τις κοιτάς με κάτι το πολύ ξεχωριστό απάνω τους. Από την πρώτη στιγμή αναζητάς τον Άγιο Αλέξιο, ένα ολόκληρο συναξάρι ως στεφάνι ή ως κάσομα απάνω του. Προτού στέκεσαι στην Madre della Consolazione, μια Παναγιά και είναι θρηνωδούσα, και λίγο πιο πέρα ο Άγιος, μες στα ρόδα ο άγιος της Νήσου, ολόρθος και μες στα ρόδα κι η κεφαλή να κλίνει, φορητή εικόνα, δίχως μεγάλη ίσως αξία, πέρα από το ίδιο το γεγονός της απεικόνισης του όρθιου αγίου. Με σταματούν σχεδόν όλες. Μα πιο πολύ η μία, ο Κύριος ο Μη μου Άπτου, πάντα τούτος ο λόγος με πονά, ο Αναστημένος και κείνη η Μαρία που τον αναζητά στα πόδια του σκυμμένη και δεν το νιώθει πως είν’ αυτός μπροστά της και ο αγιογράφος όλο τον μεταξύ τους διάλογο διασώζει και καταγράφει, άγια και Πανάγια τα πρόσωπα, άγιος ο λόγος τους και ακριβός.

Λίγο πιο κάτω και να ανασαίνει σχεδόν στη θάλασσα το σπίτι όπου ο Σολωμός διέσχισε τον ύστατο πόνο και τις τελευταίες μέρες της ζωής του, ηττημένος πια και σχεδόν νικητής. Μα τότε δεν το ήξερε. Εισέρχεσαι και ανεβαίνεις τη γυριστή σκάλα που οδηγεί στα δώματα, την ανάσα του παίρνεις, τα βιβλία, τα χαρτιά του, τα μελάνια, το γραφείο μπροστά από την μπαλκονόπορτα που βλέπει στη θάλασσα, κρυφά ανοίγεις τα συρτάρια, ποτισμένο το ξύλο από μπλε και κόκκινη μελάνι, ποτισμένες οι στιγμές με μια συγκίνηση, κατεβαίνω να εξέλθω, πάω το σταυρό μου να κάνω. Με σταματώ απότομα. Μετάνιωσα που δεν τον έκανα. Μα μετά το κατώφλι ήταν πλέον αργά. Μετάνιωσα που δεν τον έκανα. Αγιότητα είχε ο τόπος. Συναξάρι κι ο δικός του βίος. Κι ό,τι ενστικτωδώς έρχεται, αγιότητα έχει κι αυτό. Καρδιά έχει και πρέπει να του αφήνεσαι. Να το αφήνεις, πρέπει, να σε γονατίζει.

Εισήλθαμε πια στο φθινόπωρο. Πόσα καλοκαίρια έχω να μετρώ; Χαμογέλασε μου λένε και χαμογελώ.

«Εγώ περπατώ πάντα γυρεύοντας το ριζικό μου. Ξέρω πως τίποτα δεν μπορεί να μ’ εμποδίσει να το συναπαντήσω την ημέρα που πρέπει να το συναπαντήσω. Όλοι οι άνθρωποι χρωστάνε μια μέρα να ξεκινήσουν για να βρουν τη μοίρα τους. Για πολύ καιρό το πεπρωμένο κλείνει τα μάτια του, αλλά μια μέρα τ’ ανοίγει άξαφνα και μας αγναντεύει. Κι εκείνα τα βήματα που έπρεπε ν’ αποφύγουμε να κάνουμε για να μην πέσουμε απάνω του, εκείνα ίσα ίσα γίνονται μοιρόγραφτα. Κι εγώ αυτά τα βήματα τα βαδίζω ολοένα, ανέκαθεν».

Ελισάβετ της Αυστρίας
και για την αντιγραφή ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ, Το βιβλίο της αυτοκράτειρας Ελισάβετ, Αλεξάνδρεια

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

Απολογισμός χρόνου


ΔΕΝΤΡΟ ΞΕΡΟ ΜΟΝΟΛΟΓΕΙ
[Ή ΜΗΠΩΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΠΟΝΙΕΤΑΙ]

Τι άλλο έπρεπε να κάμω που δεν το' καμα
Τι άλλο μπορώ και δεν το κάνω