Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Η αιωνόβια υποκρισία




Η ΑΙΩΝΟΒΙΑ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ

Ήρθαν και πέρασαν. Οι καταλήψεις. Το ενιαύσιο έθιμο μιας ανοησίας που έγινε παράδοση. Σε σχολεία και πανεπιστήμια. Κλειστά άνευ λογικής, άνευ δημοκρατικής διαδικασίας, υποταγμένα εδώ και χρόνια στο φασισμό των ολίγων που μαθαίνουν εκ παιδιόθεν πως αρκεί να θες να διαλύσεις και το μπορείς. Ας είσαι κι ένας. Για να στεριώσεις -πού λόγος-, με τι να στεριώσεις αν δεν έχεις. Όμως να γκρεμίσεις μπορείς. Τον καμπόσο να κάνεις, στα κάγκελα να στηθείς, αλυσίδες να βάλεις, εκεί και λίγο πριν την 28η, το χρόνο να τραβήξουμε όσο πάει, πρόχειρες φωτιές στους αυλόγυρους να στήσεις, μεγάφωνα την επανάσταση με αυτά να υπογραμμίσεις, μια επανάσταση κακοφορμισμένων παιδιών, οι καθηγητές στα κάγκελα -πού ακούστηκε αυτό στην παγκόσμια ενδοχώρα-, οι καθηγητές στα κάγκελα -μπορούμε σαφώς να περηφανευτούμε για παγκόσμια πρωτοτυπία-, αγώνα την κατάληψη βαφτίζεις, ώρες και ευκαιρία για χάσιμο, ώρες αναντικατάστατες, πολύτιμες ώρες, που  ανεπιστρεπτί χάνονται, δίχως να ιδρώνει το αυτί μας, δίχως να συνειδητοποιεί κανείς την απώλειά τους.

Οι λίγοι αποφασίζουν ενιαυσίως για τους πολλούς. Όλοι, ελαφρά τη καρδία, κατ’ ουσίαν όμως ανυπεράσπιστοι απέναντι στο σύστημα, τους ανεχόμαστε. Ούτε λόγος για αντίδραση. Ούτε λόγος για ανατροπή του κατεστημένου των καταλήψεων. Εδώ δεν μπαίνει στον κόπο αιώνες τώρα ο κάθε Υπουργός και η κυβέρνησή του -ποιος θα αναλάβει άλλωστε το τίμημα της άρσης του ασύλου, ποιος θα παραδεχτεί δημόσια το άλλοθί του; Ουδείς. Σε κάποια κράτη ο αγώνας είναι να μείνουν τα σχολεία ανοιχτά. Μες στην ανέχεια, δίχως βιβλία, δίχως καιρικές ή πραγματικές συνθήκες, με θρανίο το τίποτα. Στην Ελλάδα ο «αγώνας» είναι να μείνουν κλειστά. Γνωρίζουν άλλωστε όλοι ότι τα βλαστάρια των εκάστοτε Υπουργών, όπως άλλωστε και οι κανακάρηδες της πολιτικής οικογενειοκρατίας, από την κερκόπορτα θα φυγαδευτούν στα κάλλιστα πανεπιστήμια του εξωτερικού -έχουν δεν έχουν τα προσόντα, για να επιστρέψουν έπειτα με τους χαρτοφύλακες εμβριθείς με τα φώτα της Δύσης, όπως και με τα σκοτάδια της, φώτα που ο μέσος όρος των υπόλοιπων παιδιών, ούτε στο όνειρό του δεν θα μπορέσει να αντικρίσει. Ούτε καν η ευκαιρία δεν θα του δοθεί. Γνωρίζουν επιπλέον όλοι πως από τη φυγάδευση αυτή  δεν απουσιάζουν τα βλαστάρια εκείνων που υποθάλπουν και εγκολπώνονται και υποκινούν τις καταλήψεις τούτες, των προς το κόκκινο προσκείμενων θιασωτών, μαζί με εκείνους που ανά τέσσερα χρόνια εναλλάσσονται, ανάλογα με το αν είναι στην κυβέρνηση ο θίασός τους ή όχι. Έτσι οι καταλήψεις σαφώς και έχουν αποχρώσεις, άλλοτε κοκκινομπλέ και άλλοτε κοκκινοπράσινες. Κάποτε βέβαια φτάνει μονάχα ο χρωματισμός της εφηβικής μωρίας, για να κατισχύσει έναντι των προηγουμένων, που σε συνδυασμό με την αδράνεια ή τη δυσπραγία των ενηλίκων -συλλόγου γονέων και καθηγητών- κάνει θαύματα. Δηλ. τα σχολειά τα αλυσοδένει.

Φέτος κληθήκαμε δια πολλών εγκυκλίων, που ενέσκηψαν ως λαίλαπα στα γραφεία εκπαίδευσης, να αναπληρώσουμε πάση θυσία τις χαμένες ώρες. «Κόψτε γιορτές, κόψτε περιπάτους, συνελεύσεις μονόωρες ή τρίωρες πενταμελών και 15μελών, κόψτε τα Σάββατά σας, κοντολογίς κόψτε το κεφάλι σας οι ώρες να αναπληρωθούν. Προτείνετε τρόπους και μέτρα αντιμετώπισης, στείλτε την πρότασή σας στο επιτηρητή του Υπουργείου, βλ. περιφερειακό διευθυντή εκπαίδευσης ή απλώς διευθυντή εκπαίδευσης, και αν εκείνος το στέρξει και την υπογραφή του βάλει, τα πράγματα θα πάρουν το δρόμο τους κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Πάλι του χρόνου με καιρούς, καλά να είμαστε, και λίγο πριν ή λίγο μετά την 28η, θα συναντηθούμε ξανά για τα ίδια».

Αναρωτιέμαι, τόσος κόπος εκ του Υπουργείου και της Υπουργού, τόσες εγκύκλιοι, απανωτές να συρρέουν και να τρομοκρατούν τους ήδη τρομοκρατημένους υπαλλήλους πια του Υπουργείου και όχι δασκάλους, προκειμένου να αναπληρωθούν οι χαμένες ώρες και ούτε μία προκειμένου να μη φτάσει κανένα σχολείο σε κατάληψη. Ούτε μία που να προστατεύει ουσιαστικά το Σχολείο, τη δημοκρατία και την παιδεία. Ούτε μία δεν μπήκε στον κόπο να στείλει η Υπουργός, παρά «βγάλτε το φίδι απ’ την τρύπα» όπως ξέρατε ως τώρα και μετά συγκεντρωθείτε εξάπαντος, μαζί με τον οικείο αντιδήμαρχο -τούτο είναι το νέο ξενόφερτο φρούτο, αμερικάνικο ή όχι, μου διαφεύγει- προκειμένου ομού και ομοθυμαδόν να ρυθμίσετε τα σπασμένα. Τόση υποκρισία, αναρωτιέμαι, έως πότε. Τόση αιωνόβια υποκρισία και να καλούμαστε πάλιν και πολλάκις να την προσυπογράψουμε. Έλεος λέω και ξαναλέω. Έλεος πια.

Αναρωτιέμαι ως πότε θα ανεχόμαστε βουβοί και άπραγοι τη λογική του παραλόγου, ως πότε θα βγάζουμε εμείς οι ίδιοι τα μάτια μας, ως πότε θα ανεχόμαστε να παρεμποδίζεται ό,τι πιο φωτεινό έχει απομείνει στον τόπο. Η μοναδική μας ελπίδα. Αδρανείς, μα ειδικά σήμερα φοβισμένοι, μην μπορώντας ούτε τη γνώμη μας να εκφράσουμε. Αν τύχει και διαφωνήσεις, αν τύχει και πάς να μιλήσεις για τα αυτονόητα, αν τύχει και βάλεις όρια στη συναλλαγή με τους μαθητές, κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς στοιχείο ταραχοποιό, που δε συμμορφώνεται με την πεπατημένη, που δε λειτουργεί παιδαγωγικά, ενώ η δική τους παιδαγωγική υπαγορεύει να μιλούν οι μαθητές άνευ ορίων ενώπιον όλων, να είμαστε εμείς αθύρματα στα χέρια τους, να μας περιπαίζουν κάποτε στηριζόμενοι στις κομματικές πλάτες των γονιών τους, τη στιγμή που όλοι γνωρίζουν ότι δεν είναι η παιδαγωγική που έχουν ανάγκη οι μαθητές μας, ούτε και η δική μας ανεκτικότητα, παρά η αγάπη με όρια, το να τους οδοδείξει κανείς το χαμένο δρόμο, ως πρόβατα άλλωστε απολωλότα όλοι μας, μπερδεμένοι και χαμένοι σε χιλιάδες ατραπούς.

Νομοταγείς λοιπόν και υποταχτείτε, γνώμη να μην εκφράσετε, παρά μόνο αν είναι να συμφωνήσετε. Ειδάλλως είστε αντιπαιδαγωγικός και δε δείχνετε την πρέπουσα υπομονή. Κοιτάχτε εμείς πώς τα καταφέραμε τόσα χρόνια και πώς τα καταφέρνουμε τώρα. Κοιτάχτε εμείς. Κοιτώ. Ανυπεράσπιστους καθηγητές, απαξιωμένους από τους ίδιους τους προϊσταμένους τους, που δεν τους λογάριασαν ποτέ στα «Νέα Σχολεία» τους τα τωρινά, μα και τα προγενέστερα. Κοιτώ.

Κοιτώ και βλέπω. Ζούμε την εποχή του ολοκληρωτισμού των προσκυνημένων. Προσκυνημένοι οι κυβερνώντες και ζήτουλες όλοι μας, ωστόσο διατηρούν αλώβητο τον άτεγκτο ολοκληρωτισμό, ίδιον άλλωστε του χαρακτήρα τους από παλιά. Ζούμε ένα φασισμό που έχει επίσης αλλότρια ερείσματα. Ζούμε την "καταστροφή" του τόπου, όπως τον τραγουδούν τα παιδιά στην Ντενεκεδούπολη. Φοβισμένοι και σκυφτοί υπάλληλοι, υπό τον τρόμο της εφεδρείας που θα τους αφήσει στον ήλιο δίχως μοίρα. Σε δέκα χρόνια, και δεν είναι νωρίς να το προβλέψει κανείς, ο τόπος θα θυμίζει χώρα ανατολικού μπλοκ, ο χρόνος θα έχει σταματήσει, ουδείς θα μπορεί να συντηρήσει ή να επιδιορθώσει τα δημόσια κτίρια, ουδείς σχεδόν θα είναι σε θέση τα δικά του. Κάποιοι θα πλουτίσουν πολύ και θα’ναι λίγοι, οι περισσότεροι θα είναι υπό τη στάθμη του μηδενός. Πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα, το κινητό στο χέρι ή το σερφάρισμα στο Δίκτυο, αναρωτιέμαι με πόση ευκολία θα θεωρούνται και τότε προσβάσιμα. Η δυσπραγία θα κορυφωθεί. Πολλοί θα μείνουν ανέστιοι. Όλοι θα απομείνουμε σκυμμένοι. Δεν ελπίζω τίποτα πια.

Λυπάμαι τα παιδιά. Μαζί με αυτά λυπάμαι κι εμάς. Έρμαια των πολιτικών προσώπων που χρηματίζουν διευθυντές, που θα κληθούν να αξιολογήσουν τη νομοταγή συμπεριφορά μας, το αν χτυπάμε κάρτα 8 με 2.15, κάνοντας πως δε βλέπουν και πως δεν ξέρουν ότι οι δάσκαλοι τη δουλειά τους την κουβαλάν στα σπίτια τους κάθε μέρα, πως θα σκύψουν, αν όχι όλοι, πάντως αυτοί που στεριώνουν και στυλώνουν ως σήμερα τα σχολειά μας, ώρες, για να βρουν, να αναζητήσουν, να διοργανώσουν τα μάθημα, πως θα στηθούν την επαύριο μπροστά στον ανεξέλεγκτο παράγοντα που καλείται παιδί και η ψυχή του, μπροστά στα 25 ή 27 παιδιά και τις ψυχές τους, πως το πιο αναμενόμενο είναι να καταρρεύσει όλη η προσπάθεια της προηγούμενης μέρας, πως θα χρειαστεί αυτός ο δάσκαλος να "αδειάσει" ή δοχείο να γίνει να μεταδώσει, να αυτοσχεδιάσει, να το στήσει το μάθημα ξανά, άλλοτε νηφάλιος και άλλοτε ως θηριοδαμαστής, πως θα παραδεχτεί την ήττα του αν δεν το καταφέρει, πως θα φύγει κάπως πετώντας αν νιώσει πως έδωσε μια στάλα κάτι, πως θα φύγει παραπατώντας, αν συναντήσει την εφηβική σκληρότητα και την εκκολαπτόμενη αδιαφορία, που πάντα βρίσκει έδαφος πρόσφορο στους λειμώνες της καλοπέρασης και του βολέματος να ευδοκιμήσει. Πως θα σταθεί 21 ώρες, κάθε ώρα, απέναντι σε 25 ζευγάρια μάτια. Για να κριθεί και να "αλλοιωθεί". Ή να καταρρεύσει.

Μας λυπάμαι πια. Τους σκυμμένους υπαλλήλους στους οποίους προσβλέπει η κυβέρνηση του τώρα και η όποια επακολουθήσει. Υπαλλήλους υπό το κράτος του φόβου των εγκυκλίων που έπονται, των μισθών που πετσοκόβουν, της απαξίωσης του κλάδου, της γενικότερης ανέχειας που ενέσκηψε στον τόπο. Θυμάμαι πριν μέρες τη γενική απεργία την οποία αγκαλιάσαμε σχεδόν όλοι. Θυμάμαι το πρόσταγμα, μετά τις ομιλίες στην κεντρική πλατεία, για πορεία διαμαρτυρίας μέσα από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης. Δεν ήταν πορεία. Η περιφορά του Επιταφίου ήταν. Όχι μόνο γιατί η διαδρομή ήταν ακριβώς η ίδια. Όχι μόνο γιατί μια βαθιά συγκίνηση μού είχε ενσκήψει, όπως και της Μεγάλης Παρασκευής, για το κρουστό βήμα που δίνει μες απ’ τη Φιλαρμονική ένα μικρούλι κεφαλάκι που με σοβαρότητα μού γνέφει. Κυρίως για τη βαθιά θλίψη και τη συνειδητή αίσθηση ότι περιφέρουμε το κιβούρι της παιδείας. Εδώ και χρόνια όμως. Εδώ και χρόνια έπρεπε να κατέβουμε στους δρόμους οι δάσκαλοι, όχι για την τσέπη μας, αλλά για την ποιότητα της παιδείας και για τη μεγάλη κοροϊδία που υφιστάμεθα ως δάσκαλοι και ως γονείς. Εδώ και χρόνια. Τώρα περιφέρουμε μονάχα ένα κιβούρι. Και νεκραναστάσεις συνέβησαν άπαξ και δια παντός. Δεύτερη δεν υπάρχει. Έστω κι αν διακαώς το ελπίζουμε.

Σκέφτομαι τη μεγάλη υποκρισία που διακατέχει όσους διαφεντεύουν τις τύχες δασκάλων και μαθητών, όσους ευαγγελίστηκαν το «Νέο Σχολείο», μην τύχει και δεν εναρμονιστούν με τις προηγούμενες εξαγγελίες των αλλοτινών Υπουργών Παιδείας. Όλοι τους άσχετοι. Άσχετοι με τα σχολειά, άσχετοι με τους μαθητές, άσχετοι με τις συνθήκες διδασκαλίες, με τις βαθύτερες ανάγκες και τις ελπίδες. Άσχετοι εντελώς. Ουδείς χρημάτισε δάσκαλος εν ενεργεία, πλην του Ευθυμίου. Ουδείς γνωρίζει. Όλοι εξαγγέλλουν και ευαγγελίζονται την κομματική ανοησία, τα ξενόφερτα κακέκτυπα προγράμματα, που απευθύνονται σε άλλες κοινωνίες και σε άλλες παραδόσεις. Του κακού πρότυπα και ούτε ένα του καλού. Είναι γνωστό τοις πάσι ότι ποτέ τους δεν κατάφεραν να μιμηθούν κάτι καλό. Κλέβουν τα χείριστα ή τα παρωθημένα, τα κάνουν ένα λίφτινγκ και τα πλασάρουν στην ελλαδική πραγματικότητα με την οίηση της παγκόσμιας πρωτοτυπίας. Και κάνουν και τον έξυπνο κιόλας. Αυτό που το πας;

Ευαγγελίστηκε η κυρία Υπουργός την εισαγωγή της φιλαναγνωσίας από το Νηπιαγωγείο κιόλας. Την άκουσα με τ’ αυτάκια μου στα Πρέσπεια τα περσινά. Την ευαγγελίστηκε με ζέση και με σθένος. Με αλαζονεία. Τι λέτε, καλή μου! Σοβαρά; Ίσως δε γνώριζε κι ούτε γνωρίζει, η καημένη τουλάχιστον, ότι οι Έλληνες νηπιαγωγοί εδώ και χρόνια προωθούν τη φιλαναγνωσία στα ταλαίπωρα και υποβαθμισμένα μες στις υπόλοιπες εκπαιδευτικές βαθμίδες νηπιαγωγεία της χώρας, υπακούοντας στο ένστικτο και την αγάπη που τους ανοίγει δρόμους, ακόμα και όταν δεν υπάρχουν. Τα νήπια πάμπολλες φορές δανείστηκαν και δανείζονται βιβλία στα σπίτια τους, μάλιστα κάθε βδομάδα και ένα, και κανένας νηπιαγωγός δεν περίμενε αυτή την περιβόητη εξαγγελία του Νέου σχολείου για να το κάνει.

Τουναντίον οφείλει κανείς να καταγγείλει το Υπουργείο Παιδείας για ακράτεια υποκρισίας και πολύ θα το χαιρόμουν αν όλοι οι υπεύθυνοι των Σχολικών Βιβλιοθηκών προσφεύγαμε σε ένα ευρωπαϊκό δικαστήριο προκειμένου να μας λύσει την εξής απορία, πώς γίνεται βιβλιοθήκες που χρηματοδοτήθηκαν εξ ολοκλήρου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, να κλείνουν ελαφρά τη καρδία και μάλιστα εν σιγή ιχθύος. Όχι, δεν έκλεισαν τις Σχολικές Βιβλιοθήκες της χώρας. Τις αμπάρωσαν. Εύκολα λοιπόν απομένουν τα σχολειά έρμαια και όλοι μας υποχείριά τους. Αν τυχόν, λοιπόν, πήρατε, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Υπουργού Παιδείας, project και χρειαστείτε βιβλιογραφία, αν τυχόν είστε δάσκαλος και σας καλεί η υπηρεσία να ανασκουμπωθείτε χάριν της φιλαναγνωσίας ή του έτους Παπαδιαμάντη ή Ελύτη, μην παραλείψετε να επισκεφτείτε την όποια δανειστική βιβλιοθήκη του τόπου σας, μια που οι Σχολικές έχουν ρημάξει, και αν υπάρξει συνωστισμός, κάντε τα παράπονά σας στη διεύθυνση δηλ. στην Υπουργό, με το ίδιο ακριβώς έγγραφο, με το οποίο σας καλεί στις ποικίλες δράσεις υπό το σύνθημα «Πρώτα ο μαθητής». Εδώ γελάμε, για να μην κλάψουμε. Για του λόγου το ασφαλές, μια διαδικτυακή περιήγηση στις στοχοθεσίες του οικείου Υπουργείου δεν βλάπτει. Ίσα-ίσα αποτελεί και το εφαλτήριο έμπνευσης του παρόντος κειμένου. Η αγανάκτηση και η οργή ενώπιον της αιωνόβιας υποκρισίας. Νισάφι πια.

Σε μια πόλη 45.000 κατοίκων, όπως η Πτολεμαϊδα, με έξι Σχολικές Βιβλιοθήκες να αραχνιάζουν, απομένει η Δημοτική Βιβλιοθήκη να καλύψει τις εκπαιδευτικές και μαθησιακές ανάγκες μαθητών και διδασκόντων. Μια Δημοτική βιβλιοθήκη που παραμένει κλειστή το απόγευμα τις τέσσερεις από τις πέντε μέρες λειτουργίας της και αναρωτιέμαι πώς περιμένει κανείς να λειτουργήσει και με ποιους, όταν τα πρωινά όλοι οι μαθητές και οι δάσκαλοί τους είναι στα σχολεία τους και οι εργαζόμενοι στις δουλειές τους. Αναρωτιέμαι, όσο μένει κλειστή, σε ποιους απευθύνεται, αφού δεν είναι σε θέση να λειτουργήσει ως δανειστική ή ακόμα και ως αναγνωστήριο. Τα ερωτήματα υποβάλλονται αναπάντητα. Έτσι ως ρητορικά. Εκτός και αν κάποιος των υπευθύνων δράσει πάραυτα.

Μια Δημοτική βιβλιοθήκη, που σαφώς και δεν είναι σε θέση να έχει τα ειδικά εγχειρίδια με τα οποία εξοπλίστηκαν οι παραπάνω Σχολικές βιβλιοθήκες, ειδικά των Επαγγελματικών Λυκείων, εγχειρίδια που είναι απολύτως απαραίτητα, όχι μόνο για τη σύνταξη των εργασιών των μαθητών, αλλά πολύ περισσότερο για το καθημερινό φυλλομέτρημά τους, την απαραίτητη και μέσω εικόνων εξοικείωση με την ειδικότητα και την τέχνη. Και μην πει κανείς ότι αστείο να μιλάς για τα ΕΠΑΛ, γιατί είναι καμένο χαρτί τα παιδιά εκεί και όλα τα γνωστά. Μύθος όλα τα γνωστά. Μύθος που βολεύει. Παντού υπάρχουν μαθητές που έχουν τη φλόγα και τη λαχτάρα μες στα μάτια τους και μαθητές αδιάφοροι. Οφείλουμε να διατηρήσουμε τη φλόγα αυτή και πυρκαγιά να την κάνουμε. Οφείλουμε να την ανάψουμε με όλες μας τις δυνάμεις, όπου δεν υπάρχει. Το οφείλουμε ως δάσκαλοι και ως άνθρωποι. Όπως ο οδοκαθαριστής οφείλει να σκύψει και να μαζέψει τα σκουπίδια του δρόμου χάριν της ομορφιάς. Έτσι και εμείς οφείλουμε εκεί που είμαστε τα σκουπίδια να μαζέψουμε από τους δρόμους της ψυχής μας και της ψυχής των μαθητών μας. Χάριν της ομορφιάς. Τα ΕΠΑΛ δεν είναι σχολεία ενός κατώτερου εκπαιδευτικού συστήματος. Ίσα-ίσα, παιδιά δοκιμασμένα στον βίο από νωρίς και όχι αραχτά στην καλοπέρασή τους, πάμπολλες φορές δείχνουν με τη στάση τους και τη φιλομάθειά τους το δρόμο και κυρίως υπάρχουν και λειτουργούν ως ελπίδα. Τα παιδιά τούτα πάμπολλες φορές σε υποχρεώνουν να σκύψεις. Για να κάνεις την αυτοκριτική σου και τον αυτοέλεγχό σου. Να ορμήξεις ξανά.

«Αυτά που ξέρατε, ξεχάστε τα» ακούω τον τοποτηρητή του Υπουργείου να μου λέει άτεγκτος και κουκουλωμένος μες στην υποταγή που του υπαγορεύει η θέση του. Αλήθεια, λέω, τι ακριβώς πρέπει να ξεχάσει κανείς; Τα προγράμματα φιλαναγνωσίας που διοργάνωσαν τόσους χρόνους απλοί δάσκαλοι σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης κυριολεκτικά αυτοδίδακτοι, αφού πρώτα ενδύθηκαν κατάσαρκα το μεράκι της ψυχής τους, τις σκυταλοδρομίες ανάγνωσης, τις επισκέψεις των συγγραφέων στα σχολεία, που σαφώς και δεν ξεκίνησαν από την εναρκτήρια στιγμή του ΕΚΕΒΙ, τις αυτοσχέδιες σχολικές βιβλιοθήκες, τους δανεισμούς στο πόδι του διαλείμματος; Τι απ' όλα; Και αν εγώ οφείλω να ξεχάσω ό,τι πιο ελπιδοφόρο υπάρχει ακόμα στα σχολεία, εσείς γιατί δε λέτε να συμμορφωθείτε επιτέλους με τη νέα κατάσταση, εσείς γιατί εξαιρείστε από τις αποσπάσεις των οικείων στα γραφεία σας; Ένας δάσκαλος αποσπασμένος σε μια σχολική βιβλιοθήκη αντιστοιχεί σε 300 παιδιά μπροστά σε ένα ανοιχτό παράθυρο. Αυτό μου ζητούν να ξεχάσω και να το αποσιωπήσω. Αυτό ήταν το περιττό. Και περιττοί δεν είναι οι τόσοι ακόμα και τώρα αποσπασμένοι στα δικά τους γραφεία, που τους έβλεπα 1 ώρα να πάνε και να έρχονται με μια κούπα στα χέρια, να ακούω μες στους διαδρόμους «κ.Διευθυντά» από εδώ και «κ.Διευθυντά» από εκεί, και από κάθε γραφείο να ξεφυτρώνει κι ένας διευθυντής και οι παρατρεχάμενοί του. Αυτοί φυσικά εξαιρούνται. Αυτοί δεν είναι περιττοί. Αυτοί χρειάζονται. Οι βιβλιοθήκες όμως ας κλείσουν. Κατά βάθος γνωρίζει το σύστημα ότι όλο και κάποιος φιλότιμος δάσκαλος θα βρεθεί, τα τεφτέρια του ν’ ανοίξει και στα διαλείμματα ή τα κενά του βιβλία να δανείσει στα παιδιά. Κατά βάθος το ζήτημα δεν τους απασχολεί. Το ζήτημα δεν τους ενδιαφέρει.

Κατά βάθος γνωρίζουν ότι το να ανοίξει μη γνώστης τη Σχολική Βιβλιοθήκη είναι κατ’ ουσίαν αδύνατο. Καθώς, όταν ήταν να αναθέσουν την προϊσταμένη αρχή σε κάθε έναν από όσους ενδιαφέρθηκαν, τότε και κατά τη διάρκεια της συνέντευξης στην οποία ο καθείς εκλήθη, αφού από τα προσόντα μας μοριοδοτηθήκαμε και αφού αυτά λήφθηκαν σοβαρά υπόψη, μας έκαναν φύλλο και φτερό, πτυχία και μεταπτυχία απαίτησαν, γλώσσες κατά προτίμηση δυο, και οπωσδήποτε τον υπολογιστή να τον παίζουμε στα δάχτυλα, συγγραφικό έργο και επιπλέον επιμόρφωση σε σύστημα βιβλιοθηκονομίας. Αυτά που τότε απαίτησαν, τώρα, να της υποκρισίας το ευαγγέλιο, τα αχρηστεύουν. Όποιος δε συμπληρώνει ώρες, αυτός ενδέχεται να ανοίγει τις σχολικές βιβλιοθήκες. Αφενός αναρωτιέμαι, για να κάνει τι; Αφού δεν είναι δυνατό να δανείσει ούτε και τίτλους να αναζητήσει, εφόσον δεν έχει επιμορφωθεί. Και αφετέρου, σιγά αυτοί μην αφήσουν άνθρωπο να περισσέψει, για να ανοίξει τις βιβλιοθήκες. Θα μας στραγγίξουν όλους, βιβλιοθήκες δεν ανοίγουν. Αυτά θέλω να πω. Την οργή μου για τις κλειστές πόρτες στα Σχολειά του τόπου.

Μας θέλουν αμόρφωτους. Βολεύει αυτό. Ούτε μπορείς να υπερασπιστείς τα δικαιώματά σου, ούτε αντίρρηση να φέρεις, ούτε καλά-καλά καταλαβαίνεις τι γίνεται. Δεν έχεις επίγνωση της τρομάρας που μας διακατέχει. Δεν αντιστέκεσαι, δε μιλάς. Ακολουθείς το κοπάδι. Πρόβατα μάς θέλουν, φραγμένα ή καθ’ οδόν προς το χείλος του γκρεμού. Ας πατήσει πόδι ο καθείς. Όπου είναι, ό,τι κι αν είναι, τα μάτια του ν’ ανοίξει να μορφωθεί. Με κάθε μέσο να μορφωθεί. Ή άνθρωπος να παραμείνει αν το μπορεί.

Αυτή τη στιγμή, οι δάσκαλοι δεν πολεμούμε απλώς, αγωνιζόμαστε περισσότερο απ’ όσο ποτέ, ενάντια στην ημιμάθεια, στην απελπισία, στη βαρβαρότητα που θα ακολουθήσει. Οπωσδήποτε εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλεί ο καθείς και αν δεν έχεις, τι να δώσεις. Ορθά. Ωστόσο, όσο υπάρχουν άνθρωποι που «αφυδατώνονται» καθημερινά μες στις τάξεις, που αδειάζουν για να γεμίσουν τις ψυχές των μαθητών τους, όσο υπάρχουν άνθρωποι που σπαράζουν μπρος στις παιδικές ψυχές, υπάρχει ελπίδα. Θερμοπύλες καλούμαστε να κρατήσουμε -χωρίς μάλιστα τους 700 Θεσπιείς, μόνοι μας, ολομόναχοί μας- και ας μην το νιώσαμε ακόμα. Σαν τη βροχή είμαστε. Όπου πιάσει. Μόνο όπλο η φωνή. Όπου πιάσει. Μόνο όπλο και παραμυθία και ορμητήριο τα κείμενα των προγενέστερών μας. Όπου πιάσει κι η δική τους φωνή.

Σαν τη βροχή είμαστε. Όπου πιάσει.

28 Οκτωβρίου 2011

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Ήταν ο τόπος μου



[...]

Ήταν ο τόπος μου σαν το χαμόγελο,
όνειρο καθημερνό. Κάποιος τον
πούλησε, κάποιος τον ρήμαξε
σαν δανεισμένη πραμάτεια.
Τώρα τ' αγόρια μου παίζουν
το θάνατο στα χαρακώματα.

Κ.Χ.ΜΥΡΗΣ

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Το ένδον φως


ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Περιμένεις το θάνατο να' ρθει
κι εκείνος έρχεται
αγάλια αγάλια έρχεται
αργά αργά σιμώνει
Θα φύγω προτού Κύριε
μην έτυχε και το λησμόνησες
σύντομα θα φύγω
μα σαν έρθεις
την παλάμη Σου από τα χείλη μου να την περάσεις
να Σε νιώσω
πνέω τα λοίσθια των λόγων μου Κύριε
κι αν φαίνομαι πηγάδι
όμως δεν είμαι
στερέψαν οι πηγές που μου' στελναν νερό
διψώ να ξεδιψάσω
και δεν έχω
νεράκι Σου ζητώ
δίχως να το ζητώ
νεράκι που δεν έχω
ευχαριστώ Σε Κύριε
ότι Συ μόνος είδες το φως εντός μου
και τώρα
δίχως το φως αυτό πορεύομαι
εν σκιά θανάτου Κύριε
και εν σκότει πορεύομαι
παρακαλώ Σε Κύριε
ότι μου λείπει το φως που είδες μέσα μου
ότι περπατώ
συχνάκις δε χαμοδιαβαίνω
ότι δεν ζω
όταν το πρόσωπό Σου αποστρέψεις
ότι φωτίζομαι μόνο όταν και όσο
εντός μου κοιτάς
σκοτάδι Κύριε
τη λάμψη που άφησες στα μάτια μου
την έχασα
κι αν άφησα μια χαραμάδα φως και στα δικά Σου
τώρα σκοτείνιασες κι Εσύ
φοβάμαι Κύριε
τη στιγμή την αιωνόβια
που θα σε ψάχνω μες στους κεκοιμημένους
και να σε βρίσκω δεν θα μπορώ
φοβάμαι Κύριε
την αιώνια σιωπή
που θα'ρθει να μας χωρίσει
τη σιωπή που σιωπή δεν θα' ναι
παρά θάνατος
μα πιότερο Κύριε
φοβάμαι τη στιγμή
που στις πύλες του Άδη θα κατέλθεις για να μπεις
και δεν θα με αναγνωρίσεις

20 Οκτ. 2011

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Άνθρωπος στα σκουπίδια



AΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ

Απογευματινό δρομολόγιο σε μια πόλη της ελλαδικής επαρχίας που ετοιμάζεται για βροχή. Στη δική μου πόλη. Σύννεφα θρονιάστηκαν στον ουρανό, οι πρώτες στάλες χτυπάνε στα τζάμια του αυτοκινήτου. Σταματώ σε διασταύρωση, στο πλάι μου άνθρωπος περνά ρακένδυτος να σέρνει ένα διπλό παιδικό καρότσι. Παιδιά μέσα δεν είχε. Μόνο το έσερνε και πήγαινε. Σταματώ λίγα μέτρα πιο πέρα. Τον βλέπω πάλι μπροστά μου, σκυμμένο σε κάδο σκουπιδιών. Τον κοιτώ στο πλάι του και όπως χώνεται μισός σχεδόν μέσα του. Κάτι σφιγμένο στο πρόσωπο, τα μηνίγγια του νιώθεις να χτυπούν, κάτι το αδάμαστο μιας αξιοπρέπειας που πάσχει, μια περηφάνεια ενός νέου ανθρώπου που πρόωρα τον αναχαίτισαν οι καιροί, πιόνι στην ντόπια σκακιέρα, πιόνι που βγήκε εκτάκτως εκτός μάχης, κάτι μεταξύ απόγνωσης και οργής να ελλοχεύει στις κινήσεις μέσα, σε κείνο το σκύψιμο και στον άπρακτο δρόμο που ακολούθησε. Τον κοιτούσες κλεφτά, δεν ήθελες να σε πιάσει το βλέμμα του, τον κοιτούσες, σκεφτόσουν πως ίσως και να' σασταν συνομήλικοι, πως ίσως σπίτι τον περίμενε, μπορεί και παιδιά. Ίσως και μόνος του να' ταν. Αυτό το σφίξιμο στους μυώνες του προσώπου του που δε χαλάρωσε μέχρι που έστρεψε την πλάτη κι απ' τα μάτια σου τον έχασες, στέριωσε μέσα σου. 

Τον αντάμωσες ξανά, μερικά στενά πιο πέρα, εσύ τον ακολουθούσες ερήμην σου ή εκείνος για κάποιο λόγο βρισκόταν μπροστά σου; Κανείς δεν απαντά σε καθαρά μεταφυσικά ζητήματα. Ωστόσο, τον είδες να κάθεται στο πεζοδρόμιο, σε κάδο δίπλα και μπροστά του σύντροφος το διπλό καρότσι του. Γερμένο το κεφάλι προς τα γόνατα. Ίσως και να τα αγκάλιαζε. Πού είναι η μάνα σου, παιδί μου, θυμάσαι ξανά τον Μόντη, να της παραδώσω τούτο το κλάμα, πού είναι η μάνα σου να το αρχίσει από εκεί που δε θα μπορέσουμε εμείς. Η στιγμή κράτησε όσο μπορούσε να καθυστερήσει το πέρασμα ενός αυτοκινήτου. Η στιγμή έφυγε, για να στοιχειώσει μέσα σου.

Όλη αυτή η οργή, όλος αυτός ο πόνος, θα' ρθει μέρα και ώρα που θα ξεσπάσει, θα' ρθει ώρα που θα χυθεί, οι κάνουλες θ' ανοίξουν κι οι βρυσομάνες θα δακρύσουν κι ο τόπος όλος θ' αγιαστεί ξανά από τον άνθρωπο που τον έσυραν, όπως τον Έκτορα γύρω από την Τροία, μα έπειτα αυτός, απροσδόκητα εντελώς, θα ορθωθεί νεκρός έμπνοος, που λέει κι ο Γρηγόριος [Γρηγορίου Θεολόγου, Περί τον εαυτού βίον], ένας ζωντανός-νεκρός, ζωντανός ωστόσο ακόμα. Τα σφιγμένα πρόσωπα δε λησμονούν. Επίσης, τα σφιγμένα πρόσωπα πολύ δύσκολα πια αναπαύονται.

"Αν όχι εδώ, πού; Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι εμείς, ποιοι;" διαβάζω σε στενάκι της Κέρκυρας. Είναι το τελευταίο πράγμα που πήρα φεύγοντας από εκεί. Δεν υπάρχει το κάπου αλλού, δεν υπάρχει το όποτε ή το άλλοτε, δεν υπάρχει το κάποιος άλλος ή το κάποιοι άλλοι. Υπάρχει μονάχα το εδώ, υπάρχει μοναχά το τώρα, υπάρχουμε μονάχα εμείς. Είτε γράφοντας είτε μιλώντας είτε φωνάζοντας, όποτε σωπαίνοντας. Είτε πέφτουμε είτε σηκωνόμαστε είτε παραμένουμε πεσμένοι. Υπάρχουμε στο εδώ του μέλλοντος και στον τόπο του παρόντος, υπάρχουμε εμείς, έστω με τα δεκανίκια της γραφής. Υπάρχουμε, για να εγείρουμε τους εαυτούς μας πρώτα. Τους άλλους έπειτα. "Εξεγερθέντες του ύπνου" ακούς το ορθρινό κέλευσμα. Εξεγερθέντες οι πάντες οι κεκοιμημένοι και εφησυχασμένοι, οι πρώην βολεμένοι Νεοέλληνες, νεόπλουτοι ή απλώς αστοί, δανειόπληκτοι άπαντες και τώρα με πετσοκομμένη την τσέπη, εξεγερθέντες οι σερνάμενοι και όσοι αραχτοί ως αιωνόβια, ακούνητα δέντρα, στα "καφέ" της πλατείας, εξεγερθέντες οι τηλεκατευθυνόμενοι καταληψίες μαθητές ή οι κομματικομαριονέτες φοιτητές, εξεγερθέντες του ντόπιου ύπνου, και όσοι σημειώσεις κρατάτε από τις πρωινές συνταγές μιας πρώην κοιλιόδουλης Ελλάδας, εξεγερθέντες όλοι και πιαστείτε. Και σεις οι "αγανακτισμένοι", που τώρα βουβαθήκατε, επιτέλους ξυπνήστε.

Άνθρωπος στα σκουπίδια. Θυμάσαι τους "Φτωχούς" του Ρώσου, κείμενο τρυφερό, γεμάτο επιστολές, όλο μια επιστολή εν τέλει, ανθρώπων φτωχών και κατατρεγμένων, η Βάρινκα, ή υπαλλήλων εντός μιας υπαλληλικής αθλιότητας, ο Μακάρ Αλεξέεβιτς, και οι δυο τους όμως θύματα και εντός μιας εσωτερικής εξαθλίωσης και απόγνωσης. Ανταλλάσσουν επιστολές, αν και ζουν μόλις απέναντι, επιστολές λεπτομερείς μιας καθημερινότητας που απαθανατίζει, σχεδόν φωτογραφικά, τη Ρωσία της εποχής τους. Ρωτά κανείς γιατί. Απαντά κάπου ο Μακάρ "Καλούλα μου, πολλά θα' θελα να σας γράψω. Όλη την ώρα, όλες τις στιγμές θα' θελα να γράφω, να γράφω! [...]. Αχ, αγαπημένη μου, τι το θέλουμε το ύφος! Να, τούτη τη στιγμή, ούτε ξέρω τι γράφω, ολότελα δεν ξέρω, τίποτα δεν ξέρω, και ούτε τα ξαναδιαβάζω, ούτε ύφος κανένα κυτάζω, και όμως γράφω, φτάνει μόνο να γράφω, φτάνει μόνο να σας γράψω όσο μπορώ περισσότερα...Χαϊδεμένη μου, αγαπημένη μου, καλούλα μου σεις". Γράφει και κάπως ζει και κάπως έτσι ξεσπά πάνω στο χαρτί την αβίωτη πραγματικότητα. Πεπεισμένος πως "Τα καλά έργα δε μένουν απλήρωτα, και η αρετή πάντα στεφανώνεται με το στέφανο της Θείας δικαιοσύνης, αργά ή γρήγορα". Ωστόσο, η θεία τάξις κάπως ανατρέπεται. Ή μάλλον η ανέχεια λειτουργεί ως ο αστάθμητος παράγοντας του κακού που ενσκήπτει και αφοπλίζει τη θεία τάξη. Το απόσπασμα που ακολουθεί συντέμνει το χρόνο που μας χωρίζει από τον τόπο και το χρόνο του Ντοστογιέφσκη. Αποτελεί κατά πολλούς τρόπους μια επιτομή της σύγχρονης κοινωνίας. Οι ιστορίες επαναλαμβάνονται. Διαβάζουμε, για να βρεθούμε στη θέση να τεκμηριώσουμε την επανάληψη με τρόπο άσφαλτο:

"Ο οργανοπαίκτης τοποθετήθηκε κάτω από τα παράθυρα κάποιου σπιτιού. Μου κινάει άξαφνα την περιέργεια ένα παιδάκι, αγοράκι, όχι παραπάνω από δέκα χρονών. Θα ήταν ομορφούλι, μα στην όψη δείχνει τόσο άρρωστο, καχεκτικό, φορούσε ένα πουκαμισάκι και κάτι άλλο ακόμη, στεκόταν ξυπόλυτο, με ανοιχτό το στόμα και άκουγε το οργανέττο, -παιδί πράμα. Άπληστα κύταζε πώς χόρευαν οι κούκλες του Γερμανού οργανοπαίκτη, και του ίδιου τού είχαν κοκκαλώσει χέρια και πόδια, έτρεμε και μασούσε την ακρούλα του μανικιού του. Πήρε το μάτι μου, πως στα χέρια του κρατούσε κάποιο χαρτάκι. Πέρασε κάποιος κύριος και πέταξε του οργανοπαίκτη ένα μικρό νόμισμα. Το νομισματάκι έπεσε ακριβώς σ' εκείνο το κουτάκι με το χώρισμα, μέσα στο οποίο παρασταίνεται ένας φραντζέζος που χορεύει με τις κυρίες. Μόλις κουδούνισε το νόμισμα, τρεμοσείστηκε τ' αγοράκι μου, δειλά κοίταξε ένα γύρω, και, όπως φαίνεται, φαντάστηκε πως εγώ τόρριξα το νόμισμα.
Έτρεξε κοντά μου, τα χέρια του τρέμανε, η φωνίτσα του έτρεμε, μου έδωσε το χαρτάκι, λέγοντας: -σημείωση! Άνοιξα τη σημείωση -ε, τι να τα λέμε, γνωστά πράματα: -ευεργέτες μου, δηλαδή, μια μητέρα φαμελίτισσα πεθαίνει, τρία παιδιά πεινάνε, βοηθήστε με σεις τώρα, κ' εγώ πεια, σαν πεθάνω, για το λόγο που δεν ξεχάσατε τα παιδάκια μου, δε θα σας ξεχάσω κ' εγώ στον άλλο κόσμο, ευεργέτες μου. -Ε, τι το παράξενο σ' αυτό! δουλειά ολοφάνερη, αυτά έχει η ζωή, μα τι μπορούσα να τους κάνω εγώ; Τι νάκανα, δεν τούδωσα κ' εγώ τίποτα. Πόσο λυπήθηκα όμως!
Το καημένο το παιδάκι είχε μελανιάσει από το κρύο, μπορεί να πεινούσε κιόλας, και δεν έλεγε ψέματα, μα το ναι, δεν έλεγε ψέματα. Τις ξέρω εγώ αυτές τις δουλειές. Το κακό είναι όμως, που γιατί αυτές οι άσπλαχνες μητέρες να μη φυλάνε τα παιδιά τους και μισόγυμνα να τα στέλνουν να γυρίζουν στο κρύο με σημειώματα. Διόλου παράξενο, η κουτογυναίκα, να μην έχει θέληση. Μα μπορεί και στ' αλήθεια να μην έχει κανένα να φροντίσει γι' αυτήν, και να κάθεται κάπου κει με τα πόδια ζαρωμένα από κάτω της, μπορεί και στ' αλήθεια νάναι άρρωστη. Όπως να'ναι, γιατί να μη ζητήσει βοήθεια από κει που πρέπει. Ωστόσο, διόλου παράξενο να' ναι και καμιά κατεργάρα, αποσκοπού στέλνει το πεινασμένο, καχεκτικό παιδάκι να ξαπατάει τους διαβάτες, στην αρρώστια το σπρώχνει.
Και τι καλό θα διδαχτεί το καημένο το παιδάκι μ' αυτές τις σημειώσεις; Μονάχα που σκληραίνει η καρδιά του. Γυρίζει, τρέχει, ζητιανεύει. Οι διαβάτες περνάνει βιαστικοί, δεν αδειάζουν. Οι καρδιές τους είναι πέτρινες. Τα λόγια τους σκληρά. "Κάνε στη μπάντα! Ξεκουμπίσου! Κατεργάρη!". Να τι ακούει απ' όλους αυτούς, και η καρδούλα του παιδιού σκληραίνει, και του κάκου τρεμουλιάζει στο κρύο, το φτωχούλι, το χιλιοτρομαγμένο παιδάκι, μ' αφτέρουγο πουλάκι μοιάζοντας, που' πεσε από τη χαλασμένη φωλίτσα του. Κοκκαλιάζουν τα χέρια και τα πόδια του. Η αναπνοή του πιάνεται, ως που να καλοκοιτάξεις, αρχίζει πια να βήχει. Από κει δεν είναι μακριά και η αρρώστια, σαν ακάθαρτο ερπετό θα φτύσει μέσα στο στηθάκι του, κι ως που να καλοσκεφθείς, να κι' ο θάνατος στέκει πια απάνω από το κεφαλάκι του, το καρτεράει σε κάποια κει βρωμερούτσικη γωνιά, δίχως περιποίηση, δίχως βοήθεια -να η ζωή του όλη κι' όλη. Αυτή τη ζωή κάνει ο κοσμάκης!
Ωχ, Βάρινκα, σχίζεται η καρδιά σου ν' ακούς το "Ελεήστε Χριστιανοί" και να περνάς δίπλα και τίποτα να μη δίνεις, και να λες: "Ο Θεός να σ' ελέηση". Μερικά "ελεήστε με" μπορείς και να τα προσπεράσεις (Γιατί και τα "ελεήστε με" διαφόρων ειδών είναι, καλούλα μου). Το λιγόλογο, τραβηχτό, συνηθισμένο, αποστηθισμένο "ελέηστε με", είναι καθαρά ζητιάνικο. Σ΄αυτό δεν είναι και τόσο βαρύ να μη δώσεις. Αυτός που το λέει, είναι πολυκαιρίτικος, παλιός ζητιάνος, εξ επαγγέλματος ζητιάνος, αυτός είναι συνηθισμένος, λες με το νου σου, αυτός αντέχει και ξέρει πώς ν' αντέχει. Μα υπάρχει κ' "ελεήστε με" ασυνήθιστο, τραχύ, στυγνό, -σαν κι' αυτό που μούτυχε ν' ακούσω σήμερα, να πούμε, που σαν έπαιρνα τη σημείωση από τα χέρια του παιδιού, κάποιος που στεκόταν ακουμπισμένος στο μανδρότοιχο, που δε γύρευε απ' όλους ελεημοσύνη, μου λέει: "Δώσε μου μια πενταρίτσα, αφεντικό, για του Χριστού τη χάρη!" και με τέτοια κομματιαστή, βάναυση φωνή, που ανατρίχιασα όλος από κάποιο τρομακτικό αίσθημα, μα πενταρίτσα δεν τούδωσα: δεν είχα.
[...]
Σήμερα νιώθω μια τέτοια βαρυθυμιά, που από τα κατάβαθα της ψυχής μου άρχισα να συμπονάω τις ίδιες μου τις σκέψεις, και αν και ξέρω καλά, καλούλα μου, πως από τη συμπόνια καμιά προκοπή δε βγαίνει, όπως και να' ναι, δίνεις κάποια ικανοποίηση στον εαυτό σου. Και στ' αλήθεια, αγαπημένη μου, πολλές φορές ξευτελίζεις τον εαυτό σου δίχως καμιά αφορμή, δεν τον εκτιμάς ούτε για μια δυάρα, και χειρότερο από σκύβαλο τον λογαριάζεις. Κι αν θέλετε να το εκφράσουμε παραβολικά, αυτό μπορεί να συμβαίνει, για το λόγο που κ' εγώ είμαι φοβισμένος και κατατρεγμένος τα ίδια σαν κι αυτό το άμοιρο παιδάκι, να πούμε, που μου ζήτησε ελεημοσύνη.
[...] Μου τυχαίνει, αγαπημένη μου, σαν πηγαίνω το πρωί-πρωί βιαστικός στο γραφείο, να χαζέψω λιγάκι στην πόλη, για να ιδώ, πώς ξυπνάει αυτή, πώς σηκώνεται, καπνίζει, βράζει, βροντάει, -και φορές-φορές τέτοια συγκίνηση σε παίρνει μπροστά σε κάποιο θέαμα που παρουσιάζεται στα μάτια σου, που φαίνεται σα να σούδωκε κάποιος γερή μυτιά απάνω στην περίεργη μύτη σου, και ζαρώνοντας, ξαναπαίρνεις το δρόμο σου πιο σιγανός από στεκάμενο νερό, πιο χαμηλός από χορτάρι, κουνώντας μ' απελπισιά κατ' ανέμου το χέρι σου!
[...]
Γι' ας κυτάξουμε λοιπόν, σαν τι να γίνεται μέσα σ' αυτά τα σπίτια; Σε κάποια κει καπνισμένη γωνίτσα, σε κάποια νοτισμένη τρώγλη, που από ανάγκη λογαριάζεται για κατοικία, ξυπνάει κάποιος μαστοράκος. Όλη νύχτα έβλεπε στον ύπνο του, έτσι για παράδειγμα το λέμε, έβλεπε στον ύπνο του κάτι παπούτσια, που, δουλεύοντάς τας, παραπήρε το χέρι του και τα' κοψε, λες κ' ήταν καμιά ανάγκη να ιδή ο άνθρωπος ένα τέτοιο ελεεινό όνειρο! Μα, όπως να' ναι, αυτός είναι μάστορης, είναι τσαγκάρης, του είναι συγχωρεμένο να συλλογιέται πάντα το ίδιο πράμα. Κάπου κει κλαίνε τα παιδιά του και η γυναίκα του πεινάει. Και φορές-φορές δεν ξυπνάνε μόνο οι τσαγκάρηδες έτσι, αγαπημένη μου.
Αυτό δε θα' ταν τίποτα, και ούτε θ' άξιζε τον κόπο να γράψει κανείς τίποτα γι' αυτό, μα να τα παράξενα που βλέπει κανείς, καλούλα μου: μέσα κει, μέσα στο ίδιο εκείνο σπίτι, ένα πάτωμα πιο πάνω ή πιο κάτω, μέσα σε χρυσοστολισμένους οντάδες, διόλου παράξενο, κ' ένα πλουσιώτατο πρόσωπο, τα ίδια εκείνα παπούτσια να' βλεπε στον ύπνο του, δηλαδή, αλλιώτικα παπούτσια, σε διαφορετική φόρμα, μα πάντα παπούτσια, γιατί σύμφωνα με το νόημα που θέλω να δώσω εγώ σ' αυτό, καλούλα μου, όλοι εμείς, αγαπημένη μου, βγαίνει να είμαστε, λίγο-πολύ, τσαγκάρηδες.
Και αυτό ακόμη δε θα' ταν τίποτα, μα το κακό είναι που κανένας δε βρίσκεται δίπλα σ'αυτό το πλουσιώτατο πρόσωπο, δε βρίσκεται άνθρωπος που να του σιγοσφυρίξει στ' αυτί: "Δεν παύεις, δηλαδή, να συλλογιέσαι τέτοια πράματα, να συλλογιέσαι μόνο τον εαυτό σου, μόνο για τον εαυτό σου να ζεις. Εσύ, δηλαδή, τσαγκάρης δεν είσαι, τα παιδιά σου είναι καλά στην υγειά τους, η γυναίκα σου φαϊ δε ζητάει, ρίξε μια ματιά τριγύρω σου, κοίταξε μπας και βρεις για τις έγνοιες σου κανένα πιο ευγενικό αντικείμενο από τα παπούτσια σου!" Να τι ήθελα να σας πω αλληγορικά, Βάρινκα. Μπορεί να' ναι και πάρα πολύ ελεύθερη η γνώμη μου, αγαπημένη μου, μα η γνώμη αυτή, φορές-φορές υπάρχει, φορές-φορές μας έρχεται, κ' έτσι άθελα αναπηδάει από την καρδιά σε πύρινο παράπονο".

"Οι Φτωχοί" του Ντοστογιέφσκη τυπώθηκαν το 1845. Διαβάζω το τέλος των επιστολών τούτων, μια υποταγή των φτωχών στην ειμαρμένη τους. Αλλιώς, όπου ο φτωχός κι η μοίρα του. Η επιστολική πραγματικότητά τους ακυρώνεται, η παραμυθία της γραφής -μα κυρίως της ύπαρξης- οπισθοχωρεί και υποτάσσεται στην Ανάγκη της στιγμής. Γράφει η Βάρινκα:
"Τέλειωσαν όλα! Η τύχη μου κρίθηκε. Τι σόι είναι, δεν ξέρω, μα εγώ θα υποταχτώ στο θέλημα του Θεού. Αύριο φεύγουμε. Σας αποχαιρετώ για τελευταία φορά, ανεκτίμητέ μου  φίλε, ευεργέτη μου, πολυάκριβέ μου! Μη στενοχωριέστε για μένα, ζήστε ευτυχισμένα, μη με ξεχνάτε και ευλογημένος νάσαστε από το Θεό! Συχνά θα σας μνημονεύω στους λογισμούς μου, στις προσευχές μου. Να που τέλειωσε κι αυτό! Λίγες χαρές έχω ν' αποκομίσω στη νέα μου ζωή από τις παλιές αναμνήσεις. Γι' αυτό, τόσο πιο πολύτιμη θα μου είναι η ανάμνηση για σας. Τόσο πιο ακριβός θα είσαστε στην καρδιά μου. Είσαστε ο μόνος μου φίλος. Σεις μόνο με αγαπούσατε εδώ. Όλα τάβλεπα εγώ, το ήξερα καλά πόσο με αγαπούσατε! Έφτανε ένα μου και μόνο χαμόγελο για να σας κάνει ευτυχισμένο, μια και μόνη αραδίτσα επιστολής μου. Τώρα πρέπει να ξεσυνηθίσετε από μένα! Πώς θα μείνετε μόνος σας εδώ; Σε ποιανού τα χέρια θα μείνετε, καλέ μου, ανεκτίμητε, μοναδικέ μου φίλε!"

Όση η φτώχεια τους τόση η αδυναμία τους να επέμβουν και να ορίσουν τη ζωή τους. Η ένδεια όριζε το παρόν, σφράγιζε και το μέλλον. Τους κοιτώ με δεμένα τα χέρια. Δεμένη η μοίρα μου, δεμένη κι η δική τους. Τους κοιτώ μ' αδύναμα χέρια. Κομμένα τα χέρια μου, κομμένα τα δικά τους. Τους κοιτώ μέσα από ένα σμήνος πλήκτρων, πουλιά τα πλήκτρα, εκείνα που με φέρνουνε κοντά τους, πουλιά και μαζί τους υψώνομαι, εκεί όπου -μονάχα εκεί- υπάρχει κανείς ελεύθερος. Σαν το πουλί είμαι, γράφει ο Γρηγόριος, σαν το πουλί κι εύκολα πετώ, πτηνόν γαρ ειμι ραδίως μετάρσιον. Και μεταρσιώνομαι, και πετώ κι εκεί τους συναντώ.

Άνθρωπος στα σκουπίδια, μα πριν λίγους μήνες, άνθρωπος πρώτος εθεάθη στα φανάρια σε σημείο κομβικό και προς την πρώτη έξοδο για την πόλη από την Εγνατία Οδό. Στο κλεινόν άστυ συναντάς κυρίως Πακιστανούς τη δουλειά τούτη με επιμονή να διεξέρχονται. Ένας κουβάς και λίγη σαπουνάδα για λίγα κέρματα που θα πέσουν στο χέρι. Άνθρωπος εθεάθη, όχι δε φαίνεται Πακιστανός, όμως, με υποδειγματική επιμέλεια τρίβει και σαπουνίζει τα παρμπριζ των αυτοκινήτων που στρίβουν αριστερά για Πτολεμαϊδα. Τις περασμένες ώρες στο πόστο του δεν τον συναντάς και τον αναρωτιέσαι. Μόνο ο κουβάς στέκει με το ξημέρωμα να τον περιμένει.

Τι κάνουμε, αναρωτιέμαι. Τίποτα δεν κάνουμε. Το θάνατο καταγράφουμε, πρώτα των ψυχών κι ύστερα των σωμάτων. Όπως κείνος ο βραβευμένος φωτογράφος, που απαθανάτισε το θάνατο σε μια "μοναδική" στιγμή λίγο πριν την έλευσή του, για να αυτοκτονήσει δυο μήνες μετά τη βράβευσή του, μέσα στο νέφος μιας βαριάς κατάθλιψης και με την εικόνα του μικρού παιδιού να περιφέρεται αδικαίωτο στην ψυχή και το μυαλό του. Χρόνια έχω τη φωτογραφία του στα ερμάρια μου. Πάντα μπροστά τη βρίσκω στη μνήμη μου.

[Ο Kevin Carter κέρδισε το βραβείο Pulitzer για τη φωτογραφία που τράβηξε το 1993 στο Σουδάν και η οποία δημοσιεύτηκε στους New York Times στις 26 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς.Το βραβείο έμαθε ότι το κέρδισε στις 12 Απριλίου του 1994.Το παρέλαβε στις 14 Μαΐου και μετά δύο μήνες, στις 27 Ιουλίου, αυτοκτόνησε. Όταν ο Κevin έβγαλε την φωτογραφία δεν δούλευε για λογαριασμό κανενός περιοδικού και με τις φωτογραφίες του ήθελε να δείξει την πείνα που υπήρχε. Η φωτογραφία απεικονίζει ένα υποσιτισμένο κοριτσάκι που σέρνεται για να φτάσει σε κέντρο διανομής τροφής ενώ παρακολουθείται από ένα όρνεο το οποίο περιμένει το θάνατο της για να μπορέσει να ζήσει αυτό. Δέκα λεπτά περίμενε το όρνιο, δέκα λεπτά περίμενε ο Kevin μετά κάθισε κάτω από ένα δέντρο και έκλαιγε, γιατί απαγορευόταν να βοηθήσει το παιδάκι να ζήσει. Όλο το περιστατικό κράτησε μισή ώρα μέχρι που έφυγε με το ελικόπτερο της επισιτιστικής βοήθειας. Ήταν ένα τυχαίο επεισόδιο, μισής ώρας στη ζωή του. Τόσο χρειάσθηκε για να πάρει το βραβείο, να μείνει στην αιωνιότητα και να πεθάνει απο αυτό δυο μήνες μετά. Σήμερα είναι διαφορετικά; ]

Στο εξής κάθε φορά που θα τρως, θα σκέφτεσαι κείνους που δεν έχουν φάει όλη μέρα και που θα αγνοούν πότε θα ξαναφάνε
Κάθε φορά που θα ταϊζεις τα παιδιά σου, θα σκέφτεσαι κείνους που δε θα καταφέρουν να ταϊσουν τα δικά τους παιδιά, κείνους που θα προστρέξουν σε συσσίτια εκκλησιών και μοναστηριών, προκειμένου ένα πιάτο ή ένα ρούχο να εξασφαλίσουν για να τα μεγαλώσουν
Κάθε φορά που θα ζεσταίνεσαι, θα νιώθεις τύψεις για όλους αυτούς που θα διασχίσουν το χειμώνα  μες στη θλίψη που φέρνει η παγωνιά όταν ενσκήπτει ή μες στο ρίγος της μοναξιάς όταν αιφνίδια σε τυλίγει, για να σε φέρει κοντά, πολύ κοντά στο θάνατο
Κάθε φορά που θα πηγαίνεις στη δουλειά, θα νιώθεις ένα μάγκωμα στην ψυχή για όλους αυτούς που εφεδρικώς τους ξαπόστειλαν στα σπίτια τους
Στο εξής δε θα κοιμάσαι ήσυχος

Τα λόγια τα νιώθεις ότι κόβονται, σκοντάφτουν τα λόγια μες στη δυσοίωνη συγκυρία και στιγμή, ασφυκτιούν τα λόγια, αδυνατούν να υπάρξουν, στερεύουν οι πηγές, πώς να πάρεις φόρα να μιλήσεις ξανά, ποιες είναι οι λέξεις που θα σταθούν στην ανημπόρια, ποια τα φωνήεντα που θα καλέσουν σε εξέγερση, ποια τα σύμφωνα που θα γίνουν πέτρες να στεριώσουν τα γεφύρια, πώς να σηκωθεί κανείς ξανά.
Ανατρέχω στον Γρηγόριο πάλιν και πολλάκις σήμερα. Κι αν φράξει κανείς τις πηγές, τι κάνουμε; Κι αν τον ήλιο κρύψει, πώς θα ιδούμε το φως του;

Πηγής τι κέρδος εστίν εμπεφραγμένης;
Τι δ’ ηλιακής ακτίνος, ην κρύπτει νέφος;
"Κάθε λόγος είναι διπλός,
λέξεις και νόημα. οι λέξεις όπως ένα εξωτερικό
φόρεμα. ο νους από μέσα όπως ντυμένο σώμα.
Και σ’ άλλους και τα δύο τέλεια, σ’ άλλους το ένα.
ή λειψά πάλι είτε ως μάθηση είτε από τη φύση.
Για το εξωτερικό εγώ δε θα μιλήσω πολύ
για το πώς θα είναι. για το μέσα θα κάνω πολύ λόγο.
Γιατί η σωτηρία μας βρίσκεται στο νόημα,
αλλά βέβαια όταν μιληθεί και δηλωθεί.
Τι ωφελεί μια πηγή που την έχουν φράξει;
ή το φως του ήλιου που το σκεπάζει σύννεφο;
Κάτι τέτοιο είναι η σκέψη που σωπαίνει,
σαν το ωραίο τριαντάφυλλο που το τυλίγει ο κάλυκας
ο όχι ωραίος. φανερώνει όμως την ομορφιά,
όταν σκάζοντας από τις αύρες παρουσιάσει το γέννημα.
Ενώ αν η ομορφιά έμενε πάντα σκεπασμένη,
δε θα είχε καμιά χάρη η ακριβή άνοιξη.

Τίποτα παραπάνω δεν ζητούμε όσο να μιλούμε έτσι,
όπως όσοι νομίζονται αδόκιμοι στο λόγο.
αλλιώς, να δείχνεις τις λάμψεις εκείνων.
Απ’ τη δική σου λάμψη ποθώ να λάβω ακόμη και μικρό μέρος.
Αν δεν αξίζουν τίποτα οι γραμμένοι λόγοι
πώς ξεγελιόμουν τόσον καιρό;"

Τον φωνάζω ξανά, για να θυμίσει εκ νέου την πηγή των βασάνων της χώρας. Τα είπε κι ο Παπαδιαμάντης αργότερα: "Οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος πλάσαν τα ερείπια". Όχι ότι είμαστε εμείς αμέτοχοι. Είχαμε τον τρόπο δια της ψήφου. Της φερθήκαμε ασυλλόγιστα. Επιπόλαια την πήραμε στα χέρια μας και αψήφιστα. Κι αν αγανακτούμε τώρα, τα θέλαμε και τα πάθαμε. Κι αν αγανακτούμε τώρα είναι κάπως αργά. Χρόνια, έχει χρόνια, που άνθρωποι όπως ο Γιανναράς ή ο Ράμφος φωνάζαν, ο καθείς από το πόστο του, και τόσοι άλλοι, για την επερχόμενη κατάντεια του τόπου. Τους αγνόησαν επιδεικτικά. Μαζί και μεις, θρονιασμένοι στην καλοπέραση της δανειοστεριωμένης ζωής μας, στο βόλεμα και την αραχτή, συχνάκις δε και αρπαχτή, της καθημερινότητάς μας. Μαζί και μεις, μικροί-μεγάλοι, βουλιάζαμε μέρα τη μέρα τον τόπο στην εξαθλίωση και την αχρειότητα που μόλις αρχίσαμε να γευόμαστε. Οι απαντήσεις βρίσκονται εύκολα στους προγενέστερούς μας:

"Εμείς όλους τους θρονιάζουμε εύκολα,
φτάνει να θέλουν, του λαού οδηγούς,
χωρίς να εξετάζομε περασμένα και τωρινά,
ούτε έργα ούτε λόγους ούτε συναναστροφή,
ούτε τον ήχο ν’ ακούσομε του νομίσματος,
ούτε να έχουν δοκιμαστεί από το πύρωμα του χρόνου,
αλλά ξαφνικά φανερώθηκαν άξιοι για το θρόνο.
Γιατί, αν γνωρίζομε ότι όποιον εκλέξαμε
τις πιο πολλές φορές η εξουσία τον κάνει χειρότερο,
ποιος φρόνιμος θα πρότεινε αυτόν που δεν τον γνωρίζει;
Κι αν είναι τόσο δύσκολο έργο τη δική μου μόνο
ψυχή να κυβερνώ στις τρικυμίες του βίου,
πώς θα δώσεις στη διάθεση του καθενός τους αυχένας τόσου λαού,
εκτός κι αν βιάζεσαι να βουλιάξεις το πλοίο;"
Γρηγορίου Θεολόγου, Εις εαυτόν και περί επισκόπων

Μόνη παραμυθία ο Θεός για όποιον πιστεύει. Για όποιον δεν πιστεύει, προλαβαίνει ακόμα να πιστέψει. Για όποιον επιμένει να ζει δίχως θεϊκή σκέπη, η τέχνη  μπορεί κάπως να συντρέξει και να παρηγορήσει  τους ανθρώπους. Γιατί η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο, που είπε και ο Ντοστογιέφσκη. Η ομορφιά της ψυχής, η ομορφιά που κρύβεται σε μια γωνιά, η ομορφιά που καταφεύγει πάνω σ' ένα γραφείο, η ομορφιά πάνω σ' ένα πρόσωπο, η ομορφιά μέσα σε ένα άγγιγμα, η ομορφιά. Όπου και να την κρύψεις την ομορφιά αυτή, λάμπει. Για τούτο, αυτή -μονάχα αυτή- μπορεί τον επίγειο κόσμο να σώσει. Η ομορφιά του να έχουμε ακόμα ο ένας τον άλλον.

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Τα Ελευθέρια της πόλης Ι



«Αχ! είπε καθ’ εαυτόν, κλέφτης εις τα βουνά καλύτερον, το έλεγα εγώ!....
Α, κλέφτης, κλέφτης!...
Τις δεν ευρέθη εις την ανάγκην να το είπη χιλιάκις εις την ζωήν του;»

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, Χρήστος Μηλιόνης

Τα Ελευθέρια της πόλης ΙΙ



ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΑΠΟ ΤΑ ΦΩΤΙΣΜΕΝΑ
ΤΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ ΓΙΑΝΝΕΝΑ

Αν ήμουνα βοσκός για κάποιο λόγο
Μήπως θα' ταν καλύτερα;

ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, Άκος Ψυχής. Άκος;, Το Ροδακιό 2007

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Το εσπέρας της 13ης και περί ώραν 7ην μ.μ.


Η ΚΕΦΑΛΗ

Πάμε για σκι
στο Πισοδέρι
και είμαστε ευτυχείς
Και είμαστε εκτός
τόπου και χρόνου

Ποτέ
δεν μπορώ να γελάσω
στο Πισοδέρι
Μου κόβει την ανάσα
η ανάμνηση
της Κεφαλής.

Χειμώνα καιρό.
Όταν τα σχολεία πάνε εκδρομή στο Πισοδέρι.

Όλγα Ντέλλα, Της αλυπίας είναι η χώρα, Ιδαλγός, 2009

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Ο ολοκληρωτισμός των προσκυνημένων



Ποια απελευθέρωση θα εορτάσει ο τόπος φέτος ή το Τέλος του μικρού μας τόπου

Έτος Παπαδιαμάντη που κήρυξαν και οι αρμόδιοι φορείς. Δίπλα δίπλα οι δυο επίγειοι αστέρες, φως ο εις, φως και ο έτερος. Δίπλα-δίπλα, Παπαδιαμάντης-Ελύτης. Μνημονεύετε, λέει ο δεύτερος, η δύσκολη ώρα σαν εγγίσει, μνημονεύετε Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη. Μνημονεύετε.
Τους εόρτασαν φέτος αντάμα στα Πρέσπεια, στην ύπαιθρο χώρα του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Ο Παπαδιαμάντης φονευθείς, μετά την πιο άθλια ίσως -προσωπική- εκδοχή του "Ονείρου στο κύμα" εκ του Τσιάνου. Κατ' εμέ. Κατ' αλλούς, μπορεί να ήταν και ενδιαφέρουσα η ανατροπή τούτη.
Προφανώς δεν ξέρανε ποιον τιμούσαν οι αρμόδιοι, ειδάλλως θα' ταν πιο φειδωλοί στις πομπώδεις εκδηλώσεις και τα γλισχρά λογύδριά τους. Σίγουρα δεν ξέρουν ποιον τιμούν, γι' αυτό συνεχίζουν εν αφελεία. Ακίνδυνος ο "Άγιος των Γραμμάτων" και λίγο φολκλόρ, άμα τον δεις με τα δικά τους ανίδεα και γυάλινα μάτια. Λίγο "Φόνισσα", λίγο "Όνειρο στο κύμα", λίγο "Νοσταλγός" και αυτό είναι όλο. Γι' αυτό και τον τιμούν και του σέρνουν, όπως είπε ο Παπατσώνης για τον Κλωντέλ, "το σκουλήκι της αιώνιας παρεξηγήσεως". Έτσι παρεξηγηνένο και ακίνδυνο τον έχουν και τον τιμούν. Και όσοι τον δουν αλλιώς, του αλλάζουν τα φώτα, από αντιπερισπασμό και λανθάνουσα εκδικητικότητα στους προηγούμενους. Τον αποδομούν και τον ξεγυμνώνουν, στο τέλος δεν αναγνωρίζεις για ποιον μιλούν. Και οι μεν και οι δε, ο καθείς απ' τη μεριά του, τον φονεύουν.
Τα είπε ο Λορεντζάτος νωρίτερα, στους εορτασμούς των πενηντά χρόνων από το θάνατό του, καθώς η τελευταία απαίτηση του συρμού ήταν και τότε οι λεγόμενες «εκδηλώσεις»:

"Καμιά φορά η αντίφαση ανάμεσα στις «εκδηλώσεις» αυτές και στα πράματα είναι τόσο μεγάλη που σε φοβίζει"

Λορεντζάτος Ζ, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Α’. Πενήντα χρόνια από το θάνατό του, Μελέτες Α, Δόμος 1994, 237

Φοβισμένοι συνεχίζουμε, μα πρέπει "τα είδωλα να συναγείρουμε", αν χρειαστεί, ακόμα και εναντίον του εαυτού μας. "Όσο η φωνή αντέχει" που γράφει ο Μικρός Ναυτίλος. Ακόμα κι αν δεν αντέχει, θα ψιθυρίσω εγώ.
Μνημονεύουμε Παπαδιαμάντη λοιπόν. Ένα από τα πρόσωπα, τα ασφαλώς κεκαλυμμένα και αποσιωπημένα. Ένα από τα πρόσωπα τα λησμονημένα. Ο Σκιαθίτης δε χαριζόταν κανενός. Με απίστευτη ευτολμία, στάθηκε ενώπιον της Ιεραρχίας και την απογύμνωσε στην "Επίσκεψη του Δεσπότη". Με απίστευτη ευτολμία στάθηκε ενώπιον της τότε κυβέρνησης και της κατάφερε χτυπήματα γερά, όχι όμως κάτω από τη μέση. Προφητικός, θα ρωτήσει κανείς; Προφητικός.

[...] ούτος ήτο ο Αλέξανδρος Χάραυλος, ο ίδιος όστις πηδαλιουχών ποτέ εν μακρώ ταξιδίω, κατά την Μαύρην Θάλασσαν, επί μεγάλου πλοίου, την νύκτα, ηρωτήθη υπό του πλοιάρχου, περιπατούντος κατά μήκος του καταστρώματος από την πρύμνην έως την πρώραν: "Τι έχεις, βρε Αλέξανδρε, κι αναστενάζεις;" κ' εκείνος απήντησε: "Συλλογίζομαι, καπετάνιε, πώς θα τα πληρώσουμε, τόσα εκατομμύρια που χρωστάει το Έθνος!"
Ολόγυρα στη λίμνη, Β, 386

Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και του πιθηκισμού, του διαφθείραντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεοκοπίας. Τις ημύνθη περί πάτρης; Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος.
Οιωνός, Ε, 254

Αλλά το πλείστον κακόν οφείλεται αναντιρρήτως εις την ανικανότητα της ελληνικής διοικήσεως. Θα έλεγε τις ότι η χώρα αύτη ηλευθερώθη επίτηδες δια ν' αποδειχθή ότι δεν ήτο ικανή προς αυτοδιοίκησιν.
«Τέτοιοι είναι όλοι τους! Ύστερα, δώσε τους ψήφο. Δεν πάω ούτε να ψηφοφορήσω, να μου λένε πως μ’ αγόρασαν». Όλοι το ίδιο είναι! Όλοι τους, Χαλασοχώρηδες. «Όλοι σας, απήντησεν ετοίμως ο ποιμήν, να πούμε την αλήθεια, κουμπάρε, είστε πάρ’ τον ένανε, χτύπα τον άλλονε».

Χαλασοχώρηδες
[...] όποιος θέλει να σάση το χωριό, χαλνάει το κεφάλι του.

 Βαρδιάνος στα Σπόρκα, Β, 624

Προφανώς κανείς δε θέλει να το χαλάσει το κεφάλι του, για τούτο κι αυτό το χωριό δε σιάζει. Κι όσοι θέλησαν, το κεφάλι τους το χάσαν. Σχόλια περαιτέρω επί των παραπάνω δε θα υπάρξουν. Δε μας το επιτρέπει η αφοπλιστικότης του συγγραφέα.

Το τέλος του μικρού μας τόπου ενέσκηψε. Όποιος απεβίωσε, εγλύτωσε. Όποιος παραμένει, έχει ακόμα θάματα να περιμένει. Μακαρία η οδός Κωνσταντίνου Μπαλάφα, όστις έφυγε πάνω στην ώρα, προτού δει και γευτεί τα χείριστα και τα μελλούμενα.
  

Μακαρία η οδός όσων φύγαν νωρίτερα και γλυτώνουν τη θλίψη και τον διαρκή πόνο. Μακαρία η οδός όσων δε βλέπουν την κατάντια. Μακαρία η οδός όσων δε θα δουν τη μετάλλαξη του τόπου σε "Πρέβεζα", όσων δεν είδαν τον εαυτό τους πιόνι στην ντόπια σκακιέρα:

ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ

Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν
σαν στήλες δύο δύο μες στα γραφεία.
(Ηλεκτρολόγοι θα'ναι η Πολιτεία
κι ο Θάνατος που τους ανανεώνουν)

Κάθονται στις καρέκλες, μουντζουρώνουν
αθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία.
"Συν τη παρούση αλληλογραφία
έχομεν την τιμήν" διαβεβαιώνουν.

Και μονάχα η τιμή τούς απομένει,
όταν ανηφορίζουνε τους δρόμους,
το βράδυ στις οχτώ, σαν κουρντισμένοι.

Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τους νόμους,
σκέπτονται το συνάλλαγμα, τους ώμους
σηκώνοντας οι υπάλληλοι οι καημένοι.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Όσοι όμως παραμένουν, ας αντισταθούν δια της παιδείας. Ας εγείρουν τους κεκοιμημένους, ας ανοίξουν τα κιτάπια κι ας μιλήσουν. 
Ας αντισταθεί κανείς δια της παιδείας. Ο Παύλος Μελάς, όπου πέρναγε, άφηνε χρήματα για χήρες και ορφανά. Άφηνε χρήματα για σχολειά. Αυτά που στις μέρες μας τα σφραγίζουν και που' σαι ακόμα. Αν έχει ένα νόημα η απελευθέρωση του τόπου από τους ζυγούς, αν έχει ένα νόημα η ελευθερία γενικώς, αποκτά μόνο όταν την ανυψώνουμε εμείς. Όχι, μέσα από την οικτρή παρέλαση των αρμάτων και των μαθητών, που αγνοούν, δίχως να ευθύνονται, τα όσα δεν τους δώσαμε, αλλά μέσα από τα αγκάθια του παρελθόντος, προκειμένου να βρει κανείς μονοπάτι για το μέλλον.

Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 1904. Λημέρι παρά τον Αλιάκμονα, παρά την Ασπροκλησιά.

Εις τας 8 εξυπνώ. Από της εισόδου μας κοιμώμαι μόνον 3-4 ώρας το ημερονύκτιον [...]. Υποφέρομεν πολύ, πρώτον από το ψύχος και την βροχήν και δεύτερον από την ακινησίαν. Δεν τολμώμεν να κινηθώμεν, διότι τον παραμικρόν ήχον θα τον ακούσουν τα σκυλιά των εκεί πλησίον ποιμένων. [...] Σου γράφω διαρκούσης της βροχής και μαζευμένος όπως όπως κάτω από την κάπαν μου, δια τούτο και το γράψιμό μου δεν είναι ευανάγνωστον.

Λημέρι άνωθι Στρεμπένου, Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 1904

[...] Εγώ όμως ουδέν άλλο στήριγμα πλην της προς την πατρίδα και το γένος μου αγάπης έχω. Μα την αλήθειαν πολύ θα τ' αγαπώ και τα δύο διότι, καίτοι υποφέρω, καίτοι κλαίω, θ' αφήσω να γίνη εκείνο που απεφασίσθη. 

Βελκαμένη, 2 Οκτωβρίου 1904
Νάτα μου,

[...] Δεν γνωρίζω πότε θα επιστρέψω. [...] Προς το παρόν παρηγορούμαι και ενθαρρύνομαι με τα γράμματά σου. Είμαι ευτυχής διότι είσαι υπερήφανη δι' εμέ, έστω και αν τούτο είναι παρ' αξίαν μου προς το παρόν. Εις το μέλλον θα προσπαθήσω να γίνω άξιος της υπερηφανείας σου αυτής.
Σου γράφω υπό ραγδαίαν παγωμένην βροχήν. Ως και η κάπα μου στάζει. Σε φιλώ άλλην μίαν φοράν και σου εύχομαι, αγάπη μου, ευτυχίαν και χαράν εις τον βίον σου. Την νύκτα εις τα λημέρια μας, όταν τυχόν φανή ένα άστρον, σου στέλλω χίλια φιλιά νοερώς. Είναι ο μόνος μεταξύ μας σύνδεσμος, το μόνον πράγμα που και οι δύο την αυτήν στιγμήν δυνάμεθα να βλέπωμεν.
Ο Παύλος σου.

Ναταλία Μελά, ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ, Δωδώνη 1992

Όχι μέσα από τις φατρίες, αλλά μέσα στο χυμένο αίμα αυτών που τον τόπο ασπάστηκαν, δίνοντας τη ζωή τους. Οι άλλοι περισσεύουν.

Μνημονεύστε λοιπόν ποιητές και τεθνεώτες. Μνημονεύστε και βρείτε παρηγοριά. Ο τόπος γέμισε ψιθύρους. Προσοχή λοιπόν.

"Το σπίτι γέμισε τριζόνια
χτυπούν σαν άρρυθμα ρολόγια
λαχανιασμένα. Και τα χρόνια

που ζούμε σαν αυτά χτυπούν
καθώς οι δίκαιοι σιωπούν
σα να μην είχαν τι να πουν.
[...]
Κι εγώ πονώ κι εσείς πονείτε
μα δε φωνάζουμε και μήτε
καν ψιθυρίζουμε, γιατί
η μηχανή είναι βιαστική
στη φρίκη και στην καταφρόνια
στο θάνατο και στη ζωή,

το σπίτι γέμισε τριζόνια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Canzone del mal di luna



Το φθινόπωρο είναι πλέον μη αναστρέψιμο
και τα δάκρυα του φεγγαριού
μη αναστρέψιμα κι αυτά
ο Ουρανός
μονάχα Αυτός
μπορεί
τις τέσσερις εποχές
να ανατρέψει

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Ανεπαισθήτως φθινοπωριάζει



Ράκη τινά του έαρος ράκη τινά του θέρους

Άνω εις τον ουρανόν εφαίνοντο προς δυσμάς και προς νότον νέφη τινά μελαγχολικά και η ατμόσφαιρα, ημίγυμνος ακόμη με τα απομείναντα ράκη του έαρος, με τα πρώτα κιτρινίζοντα φύλλα του φθινοπώρου, εφαίνετο επαιτούσα βροχήν.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Βαρδιάνος στα σπόρκα

[ποίηση Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, μουσική Μίκη Θεοδωράκη]

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Η ελευθερία της αγάπης


Το ύστατο
της αγάπης
μάθημα
η
ελευθερία


Το έσχατο
που μαθαίνεις
δια πυρός
δια σιδήρου το μαθαίνεις


το έσχατο βήμα


ή πέταγμα


εκ του Θεού "πέταγμα"


το έσχατο βήμα
ή
το ύστατο πέταγμα
αυτό που στο τέλος μαθαίνεις
αυτό που από μόνο του έρχεται

 η ελευθερία

αυτό που στο τέλος για την αγάπη μαθαίνεις είναι η ελευθερία