Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Δώρα πτερόεντα

Νιώθεις κάποτε σα να περπατάς σε δάσος. Όχι σε δάσος. Σε ναρκοπέδιο. Βήμα-βήμα, ανάσα την ανάσα, λόγος στο λόγο, προσεκτικά, μην τύχει και πατήσεις τη νάρκη. Την πατάς. Θρυμματίζεσαι για μια ακόμη φορά. Κι έπειτα το ναρκοπέδιο κάστρο γίνεται και γύρω του τάφρος βαθιά κι εκεί που πας τη γέφυρα να περάσεις, σταματάς. Η γέφυρα σηκώνεται. Για μια ακόμη φορά. Νιώθεις κάποτε σα να προχωράς σε δάσος, χάνεσαι ξανά, μένεις μόνος, κι έπειτα μια δύναμη -θεϊκή σίγουρα, μα και η άλλη- σου υπαγορεύει να περάσεις πάλι μπροστά, τη γέφυρα να ρίξεις, τα θραύσματά σου να μαζέψεις, ξέφωτο να βρεις. Ξέφωτο του Θεού. Το βρίσκεις. Γιατί αγαπάς.

Μοιάζει η ζωή με δώρο. Ή η ζωή σού αφήνει κάποτε στα χέρια ένα δώρο. Προσέχεις πώς θα το ανοίξεις, τις κορδέλες αργά-αργά ξετυλίγεις, το χαρτί προσεκτικά αφαιρείς, με τρυφερότητα, σχεδόν με στοργή. Και άλλοτε δεν ξέρεις πώς να το ανοίξεις -ίσως γιατί δώρα δε συνήθισες και δυσκολεύεσαι να τα πιστέψεις- και στην προσπάθειά σου το χαρτί το σκίζεις. Άθελα σου το πονάς. Το δώρο είναι εκεί έτσι κι αλλιώς. Αν είχε όμως φωνή, στην πρώτη περίπτωση στο χάδι θα αφηνόταν με ευγνωμοσύνη, τι το' χει ανάγκη πολλή, όσο κι εσύ που πας να το ανοίξεις, ενώ στη δεύτερη το ξέσκισμα δε θα το άντεχε, όπως κι εσύ που με δυσκολία το ακουμπάς. Δε μιλά όμως, γιατί νιώθει πως εσύ που το ανοίγεις ίσως περισσότερο να πονάς. Και έτσι το δώρο σιωπά. Αγνοώ όμως ποια δύναμη -θεϊκή σίγουρα- κρατά αυτό το δώρο -έστω ημιθανές- στα χέρια εκείνου που του ανήκει. Αγνοώ ποια δύναμη δεν το επιστρέφει στα ουράνια.

Μοιάζει η ζωή με δάσος σε ομίχλη. Πορεύεσαι εντός του μοναχός και μοναχά ένα κλαδί σκουριάς σού απέμεινε, δώρο αυτό, τη ζωή σ' αυτό το σκοτεινό δάσος να σου θυμίζει. Κι αν το τσακίσεις,  κλαδί είναι, για να το ανταμώσεις βρέθηκε μπροστά σου, για τα δικά σου χέρια είναι εκεί.

φωτογραφίες: http://www.christos-lamprianidis.gr/

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο



Δεν ξέρω γιατί τούτες τις μέρες ξαναγύρισα στον Άγγλο ασθενή. Είναι που θυμήθηκα αυτή την υπέροχη σκηνή στο παρεκκλήσι αλλά και την πριν. Είναι που κουβαλώ απάνω μου τη μουσική του, μου φέρνει κοντά κάτι από τη γοητεία της ερήμου χώρας και της σιωπής μιας χωνιασμένης πληρότητας. Ήταν από αυτές τις μουσικές που πήγαινε κι ερχόταν τις μέρες που οι πόρτες της σχολικής βιβλιοθήκης ήταν ανοιχτές και όχι σφραγισμένες. Από τότε έχω να την ακούσω όλη. Ωστόσο τη θυμήθηκα κι αμέσως-αμέσως λόγοι του Ρώσου εισήλθαν αιφνίδια στο στερέωμα: "Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο". Και η ελπίδα, σκέφτομαι. Και η ελπίδα. Δεν ξέρω γιατί, λόγοι επίσης αιφνίδια εισήλθαν από το μυθιστόρημα του Θοδωρή Καλλιφατίδη "Φίλοι και εραστές" και μάλιστα η ύστερη φράση του, "Η πραγματική εξορία είναι να ζεις δίχως αγάπη", που το διάβασα εν τέλει πέρυσι και εντός εκείνου του τόπου. Οι συνειρμοί ώρες-ώρες μας αφήνουν ενεούς.

Τη 25 προς 26 του αυτού μηνός μνήμη Στυλιανού και Αλυπίου του Οσίου, του άλλου όμως. Εντούτοις τον εορτάζω με την ίδια ευλάβεια, μέρα εορτής και του μικρού μου γιου. Βρέθηκα στην εκπνοή σχεδόν της μέρας και μετά την αποδείπνου ώρα στο δρόμο που οδηγεί προς τα χωριά του Μουρικίου, όχι όμως στη στροφή προς Νάματα και Βλάστη, εκεί και λίγο πριν έστριψα αριστερά προς το μοναστήρι του Αγίου Κοσμά μεταξύ Αρδάσσης και Κρυόβρυσης -δρόμος γεμάτος θάματα, νύχτα σπαρμένη μάγια- στις υπώρειες του Άσκιου. Αγρυπνία ετελείτο προς τιμήν των Αγίων, καθώς και του Νίκωνος του μετανοείτε, υπό το ισχνό μα φλογοβόλο φως τεσσάρων μελισσοκηρίων που σκιές σκορπούσε στα πρόσωπα μα και στα πράγματα, δυο να φέγγουν την άβατο Αγία Τράπεζα, ένα στην πρόθεση να καρτερεί και άλλο ένα τα αναγνώσματα και τους ψαλμούς να θαμποφέγγει.

Πρόλαβα τις καταβασίες των Χριστουγέννων, που εισήλθαν στη μελαγχολία των προεόρτιων ημερών, μα και αυτών που θα επακολουθήσουν. Ανήμερα των Εισοδίων το προοίμιό τους και είναι η μέρα που στολίζεται το σπίτι για το χατήρι των παιδιών εκ θεμελίων. Ακόμα και το έλατο της αυλής περιμένει τη σειρά του. Το άλλο έλατο στέκεται στο παραθύρι να συχνομιλά με τη νύχτα, τα περάσματά μας τα σκοτεινά να συντροφεύει, μα και τη μέρα αλλιώς να τη φωτίζει. Παλιά στολίζαμε καράβι χειροποίητο ιστιοφόρο απ' τον καιρό που φοιτητές διασχίζαμε την παραλία της συμβασιλεύουσας πόλης. Τότε το είχες αγοράσει από έναν πλανόδιο τεχνίτη, αυτό και τα βιβλία σου κουβάλησες στα δυτικά της ενδοχώρας έπειτα. Τώρα κουρνιάζει στη σοφίτα, ταλαιπωρημένο απ' του καιρού το πέρασμα, του κύκλου τα γυρίσματα και του τροχού τ' απάνω και τα κάτω, τα παιχνίδια των παιδιών, κουρασμένο καράβι μιας δεκαετούς συνύπαρξης, τι στόλιζε το σαλόνι την κάθε μέρα και μόνο τα Χριστούγεννα φορτωνόταν τα φωτάκια κι έμοιαζε ως να έπλεε μυστικά σε πελάγη που αυτό μονάχα γνώριζε. Απ' τον καιρό της τελευταίας μετακόμισης καρτερεί στη σοφίτα, περιμένοντας ίσως τη στιγμή που θ' ανεβούμε και με τη στοργή που το πρωτοπήραμε στα χέρια μας και το απαγκιάσαμε στο φοιτητικό δωμάτιο, με την ίδια πάλι να το αγκαλιάσουμε, μαζί του να κατέλθουμε, στον καινό τόπο να εισέλθει ξανά.

Ανέβαινα προς το μοναστήρι και μες στα χωράφια της εορδαϊκής γης ένα φως παρέσυρε το βλέμμα μου και με ξάφνιασε προσώρας. Ένας χριστιανός είχε στολίσει την αυλή του με υπερβάλλοντα ζήλο εν όψει της Δεσποτικής εορτής. Ξαφνιάστηκα, αν και γιατί, αφού κι εμείς είχαμε προτρέξει. Ωστόσο, εντός του σκότους και της ερημιάς της διαδρομής, έμοιαζε ως φως εστίας που φέγγει μακρόθεν να οδηγεί τους θαλασσοπνιγμένους, τα ναυαγίων ναυάγια, τους μη έχοντας ελπίδαν, του Παπαδιαμάντη. Έτσι το είδα κι ας μην ήταν.

Χριστός γεννάται ακούς, δοξάσατε και κείνα τα απολυτίκια των Αγίων της ημέρας, μα φέτος στέκεσαι στην υπομονή του Αλυπίου. Το' χει το όνομα σκέφτεσαι και προσπαθείς να συμμαζέψεις την ψυχή εις τα εντός. Ακούς και τα κοντάκια, μα σε παρέσυρε η υπομονή του, εκεί όπου ο Ιώβ μνημονεύεται, που το Θεό του αποστράφηκε, μα έπειτα τον ξαναβρήκε, οδηγημένος από τη βαθιά αγάπη που υπέφωσκε εντός του, ώριμος πια, μέσα από την υγιή αγωνία της ψυχής του ή την πύρινη πορεία, που γράφει η Καρέλλη.

Ὑπομονῆς στῦλος γέγονας, ζηλώσας τοὺς Προπάτορας Ὅσιε,
τὸν Ἰὼβ ἐν τοῖς πάθεσι, τὸν Ἰωσὴφ ἐν τοῖς πειρασμοῖς,
καὶ τὴν τῶν Ἀσωμάτων πολιτείαν,
ὑπάρχων ἐν σώματι, Ἀλύπιε Πατὴρ ἡμῶν Ὅσιε,
πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμων
 
Η κάρα του Οσίου βρίσκεται στο Όρος, μαθαίνεις, στη Μονή του Κουτλουμουσίου. Εκεί υπήρχε μοναστήρι του παλιά. Όποιος πάει, μπορεί να τον αναζητήσει. Όσο για εμάς, επιστρέφουμε στα δικά μας.
 
Παιδιά πάνε κι έρχονται, μαζί και τα δικά σου, περνούν πίσω από την Αγία Τράπεζα,  το σταυρό τους κάνουν, κοιτούν κάπως με απορία, μπορεί και με μικρούλη δέος, το τι συμβαίνει ενώπιόν τους, βγαίνουν έξω μες στο σκοτάδι μιας νύχτας σιωπηλής, τη σιωπή της σπάνε με τις φωνές τους σα μικρά σπουργίτια που τιτιβίζουν ακατάπαυστα, μέσα μπαίνουν ξανά, σε ημικύκλιο στέκονται μπρος στο Ευαγγέλιο, κεράκια κρατούν στα χέρια τους, φωτίζει ο τόπος, κεράκια κρατούν, ένα όμως και όχι δύο, όπως συνήθιζες άπαξ να συλλέγεις κι έπειτα να τα πλέκεις, ποια δύναμη ήταν αυτή που σ' έκανε να τα βλέπεις πλεγμένα, κεριά από μοναστήρια κι εκκλησιές που προσκυνούσες.

Ακούς τον Απόστολο, Β προς Κορινθίους και σταματάς, ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ' οὐ στενοχωρούμενοι, αρχίζεις έσωθεν να καταρρέεις, σκέφτεσαι πως ο Χριστός ζητά αγώνα, μα τούτο αγώνας δεν είναι, παρά μαρτύριο, όμως και η πίστη που είναι πάθος, λέει ο Kierkegaard, και η πίστη μια ατελεύτητη αγωνία που εκπνέει στην έξοδο του καθενός, στην αγωνία ενός Δον Κιχώτη που έγραφε πριν ο Unamuno, και η πίστη τα ίδια, μαρτύριο και αυτή, όπως και το άλλο, και η ανάβαση ήδη έχει αρχίσει, έως το "Λάβετε" να αγγίζει πια τον άβατο τόπο του ζενίθ, πράμα σπάνιο για τη ζωή της ψυχής, που σου' ρχεται να κρυφτείς, κατεύθυνον, Κύριε, σκέφτεσαι, τα διαβήματα και κάνε ό,τι θέλεις πια, σου υποτάσσομαι άνευ όρων και άνευ των χοϊκών ορίων, μονάχα, Κύριε, λιγότερη θλίψη, σε παρακαλώ, λιγότερη στο μέλλον να μας επιφυλάξεις, γιατί ως στρουθίον και τίποτα παραπάνω και αυτή η ψυχή άλλη θλίψη δεν αντέχει λες κι ακούς το Δι' ευχών, κόσμος σκυφτός μα κάπως μαλακωμένος αντίδωρο παίρνει, γεμίζει τις παλάμες με επουράνια παραμυθία, ένα χειρόγραφο Άσμα Ασμάτων σου έρχεται στα χέρια, έχει καιρό που παρακάλεσες γι' αυτό και ήταν η μέρα του για να το λάβεις, Αλυπίου του Αγίου και Στυλιανού, να σε στηρίζει ακούς, το' χει η μέρα, σκέφτεσαι, να' χω να κάνω με το Άσμα, το συλλέγω κι αυτό μαζί με του Σεφέρη και του Γκανά, μου λείπει η φωνή του όμως, σκέφτομαι. Είναι καιρός να το ακούσω πια, τι κάθε κείμενο μοναδικό έχει μέσα του φωνή σαρκωμένη που πρέπει μια τουλάχιστον φορά να χωρέσει εντός του χοϊκού χρόνου. Μα αυτό είναι πια δουλειά περίπου του Θεού. Λίγη χαρά να μας επιφυλάξει. Σε μια παρένθεση να μας χωρέσει. Η ψυχή τρέμει να ρισκάρει, η ψυχή φοβάται, γιατί ξέρει πια πως την οποιαδήποτε αποστροφή, κάποτε και αποπομπή, δεν αντέχει να την ξαναζήσει. Η ψυχή φοβάται, όσο κι αν αγαπά. Η ψυχή έχει ανάγκη το "Ελθέ" της. Το κάλεσμα εκείνο του Χριστού πάνω απ' τα κύματα. Η δική της κακουχία έγινε και του σώματος, το συνάχι πια δε λέει να φύγει από πάνω σου, κι έτσι μπορεί και ένα παραλήρημα όλα τα παραπάνω, εμπύρετο και άλλοτε χωρίς.

26 του μηνός μες στα χαράματα μιας συναχωμένης αϋπνίας

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Άσμα Ασμάτων



Τη 23 προς 24 του αυτού μηνός και μετά τα μεσάνυχτα κι ύπνο δεν είχα, βρέθηκα, όχι ενυπνίως, μα κανονικώς στην αυλή του σπιτιού μου, τι το'ριχνε ψιλό-ψιλό από ώρα και ομίχλη είχε ενσκήψει ως αγκαλιά στον τόπο τούτο των δυτικών της ενδοχώρας και τα δέντρα του πάρκου έσταζαν μες στο Νοέμβρη υγρασία της νύχτας γλυκειά, σα να' χε πέσει χιόνι ως άχνη και ψυχή δεν περπατούσε ούτε και που ακουγόταν, ακόμα και τα σκυλιά της γειτονιάς είχαν λουφάξει, μα ένα φως μες απ' τα σύννεφα, ρόδινο φως που έφερνε βροχή του όρθρου χαραμάδες σκορπούσε μες στο σκοτάδι και ήταν μια νύχτα φωτεινή και σιωπηλή πολύ όπως η πίστη όταν γίνεται απόσταγμα ή πάθος όπως στον Αβραάμ. Ως ενθύμηση γλυκειά εντός του σκότους ερχόταν άσμα θρηνητικό που τα' κουγα όπως περίπου το Άσμα Ασμάτων. "Για την αγάπη μου και τι δε θα'κανα" μεταφράζουν όσοι γνωρίζουν το παραδοσιακό αυτό  τραγούδι της Ουγγαρίας στα αγγλικά. "Αγάπη, γιατί δεν άνθισες στην κορφή κάθε δέντρου, γιατί όχι στα φυλλώματα ενός καστανόδασους". Δεν ξέρω όμως γιατί, η ψυχή μου επιμένει να το ακούει ως το Άσμα εκείνο του Σολομώντα.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Η "περιχώρησις" των ποιητών



Στο πατάρι των περιοδικών αναγνώσεων με την ψυχή μονάχα

Διάβαζα τούτες τις μέρες ανακατωμένα. Πράγματα που έρχονταν (ο Σολωμός), πράγματα που μόλις είχαν περάσει (Γρηγόριος ο Θεολόγος), πράγματα στη μνήμη καρφωμένα (ο Σκιαθίτης). Συναντήθηκαν όλα μαζί με αφορμή τον πρώτον, που τον ξανάπιασα στα χέρια μου, μια και σε υποχρεώνει σε διαρκή επανάληψη. Πόσο μοιάζουν, σκέφτηκα. Πόσο συγγενείς οι ψυχές τους. Άλλος ο τόπος, ο χρόνος άλλος, άλλες οι συνθήκες ζωής, μες στην πραγματική ζωή δε χωράνε, κι όμως πόσο μες στα κείμενά τους χωράνε.

Τούτο μου θυμίζει την περιχώρησιν [στα λατινικά circumincessio], λέξη που αφορά στην τριαδικότητα του Θεού και που σημαίνει την αμοιβαία διείσδυση των τριών προσώπων του ενός μέσα στο άλλο. Κάπως έτσι διεισδύουν και οι ποιητές, αμοιβαία, ο ένας μέσα στο πρόσωπο του άλλου, ο ένας μες στην ψυχή του άλλου, κάπως έτσι χωρούν πέρα από το χρόνο ή τον τόπο. Κάπως έτσι ανταμώνουν, μέσα από λέξεις κοινές, σε χρόνο κοινό, μα ανύποπτο (τι μεγαλείο και άγνωστο πώς), μα πιο πολύ μέσα από χαραμάδες ή ρωγμές που χαράκιασαν με την ίδια ένταση και έμφαση το Άγιο Βήμα της ψυχής τους, που γράφει ο Σολωμός.

Νιώθω την ανάγκη να παραθέσω μαζί τα αποκόμματα τούτα, που μοιάζουν με σπίτια κολλητά το ένα στο άλλο, που μοιάζουν με σπίτια που σχεδόν ανασαίνουν το ένα μέσα στο άλλο. Που η ζωή του ενός είναι κατά κάποιο τρόπο και του άλλου ζωή. Είτε είναι τα στενά του Σολωμού, είτε οι δρόμοι της θλίψης του Γρηγόριου, είτε η εγκρατής φουσκοθαλασσιά του Σκιαθίτη.


Πτηνόν γαρ ειμι ραδίως μετάρσιον.
Γιατί σαν το πουλί είμαι κι εύκολα πετώ.

Γρηγόριος ο Θεολόγος


Μου φαίνεται πως πάω και ταξιδεύω
Στην ερμιά του πελάγου εις τ’ όνειρό μου.
Με το κύμα, με τς ανέμους παλεύω
Μοναχή, και δεν είσαι εις το πλευρό μου.
Δε βλέπω με το μάτι όσο γυρεύω
Πάρεξ τον ουρανό στον κίνδυνό μου.
Τονέ τηράω, βόηθα, του λέω, δεν έχω
Πανί, τιμόνι, και το πέλαο τρέχω.

Διονύσιος Σολωμός, Ο Λάμπρος [1824-1826]


Τις δρυς τοσαύτην πνευμάτων φέρει βίαν;
Τις ναυς τοσούτοις κύμασι συνερράγη;
Πόνω τέτρυμμαι, πραγμάτων τ’ επιδρομαίς.

Γρηγόριος ο Θεολόγος, [329-390 μ.Χ.]


Μάνα μου, εγώ' μαι τ’ άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι,
όπου το δέρνει ο άνεμος, βροχή που το πληγώνει
Το δόλιο όπου κι αν στραφή κι απ’ όπου κι αν περάσει
δε βρίσκει πέτρα να σταθή, κλωνάρι να πλαγιάσει.

Εγώ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ' αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό, σε θάλασσ' αφρισμένη
παλαίβω με τα κύματα, χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα πλην την ευχή σου μόνη.

Στην αγκαλιά σου τη γλυκειά, μαννούλα μου, ν' αράξω
μες στο βαθύ το πέλαγο αυτό πριχού βουλιάξω.

Μαννούλα μου, ήθελα να πάγω, να φύγω, να μισέψω,
του ριζικού μου από μακριά τη θύρα ν' αγναντέψω.
Στο θλιβερό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω,
κι εκεί να βρω τη μοίρα μου και να την ερωτήσω.

Να της ειπώ είναι πολλά, σκληρά τα βάσανά μου,
ωσάν το δίχτυ που σφαλνά θάλασσα, φύκια κι άμμο,
είναι κι η τύχη μου σκληρή, σαν την ψυχή τη μαύρη,
π' αρνήθηκε την Παναγιά κι οπόλεος δεν θαύρει.

Κι εκείνη μ' αποκρίθηκε, κι εκείνη απελογήθη
"Ήτον ανήλιαστη, άτυχε, η μέρα που γεννήθης
άλλοι επήραν τον ανθό και συ τη ρίζα πήρες
όντας σε έπλασ' ο Θεός δεν είχε άλλες μοίρες".

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το σκοτεινό τρυγόνι [1874]

ΤΙΤΛΟΙ ΤΕΛΟΥΣ:

Μάλαμας και Παπακωνσταντίνου Θανάσης είναι αυτοί που παραμυθούν σήμερα, είτε τραγουδούν είτε γράφουν, με λόγο που έχει κοντά του το παραμύθι, μα και τους θρύλους ή τις παραλογές -κάτι σα δημοτικό τραγούδι που επιστρέφει με άλλο ένδυμα, με λόγο που ανεβαίνει από τα έγκατα της ηπείρου χώρας. Λόγο βαρύ και γι' αυτό βαθιά αληθινό. Δίχως ψιμύθια και άλλα περιττά. Λόγο βαθύτατα ποιητικό. Που έχει κάτι από τη δίψα της Ανατολής. Άλλωστε, όλοι οι προηγούμενοι ποιητές, ακόμα και ο Σολωμός που ξενιτεύτηκε κάπως νωρίς στη Δύση, για να επιστρέψει έπειτα και στα νυχτέρια των γυναικών των Ελεύθερων Πολιορκημένων να γονυκλινήσει, όλοι τους, έχουν εντός τους την Ανατολή και με τον τρόπο τους ο καθείς τη διψούν.

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Ο ξεπεσμένος που επιστρέφει



Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει και χαρά σε εκείνον που ξέρει να τον γυρίζει τον κόσμον αυτόν», είναι μια φράση «κλειδί» στο έργο αυτό του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ένα διήγημα που «μυρίζει» τον αέρα μιας άλλης εποχής, που όμως έχει τόσα κοινά με τη σημερινή. Ο ήρωας του έργου ένας ξένος, άστεγος… Η εικόνα του άστεγου δερβίση δεν ήταν στη φαντασία του συγγραφέα, προφανώς τον είχε συναντήσει ο Παπαδιαμάντης, τον είχε ακούσει να παίζει το νάι του, είχε ταυτιστεί μαζί του. Μια μέρα όμως ο δερβίσης εξαφανίστηκε… Ο συγγραφέας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο ήρωας ο ξεπεσμένος δερβίσης απαιτούν έναν ηθοποιό να αφηγηθεί την ιστορία. Αυτός είναι ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Κωνσταντίνος Ντέλλας, ο οποίος μίλησε στην «Πεμπτουσία» για το έργο που σκηνοθετεί και παίζει κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 9 το βράδυ, μέχρι τις 7 Δεκεμβρίου, στο Χώρο Τέχνης και Δράσης Βρυσάκι.

-κύριε Ντέλλα, ήταν τυχαία η επιλογή του συγκεκριμένου διηγήματος;

Θεωρώ ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο. Και αν θεωρούμε προς στιγμήν ότι είναι, η συνέχεια μας διαψεύδει.

-Είναι αλήθεια ότι θεωρείται από τους ειδικούς ως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα διηγήματα του Παπαδιαμάντη;

Το συγκεκριμένο διήγημα δεν φτάνει στην πλοκή του άλλα γνωστότερα και πιο σύνθετα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Έχει όμως δύο παραγράφους, στο σημείο που αναφέρεται στο μουσικό όργανο νέυ – νάι το ονομάζει, με την παλιά περσική ονομασία του – οι οποίες θεωρούνται από τους ερευνητές ως επιτομή της παπαδιαμαντικής γλώσσας.

-Ποια είναι η δική σας άποψη για το έργο;

Τα κείμενα που στην πορεία μένουν διαχρονικά, έχουν μια υπόσταση υπαρξιακή. Ο ξεπεσμένος δερβίσης, που κανείς δεν ξέρει από πού ήρθε και κανείς δεν μαθαίνει πού κατέληξε, είναι ένας από εμάς. Είμαστε εμείς, βασικά. Καλό είναι να βγούμε από τον καθόλου επιτυχημένο μικρόκοσμο που έχουμε φτιάξει και να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτοί που στη χώρα μας είναι άστεγοι, δουλεύουν στους δρόμους, είναι άνθρωποι που κουβαλούν τις δικές τους ιστορίες. Κάποτε μπορεί και εμείς να είμαστε σε κάποια άλλη χώρα στην ίδια θέση. Και, εν τέλει, πέρα από το κυριολεκτικό του πράγματος, όλοι μας είμαστε ξένοι σε αυτόν τον κόσμο. Το δυστύχημα είναι ότι το ξεχάσαμε και λειτουργούμε σαν ιδιοκτήτες χωρίς κανένα σεβασμό και καμία συναίσθηση ότι είμαστε μέρος ενός συνόλου που απαιτεί το σεβασμό μας. Έχοντας όλα αυτά στο μυαλό μου, αγάπησα το συγκεκριμένο διήγημα και νομίζω ότι και εκείνο μου ανοίγει τους κόσμους του απλόχερα.

-Πώς ξεπεράσατε τις δυσκολίες που συνεπάγονται από το γεγονός ότι είστε ο σκηνοθέτης και ο μοναδικός ηθοποιός της παράστασης;

Η δυσκολία, όπως και όλα τα πράγματα, είναι σχετική. Όταν ένα πεζό, ένα ποίημα έχει να μου πει κάτι, γίνεται κατευθείαν ένας σωρός από εικόνες στο μυαλό μου. Όλα αυτά μπήκαν σε μία σειρά και με τη βοήθεια των ανθρώπων που συνεργάζομαι και εμπιστεύομαι έγιναν παράσταση. Η ιστορία θα δείξει, λοιπόν, αν το καταφέραμε.

-Τι ρόλο έπαιξαν οι υπόλοιποι συντελεστές στο αποτέλεσμα;

Έχω την ευτυχία να είμαι με ανθρώπους κοινής αισθητικής και οπτικής. Ο Ανδρέας Σκούρτης που έκανε τη σκηνογραφία και ο Παναγιώτης Γεωργοκώστας στην επεξεργασία της μουσικής, μιλάνε την ίδια γλώσσα με μένα. Όταν ασχολούμαστε με κάτι πρώτα το ακούμε τι έχει να μας πει και μετά συμπληρώνει ο ένας τον άλλο. Οπότε, δεν έπαιξαν κάποιο ρόλο αυτοί οι άνθρωποι, αλλά οι ίδιοι είναι η παράσταση.

-κύριε Ντέλλα, στην μεταφορά του κειμένου στο σήμερα επιλέξατε να μείνετε πιστός στην «παπαδιαμαντική» γλώσσα. Πιστεύετε ότι είναι κατανοητή από το σημερινό άνθρωπο;

Μια μουσική είναι ο λόγος του Παπαδιαμάντη και έτσι την προσέγγισα. Σκοπός της παράστασης είναι να αφήσει ο θεατής για λίγο στην άκρη τη λογική του και να εμπιστευθεί τις αισθήσεις του. Είναι απόλυτα κατανοητό ότι δεν μπορεί κάποιος να καταλάβει τα πάντα ακούγοντας το κείμενο. Γι’ αυτό το λόγο, η παράσταση στήθηκε με τέτοιον τρόπο, ώστε οι εικόνες που δημιουργούνται, οι ήχοι, ακόμα και τα σκοτάδια, να επαναφέρουν το θεατή στην παιδική του ηλικία, όπου ελαφρύς ακόμα από τις άμυνες που έφτιαξε μεγαλώνοντας, άκουγε παραμύθια, χωρίς να καταλαβαίνει τα πάντα, και μαγευόταν από την αίσθηση που του προκαλούσαν.

-Αν είχατε τη δυνατότητα να προτείνεται ένα τέλος στην ιστορία του «ξεπεσμένου δερβίση» πιο θα ήταν αυτό;

Μου ζητάτε να χαράξω μία ευθεία πάνω σε έναν κύκλο. Τόσα χρόνια σαν είδος αυτό παλεύουμε να κάνουμε. Το κείμενο έρχεται να μας θυμίσει ότι όλα γύρω μας είναι κύκλοι, και θα μείνω σε αυτό. «Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει και χαρά σε εκείνον που ξέρει να τον γυρίζει τον κόσμον αυτόν» μας λέει ο Παπαδιαμάντης. Εγώ θα πω ότι είμαστε βαλίτσες που χορεύουμε σε ένα συμπαντικό ρυθμό. Γιατί να βάλω τέλος σε αυτό το ταξίδι;

-Θα θέλατε να μας μιλήσετε για το χώρο που φιλοξενεί την παράσταση; Έχω την αίσθηση ότι είναι σε απόλυτη αρμονία με το κείμενο…

Ο χώρος Τέχνης και Δράσης «Βρυσάκι» είναι ένα παλιό αθηναϊκό σπίτι. Στον πρώτο κύκλο παραστάσεων που έγινε το Σεπτέμβρη, ο δερβίσης έπαιξε στην αυλή. Τώρα που χειμώνιασε μπήκαμε μέσα, αλλά με μία άλλη οπτική, που θα δει ο θεατής ερχόμενος. Το διήγημα αναφέρεται στην περιοχή του Θησείου, συγκεκριμένα την περίοδο που γινόταν η προέκταση του ηλεκτρικού σταθμού Αθηνών Πειραιώς προς Ομόνοια, που τότε ήταν μέχρι το Θησείο. Την ώρα της παράστασης χτυπάει η καμπάνα του Αγίου Φιλίππου, ήχος –ίδιος από τότε-που ενώνει τον κυρ Αλέξανδρο με το Βρυσάκι. Όλο αυτό το διάστημα πηγαίνω στο Βρυσάκι μέσα από το Θησείο και την Πλάκα. Περνάω από την οδό Λεπενιώτου που βγάζει στην εκκλησία των Ασωμάτων, δρομίσκο που ακολούθησε ο δερβίσης, από την οδό Κλάδου-σοκάκι κάθετο στο χώρο της παράστασης- και βλέπω κάτω από ένα νάυλον παραπέτασμα έναν άστεγο. Όλα, λοιπόν, είναι εκεί και μας περιμένουν…

ΠΗΓΗ : http://www.pemptousia.gr/ Συνέντευξη στην Κατερίνα Χουζούρη


Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Στα ίδια λόγια θα γυρνάς. Τα ίδια λόγια για να πεις



Μόλις είχα γυρίσει από Κύπρο. Κόκκινη κλωστή δεμένη. Την πρώτη φορά που βρέθηκα στη νήσο. Κόκκινη κλωστή. Ιούνης. Μετά από κείνο το συνέδριο για τον ποιητή Κώστα Μόντη και τρεις σχεδόν μήνες μετά το θάνατό του. Μάρτης του 2004 όταν τελικά έφυγε από τη βεράντα. Τι να θυμηθώ απ' όλα. Κόκκινη κλωστή.

Δε βαρυέσαι, θα συνηθίση κ’ η βεράντα την απουσία μας,
θα προσαρμοστή,
θα κλείση τ’ άνοιγμα

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Θυμάσαι την ελληνική σημαία σε μια γωνιά των κεκλεισμένων θυρών του αββαείου του Bella Pais, σημαία υπόδουλη στη μοναξιά του τόπου, περιμένοντας μάταια χέρια να την αγγίξουν, μάτια να τη δουν και να την ξεδιπλώσουν. Την ορφάνια θυμάσαι του τόπου. Τόπος πεντάρφανος, ποιος σε αυτόν να επιστρέψει.

Θυμάσαι την Αξιοθέα, τόπο που τον περπάτησες δις, και μια ανάσα από την πράσινη γραμμή. Πήγαινες ερχόσουν στις γειτονιές, στις εκκλησιές της, τ' απάνω-κάτω έφερνες, κλεφτά μες απ' τις μισάνοιχτες τις πόρτες κοιτούσες, μες απ' τις γρίλλιες ή τ' ανοιχτά παράθυρα. Ερχόταν θέρος δριμύ και ένας άνεμος καυτός εφορμούσε κάθε μεσημέρι, τότε που ξέπνοη περίμενες το εσπέρας να δροσίσει. Γρίλλιες κλειστές και εντός μια Κάρμεν κινηματογραφική θυμάσαι, τον φορητό να ζωντανεύει με το δράμα της, το λίβα να σπρώχνει ως το απόγευμα. Βιβλία κλειστά. Τις ώρες λογάριαζες με τις προσευχές χριστιανών και μουσουλμάνων, στους ανοιχτούς ουρανούς να κονταροχτυπιούνται. Τις ώρες λογάριαζες, πότε με το Ιλ-Αλλάχ του μουεζίνη να τα διαβαίνει τα όρια, πότε με τις καμπάνες της Χρυσαλινιώτισσας. Απ' το' να παράθυρο ο μιναρές κι ο Πενταδάκτυλος. Απ' τ' άλλο το καμπαναριό και η μισή Λευκωσία.

Θυμάσαι τότε που το μεσημέρι αντάμωνε επιτέλους το απόγευμα, τότε που η κάψα υποχωρούσε προσώρας, για να επανέλθει την αυριανή, μα τότε και κάτω απ' το παράθυρό σου ξιφομαχίες άκουγες και μες απ' τις γρίλλιες έβλεπες, κρατώντας την ανάσα σου, μην τύχει και σε πάρουν μυρουδιά, μην τύχει και σε νιώσουν, όχι, δεν ήταν αληθινές, ήταν μονάχα τα βασιλόπουλα από τα πέρατα της οικουμένης που κάλεσε ο πατέρας της Αρετής να κονταροχτυπηθούν για χάρη της. Κάθε απόγευμα έως αργά το βράδυ οι πρόβες γίνονταν απέναντι του δωματίου που σε φιλοξενούσε, στο θεατράκι της Αξιοθέας, δίπλα στα κατεχόμενα, κάθε βράδυ ζωντάνευαν εμπρός σου τα πάθη του Ερωτόκριτου που κρίθηκε από τον έρωτά του.

Σύμφωνα με την "Επανάληψη" του Kierkegaard, που δεν την έζησε ο ίδιος, παρά μοναχά την επίστεψε, o Ερωτόκριτος, καθώς και ο Ιώβ, απέλαυσε εκ νέου τον απολεσθέντα παράδεισό του. Ξέκλεβες τις στιγμές του χρόνου, τα βιβλία έκλεινες και περνούσες απέναντι. Οχτώ χρόνια τα κουβαλάς αυτά τα βιβλία απάνω σου. Οχτώ χρόνια. Σε μια γωνιά καθόσουν στα ξύλινα ειδώλια κι η νύχτα έπεφτε κι από τη μια η Αρετή κι από την άλλη η νόνα της και παρεκεί ο Ρωτόκριτος να μιλούν μες στο σκοτάδι, ν' ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν, σ' ένα σκηνικό αληθινό, καθώς σε σπίτι αρχοντικό γίνονταν οι πρόβες και μέσα στην αυλή του. Σ' αυτή την αυλή, που ήταν και η σκηνή του, έγινε η παράσταση αφότου είχα φύγει. Μα είχα ζήσει τις πρόβες. Περπατούσε η Αρετή και τρίζαν τα πατώματα στο διάβα της. Τα βασιλόπουλα χτυπιόντουσαν μες στην ποδιά της. Όμως το μεσημέρι αργά και προς το απόγευμα δυο απ΄αυτά το ρόλο τους ενδύονταν κάπως νωρίτερα και προτού τους φτάσουν οι άλλοι, και κάτω απ' τα παραθύρια του δικού σου δωματίου δίνανε τη μάχη τους με λόγια-μισόλογα που δεν τα άκουγες ολόκληρα, ποιος ήταν ο Καραμανίτης και ποιο το Βασιλόπουλο της Μυτιλήνης, όμως άφωνη σε αφήναν μες στη μαγεία της στιγμής, γιατί αυτά είναι πράματα που συμβαίνουν μια φορά στη ζωή του ανθρώπου κι άλλη καμία κι αν έχεις τύχη βρήκες το λιμάνι σου.

Θυμάμαι τον Ρωτόκριτο. Μια θεατρική διασκευή του στην τηλεόραση. Την άλλη μέρα γυρνώντας απ' το Γυμνάσιο, στάθηκα στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς. Όλη νύχτα οι μορφές τους με είχαν συνεπάρει. "Μήπως ξέρετε ένα κείμενο που το λένε Ερωτόκριτο;" Με αμηχανία ρωτούσα και κάπως ντρεπόμουν. Το διάπλατο χαμόγελο του βιβλιοπώλη το θυμάμαι ακόμα και τώρα με ανακούφιση. "Μα φυσικά" απαντά και μου το παραγγέλνει. "Σε μια εβδομάδα να έρθεις να το πάρεις". Μια εβδομάδα μάζευα τα κουλούρια που δεν πήρα στο σχολείο, τις οικονομίες ξεσήκωσα από όπου τις βρήκα, σε μια βδομάδα κράταγα το κείμενο που με βρήκε κατάστηθα. Το διάβαζα στα κρυφά τα βράδια, με ένα φακό που έκρυβα μες στα σεντόνια, να μη με δει η μάνα, που ερχόταν να κλείσει το φως, γρήγορα να κοιμηθούμε για την άλλη μέρα. Πολλά τα διάβασα τις νύχτες εκεί και μες στα σεντόνια. Ώσπου έτσουζαν τα μάτια μου κι έβαζα το βιβλίο στο προσκεφάλι. Τι όνειρα έκανα δε θυμάμαι. Μα και δεν έχει σημασία. Από τότε τον κουβαλώ τον Ερωτόκριτο μαζί μου. Ήταν από κείνα τα βιβλία-φυλαχτά, που ήταν αδύνατο να απομακρυνθώ χωρίς αυτά. Μεγαλώνοντας αφήνει κανείς παράμερα τα όσα πρωτύτερα τον σημαδεύουν. Για να τα ξαναπιάσει, όταν έρθει η ώρα.

Ξαναγυρνώ στην Κύπρο και το νήμα πιάνω από εκεί όπου το είχα αφήσει.

Θυμάσαι την εσωτερική αυλή που είχε το σπίτι που σε φιλοξενούσε. Σπίτι αρχοντικό που ανήκει στο πανεπιστήμιο Κύπρου. Ένας φοίνικας κι ένα πηγάδι στη μέση του. Νεραντζιές και λεμονιές τριγύρω. Μαρμάρινη η σκάλα που οδηγούσε στο μικρό σου δωμάτιο και πολυπερπατημένη. Γλιστρούσε επικίνδυνα αν δεν είχες το νου σου κι έπρεπε να πιάνεσαι να μη χαζεύεις. Με τα πολλά  την έμαθες, σε έμαθε, κίνδυνος δεν υπήρχε, ανεβοκατέβαινες με μάτια κλειστά. Τα είχες όμως ανοιχτά για την ομορφιά και μόνο του τόπου. Αυλή που άφηνε τον ήλιο να κατέβει, μες στα δώματα να μπει, μα και τα λουλούδια ν' αναστήσει. Αυλή εσωτερική που την έφερνες γύρα, όπως έχουν τα σπίτια στην Ανατολή. Όπως έχουν στη Συρία. Μα τώρα ήσουν στη Λευκωσία. Δε χόρταινες.

Ήταν και τότε μέρες του Νοέμβρη. Λίγες μέρες μετά τη 17η. Τη δεύτερη φορά δεν είχες τον Ερωτόκριτο, για να θυμάσαι, ούτε και τη λησμονημένη σημαία στο αββαείο. Είχες όμως τον κάρδαμο. Μια ανάσα απ' την πράσινη γραμμή κι έπινες τον καφέ του. Καφέ που μοιράστηκαν μαζί σου οι Άραβες φίλοι. Κάποιοι άλλοι φίλοι που έφτασαν ως το Ιράν σου' φεραν τους επόμενους μήνες καφέ με κάρδαμο που τους ζήτησες. Τον έχεις από τότε ακόμα. Να τον πιεις δε θες. Μόνο τη μυρωδιά του αφήνεις πότε πότε να σε πάει πίσω, σε κείνο το μεσημέρι του Νοεμβρίου που χτυπούσε ο ήλιος της νήσου απάνω σου και μοσχοβολούσε ο τόπος βασιλικό και κάρδαμο χυμένο, τότε που στην πατρίδα χιόνιζε και το ψύχος δριμύ. Χιόνιζε κι εσύ έλειπες και δεν το συγχωρούσες στον εαυτό σου, πώς άφησες τα χιόνια να σου φύγουν. Χιόνια άλιωτα ως το Μάρτη της χρονιάς εκείνης. Έκτοτε χιόνια άλιωτα δεν έστερξε να ξαναζήσουμε.

Μόνο τη μυρωδιά έχεις να σε πάει πίσω, μια μυρωδιά που την αποζητάς ακόμα, μες σε βιβλία άκοπα και χαρτικά πολλά, έπειτα το βαζάκι ξανακλείνεις, το χρόνο στοιβάζεις που μες απ' τα χέρια σου γλίστρησε κι όσο κι αν θυμάσαι κάτι βαθύ, αυτό το βαθύ το συμμαζεύεις και μέσα το βάζεις πάλι ως τη στιγμή να το ξανανοίξεις, μπορεί να πονέσεις ξανά, μόνο και μόνο για να βρεθείς για μια ακόμα φορά εκεί. Για μια ακόμα φορά να παρακαλέσεις τη μνήμη να εισβάλει και να επιστρέψει, από κοντά και ο Αλεξανδρινός να γνέφει το "Επέστρεφε", για μια ακόμα φορά τη φωνή  που εισήλθε άσαρκη στον τόπο εκείνο ν' ακούσεις ξανά. Πώς να επαναφέρεις την παρθενιά της στιγμής.

Θυμάσαι τη στιγμή που επιστρέφεις. Την πρώτη φορά. Τον φίλο που ήρθε στο σπίτι και σε βοηθούσε τότε με τον υπολογιστή. Τι είναι αυτό που ακούς, να σε ρωτά. Το λιβάδι που δακρύζει το άκουγες σχεδόν δίχως παύση για καιρό. Να το πάρω να το γράψω σου είπε. Αφού το θέλεις πάρ' το, μα εσύ τέτοια δεν ακούς. Ίσως και να μην άκουγε. Μετά από τρεις μέρες όμως έγινε ο ίδιος ένα λιβάδι που έως σήμερα μέσα από τη μνήμη του δακρύζει. Δεν αγόρασα το CD για χρόνους. Το είχε πάρει άλλωστε φεύγοντας μαζί του. Κάποια στιγμή το αγόρασα ξανά. Δεν το ακούω όπως τότε. Παρά μονάχα όταν αντέχω τη θλίψη του. Η μελωδία με το ακκορντεόν είναι η μόνη που δε φέρνει βαθιά θλίψη. Παρά μόνο μελαγχολία. Έχει να κάνει και αυτό με τη δοκιμασία του πόνου. Από δριμύς και οξύς που είναι αρχικά, υποχωρεί, δεν καταρρέει, μονάχα οπισθοχωρεί, αφήνοντας μια υποφερτή μελαγχολία, που κάνει το χρόνο βιώσιμο μόνο.

Ανακαλώ το ποίημα "Αμνησία" του Μιχάλη Γκανά και το εγκιβωτίζω:

Η κάθε μέρα σαν τη γομολάστιχα
σβήνει την προηγούμενη και πάει.
Άλλοτε σβήνει την επόμενη,
καμιά φορά ολόκληρη βδομάδα.

Βροχές θυμάμαι και πουλιά
και ιστορίες που δεν έζησα ποτέ μου.

Τις νύχτες γράφεται το μέλλον μου,
τα φοβερά καθέκαστα της επομένης,
και πρέπει να ξυπνάω στις εφτά,
με την ψυχή στα δόντια να γυρίζω,
για να προλάβω τις παραγγελίες.

Χιόνια θυμάμαι και βουνά
και εξορίες που δεν έζησα ποτέ μου.

Λησμόνησα τους ίδιους τους γονείς μου,
πώς ήτανε και ποιοι και πόσοι.
Κοιτάζω γράμματα, φωτογραφίες,
δεν ξεχωρίζω ζωντανούς και πεθαμένους.
Γριές και γέροι και παιδιά,
μεσήλικες θλιμμένοι.

Μάτια θυμάμαι και φωνές,
πρόσωπα που δε γνώρισα ποτέ μου.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ από το Γυάλινα Γιάννενα

Τούτες τις μέρες τα θυμήθηκα όλα αυτά απ' την αρχή. Εισέβαλαν για λόγους πολλούς και για τον επιπλέον πως ο τόπος μας τούτος δεν έπαψε να' ναι αυτό το λιβάδι που ολοχρονίς δακρύζει. Ένα λιβάδι με τον αιωνόβιο πόνο σπαρμένο στα χώματά του.

Θυμήθηκα και ανέσυρα και τα παρακάτω από τα πρώτα κατάστιχα των "Αθιβολών" και ένιωσα εκ νέου πως στα ίδια λόγια θα γυρνάς, τα ίδια λόγια για να πεις.

ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΕΥΤΩΝ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Πολιτευτές πραματευτάδες
Διαλαλητές της δικιάς σας πραμάτειας
Όλα στο σφυρί. Όλα.
Λέξεις και πράξεις
Συνήθειες και ιδέες
Της δικιάς μας μωρίας το επιστέγασμα.

Τούτο το θέατρο δεν παύει ποτέ.

Μικροί τυμπανιστές του παραδείσου που μολεύετε.
Μικροί θηριοδαμαστές της άστοχής μας σκέψης.

Πολιτευτές πραματευτάδες
Όλα στο σφυρί. Όλα.
Και ιδέες και πράξεις
Και όλα αυτά που για κείνα χαθήκαμε.
Όλα γινήκαν λόγοι κι οι λέξεις φτηνήναν.

Όλα δικά σας.
Προπάντων τα βέλτιστα.
Των κρατίστων τα βέλτιστα.
Των πονηροτέρων τα βέλτιστα.
Των αηθεστέρων τα βέλτιστα.
Και όλοι εμείς κάπου εκεί ψελλίζουμε
Ευχαριστώντας τη μεγάλη σας σοφία.

ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΠΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΛΟΜΕΝΟΥΣ

Ήρθε η ώρα να πανηγυρίσουμε
Και να εορτάσουμε
Όπως κάθε χρόνο άλλωστε.
Οι φιέστες δεν έχουν τέλος.

Τέλος δεν έχει η χαρά
Γιατί όλα βαίνουν ευμενώς
Και το χρηματιστήριο
Κι η εξωτερική πολιτική
Και όλα.

Όλοι είναι ευχαριστημένοι μαζί μας
Η Ανατολή και προπαντός η Δύση
Γιατί πράττουμε πάντα αυτά που τους συμφέρουν.
Και είμαστε λίαν πειθαρχικοί
Στων αλλονών τις κρίσεις
Και ευγνώμονες -πάντα- για τη σφοδρή τους Καλοσύνη.

Και έτσι λοιπόν πανηγυρίζουμε
Πανήγυριν μεγάλην.
Της συνείδησης το σκότος και της ανυπαρξίας.

"ΑΘΙΒΟΛΕΣ", Το Ροδακιό 2002


21 Οκτωβρίου-17 Νοεμβρίου 2011

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Ύπνο γλυκό κοιμόμουνα

ΤΟ ΠΑΛΤΟ
Εύδον δη γλυκύν ύπνον
Γρηγόριος ο Θεολόγος

Έλα Αρετή στο σπίτι μας κι ας είσαι όπως κι αν είσαι
Του Νεκρού Αδελφού 
Είχε σημάνει εσπερινός θυμάμαι
και ήτανε χειμώνας
παραμονή Αγίου Στεφάνου
μπορεί κι ανήμερα το βράδυ
όταν στον ύπνο μου ήρθες ξανά
μετά από καιρό πολύ αδελφέ μου
έλα
στη μάνα για να πάμε
είπες
και μ' έπιασες από το χέρι
θυμίαμα θυμάμαι και τις καμπάνες να σημαίνουν
κόσμος πολύς
που πήγαινε κι ερχόταν
πανήγυρις καλοκαιριού μέσα στο χειμώνα
τη μάνα δεν τη βρήκαμε
όσο και αν την ψάξαμε
στον κάτω στον απάνω
μα ίσως και να μας πρόφτασε
στην έξοδο του ονείρου
στάθηκες για μια στιγμή
σε κάτι σκαλοπάτια
φορούσα παλτό βαρύ
που το' χω από χρόνια
έσκυψες την άκρη του έπιασες
τη φίλησες
"μη μ' αφήσεις ποτέ"
με άκουσα να λέω
και βγήκα από το όνειρο αμέσως
μα ένα χρόνο σχεδόν τώρα
το κουβαλώ στην κάθε μέρα
παραμονή Αγίου Μηνά 2011

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας



Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας, -σαράντα χρόνια αναβροχιά- ρημάχτηκε όλο το νησί

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969

Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας πρώτα ρημαχτήκαμε εμείς
σαράντα βήματα αναβροχιάς
μα η ψυχή καρπός και πώς να τα αντέξει
καρπός του φθινοπώρου
σαν και τα φύλλα σκέβρωσε ρημάχτηκε
σαν και τα φύλλα
το ύστερο φως της έριξε
μες σε κλειστά δωμάτια
κίτρινο φως και λιγοστό
μπορεί και κύκνεια λάμψη
σαν και τα φύλλα
που έσυραν στερνό χορό
προτού στους δρόμους πέσουν
μαζεύτηκε η ψυχή κουράστηκε
σαράντα χρόνια απάνω της φορτώθηκε
μα ποιος να το πιστέψει
μαζεύτηκε η ψυχή βουβάθηκε
δεν έχει φωνή να δώσει
μαζεύτηκε η ψυχή μαγκώθηκε
μικρό παιδί που λούφαξε στη ρίζα ενός δέντρου
κουφάρι η ψυχή που στράγγιξε
τι άλλο πια να δώσει
σαν τους καρπούς καρπός
μαράγκιασε και έπεσε 

των Αρχαγγέλων 2011