Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Ο ευαγγελισμός της αγάπης



Αγρυπνία των Ωρών και πάλι. Παραμυθία μες στο συρφετό των χοϊκών γιορτών. Εκκλησιά κατάμεστη. Μέχρι και πλαστικά σκαμπό επιστρατεύτηκαν. Σκοτάδι ολόκληρο, πλην των καντηλιών. Πιάνω τη γωνιά μου και πασχίζω. Αν μη τι άλλο, σκέφτομαι, αυτός ο Θεός ευαγγελίστηκε την ατόφια αγάπη, δηλαδή την εις πάντας, δίχως διλήμματα, δίχως οπισθοχωρήσεις, δίχως νερό στο κρασί. Την προς τους εχθρούς. Ωχριούν τα περαιτέρω και οι επίλοιποι. Τον κοιτώ απέναντι και εσταυρωμένο. Και έπειτα τους αγίους πάνω στους οποίους σταματά το μάτι μου. Η Αγία του καλοκαιριού, Κυριακή, στη δεξιά κολόνα, αριστερά της και απέναντι ακριβώς ο Άγιος που η λειτουργία του τελείται σήμερα. Στέκομαι ανάμεσά τους και στηριγμένη στη δική μου κολόνα ως να φύγω. Από εδώ τους κοιτώ πάντα. Μοιράζουν κεριά εν μέσω του σκότους και ιεροτελεστικά εντελώς ανάβουν το πρώτο κάθε σειράς. Γεμίζει η εκκλησιά φλόγες. Μοιάζουν με τις ψυχές των όσων τα κρατούν. Χωμένη μες στο σκοτάδι με προσπερνούν. Δεν έχω φλόγα, μήπως δεν έχω και ψυχή; Κάτι σπουδαίο θα γίνει εντούτοις. Από την αριστερή πύλη εξέρχονται παπαδάκια και η εικόνα της Γέννησης. Ο ψάλτης το "Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου". Οι στιγμές κορυφώνονται. Μας καλούν σιωπηλά σε προσκύνημα. Κουνούν τα καντήλια, όπως στις αγρυπνίες του Όρους και γενικώς. Με το πέρας των Ωρών και το "Φως ιλαρόν" αναχωρώ. Γιόρταζε η γιαγιά μου τέτοια μέρα και τώρα στους ουρανούς. Έξω ξαστεριά και ένα δυνατό φεγγάρι να σκορπά ασήμια. Ο σκύλος στο κατώφλι με συνόδευσε μέχρι το σπίτι. Μου θύμισε το σκύλο της Σχολής του ποιητή που αύριο, δηλαδή σήμερα, θα είχε γενέθλια. Η Αλυπία τρίτωσε, σκέφτομαι. Ο Αργύρης, ο Χάρης, ο Μίμης. Τέλος. Σε ένα χρόνο.


"...και έπειτα τα άλιωτα τα χιόνια του χειμώνα
χιόνια των Χριστουγέννων σιωπηλά..."

της ιτιάς. Εδώ λοιπόν ή μήπως εκεί. Και σαν κουβέρτα απλώνεται απάνω μας η προσευχή. Ή μήπως η μουσική. Για να επιβεβαιώσουμε δια της ψυχής μας το "εν μέρει και εν μέρει" του Αλεξανδρινού. Wonderland του Nyman, χρόνια τώρα, πολύ συγκεκριμένα, να επιβάλει την παρουσία της, δηλαδή την ακρόασή της, είτε έχει χιόνια είτε δεν έχει, εκεί και προς το χειμώνιασμα και προς τη φωτιά που σιγοκαίει και προς τα ξύλα που τρίζουν μέσα της και προς το εσπέρας, στο μεταίχμιο φωτός και σκότους, στην ομορφότερη ώρα να τους δώσεις τη σπίθα. Είπα φως και θυμήθηκα:

ΤΟ ΦΩΣ

Και στα πιο σκοτεινά λαγούμια
τα πιο βαθιά
τα πιο λησμονημένα
έρχεται κάποτε
ωσάν σε διάλειμμα
κι όταν κανείς πια τίποτε δεν περιμένει
θαυματουργό
παρήγορο
το φως.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ


Αγρυπνίας τέλος. Έστω και από το σπίτι. Αύριο, δηλαδή σήμερα, αν όχι η ομορφότερη, η πιο γλυκιά ημέρα του χρόνου. Γλυκιά, με την έννοια μαλακή, που μαλακώνει τις ψυχές και τις ανοίγει και ως κουβέρτα τις σκεπάζει. Αυτή η Λειτουργία δεν έχει τέλος.

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

"Αφήστε με, θυμάμαι..." Κ.Παλ.


Ο Καιάδας του συστήματος: dedicated στους αιωνόβιους πολιτικούς

 του Θανάση, του Αλέξη, του μικρού Γιάννη, της Μαρούλας

Κάθε χρόνο και στα προεόρτια, γιορτές στα σχολεία, στα ωδεία, στους δρόμους, παντού. Πειθαναγκαζόμαστε κάποτε να παρακολουθήσουμε πλήθος από αυτές, να κορυφώνονται λίγο πριν τις παραμονές, να συνεχίζουν απτόητες και μετά το νέο έτος. Πειθαναγκαζόμαστε, μεθαύριο όμως θα μελαγχολούμε για την οριστική απώλειά τους. Παιδιά και μεγαλώνουν και γρήγορα φεύγουν.

Από τόσες και τόσες γιορτές ξεχωρίζει πάντα η γιορτή του Ειδικού Σχολείου της πόλης μου. Από τον Αγιασμό στην έναρξη ως την τελετή λήξης στο θέρος. Νιώθω την ανάγκη εδώ και καιρό να μιλήσω γι' αυτούς τους ανθρώπους που απαρτίζουν αυτή τη γενναία ομάδα, που κάνουν θαύματα με οδηγό την αγάπη τους και μόνο. Μα η αγάπη από μόνη της άραγε δεν αρκεί γι' αυτά τα θαύματα; Εκεί λοιπόν που το σύστημα επιστρέφει στο σκότος του Καιάδα, αφήνοντας 21 μαθητές του Ειδικού Δημοτικού και Ειδικού Νηπιαγωγείου Πτολεμαϊδας με μόνο 4 δασκάλους, την ώρα που θα έπρεπε να έχουν τουλάχιστον άλλους 2 -και μόνο όποιος γνωρίζει από Ειδικό, μονάχα αυτός είναι σε θέση να αντιληφθεί για τι άθλο μιλάμε- αυτοί προτάσσουν την αντοχή τους, το μεράκι τους, την εφευρετικότητά τους και προπαντός την υπομονή τους και προσπαθούν και αγωνίζονται και μοιράζουν σε όλους μας κάθε φορά και κάθε μέρα κάτι το ξεχωριστό -όσο ξεχωριστοί είναι και οι μαθητές τους, που πρώτοι αυτοί, οι δάσκαλοί τους, το αναδεικνύουν, το χαίρονται και το εισπράττουν. Γιατί σε αυτά τα παιδιά, έναν κόκκο αγάπης να δώσεις, ο κόκκος αυτός αρκεί, για να σου τον ανταποδώσουν τουλάχιστον δεκάκις και να τον θυμούνται δια βίου.

Μαζί με τους δασκάλους τους το ανυπόκριτο της αγάπης τους το' χουν νιώσει και άλλοι, όσοι λίγοι και εκλεκτοί τα "αγάπησαν", όπως λέγει ο Σκιαθίτης, "περιπαθώς", και βοηθούν το ιδιαίτερο αυτό και ξεχωριστό Σχολείο και επιχορηγούν αφανώς κι ούτε που τους μαθαίνουμε ποτέ και προσθέτουν εκεί όπου το ελληνικό κράτος προβάλλει έλλειμμα και προπαντός ολιγοψυχία. Απλοί πολίτες, και θεσμοί κάποτε, να προσφέρουν, να μεταφέρουν, να υποδέχονται στο χώρο εργασίας τους, να διδάσκουν, να ξεναγούν, να αγκαλιάζουν, να γνωρίζουν, να λιγοστεύουν την απόσταση.  Να πάρουν εν τέλει πολύ περισσότερα από όσα θα δώσουν. Γιατί έτσι συμβαίνει κάθε φορά. Σε αυτά τα παιδιά νιώθεις πως παίρνεις πολύ περισσότερα από τα όσα δίνεις. Λες "καλημέρα" και σου λειαίνουν τη μέρα. Χαμογελάς και σου χαρίζουν ό,τι πιο ανεπιτήδευτο και αγνό μπορεί να ανταμώσεις. Σκύβεις να τα υπηρετήσεις, αγανακτισμένος κάποτε από την πολύχρονη κόπωση, και αιφνίδια σε ευχαριστούν μ' ένα φιλί στα χέρια, στα μαλλιά, και μια αγκαλιά, που όμοιά της σπανίως ανταμώνεις. Και αν ανταμώσεις, την κρατάς επιούσιο και δια βίου φυλαχτό. Ενστικτωδώς κοιτούν την καρδιά σου και τη διαβάζουν και σε πλησιάζουν ανάλογα και έπειτα σου αφήνονται και σου υποτάσσονται και νιώθεις ελάχιστος για τούτη την εύνοια και τρομοκρατημένος, μην τύχει και γκρεμίσεις τον πολύτιμο κόσμο τους. Ενστικτωδώς κοιτούν την καρδιά σου και τη διαβάζουν από μακριά και ξέρουν πότε και τι θα πουν -μέσα από αυτά που μπορούν να πουν και μέσα από τα πλείστα και πανάκριβα της αφής- και νιώθουν πολύ περισσότερο ίσως από άλλους, που τους βαφτίσαμε κανονικούς, το πώς και το τι είσαι.


Πόσο ευγνωμοσύνη νιώθω για τους μαθητές μου εκείνους, τους μη κανονικούς, που μου έδειξαν τον κόσμο με τα δικά τους μάτια, που μου δάνεισαν τη χαρά τους, όταν την είχα απόλυτη ανάγκη, που με τον τρόπο τους στάλαξαν θάρρος στην ψυχή μου. Πόσο ευγνωμοσύνη νιώθω για τους μαθητές μου εκείνους που μου χάρισαν την ακριβή αγάπη τους. Που με κοιτούσαν στα μάτια και σαν έβλεπαν αντάρα να' ρχεται, πετάγονταν με κάτι κατά τα φαινόμενα άσχετο, εντούτοις βαθιά ζεστό, για να με επαναφέρουν στην αρχική μου θέση, εκεί που με είχαν συνηθίσει, στην αγάπη και όχι στην ένταση. Τον θυμάμαι, και ας ακουστεί κάπως, τον αγαπημένο Θανάση, σαν αντάριαζα με το τμήμα, να σπα τους φραγμούς και να μου πετά ένα "Όλγα, είσαι πολύ όμορφη σήμερα", δίχως "κυρία", δίχως τύπους, μονάχα με τ' όνομα που με ήξερε από πάντα, να ανοιγοκλείνει τα μάτια, με μια βεβαιότητα, να περιμένει απλώς να επιστρέψεις, εκεί που σε είχε συνηθίσει, να σπας αμέσως μετά από τέτοια αθωότητα, με το πώς έφτανε η ματιά της αγνής ψυχής του -άνευ εμποδίων- στα κατάσαρκα της δικής σου ψυχής. Τον θυμάμαι, ποίημα να δίνω με την προτροπή να ξεχωρίσουν ό,τι τους άρεσε, να κεντράρει ο Θανάσης ακριβώς στο κέντρο του ποιήματος, δίχως κανείς να του εξηγήσει, δίχως κανείς να του υποδείξει, παρά μονάχα η παιδική ψυχή του. Τους θυμάμαι, την περσινή χρονιά, ένα δώρο Θεού μέσα στο σκοτάδι, θυμάμαι τους "Πολιορκημένους" του Σολωμού να εισέρχονται στο ΕΠΑΛ του Δημαρχείου, λογοτεχνία της Α' και το χιόνι να πέφτει, εγώ να μιλώ, εκείνος, να κοιτά έξω, μα εντελώς έξω, τι βλέπεις, Αλέξη, τον ρωτώ, μ' αρέσει το χιόνι και έπειτα δεν ξαναγύρισε να με κοιτάξει, παρά μονάχα έβλεπε βαθιά και άπληστα σχεδόν -τι τυχερός- την ομορφιά της ζωής που τον ακουμπούσε. Την ομορφιά της ζωής που εμάς μας προσπερνούσε. Αυτά τα παιδιά, που το άτεγκτο σύστημα τα καταδίκασε να μείνουν στην ίδια τάξη λόγω απουσιών -φαντάσου- και εμείς υποκύψαμε απλώς στις επιταγές του και στη δική μας δειλία να τα βάλουμε μαζί του, μα κυρίως στην απροθυμία μας να τα αποδεχτούμε και να τα εντάξουμε, γιατί συμβαίνει βέβαια και αυτό, όπως και το άλλο, όταν η δική μας κανονικότητα φαντάζει απρόσβλητη και επομένως εκδιώκουμε και αποπέμπουμε ό,τι δεν μπορούμε να χωρέσουμε, δηλαδή να αγαπήσουμε. Έως ότου βέβαια χτυπήσει την πόρτα μας η λαβωμένη μη κανονικότητα, που φανταζόμαστε ότι είναι μονάχα για τους άλλους, ότι είναι πολύ μακρινή και απίθανο να μας συμβεί.

Πόσο ευγνωμοσύνη νιώθει εντέλει κανείς, όταν η πόρτα αυτή χτυπά για τον ίδιο, όταν ο Θεός τού εμπιστεύεται έναν τέτοιο άγγελο, να τον φυλά πάνω σ' αυτή τη γη, να γίνεται η σκιά του, το χέρι του, το πόδι του, τα μάτια του, η ακοή του, η μικρή ζωή του. Ώρες-ώρες, σπάνια δυστυχώς πολύ, αναδεύεται η ψυχή και σταλάζει το απόσταγμά της σε μια σύσπαση οριακή: "Θεέ μου, τι τιμή". Και ας ακούγεται λυρικό. Δεν είναι.


Δεν ξέρω τι είναι αυτό που περισσότερο συγκινεί κάθε φορά που καλούμαστε να βρεθούμε σε μια από τις σχολικές γιορτές του Ειδικού Σχολείου. Η αθωότητα, η ανόθευτη χαρά με την οποία "χαίρονται" αυτά τα ξεχωριστά, αγγελικά πλάσματα, η αγάπη και ο αυθορμητισμός με τον οποίο σε αγκαλιάζουν; Μάλλον όλα μαζί, και πολύ περισσότερο ο σεβασμός που ξεχειλίζει για τον αγώνα τους να πουν ένα ποίημα, να τραγουδήσουν ένα τραγούδι, να περπατήσουν ή ο ένας -που μπορεί- να σύρει το καρότσι του άλλου -που δεν μπορεί. Ο υπεράνθρωπος αγώνας, ναι, να αρθρώσουν μια λέξη και όταν η λέξη αυτή είναι "ελευθερία" ή "αγάπη", τότε νιώθεις πως ίσως μόνο μέσα από τέτοια παιδιά δικαιώνονται και ανασαίνουν οι λέξεις. Το δρόμο τον δείχνουν πάντα αυτοί οι υπέροχοι άνθρωποι-δάσκαλοι, που συγκεντρώθηκαν από μια ευτυχή συγκυρία όλοι στο Ειδικό της Πτολεμαϊδας, για να δείχνουν σε όλους εμάς, τι σημαίνει να' σαι δάσκαλος: μια ανοιχτή, υπομονετική, σταθερή και γενναία αγκαλιά.

Θα έλεγα πως η κατάσταση την οποία έχω την τύχη κάθε φορά να ζω, έχει να κάνει με ένα μυστήριο, όπως "μυστήρια" καλούνται οι ξεχωριστές στιγμές εντός του Εκκλησιαστικού τρόπου, και με μια βαθιά κατάνυξη, όπως όταν ανοίγουν λυτρωτικά οι πηγές της ψυχής. Θα' λεγα πως έχει να κάνει με αυτά τα μικρά θαύματα, τα οποία μας περιβάλλουν και τα αξιώνονται λίγοι, όσοι είναι σε θέση να τα διαγνώσουν εγκαίρως, να τα αναγνωρίσουν και έπειτα να τα αποκωδικοποιήσουν. Όσοι μπορούν να τα ξεχωρίσουν από το συρφετό της καθημερινής συναναστροφής και βιοπάλης και να μην τα προσπεράσουν.

Ο Καιάδας εντούτοις αναβιώνει απροκάλυπτα και ασύστολα. Για να επιβεβαιώσει τον κανόνα της υποκρισίας και της απίστευτης ανευθυνότητας του κρατικού μηχανισμού απέναντι στα άτομα -και μάλιστα στους μαθητές- με ειδικές ανάγκες. Καθώς ματαίως περιμένουν τους δασκάλους τους ή τους καθηγητές παράλληλης στήριξης προτού τα Χριστούγεννα, όταν τα οικονομικά συμφέροντα επιβάλλουν το  μετά τα Χριστούγεννα. Αδιάφορο αν το 1/3 της χρονιάς πέρασε, οι μαθητές τούτοι στέκονται αβοήθητοι κατ' ουσίαν εντός της τάξης τους, κάποτε περιθωριοποιημένοι, και μονάχα ο κώδικας της αγάπης σώζει τις καταστάσεις, όταν υπάρχει βέβαια, για να τις σώσει. Καθώς θέλει γενναιότητα από όλους. Και όλοι δεν είναι πάντα διαθέσιμοι. Η αγάπη απαιτεί να' σαι διαθέσιμος και τότε ξεκλειδώνεις και τότε γίνεσαι τα μάτια του μαθητή που δεν βλέπει ή τα αυτιά του μαθητή που δεν ακούει, τότε γίνεσαι ο δίαυλος που τα εντάσσει στην καθημερινότητα των άλλων, που γίνεται πλέον και η δική τους καθημερινότητα. Φτάσαν Χριστούγεννα και ματαίως ο μικρός Γιάννης περιμένει τον καθηγητή του, ματαίως στέκονται τα βιβλία του γραμμένα στη γραφή μπράιγ στο διάδρομο προς το γραφείο του διευθυντή, ματαίως οι όποιες κλήσεις προς την Αθήνα σχετικά με το χρονοδιάγραμμα αναμονής, το σύστημα είναι α-νόητο, θα άλλαζαν ενδεχομένως τα πράγματα μονάχα αν ο μικρός μαθητής είχε για επώνυμό του ένα βαρύγδουπο πολιτικό επώνυμο και όχι το επώνυμο ενός απλού πολίτη. Αυτή ήταν και εξακολουθεί να είναι η κατάσταση στην ελεεινή ενδοχώρα.

Ανατρέχω στο παρελθόν, για να επιβεβαιωθεί για μια ακόμα φορά το δυσοίωνο μέλλον. Με πιάνει απ' το χέρι ο Νικηφόρος Θεοτόκης απ' την Κέρκυρα, αρχιεπίσκοπος Αστραχανίου, Σταυρουπόλεως και Χερσώνος, για να μου πει τα εξής απερίφραστα (και ας μιλούν οι "ακατοίκητοι" άνθρωποι, που έλεγε ο Χιόνης, ας μιλούν για "εργολαβίες", ας υπονοούν σκοταδισμούς, ας ερμηνεύουν κατά το στενόχωρο δοκούν, ας λοιδωρούν τους ένθεους, που δεν έχουν την τοσοδούλα αντοχή να τους αντέξουν μα ούτε και να τους χωρέσουν, και είναι να απορεί κανείς με τον τόσο φωταδισμό, προοδευτισμό και μοντερνισμό τους πώς δεν τα κατάφεραν ακόμη να ωριμάσουν δεόντως και να δεχτούν την ύπαρξη των ένθεων όπως και των όποιων άλλων. Μα πρέπει να είσαι πραγματικά "ακέραιος" για να αντέξεις και να χωρέσεις τη διαφορετικότητα του άλλου, ειδικά την πίστη του. Και δυστυχώς τούτοι παρουσιαζουν υδροκεφαλισμό και υπερτροφικότητα του χοϊκού πνεύματος -και επομένως πνευματική αναπηρία ή ακρωτηριασμό- και ευλόγως αδυνατούν να υπάρξουν ολόκληροι και να χωρέσουν την ένθεη ζάλη, όπως αντιστοίχως χωρά κανείς και νιώθει και κατανοεί και σέβεται -μα τι πλέρια λέξη και τι ανθρώπινη κατάσταση επιτέλους- τα τόσα, ως φρέαρ συντετριμμένον, στερητικά τους. Νιώθω την ανάγκη να παρεμβάλω ποίημα παλιό, μάλλον επίγραμμα, που δεν το αφιέρωσα στον άνθρωπο που έφυγε, εντούτοις αυτόν είχα κατά νου, όταν το έγραφα:

ΦΡΕΑΡ ΣΥΝΤΕΤΡΙΜΜΈΝΟΝ

Πώς είναι να ψάχνεις το Θεό και να μην τον βρίσκεις;
Εφιάλτης.

Εδώ τελειώνει και τυπικά η παρένθεση).

Επιστρέφω στον Θεοτόκη και αντιγράφω:

"Την πολιτικήν σχεδόν πάντες θεωρούν τέχνην αναγκαίαν και επιστήμην ωφελιμωτάτην. Όθεν αυτή κάθηται εις τας βασιλικάς αυλάς, πολιτεύεται εις τα κριτήρια, περιπατεί εις την αγοράν, εισέρχεται, φευ! και εις αυτήν την Εκκλησίαν. Αυτή επαινείται και θαυμάζεται και νομίζεται ως μεγάλη προκοπή και μεγάλων έργων κατορθώτρια. Και όμως η μεν σημερινή πολιτική ουδέν έτερον είναι ειμή υπόκρισις, ο δε πολιτικός ουδέν άλλον ειμή υποκριτής. [...] Διότι τις άλλος είναι ο λεγόμενος πολιτικός ειμή εκείνος όστις άλλο έχει εις το στόμα και άλλο εις την καρδίαν;

Έρχεσαι εις καιρόν ανάγκης προς τον πολιτικόν άνθρωπον, παρακαλών αυτόν και λέγων "Ευγενέστατε κύριέ μου, προστάτευσόν με δι' αγάπην Θεού εις την ανάγκην μου. Βοήθησόν με, παρακαλώ, εις τούτον μου τον κίνδυνον. Ναι, αποκρίνεται εκείνος μετά χαράς, με λόγια γλυκά και υποσχέσεις μεγάλας. Διό αναχωρείς ήσυχος και αναπαύεσαι αμερίμνως, ελπίζων ότι αυτός κατά τα λόγια και τας υποσχέσεις αυτού φροντίζει περί της καλής εκβάσεως της υποθέσεώς σου. Και αυτός μεν ουδεμίαν ούτε καν παραμικράν φροντίδα περί αυτής αναλαμβάνει, η δε υπόθεσίς σου καταντά εις το χειρότερον, συ δε τρυγάς τους καρπούς της βλάβης.

Εάν, όταν ήλθεν παρακαλών αυτόν, έλεγεν εις σε την αλήθειαν, δηλαδή το δεν θέλω ή δεν δύναμαι να εκπληρώσω το ζήτημά σου, συ τότε εφρόντιζες και έτρεχες αλλαχού και μετερχόμενος πάντα τρόπον απετίναζες το όλον ή καν μέρος της ζημίας. Επειδή δε αυτός δια των πολιτικών αυτού λόγων σε απεκοίμισε και έδεσε, δια να είπω ούτως, τας χείρας σου, έπαθες τοσαύτην βλάβην. Ούτο λοιπόν διδάσκει η πολιτική τέχνη, το ναι εις το στόμα και το όχι εις την καρδίαν ή και το αντίθετον. Τούτο πράττει ο πολιτικός άνθρωπος, το ναι δια του λόγου, το όχι διά του έργου ή το αντίθετον. Τούτο δε τι άλλο είναι ειμή υπόκρισις γυμνή και ψεύδος και απάτη και βλάβη του πλησίον;

Συναντάς τον πολιτικόν άνθρωπον, όστις είναι εχθρός σου κρυπτός. Αυτός έχει το μέλι εις το στόμα και το δηλητήριον εις την καρδίαν. Σε χαιρετίζει ευθύς ως ηγαπημένος, σε γλυκοφιλεί ως φίλος, λέγει εις σε λόγια μαλακά και απαλά υπέρ το έλαιον. Αλλ' αυτά τα λόγια είναι βλήματα και τοξεύματα ή κτυπήματα με ακόντιον. Διότι εάν πλανηθής και, νομίσας ότι είναι φίλος σου, εμπιστευθής εις αυτόν το μυστικόν σου και την υπόθεσίν σου, εκείνος τότε σε αφανίζει.

[...] Ποίους λέγετε πολιτικούς; Τους πολιτικούς τους αληθινούς, δηλαδή εκείνους, οίτινες γνωρίζουν τους νόμους τους φυσικούς, τους πολιτικούς, τους των εθνών, τους του Θεού, και παρατηρούντες ευφυώς και επιτηδείως πάσας τας προκειμένας των πραγμάτων περιστάσεις, ενίοτε δε εκ της πολλής αυτών πείρας και της κοσμικής πράξεως και τα μέλλοντα να συμβούν ευστόχως προβλέποντες, προφθάνουν εις τον πρέποντα καιρόν και χωρίς να βλάψουν επιτυγχάνουν την εκ των πραγμάτων ωφέλειαν, ως άνθρωποι δε τίμιοι και τον Θεόν φοβούμενοι διοικούν καλώς τα της πολιτείας πράγματα, ανακόπτοντες όσα είναι εναντία εις τους νόμους της δικαιοσύνης, και ως πατέρες φιλόστοργοι διακυβερνώσι παν μέλος της πολιτικής ομηγύρεως, ευσεβώς τε και θεοφιλώς διευθύνοντες πάσαν την υπ' αυτών διοικουμένην πολιτείαν;

Εάν μεν τούτους, τους όντως πολιτικούς, σεις καλήτε πολιτικούς, αληθώς ούτοι και τιμώνται και ευτυχούν και μακαρίζονται. Εάν δε πολιτικούς ονομάζητε τους υποκριτάς και ψεύστας, τους απατεώνας και δολίους, τας παρδάλεις δια το πολυποίκιλον των λόγων, τας αλώπεκας δια την πανουργίαν του ήθους, τους χαμαιλέοντας δια την μεταμόρφωσιν των σχημάτων, εάν, λέγω, πολιτικούς καλήτε τους υποκριτάς, οίτινες δι' ουδέν άλλο φροντίζουν ειμή δια το ίδιον κέρδος, έστω και αν τούτο μεγάλως βλάπτη και τον πλησίον και την κοινωνίαν και αυτήν την Εκκλησίαν, ούτοι, αν και παραχωρήσει Θεού και συνεργεία Διαβόλου ευδοκιμώσι προς καιρόν και υπερυψώνται και υπεραίρωνται, αφότου όμως γνωρισθή το πανουργότατον και παγκάκιστον αυτών ήθος, πίπτουν και εξαφανίζονται, δεν φαίνεται δε ούτε ίχνος αυτών [...].

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ (1736-1800)
Ομιλία περί υποκρισίας για την Κυριακή Ι' Λουκά (Λουκά ΙΓ', 10-17)

[Σημείωση: Σχολάρχης καταρχήν της "Αυθεντικής Σχολής Ιασίου" και έπειτα αρχιεπίσκοπος Αστραχανίου, Σταυρουπόλεως και Χερσώνος. Χερσώνα, στην αντίπερα όχθη του Ευξείνου, την οποία ο μέγας πρίγκηπας του Κιέβου Βλαδίμηρος απείλησε να καταστρέψει εκ θεμελίων, καταφέροντας πλήγμα βαρύ στο Βυζάντιο και υποχρεώνοντας έτσι τον Βασίλειο Β', τον έπειτα Βουλγαροκτόνο, να του παραδώσει την Άννα, την αγαπημένη αδελφή, ως νύμφη του. Η συμφωνία συνάπτεται, εφόσον ο Βλαδίμηρος εκχριστιανιστεί. Το έδαφος πρόσφορο, καθώς είχε προηγηθεί η γιαγιά του, Αγία των Ρώσων και δική μας, Όλγα, η οποία και ανέβηκε στο θρόνο του Κιέβου στο πλάι του Ίγκορ, όταν εκείνος την είδε μια μέρα να περπατά στις όχθες του μεγάλου ποταμού, του Δνείπερου δηλαδή, και θαμπώθηκε λένε και την εθέλησε. Η Άννα ταξιδεύει στο Κίεβο, όπου πεθαίνει νωρίς, μην αντέχοντας την ξενιτιά και τη μοναξιά του αλλότριου τόπου. Προς τούτο εκλεκτό ανάγνωσμα, πλην το "Κυριακοδρόμιο" του Θεοτόκη που ευτυχής συγκυρία το έφερε στα χέρια μας, είναι το μυθιστόρημα του Κώστα Κυριαζή το σχετικό με τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο]

Το πνεύμα των Χριστουγέννων διασχίζει την πόλη και μας, πολύ περισσότερο. Ποιο είναι αυτό, αναρωτιέμαι, σπανίως δε το ανταμώνω.  Στους δρόμους περπατώ, το αφουγκράζομαι, σε ό,τι απέμεινε από μια πρώην πολιτεία και νυν έρημη χώρα, το αναζητώ σε μυρωδιές των σπιτιών που ξεχειλίζουν ακόμα και σε σπίτια παντέρημα από κάθε δεδομένο και αυτονόητο. Τις μέρες τούτες νιώθει κανείς περισσότερο αδύναμος από ποτέ. Ως τώρα καλούμασταν όλοι να συντρέξουμε από το περίσσευμα, εδώ και καιρό βρισκόμαστε πλέον στο υστέρημα και εντούτοις νιώθουμε -και είμαστε πλούσιοι- με το ζεστό σπίτι, με το μισογεμάτο -έστω- ψυγείο, με το νερό, τη ΔΕΗ, το τηλέφωνο, το Internet. Τα νέα ορμούν δυσοίωνα από παντού, οικογένειες διαμελίζονται, προκειμένου να βρεθεί δουλειά, αν βρεθεί, παιδιά χωρίζονται από τους γονείς τους, γιαγιάδες και παππούδες αναλαμβάνουν το ρόλο του κηδεμόνα, όπως παλιά, θείες, θείοι, ακόμα και ανάδοχοι επιστρατεύονται, ό,τι έχει κανείς και δεν έχει, οικογένειες στα κατώτατα της φτώχειας, πρώην αξιοπρεπείς υπάλληλοι και εργαζόμενοι, άνεργοι νυν, δίχως ελπίδα, δίχως ελπίδα, να διασπείρεται ο φόβος παντού πως δε θ' αντέξουν, ποιος αντέχει, να ελλοχεύει ο τρόμος της απόγνωσης, να είμαστε με δεμένοι χέρια, να τρέχουν όσοι, με φτάνουν τα νέα απ' τη μάνα, επιδόματα, δέματα, απελπισία, ποιους να προφτάσεις, ποιον να σώσεις, νοίκια, λογαριασμοί, δάνεια, ένα φαϊ, παιδιά σε σχολεία, έλεος, φωνάζω, έλεος. Μια ολόκληρη χώρα σε κατρακύλα.

Εγκληματίες πολέμου, ναι, αυτοί που κυβέρνησαν και όσοι δεν κυβέρνησαν, ανέχτηκαν όμως, κάνοντας μονάχα την άθλια, υποκριτική πολιτική τους, ρίχνοντας στάχτη στα μάτια όλων μας, εξυπηρετώντας το κόμμα -ποιο κόμμα-δάνειο αλήθεια;- συνεργοί και συνένοχοι όλοι μεταξύ τους, που δεν έχουν τα κότσια να προχωρήσουν σε κατασχέσεις, παρά σέρνουν τον κοσμάκη προς απομύζηση των πενιχρών μισθών του στα εφοριακά γκέτο που φαίνεται ότι αφορούν μονάχα στον χαμηλόμισθο λαό και όχι ασφαλώς στους μεγαλόσχημους ίδιους, εγκληματίες πολέμου, σε δικαστήριο που δεν θα στηθεί, που πήραν στο λαιμό τους ανθρώπους αθώους, αφού πρώτα φαγοπότι γερό έστησαν περίπου ερήμην μας, που το επικροτούσαμε και το ανατροφοδοτούσαμε όμως ανά τρία έτη. Από αυτήν την άποψη είμαστε άξιοι της μοίρας μας.

Τέλος με δυο ποιήματα του Ανέστη Ευαγγέλου (μα τι υπέροχος τούτος ο ποιητής), παρηγοριά να δώσουν εκεί όπου αναζητείται:

ΦΤΩΧΟΙ ΚΑΙ ΠΛΟΥΣΙΟΙ

Όποιος τολμά και δίνει, όποιος φτωχαίνει
από παράφορη προσφορά -μην τον λυπάσαι:
γίνεται πλουσιότερος, πιο ωραίος.

Ο που κινδυνεύει,
ο που χωρίς επιφυλάξεις αφήνεται στα κύματα
και ένα ένα χάνει τα ρούχα του και γυμνός
απομένει και έρημος καταμεσίς του πόντου -
μην τον λυπάσαι:
στο αίμα του λάμπει βαθιά ο άπεφθος χρυσός
των αφρισμένων κυμάτων.

Να κλαις
αυτόν που δε μπορεί από φιλαργυρία να δώσει,
τον που φοβάται μην φθαρεί κι ολημερίς
κλεισμένος στο καβούκι του μετράει το βιος του
κι έντρομος βλέπει ολοένα ν' αλαφραίνει
το πουγγί του -αυτόν να κλαις:

ασκημαίνει με τον καιρό και κιτρινίζει
ωσάν το σουρωμένο δαμάσκηνο, το στρεβλωμένο,
που δεν επρόλαβε να το γλυκάνει ο ήλιος
που αδικημένο απόμεινε και δε μαλάκωσε
γιατί από μέσα το ρούφηξε κακό σκουλήκι.

ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΦΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΦΤΩΧΙΑ

Στην καταφρόνια και στη φτώχεια πέρασες τα χρόνια σου-
μην το ξεχνάς.
Κι αν τώρα
τόσο αναπάντεχα εγύρισε ο τροχός
και βρήκες ρούχα κι έντυσες τη γύμνια σου
και σπίτι και φωτιά να ζεσταθείς
και δυο γλυκές κουβέντες -
μη λησμονείς ποτέ την προσφυγιά
και μιαν αγάπη κράτα για τους στερημένους.

Ιγνατίου του Αγίου

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Κάτι το βαλκάνιο υψώνεται απόψε


 

Beirut. Αγαπημένοι από χρόνια. Ή πώς το καρτερικό και ατελέσφορο περιμένω γίνεται, άξαφνα ή και κάποτε, το βαλκάνιο και ορμητικό αδράττω, δράττω, δράσσω, δράχω, δράζω, δράκτω, δράχνω και αδράχνω και επομένως υπάρχω και δηλαδή ανασαίνω. Τόσες παραλλαγές αξιώθηκε το ρήμα, για να πει το ίδιο πράγμα. Ω, γλώσσα, γλυκιά, μαγευτική, πού με πας; Ταξίδι στην Ιταλία μέσω Βαλκανίων και πίσω πάλι. Beirut, από την άλλη άκρη του ωκεανού, πιο Βαλκάνιοι από τους Βαλκάνιους -ας πούμε- επειδή ακριβώς τα ζούνε από μακριά, δηλαδή τα κουβαλούν απάνω τους, ως νοσταλγοί και ξενιτεμένοι, όπως περίπου ο Οδυσσέας, που καπνό μονάχα να' βλεπε κι ας πέθαινε,

αὐτὰρ Ὀδυσσεύς,
ἱέμενος καὶ καπνὸν ἀποθρᾐσκοντα νοῆσαι
ἧς γαίης, θανέειν ἱμείρεται.

και όπως ο Τηλέμαχος που με τα μάτια της ψυχής του μονάχα μπορούσε πλέον να τον βλέπει,

ὀσσόμενος πατέρ ἐσθλὸν ἐνὶ φρεσίν
 

Και το πλέον αγαπημένο. Ταξίδι και αυτό. Ταξίδι με λιακάδα. Ή και όχι. Ταξίδι όμως. Ταξίδι πάντα.

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Περιμένοντας τη βροχή και προπαντός το χιόνι


Περιμένοντας τη βροχή να γίνει χιόνι. Περιμένοντας το χιόνι να μείνει χιόνι. Περιμένοντας και άλλοτε αδημονώντας. Προσδοκώντας και εν τέλει ελπίζοντας. Περιμένοντας ωστόσο. Το κράτιστο όλων; Γιατί όχι. Ρήμα τραχύ, αν και υπόκωφο, επιζητά τους ανθεκτικούς, ευδοκιμεί δε στους μοναχικούς ή και στους έγκλειστους, αγνοείται εντούτοις παντελώς από τους γραμματικούς, τους φιλολόγους, τους Αλεξανδρινούς. Αγνοείται η εμβέλεια ή η υπόσκαφη υπομονή του. Προπάντων αυτή η τελευταία, που προχωράνε χέρι-χέρι, διαβρωτική των φρένων και της ψυχής σαράκι. Αγνοείται. Σπανίως δε επανευρίσκεται, μα θέλει κότσια. Το διαλέγεις, δεν σε άγει. Υποτάσσεσαι, δε φέρεσαι. Ανθίζει, λένε, εν τέλει. Ανθίζεις και συ. Και κάποτε βέβαια το αντίθετο. Μαράζι το λένε. Μαραζώνεις και συ.

[Φλώρινα:Κωστάκης Λούστας]

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Τριήμερος ήδη και λείπει από παντού



ΕΞΟΔΙΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, μπορεί και παραλήρημα

Βρέχει τα χλιαρά του Νοεμβρίου
και το φως της μέρας ίδρωσε από υγρασία,
αυτονομούνται οι στοχασμοί
σαν τα ρεψίματα στο σκαμπανέβασμα του περιπάτου,
φρόκαλα και καλούδια του όντως όντος:
"Ο υπερήλικος που παίζει πρέφα στο γωνιακό
κι αυτά που του σκαρώνω εγώ, ο μεσήλικος,
ο εγκάτοικος στη λιμνούλα του Άγιου Αχίλλειου
με τους τρεις Αλβανούς λαθρεργάτες
που ξεφλουδίζουν το φασόλι στις παλιές φλοκάτες,
δείχνουν ότι βαρεθήκαμε τα ίδια πράγματα"

ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ, Ήλιος στη σκοτία, Ερμής 2001

Όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος, ορφανεύουν οι οικείοι του. Όταν πεθαίνει ένας δάσκαλος, ορφανεύουν οι μαθητές του. Όταν πεθαίνει ένας ποιητής, ορφανεύει ο κόσμος όλος. Ο Μίμης Σουλιώτης έχει το εξαιρετικό προνόμιο να ανήκει και στις τρεις κατηγορίες. Η ορφάνια είναι η αίσθηση εκείνη που καθιζάνει πέραν όλων των άλλων, του θρήνου, του πένθους, της απώλειας.

Ήταν ο αναντικατάστατος δάσκαλος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ο εμβριθής γνώστης των κειμένων, των γνωστών και των αγνώστων, εκείνων που ζούσαν στο ημίφως και στο περιθώριο της ιστορίας της λογοτεχνίας, έως ότου αναθέσει σε κάποιον από τους προπτυχιακούς, μεταπτυχιακούς ή τους υποψήφιους διδάκτορες να διατρυπήσουν το φλοιό της λογοτεχνίας αναζητώντας πάντα τον πυρήνα. Ο ίδιος, με τη σπάνια οξυδέρκειά του, στεκόταν ήδη εκεί, στον πυρήνα, καθώς μυριζόταν εκ προοιμίου τα πορίσματα, πανέτοιμος εντούτοις να υποδεχτεί τα καινά, εκείνα που του προσκόμιζαν όσοι είχαν την τύχη να είναι φοιτητές του. Ένας από αυτούς άφησε χτες σε ηλεκτρονικό μήνυμα το απόσταγμα αυτής της σπάνιας εμπειρίας: «Ήταν μοναδικός στο να αγγίζει ζωές». Πράγματι, ο δάσκαλος Σουλιώτης, όχι μόνο άγγιζε ζωές, αλλά γνώριζε καλά τον τρόπο να τις μεταμορφώνει, με το βαρύτιμο εκτόπισμα της πνευματικής του παρουσίας. Σαν τη μέλισσα στεκόταν και έβγαζε από τον καθένα ό,τι καλύτερο διέθετε, ακόμα και όταν αυτό που διέθετε το αγνοούσε ο ίδιος ή το διατηρούσε σε χειμερία νάρκη.

Όταν ουδείς σχεδόν στην Ελλάδα γνώριζε τον όρο δημιουργική γραφή, ο Μίμης Σουλιώτης ξεκινούσε ήδη τα πρώτα εργαστήρια δημιουργικής γραφής στις Πρέσπες και στο Ευρωβαλκανικό Άσυλο Ποίησης, δημιούργημά του επίσης, που θα οδηγούσαν στο πρωτοποριακό μεταπτυχιακό για τη δημιουργική γραφή, με ξεχωριστούς φοιτητές και διδάσκοντες δίχως υπερβολή από όλο τον κόσμο.

Ο Μίμης Σουλιώτης ήδη από τότε, δηλαδή από την αρχή, βρισκόταν τουλάχιστον 100 χρόνια μπροστά. Τόσο με την εξαιρετική εφημερίδα «Κοινή γνώμη», όσο και με το περιοδικό «Εταιρία». Και πολύ περισσότερο ίσως με το «βιβλιολογείο», το εργαστήρι παραδοσιακής βιβλιοδεσίας, και το παραδοσιακό τυπογραφείο, που έστησε εκ του μηδενός κυριολεκτικά εντός του Πανεπιστημίου χάρη στη δική του έμμονη αγάπη που συμπαρέσυρε και όσους βρίσκονταν κοντά του. Ο Μίμης ενέπνεε μικρούς και μεγάλους. Αυτό ήταν το χάρισμά του. Τους έκανε μερακλήδες και επομένως μυρμήγκια που δούλευαν μανιωδώς όπως και αυτός. Ή τον λάτρευες ή χανόσουν.

Αγαπούσε το λόγο ως αφή, δηλαδή ως βιβλίο, αλλά και ως πράξη ανάγνωσης, δηλαδή απαγγελίας, ως μοίρασμα του λόγου και κοινωνία και γι’ αυτό ήταν ένας από τους ελάχιστους, αν όχι ο μοναδικός, που δίδασκε απαγγελία στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθώς η απαγγελία στα Τμήματα Φιλολογίας παραμένει μια τέχνη ανύπαρκτη. Σίγουρα όμως, το εργαστήρι απαγγελίας δι’ εραστάς του Λόγου και η Απαγγελτική Ομάδα Καϊλαρίων, που οργάνωσε και δίδαξε, ήταν μοναδική πανελληνίως.

«Είναι, προπάντων», σημειώνει κάπου σε ένα βιογραφικό του, «ιδρυτικό μέλος του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού», μα και της Εταιρείας Ελλήνων συγγραφέων.

Εντούτοις η ακριβή και πανάκριβη ακαδημαϊκή παρουσία του λειτούργησε πάντα ως ασπίδα γι’ αυτόν που ήταν και θα παραμείνει πάνω και πέρα απ’ όλα, αυτό που έλεγε και φώναζε η ψυχή του. Και η ψυχή του έγραφε μονάχα ποιητής.

Ένας ποιητής βουβός, ένας σιωπηλός παρατηρητής της δικής του ζωής και των άλλων, ένας ποιητής που πήγε την ποίηση παραπέρα, χωρίς να την σπρώχνει παντοιοτρόπως και ιδιοτελώς.

Στη Φλώρινα ζούσε ένας ποιητής που χρόνια τώρα την αφομοίωνε ολόκληρη στους στίχους του. Ένας ποιητής που θα συνεχίσει να διασχίζει τον Ιανουάριο τα Κορέστια, που ζούσε χιλιόμετρα μακριά από όλες τις θάλασσες, αλλά κοντά στο Μοναστήρι, που έμενε στην ίδια όχθη της Αχρίδας, εκεί που ο ήλιος γέρνει σωστά, στην καλή, αντικριστός με τη δύση της Ρέσνας. Ζούσε δηλαδή βορειοδυτικά, γιατί βορειοδυτικά είναι λοξά και ό,τι πρέπει, για να μη λειώνει την ψυχή του νότια κι ανατολικά. Ζούσε μέσα στα Μακεδονικά βουνά, που στέκουν ακόμα γκρίζα, μαυρομέλανα, βαθιά χιονισμένα, αιώνες άλειωτα, βαριά, μεγαλεία της ψύξης. Εδώ όπου, λόγια πολύγλωσσα, τα λόγια τα παλιά μες στα καινούρια, το ανακάτεμα γλωσσών, το σμπαράλιασμα των λαών. Στο Ρούδαρι, όπου κανένας δεν κοιτά για δεύτερη φορά τη λίμνη, στη Μπέσφηνα που ρεύει ακατοίκητη, στο Ρέκαρτσι όταν αστράφτουν τα νερά, ένα μεσημέρι άηχο. Ζούσε στη Δυτική Βαλκανική. Στη χαραδρούπολη που πλαντάζει από σινιάκι κι από χιόνι, δηλαδή στη Φλώρινα, ζούσε μονιμότερα από προσωρινά ο ποιητής της, Μίμης Σουλιώτης.

«Ποίηση που αξίζει» έλεγε ο Μίμης «είναι αυτή που λέει ότι εδώ ζήσαν άνθρωποι, την τάδε Πέμπτη, που ανάπνεαν, πονούσαν, μιλούσαν, γελούσαν και δεν γινόντουσαν βαρετοί». Ποίηση που αξίζει είναι η εν ζωή και όχι η κεκοιμημένη, αυτή που αποσπάται από την καθημερινότητα και σ’ αυτήν επιστρέφει, αυτή που εισβάλλει στο λόγο μας, που μας υποχρεώνει να σιωπήσουμε. Αυτή που θα μπορούσε να την εκστομίσει ο καθένας μας. Γιατί «σήμερα», όπως γράφει αλλού, «στην εποχή του ακροτελεύτιου καταναλωτισμού οι ποιητές έχουν να γράψουν τη μη αναλώσιμη ποίηση: […] μήτε όμορφη, μήτε άσχημη: στην ώρα της, όπως μεταρσιώνεται από την καθημερινή κουβέντα». Χωρίς λόγιες επεξεργασίες ή επιτηδευμένα στρογγυλέματα. Εικόνες άκοφτες, αμοντάριστες, όπως τις βλέπει για πρώτη φορά ο φακός. Εκείνη η «βαθιά επιφάνεια» που φωλιάζει μέσα μας, που έχει κάτι από το πρώτο βλέμμα του ανθρώπου πάνω στη γη, σαν το πρώτο ξύπνημα μετά από αιώνες σκοταδιού. Όπως ο τυφλός, όταν για κάποιο λόγο αρχίζει πάλι να βλέπει. Έτσι και με την ποίηση Σουλιώτη. Ήσουν τυφλός και αρχίζεις και πάλι να βλέπεις.

Τους τελευταίους μήνες είχε κανείς τη βεβαιότητα ότι ο ποιητής παλεύει στο γνωστό αλώνι. Αντίπαλος ο Χάρος, όπως και στο ομότιτλο ποίημα:

«Για την ώρα νικάει αυτός
αλλά θα τον ισοφαρίσω
όταν θα του έχω πεθάνει
και κηδεμένος με σακάκι φωτεινό κίτρινο,
με παπουτσίχρωμη γραβάτα και γραβατιές κάλτσες
και με τη σκελέα της Σκουάντρα Ατζούρα από μέσα
και τον ψιλό μου κασκορσέ, η ωνιά του θα έχει περάσει
και δεν θα μπορεί να με χαλάσει άλλη φορά
γιατί όταν θα έχω σκορπιστεί
μετά από την ήττα στα μαρμαρένια αλώνια
σαν στάχτες στο γυαλί,
εκείνος δεν θα επιχειρήσει τίποτα
γιατί θα αναιρούσε την ιδιότητά του,
γι’ αυτό θα συμπορευόμαστε παράλληλα
εκείνος τεθλιμμένος Χάρος όλο πλήξη
ενώ εγώ έχοντας ξεμπερδέψει μία και καλή,
θα είμαι ολόνεκρος σταυροκούμπωτος ή δίπετος,
παστεριωμένος στους στίχους
που για την ώρα αιωρούνται στην ατμόσφαιρα
σαν γύρη από φτερά
τιναγμένα σαν μικρά χαλιά
στην τύχη».

Νίκησε αυτός που ήταν να νικήσει, όμως Dat’s Life, όπως γράφει, και ως γνωστόν:

«Ο μονόλυκος θάνατος αρπάζει τις ωραίες ψυχές
και πλέει στη λίμνη του πέρατος,
κρατώντας τες ψηλά σαν αθώα περιστέρια.

Ο θάνατος δεν είναι ήρεμος. πασχίζει.
Η δουλειά μου με το δρεπάνι
πρέπει να έχει επιτυχία, σκέφτεται».

Και έχει. Τότε και εφόσον το γεγονός είναι τετελεσμένο, ο ποιητής καλεί τον μαύρο του, ακρίτας και αυτός και καβαλάρης όπως και οι ακρίτες, να περάσουν μαζί απέναντι:

«Μαύρε μου, γοργογόνατε κι ανεμοκυκλοπόδη»:
αξίζει τον κόπο
να περάσεις μ’ αυτήν τη φράση αντίπερα,
αντί γι ασημένιο νόμισμα στα χείλη.

Θα είναι μια όχι βυθισμένη,
αλλά γρήγορη, σαν καταδιωγμένη από την κεκτημένη της,
προπάντων αξιοπρεπής περασιά».

Η επιθυμία του ποιητή υπάρχει αλλού και ως ευχή:

«Να μπορέσεις να φύγεις μια ηλιόλουστη μέρα
με τη χρυσή κουνουπιέρα στα βλέφαρα,
δαγκώνοντας το χαρισμένο σου ναπολεόνι,
τη στιγμή που το μαξιλάρι θα μυρωθεί σαν αθάνατο-
να ξεκινήσεις προτού θολώσουν τα νερά,
σε ώρα που δεν θα είχες γεννηθεί –ό,τι έμεινε
θα φαίνεται στην ύστατη φωτογραφία:
μάτι ψαραγοράς κι ο υπόλοιπος στην ψύχρα,
μάγουλα ρουφηγμένα προς τα έγκατα,
φάτσα λειψή κατά δω, λειψή κατά εκεί,
κατά τον θάνατο μεριά και υπερπέραν.

Για να έρθει έπειτα το ενθάδε κείται, δηλαδή τα «Γυαλιά»:

Ο οφθαλμίατρος μου έγραψε γυαλιά
οπότε πρέπει να λέει-
«Ενθάδε κείται. Φορούσε φακούς θυέλλης.
Απασχολούνταν με χαρτιά-βιβλία
και, δεν πολέμησε στον Μαραθώνα,
αγωνίστηκε όμως στο Χημείο και στο Πολυτεχνείο
στην ηρωική φάση. Δεν νοστάλγησε,
δεν ξαναγύρισε, δεν έφυγε.
Πήρε τη μονόφορη κατεύθυνση
σαν το υνί σε χωράφι μόνο με μήκος.
Τύχαν και περιπτώσεις όπου προάσπισε αξίες,
ενώ αλλιώς, όποτε έπεφτε κα’ να καινούριο χιόνι
άνοιγε, ανάσαινε
κι έπαιρνε τις καλύτερες στροφές του».

Και μετά; Μετά έρχεται το φως, δηλαδή οι σκιές:

Το φως είναι εδάφους-εδάφους στο Πρεβάλι
με ψιλή επίνευση του αέρα,
ανταύγειες περισσότερο αποσιωπημένες
από τα συστατικά: βωξίτες, τεθλιμμένα οστά
που τα’ χουν ξενητέψει με τη βία
και τα παραχώσαν στη Μελβούρνη ή στο Τορόντο,
έρχονται όμως στην λίμνη τους
και περιπολούν στη ντάλα.
Ακριανές, γοερές, φευγάτες
φιγούρες, σκοτεινότερες στο φως.

Προτού όμως γίνει σκιά, φαίνεται πως περιδινήθηκε αρκετά γύρω από το μετά του θανάτου του, ως ψυχή που επιστρέφει μέρες σαράντα γύρω από αγαπημένα πρόσωπα, μα και αγαπημένες έγνοιες:

«Όταν πεθάνω κι εντοπίσουν, αριά και που, τ’ όνομά μου
θα πουν "κι άλλος ένας ακροβολιστής στην επαρχία"
αφού δεν θα φαντάζονται τι έχω αφήσει στα συρτάρια,
φύλλα και τετράδια, σβησίματα, πρόχειρα,
γραφομηχανές, ηλεκτρικές, κομπιούτερ,
και μιλάμε για όσα δεν θα έχω αρχίσει ή σχίσει.
Υπήρξα πολυγράφος και φιλόπονος
κι η ευαισθησία μου καταστράφηκε από δύο μεριές,
πάντως φορτώνω το στίχο
με λαμπικαρισμένες πραγματικότητες»

«Θεούλη μου», γράφει στην τελευταία συλλογή την «Κύπρον ιν ντηντ», «όταν θα έχω πεθάνει κι εγώ όπως τόσοι,
Ας μη ακούγονται τόσο μπόσικα και βαρετά τα δικά μου,
Όχι όλα τουλάχιστον, κι όχι πληκτικά,
Κάμε ν’ ακούγονται σαν εξωποιητικά μα ενδιαφέροντα-
Φώτισέ με, Θεούλη, κι αν μου μέλλεται να το πάθω
Κάλλιο να κόψω το συνήθειο από σήμερα»

Φεύγοντας, ανήμερα του Αγίου Στυλιανού και του Αγίου Αλυπίου, αφήνει χνάρια της αλυπίας στους αγαπημένους, για να’ χουν να παραμυθούνται:

«Στο μονοπάτι του χιονιού που το είχαν φτυαρίσει
σαν χωρίστρα γερασμένων μαλλιών
η Μαυροεντυμένη, πάνω από παγοκοψιές
σέρνοντας το σινιάκι σαν σάρπα
μπαίνει στην υπόθεση με μισοσχισμένες γαλότσες
πασπαλισμένες με άχνη της πάχνης-
αντέχει όλα τα βάσανα
με την τέχνη της αλυπίας
που κατέχει κι ενασκεί».

Αφήνει την αλυπία μέσα από μια μαρτυρία της αγάπης που έρχεται από πολύ παλιά, δίχως όμως να πάλιωσε ποτέ. Οι παλιοί στίχοι του έρχονται και κάθονται δίπλα από τους τελευταίους, για να επιβεβαιώσουν πως «η αγάπη είναι βαθύτερη από το συναίσθημα» και πως πόθος του ήταν μονάχα «να γιαγείρουν με τη μαύρα πλάβα, μαύρο πανί, τη μονόχειρη μ’ ένα κουπί». Αποδέκτης των παλιών και των νεώτερων στίχων μονάχα η Ελένη:

Σ αγαπώ, σε παρακαλώ, μη μου γεράσεις,
θέλω να μη, εσύ, γερνάς-
ας γερνάω εγώ για σένα […]»

Εντούτοις για τον Μίμη ισχύει ο δικός του στίχος πως «Γερνούν τα χρόνια που δεν ζεις».

Ο Νίκος Καρούζος είχε πει το εξής: «Δύο είδη ποιητών υπάρχουν, ωσάν τους καπνιστές: εκείνοι που πάνε τον καπνό κάτω κ’ εκείνοι που όχι». Ο Μίμης Σουλιώτης, όπως και να το δει κανείς, πήγαινε τον καπνό κάτω. Για τούτο και αναρωτιόταν εναγωνίως: «Πόσο ακόμα πρέπει ν’ αποτύχω για να γράψω τα καλά μου, τι μπορώ στο μεταξύ να μοιράσω στους ανθρώπους που πονούνε». Πιστεύω βαθιά πως τα καλά που ήθελε τα έγραψε και πως καθώς όλοι μας είμαστε άνθρωποι που εν δυνάμει πονούνε, μια χαραμάδα φως στο κάτω-κάτω την είδαμε.

Θα’ θελα να αποχωρήσω με κάτι που και δεν του το είπα βέβαια ποτέ. Κάθε φορά που για κάποιο λόγο βρισκόμουν στην όμορη πόλη και που τον σκεφτόμουν να περπατά στους δρόμους και τα στενά της ή στους διαδρόμους του Πανεπιστημίου, σε ώρες και μέρες που μονάχα αυτός ήταν εκεί, όπως και ο σκύλος στο κατώφλι της Σχολής, ένιωθα την ανάγκη να φωνάξω, «Προσέξτε τον, είναι ποιητής. Μεριάστε, να περάσει».

Με τον ίδιο τρόπο θα’ θελε μάλλον να κλείσει και ο ίδιος. Γιατί είμαστε αυτό που είναι η ψυχή μας. Και στην ψυχή του μέσα ο Μίμης Σουλιώτης ήταν ποιητής:

«Είμαι ποιητής, ο περιπατών μ’ εμένα
δεν θα περπατήσει στη Σκοτία,
μα στην Αχρίδα και τη Μολδαβία,
και θα σεργιανάει μαζί μου στο δάσος
χαϊδεύοντας τις γενικές φυλλωσιές,
ξεπερνώντας τα δέντρα»

5π.μ. 28 Νοεμβρίου 2012

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Σάββατο προς Κυριακή...


ΧΙΟΝΙΣΕ

Ξημερώσαμε κάτασπρα και συνεχίζει να το ρίχνει,
το' χει στρώσει χοντρά, η φθινοπωρινή μετάβαση έληξε
και ξαναεγκαταστάθηκαν τ' αρθριτικά,
διανύουμε τον χειμώνα.
Ο τελευταίος μάγος του Νομού μας Ζούμπος
πρόβλεψε χιόνι 25 Νοεμβρίου,
και χιόνισε στις 24 στα ψηλά.
Σήμερα πρώτη Δεκεμβρίου είμαστε στ' άσπρα,
κρύο για σταφίδες, οικονομημένες Καλημέρες
και λιγότερες διενέξεις, λευκάνθηκε και η πρασιά.
Μετά βγήκε ένας άνεμος
από τη Μπάνιτσα ως τα τελειώματα της περιοχής
τσάκισε δέντρα, στο Κλειδί έσμπρωχνε τα σκυλιά,
θαφτήκαν γιωταχί και πέφταν μύτες.
Μέσα στο Αμύνταιο πήρε παντζούρια
τα σπίτια είχαν ανάψει φώτα αυτοάμυνας,
σε ολόκληρη κωμόπολη
δεν περπατούσε ψυχή.

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΡΦΕΣ

Μερικές είναι παντοτινά όμορφες
μια ομορφιά ψυχής τις γλυκαίνει
παθαίνουν την εσωτερική φύτρωση του φωτός
που τις κάνει λιγότερο γερασμένες
κι όσα χρόνια τις συναντώ στο δρόμο μου
προσέχω ότι το φως ισοφαρίζει με την υγράδα τους
και δεν διακρίνεται το χνούδι ή μόλις.
Όταν είμαστε καλοπροαίρετοι, το φως μαλακώνει
και μαλακώνει κι εμάς.

ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ, Παλιές ηλικίες, Ερμής 2002


Σημείωση της ημέρας:

Δε χιόνισε. Όμως, χρόνια πριν, χιόνιζε για τα καλά στα δυτικά της ελλαδικής ενδοχώρας, όταν βρισκόσουν σε ένα γλυκό φθινόπωρο και σχεδόν άνοιξη της κυπριακής. Τι είν' θεός, τι μη θεός, και τι τ' ανάμεσό τους; Τι το τότε, τι το τώρα και τι τ' ανάμεσό τους; Αβυσσος.
Μερικές είναι παντοτινά όμορφες, λέει η Φ., προσφέροντας το ποίημα του Μίμη, παραμυθία για τη σημερινή ημέρα.

Αντιδωρίζω από την "Κύπρον, ιν ντηντ"

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΒΑΘΥΤΕΡΗ

Αρμύρισα τα Clarks για σένα,
τα πρωτοφόρετα

 Η αγάπη είναι βαθύτερη από το συναίσθημα
η αληθινή αγάπη είναι ασυναίσθητη, αδυσώπητη, δυνατή
μας ξαφνιάζει όποτε σπάνια αναβλύσει
κι ενδέχεται να περάσουμε την ζωή μας χωρίς να μάθουμε
αν και ποιους αγαπήσαμε στ' αλήθεια,
συγγενείς, γυναίκες, φίλους
τρομακτικό, μα ισχύει.
Το σκέφτηκα στις κυλιόμενες του Ντέμπεναμς,
πρώην Γούλγουερθ, όπως κατέβαινα
με το βλέμμα σκόρπιο στα κρεμασμένα ρούχα
σαν κουφάρια ψυχών που εξαχνώθηκαν.

ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ, Κύπρον, ιν ντηντ, Μεταίχμιο 2011

 

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Ντόπιες α-νοησίες




Εκδήλωση λέει προς τιμή των εικαστικών της Εορδαίας. Των απόντων δηλαδή. Του Θέμη (Κουτρότσιου), του Άρη (Γαρουφαλίδη), του Αρκάδιου (Κατικάκη), του Βασίλη (Κωνσταντινίδη), του Χάρη (Κωτσίδη). "Τιμώμενοι καλλιτέχνες" γράφει η πρόσκληση του Εορδαϊκού καλλιτεχνικού Νοέμβρη και τουλάχιστον πιστεύεις ότι ακόμα ξέρεις να διαβάζεις και επομένως να κατανοείς τι περίπου πρόκειται να παρακολουθήσεις. Ξεκινάς να πας, με μια αθυμία ξέχειλη, ξεκινάς όμως, δεν το κρύβεις, για χάρη του τελευταίου. Και περιμένεις -ειλικρινώς- να μάθεις κάτι και για τους άλλους, που δεν έτυχε να τους γνωρίσεις, μα που ο απόηχος της μνήμης τους υπάρχει στους δρόμους και στα στενά της πόλης που έζησαν. Δυστυχώς ό,τι ακολούθησε ήταν, όχι μόνο η ματαίωση οποιασδήποτε προσδοκίας, αλλά και το απόλυτο φιάσκο -από αμέλεια, αδιαφορία, κεκτημένη ταχύτητα, δεν μ' ενδιαφέρει η αιτία, ας ψάξουν να τη βρουν οι υπεύθυνοι-συντελεστές της βραδιάς.

Όταν καλείς τους συγγενείς των κεκοιμημένων εικαστικών της πόλης, που τους έχεις ήδη ανακηρύξει "τιμώμενα πρόσωπα", για τι άλλο άραγε  τους καλείς, παρά για να τους τιμήσεις με κάποιο στοιχειώδη και κομψό τρόπο. Τιμή ανάλογη της σπουδαιότητας μιας πρώην παρουσίας και ενός μικρού ή μεγάλου, πολύτιμου έργου. Το πώς εννοεί όμως ο καθείς την απόδοση τιμών φαίνεται ότι διαφέρει από νου σε νου. Γιατί φαίνεται πως στα μάτια των συντελεστών η τιμή εξαντλήθηκε στο να προσκαλέσουν απλώς τις οικογένειες των απόντων και έπειτα να τις αγνοήσουν επιδεικτικά, από επιπολαιότητα και προχειρότητα, υποτασσόμενοι στην ευτέλεια και την υποκρισία που θεριεύει στις μέρες μας και ειδικά στις εκατόχρονες καλλιτεχνικές -και άλλες- επιδείξεις.

Έτσι, ενώ μπήκε στον κόπο η κ.Υπεύθυνη των εκδηλώσεων, Σοφία Απαζίδου, να μας απαριθμήσει φωτογραφικά στιγμιότυπα από την εβδομάδα των εικαστικών που πέρασε, "ευλογώντας τα γένια της", όπως άλλωστε και είπε, παρέδωσε τη σκυτάλη στον κ.Θεόδωρο Ζυρπιάδη (σημαντικό ζωγράφο πράγματι) και στην εισήγησή του με θέμα τους πέντε απόντες εικαστικούς. Προηγήθηκε ένα video art, εργασία project σε Λύκειο της περιοχής με καθηγητή τον ίδιο, ημιτελές και ακατανόητο πώς και με ποια σκοπιμότητα εντάχτηκε στη βραδιά και μάλιστα τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ενώ αποσιωπήθηκε παντελώς η εικαστική παρουσία των πέντε, που δεν μπήκε στον κόπο κανείς να επιδείξει δυο έργα τους -ενώ μπήκε στον κόπο να προνοήσει και να κάνει τη φωτογραφική αναδρομή της εικαστικής εβδομάδας, για να εδραιώσει τον κόπο και την παρουσία του και να ευλογήσει τα γένια του, όπως είπαμε, ή να εντάξει το άσχετο video art-σχολική εργασία, μέσα στη βραδιά των τιμώμενων προσώπων. Πέρα από τις τρεις γραμμές για τον καθένα τους που αφιέρωσε ο κ.εισηγητής, το That's it, που λένε και οι Άγγλοι ή οι Αμερικάνοι, και στην παρούσα φάση θα μπορούσε να αποχωρήσει ο καθείς, εφόσον η βραδιά τιμής κατ' ουσίαν εξαντλήθηκε σε ό,τι προηγήθηκε και επομένως έφτασε στο τέλος της.

Εντούτοις στη συνέχεια υποστήκαμε τη δεκάλεπτη ανάγνωση των εκτεταμένων βιογραφικών των τριών υψιφώνων από την κ. Απαζίδου, ενώ βέβαια δεν μάθαμε τίποτα για τους πέντε εικαστικούς, τους οποίους άλλωστε και τιμούσαν. Μάθαμε όμως πού και πότε αρίστευσαν οι εξαιρετικές κατά τα άλλα γυναικείες παρουσίες και σε ποιες μάλιστα όπερες διέπρεψαν. Το επιστέγασμα της υποκρισίας ή του εντυπωσιασμού ήταν οι τίτλοι τέλους, δηλαδή τα αναμνηστικά, ή ό,τι άλλο, απέδωσαν σε όλους, μα όλους, ακόμα και στα παιδιά των graffiti -και καλά βέβαια έκαναν-, όχι όμως και στους πέντε, για να επιβεβαιωθεί του λόγου το αληθές πως οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι νεκροί με τους νεκρούς. Μα πόσο άσχετοι επιτέλους;

Αν ήμουν συγγενής των πέντε, θα ένιωθα τρομερή αμηχανία και κάτι σα βαριά προσβολή, έτσι που να ανοίξει η βαθιά πολυθρόνα του Πνευματικού και να με καταπιεί. Καθώς με είχαν καλέσει να με τιμήσουν, να τιμήσουν δηλαδή έναν δικό μου άνθρωπο, και αντ' αυτού χαριτολογούσαν και χαριεντιζόντουσαν, ευλογώντας ο ένας τον άλλον, και ο καθένας και για δικό του λόγο τον εαυτό του. Η στιγμή απαιτούσε σοβαρότητα και αντ' αυτού ανεχτήκαμε την επίφαση της απλότητας, μάλλον δε τη χαλαρότητα. Αντί να τιμήσουν, επέλεξαν να υπογραμμίσουν την απουσία και να εντείνουν το πένθος. Μάλιστα δε για την οικογένεια του Κωτσίδη, που έχει ελάχιστους μήνες από τότε που έφυγε. Όλοι αυτοί οι συγγενείς των απόντων παρουσιάστηκαν και έφυγαν όπως ακριβώς ήρθαν. Άδειοι. Με ένα παράπονο και με μια απορία: γιατί τους κάλεσαν; Το ερώτημα θα μετεωρίζεται αναπάντητο ή θα φροντίσουν να το καλύψουν ευσχήμως και δήθεν αποστομωτικά, όπως και έκαναν. Αμ, δε.

Αν γράφω είναι γιατί ένιωσα ασφυκτική ντροπή και μια κοχλάζουσα οργή που με βρήκε ως το ξημέρωμα, ενώ φορτιζόταν αμείωτα και την επομένη. Αν γράφω είναι γι' αυτούς τους πέντε -και ας μην μου το ζήτησαν. Ντρέπομαι, το ξαναλέω, και λυπάμαι πολύ. Πολύ περισσότερο, όταν διάβασα το, σχεδόν σαν έκτακτο παράρτημα, ανακοινωθέν για την επιτυχημένη βραδιά προς τιμήν των εικαστικών της Εορδαίας, στο οποίο έσπευσαν την επομένη να δικαιολογήσουν ή να ανατρέψουν τα όσα τους καταλόγισα ήδη την ίδια στιγμή και με μια ακατάσχετη ειλικρίνεια που κυοφορεί εν τέλει μονάχα εχθρότητες, ενώ πολλαπλασιάζει τα ήδη υπάρχοντα μέτωπα. Έτσι λοιπόν έσπευσαν να διορθώσουν το αρχικό ανακοινωθέν των "τιμώμενων καλλιτεχνών" σε "τιμητική μνεία" απλώς, ενώ δεν παρέλειψαν να επισημάνουν ότι εκτενέστερη μνεία έκανε ο κ.Ζυρπιάδης στην εισήγησή του στη σχετική διημερίδα. Ok, τότε να καλούσαν εκεί τους συγγενείς και όχι να τους ξεσηκώσουν τους ανθρώπους για το τίποτα μιας προσδοκίας.

Μπροστά στην αιωνιότητα σίγουρα τούτο το γεγονός είναι απλώς ένα ατόπημα των διοργανωτών της βραδιάς. Ατόπημα, αν όχι τραγικό, εντούτοις χονδροειδέστατο. Κοινώς, χοντράδα. Πώς θα ένιωθαν άραγε οι ίδιοι, ο κ.Ζυρπιάδης ας πούμε, αν ήταν από αυτούς που θα τιμούσαν, πώς θα ένιωθε για όλη αυτή τη φλοιώδη τιμή;

Και αν κάποιος πει πως έξω από το χορό χορεύεις, θα πω -μια και τελευταία φορά- πως χόρεψα και μάλιστα για τα καλά στα πέντε χρόνια που δραστηριοποιήθηκε η Απαγγελτική Ομάδα Καϊλαρίων, έως ότου αποχωρήσω από την επιμέλεια και την έγνοιά της, καταδικάζοντάς την στην οριστική αγρανάπαυση και οπισθοχώρηση στα μετόπισθεν και δραπετεύοντας  εξαιτίας της ίδιας αηδίας και απογοήτευσης που με συντρέχει και με συνταράζει και σήμερα. Ξέρω καλά πώς είναι να τιμάς ανθρώπους, να τους φιλοξενείς, να σκέφτεσαι από πριν γι' αυτούς και σα να είσαι εσύ στη θέση τους. Ξέρω καλά πώς είναι να τους σέβεσαι.

Από τότε που οπισθοχώρησε η όποια δραστηριότητα της Απαγγελτικής Ομάδας, διοχετεύτηκαν οι δυνάμεις της στις εγχώριες "αυλές", εκεί όπου και πριν αλληθώριζαν και μαζί τους φλέρταραν. Δόθηκε έτσι η δυνατότητα σε κάθε φελλό να επιπλεύσει και προπάντων να έχει άποψη επί παντός επιστητού και το χειρότερο, να αυτοαναδεικνύεται και να αυτοαποκαλείται πολιτισμικός παράγοντας της πόλης ταύτης. Καλά κάνει, θα πει κάποιος. Υπάρχει άλλωστε χώρος για όλους.

Θα πω μονάχα το εξής και εις το εξής θα σωπάσω, όπως και ως τα τώρα, πως η όποια παρουσία της Απαγγελτικής Ομάδας κατέστειλε συνειδητά την κυοφορία ή την καρποφορία αυλοκολάκων -καθώς όλοι συμβάδιζαν απολύτως ισότιμα, άσχετα με το ποιος είχε τα βέλη στη φαρέτρα, τουτέστιν τις απαραίτητες εκείνες γνώσεις για να μεταδώσει και στους άλλους, άσχετα με το ποιος κατείχε ή όχι τα κείμενα, άσχετα με το ποιος "επιμελώς" έτρεχε, επιτελώντας το χαμάλη αντί τον άνακτα- ενώ ο καθείς διατηρούσε την όποια αλαζονεία του εν καταστολή και το καλάμι του εν φυλακή και δυστυχώς ήταν ενδεδυμένος το προσωπείο του. Από τότε που ξεχύθηκαν στους πολιτιστικούς εγχώριους αγρούς κάποια από τα πρώην μέλη της, η αλαζονεία τους εθέριεψε, καθώς εκεί ο καθείς από αυτήν συντηρείται και χάρη σε αυτήν επιβιώνει και όλοι μαζί υπάρχουν εν χορώ ως αυλοκόλακες του ίδιου βασιλέα. Αν κανείς νιώσει θιγμένος, ας κάνει την αυτοκριτική του. Το ίδιο άλλωστε έκανα και εγώ: παραδέχτηκα το ατόπημα της οποιασδήποτε συνέχειας. Δεν γίνονται ομάδες με όνειρα δανεικά. Τελεία και παύλα. Τα όνειρα ήταν δικά μου -αφελέστατη πράγματι- τα δικά τους -πλην των ευτυχών εξαιρέσεων- ήταν το σανίδι. Η επαφή τους με την ομάδα εξαντλούνταν λοιπόν στη χρονική διάρκεια του σανιδιού. Άπαξ και έπεφτε η αυλαία, ο χαμάλης ξανάβαζε την ποδιά του και αυτοί γινόντουσαν κομήτες.

Και αν αυτά τα δύο συμβάντα φαντάζουν άσχετα μεταξύ τους, εντούτοις δεν είναι, καθώς η σημερινή βραδιά, όπως και η πνευματική ασφυξία των τελευταίων ετών στην εορδαϊκή περιοχή, κραυγάζουν την κατάσταση φελλότητας που επικρατεί, τη χειμερία νάρκη, μα και τη φτήνεια στις ανθρώπινες σχέσεις. Πολύ περισσότερο την πλάνη στην οποία οδηγούνται όσοι παρακολουθούν αυτές τις πνευματικές επιδείξεις, καθώς εξοικειώνονται με ένα ήθος που εγείρει μονάχα τη φιλαυτία και την υποκρισία, διαιωνίζει τις ασημαντότητες και κατακάθεται μονάχα ως μιζέρια.

Η αλήθεια είναι πως παρακολουθούμε την όποια προσπάθεια, κατεβάζοντας συνειδητά τον πήχη, αναγνωρίζοντας την ομορφιά όπου υπάρχει, θέλοντας να είμαστε δίκαιοι και να ομολογούμε την κάθε ειλικρινή και ανιδιοτελή προσπάθεια, από όπου και αν εκπορεύεται. Δυστυχώς η ανιδιοτέλεια αναζητείται εις μάτην κάποτε. Όλα και όλοι -ή σχεδόν- υπάρχουν και τροφοδοτούνται από το "θεαθήναι". Δυστυχώς αυτό είναι μικρόβιο αιωνόβιο, για το οποίο δεν έχει βρεθεί antivirus.

Δυστυχώς, ο φίλος μου Χάρης, μακάριος ήδη από εδώ και γαλήνιος, θα με μάλωνε για την άκρατη οργή μου και θα μου' κλεινε το μάτι πως άλλα είναι τα σπουδαία και θα είχε δίκαιο. Εντούτοις και ανθρωπίνως συνεχίζω να νιώθω βαθύτατα θυμωμένη από την ανόητη αυτή βραδιά που διοργανώθηκε για τη δική του μνήμη και των συν αυτώ.

Να με συγχωρούν όσοι νιώσουν θιγμένοι, κάπως έτσι ένιωσαν -και πολύ περισσότερο- οι συγγενείς των "τιμώμενων καλλιτεχνών".

Επιστρέφω στη σιωπή μου, όχι γιατί είμαι ο Σεφέρης, αλλά γιατί το πένθος τούτο δεν αντέχεται.

Αγίου Μηνά του 2012

[οι φλόγες της μνήμης είναι έργο του Χρήστου Μποκόρου]

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Η σιωπή των ουρανών




Αποκόμματα μια διατριβής ή και μιας σιωπής

"Ο ποιητής κάποτε λιγοψυχεί. Δεν οργίζεται, δε δυσανασχετεί, δεν επιπλήττει. Λυγίζει μονάχα. Δεν είναι λίγες οι στιγμές του Δαυίδ. Πρώτος άλλωστε ο ίδιος ο σαρκοφόρος Θεός στον κήπο των Ελαιών. να υπογραμμίζει την ισχύ της σάρκας. Και την αδυναμία της. Ολιγοψυχεί και καταρρέει, μα και πάλι προσεύχεται" [...].

Αποκόμματα των κεκλεισμένων ξανά. Εισέβαλαν πάλι σήμερα. Μα μήπως κυοφορούνταν. Στην πέτρα της υπομονής του Σεφερικού λόγου, του πριν και του μετά και του ολόκληρου ποιήματος, στην μετ' εγκρατείας αγωνία που προκύπτει κάθε φορά και ανά άτακτα διαστήματα, όταν η ύλη ενσκήπτει ή αναμένεται, στο άδηλο -πλην διαυγέστατο- μέλλον, στη δια βίου παραμονή στο Όρος των Ελαιών, που δε λησμονάς το πώς μπήκες και δεν αγνοείς το πώς και γιατί δε φεύγεις.  Η ψυχή αξιώνεται κάποτε τους καρπούς μιας εναγώνιας σιωπής. Ο Θεός εκεί. Ο μοναδικός αποδέκτης προσευχών ως θυμίαμα κυριολεκτικά, ως ο μοναδικός κρίκος με την αντίπερα όχθη. Ο Θεός εκεί. Να παραστέκει βουβός ή σιωπηλός στο μονόπρακτο. Ο Θεός εκεί. Να μην ακούει, λεν οι ποιητές. Να του καταλογίζουν την αλόγιστη σιωπή. Μια σιωπή τόσο, μα τόσο πληθωρική. Ο Θεός εκεί.

Και κάποτε η σιωπή ραγίζει ως το συγκεκριμένο adagio, να σπάει την κατ' εξακολούθησιν ακρόαση της καραϊνδρικής ελεγείας, που σε συντρόφευσε για όλους τους μήνες ακατάπαυστα μέχρι ανησυχίας και έως τη Μεγάλη Βδομάδα που ανέβαινε, όπως κάθε χρόνο άλλωστε, για να κορυφωθεί εκ νέου και ακριβώς στη μέση της, τότε που αποφάσισε η ψυχή, ωσάν ενστικτωδώς, να αντικαταστήσει την εξορία με το πένθος του Albinoni. Στο γεγονός προέκυψε ρέουσα συγκίνηση έως κατανύξεως και ωσάν επαναπατρισμός μετά από υπερπόντια προσφυγιά. Στο μεταξύ το δράμα κορυφωνόταν και μαζί με αυτό και ο εγκλεισμός. Απότοκός του η εισροή βιβλικών και μη ποιητών που έφτασαν κατεπειγόντως, όταν ζητήθηκε με παντοίους τρόπους η συνδρομή τους. Ο καθένας είχε να πει το δικό του λόγο και πολύ περισσότερο να εκτοξεύσει το δικό του παράπονο κυρίως, μα και την οργή ή την επίπληξη, τη στάση και την ανταρσία προς τα επουράνια. Εισήλθαν ως συνοδοιπόροι κυριολεκτικά, όταν φοβόταν κανείς ότι μπορεί και να συνιστούσε περίπτωση μοναχική. Εισήλθαν ως απερίφραστη παρηγορία και βακτηρία που στηρίζεται πάνω της, προκειμένου να συνεχίσει να οδοιπορεί ή και να σκαρφαλώνει. Ενίοτε δε και να σέρνεται. Απίστευτο όμως το πώς τα βράχια γύρω μας εθέριεψαν.

«Θεόν βοώ»

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

«Θεέ μου σε κυνηγώ
όπως παιδί τις πεταλούδες.
Θεέ μου σε κυνηγώ
όπως παιδί τους συνομηλίκους μου
στο δειλινό παιχνίδι.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

«Εγώ πήγα και στάθηκα μπροστά στο Θεό σαν μπροστά σ’ έναν άνθρωπο που δε μιλάει διόλου και που δεν προφέρει λέξη»

PAUL CLAUDEL

«Κύριε, μη μου δίνεις την οδύνη που περιέχω.

Είμαι το διεσταλμένο ρόδο δίχως σεμνότητα,
είμαι ο καρπός που αποστάζει ασύστολα χυμό […]
Είμαι βαρύς από τον ίδιο εαυτό μου […]
Πολύχρωμο έντομο με έντονο χνούδι χρωμάτων να πετάξω δεν δύναμαι πια.
Πού ν’ αποθέσω τον εαυτό μου;»

«Πότε θα φτάσει εντός μου το φως
που ζητώ για να ιδώ
και ν’ ακούσω, να αισθανθώ
να γευτώ τη γαλήνη;
Δε θα με βαστάξει ποτέ
η ειρήνη του κόσμου σου;».

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ

«Μια ολάκερη ζωή Σε καρτερώ. Άλλο τίποτα δεν ξέρω να κάνω. Άλλη ζωή δεν ξέρω να ζήσω, μονάχα να Σε καρτερώ. Μα Εσύ πορεύεσαι πίσ’ από μένα, μες στο ψυχομέτρι των ανθρώπων. […] Κι εγώ παγώνω κάθε μέρα, εδώ στην άκρη του κόσμου, να Σε καρτερώ».

Στην αγκάλη Σου θα πεθάνω.
Με βιτσίζεις σαν τον άμμο στην έρημο, κι εγώ περπατώ, περπατώ, περπατώ.
Σκίστηκαν τα πόδια μου, Κύριε, μάτωσαν τα χέρια μου να Σε κράζουν, αρρώστησε η ψυχή μου να Σε ποθεί.
Ξεπνεμένος στην απεραντοσύνη Σου περπατώ.

Χρόνια πάλι θα περάσουν
για να Σε βρω στο σκοτάδι της αστραπής,
να μπλέξουν τα μαλλιά μου γύρω Σου.
Μόνο το σκοτάδι Σου με γεμίζει,
μόνο στο σκοτάδι Σου ζω.
Από πριν γεννηθώ, είμαι ταγμένη σε Σένα»

«Θε μου, πού τόσα χρόνια τριγυρνάς;».

«Σ’ έκραξα σ’ όλους τους ανέμους και δε μου μίλησες.
Κουβαριάστηκα για Σένα σα βώλος σκοτεινός σε μιαν άκρη της γης.
Είσαι και Συ σαν τους ανθρώπους και δε μ’ακούς»

ΟΛΓΑ ΒΟΤΣΗ

«Τις δρυς τοσαύτην πνευμάτων φέρει βίαν;
Τις ναυς τοσούτοις κύμασι συνερράγη;
Πόνω τέτρυμμαι, πραγμάτων τ’ επιδρομαίς».

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

«Κύριε, σώσε με τώρα. […]

Η φωνή μου βγαίνει μεσ’ από το βάλτο […].
Δεν ξέρω ποιος με καλεί.
Ξέρω όμως πως ένας ματωμένος δρόμος
με βγάζει στον ουρανό».

ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΜΟΥΝΤΕΣ

«Μόνο, Κύριε, λιγάκι απ’ ταπονέρια έστω να’ πεφτε
στα υπνωμένα μάτια μου,
καθώς των μαθητών τα πόδια νίβεις με τα χέρια σου,
ή απ’ την ποδιά που ζώστηκες να τα σκουπίσεις-
βρεγμένη και χλωρή ακόμη απ’ τη ζέστα σου…»

Π.Β.ΠΑΣΧΟΣ

«Πόσο είσαι μυστικός, Θεέ μου, στη σιωπή των ουρανών σου!».

«Γκρεμιζόμουν και σπαταλιόμουν, σκορπιζόμουν και εξατμιζόμουν, κι εσύ σώπαινες».

«Τώρα, Κύριε, αυτά έχουν πια περάσει. Ο καιρός μαλάκωσε το τραύμα. Θέλω όμως να μου πεις εσύ, η μόνη αλήθεια, θέλω να βάλω το αυτί της καρδιάς μου κοντά στο στόμα σου, και να μου πεις γιατί τα δάκρυα μαλακώνουν τον πόνο; Μήπως εσύ, ο πανταχού παρών, είσαι απών στην ανθρώπινη δυστυχία; Μήπως εσύ μένεις στον εαυτό σου, ενόσω εμείς ριχνόμαστε ασταμάτητα σε δοκιμασίες;».

ΑΓΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

«Η προσευχή-μου ξεκινάει ατμός βασανισμένος
μα χάνεται πριν φτάσει στο θεό.
(Ωσπού θα πάει αυτός ο χωρισμός;)».

«Η προσευχή-μου χάνεται
κι η Παναγιά φυτεύει κρίνα.
Αν ήθελα, έλεγε, μου έδινε ένα. Αν ήθελα.
Παναγία-μου
το σπίτι-μου δεν έφυγε γιατί έλειψαν τα κρίνα.
Σκύψε λίγο, θέλω να σου πω:
-Τα δέντρα περπατάν τις νύχτες αγριεμένα
Πεθαίνω κάθε βράδυ πίσω από τις γρίλιες,
και με ξαναγεννά η κάθε αυγή.
Οι αέρες του Θεού δεν φύσηξαν ποτέ σ’ αυτή τη γη.
Αυτό.
Αν θες μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει αυτό».

ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ

«Όλα εμπαίζουν την αιωνιότητα.
Και συ Κλεισμένε στο αίνιγμά σου
Κύριε ωχρέ του κήπου εσταυρωμένη έκσταση»

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

«Κύριε κι αφέντη μου!
Ω εσύ, διδάσκαλέ μου!
Γιατί μένεις
Μακριά; Κι όταν
Σε ζήτησα μεταξύ των αρχαίων,
Ηρώων και
Θεών, γιατί ήσουν
Απών; Και τώρα είναι γεμάτη
Πένθος η ψυχή μου»

HOLDERLIN

«ίνα τι, κύριε, αφέστηκας μακρόθεν,
υπεροράς εν ευκαιρίαις εν θλίψει;»

«Ο θεός ο θεός μου, πρόσχες μοι. ίνα τι εγκατέλιπές με;».

«ο θεός μου, κεκράξομαι ημέρας, και ουκ εισακούση, και νυκτός,

«Έως πότε, κύριε, επιλήση μου εις τέλος;
έως πότε αποστρέψεις το πρόσωπόν σου απ’ εμού;
έως τίνος θήσομαι βουλάς εν ψυχή μου,
οδύνας εν καρδία μου ημέρας;
έως πότε υψωθήσεται ο εχθρός μου επ’ εμέ;

ΔΑΥΙΔ

«Ερωτάς πώς τα ημέτερα. Και λίαν πικρώς. Βασίλειον ουκ έχω. Καισάριον ουκ έχω, τον πνευματικόν αδελφόν και τον σωματικόν. “Ο πατήρ μου και η μήτηρ μου εγκατέλιπόν με”, μετά του Δαβίδ φθέγγομαι. Τα του σώματος πονηρώς έχει, το γήρας υπέρ κεφαλής, φροντίδων επιπλοκαί, πραγμάτων επιδρομαί, τα των φίλων άπιστα, τα της Εκκλησίας αποίμαντα. Έρρει τα καλά, γυμνά τα κακά, ο πλους εν νυκτί, πυρσός ουδαμού, Χριστός καθεύδει. Τι χρη παθείν; Μία μοι των κακών λύσις, ο θάνατος. Και τα εκείθεν μου φοβερά, τοις εντεύθεν τεκμαιρομένω»

«Τολμώ φράσαι τι. Χριστέ, μη πίεζέ με»

«Τώρα όμως εμένα με ζεματάει
πολλή τρικυμία δεινών.
Τι χειρότερο θα φέρεις, Χριστέ μου;
Θα με κάψεις κι άλλο στη φωτιά;».

«Λίγο ακόμα και φεύγομε πια
από την τραχύτητα της ζωής.
Ποια θα είναι τα εκεί; Καλά για μένα
ακόμα κι αν είναι πολύ άσχημα»

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

Με πόση “αφαίρεση”, Θεέ μου, Σε πιστεύουμε!

«Ανοίξαμε το παράθυρο να μπη ο Θεός,
ανοίξαμε το παράθυρο και περιμένουμε».

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ