Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

a Deo


Η μουσική, όπως και η σιωπή άλλωστε, δυναμώνει τις ψυχές, έστω και αν τις κάνει τόσο ευάλωτες όσο ένα φύλλο που σπάει αμετάκλητα στο πέρασμα του φθινοπώρου ή σαν την επιφάνεια της θάλασσας που ριγεί στην ελάχιστη διάσχιση του ανέμου.

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Nearer My God To Thee


Έχει κανείς την αίσθηση, αν όχι τη βεβαιότητα, εδώ και καιρό ότι υφίσταται αναποδράστως ως συνεπιβάτης εντός ενός Τιτανικού, ότι εντός ολίγων μόλις μιλίων θα βρεθεί ως ανυποψίαστος ενώπιον του παγόβουνου, ότι για την ώρα αγνοεί ή επιμένει να αγνοεί την ύπαρξή του που εγγίζει, διοχετεύοντας τον ενδιάμεσο χρόνο σε ό,τι καλείται καθημερινότητα, κωφεύοντας στις ενδείξεις και πολύ περισσότερο στα τεκμήρια της σύγκρουσης ή του ναυαγίου που θα επακολουθήσει.
Ο κυβερνήτης θα σπεύσει το σκάφος να εγκαταλείψει εγκαίρως, ενώ απάνω του θα παραμείνουν μονάχα "οι ιππότες της κίνησης της άπειρης εγκατάλειψης" [τους οποίους θέσπισε ο μακρινός μας Kierkegaard], περίπου ως ο Αβραάμ ενώπιον του θυσιαστηρίου ή ως ο Ιώβ μετά την ολοσχερή αφαίμαξή του. Εντούτοις στην περίπτωσή τους, δεν θα υπάρξει ουδεμία σωτηρία πέραν ενδεχομένως της αιωνιότητας.

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Ούτε μετάξι κόκκινο



Κάποιες φορές ξυπνάς με τα λόγια ή τη μελωδία ενός τραγουδιού, κάπου στριμωγμένου στη μνήμη, λές και το άκουγες όλη νύχτα σε επανάληψη. Το συγκεκριμένο αγνοείς από πού ανασύρθηκε, εντούτοις στέκεται στον επιούσιο χρόνο, ίσως εξαιτίας της υποβολής που ασκεί η φωνή της Σαββίδη ή του βαρύγλυκου γυρίσματος ή ακόμα και λόγω του αργού, σχεδόν επί τόπου, πένθιμου ζεϊμπέκικου.

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Το ποτάμι

"Τι σημαίνει γιατρεύομαι τελικά;" και εν τέλει γιατρεύεται ποτέ αμετάκλητα  κανείς; Στο μυθιστόρημα του πιανίστα και συγγραφέα Ketil Bjornstad, όπως άλλωστε και στην πραγματική ζωή, το ερώτημα αιωρείται αναπάντητο. Γι' αυτό ίσως και να επιχειρείται υποδορίως και άλλοτε εμφανώς η υπεράσπιση της θλίψης ως του αρμού εκείνου του απαραίτητου που βαθαίνει τα πράγματα της ζωής, ροκανίζοντας εντούτοις την ψυχή του ανθρώπου. "Στη βαθιά θλίψη", λέει ένας από τους ήρωες, "μπορείς να βρεις διαύγεια. [...] Η θλίψη γεννάει έναν ασκητισμό, τη δύναμη της θέλησης". Η θλίψη συναρμόζεται με τη μοναξιά και τρέφεται άλλωστε από αυτήν. Ουδείς οδεύει εντός της με συντροφιά παρά περπατά ολωσδιόλου μονάχος. Ωστόσο συνιστούν εξαγνισμό, τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη: "Τι νομίζεις ότι εξαγνίζει τον άνθρωπο; Οι αντιξοότητες. Τα αλλεπάλληλα εμπόδια. Η θέληση και η βαρύτητα. Το αντίθετο της μαλθακότητας".

Η θλίψη υπάρχει ως αρρώστια, μια αρρώστια όμως σχεδόν κοινή, τουλάχιστον για τους καθαρόαιμους "τεχνίτες": "Όλοι την έχουμε αυτήν την αρρώστια μέσα μας, Άξελ. Να το θυμάσαι αυτό. Αλλιώς δεν θα ήμασταν καλλιτέχνες". Γιατί "Οι καλλιτέχνες πρέπει να έχουν κάποια εμπειρία του πόνου, αν μη τι άλλο, ώστε να μπορέσουν να μεταδώσουν κάτι μεγαλειώδες στους άλλους". Αυτό το μεγαλειώδες είναι ίσως απλά και μόνο το δικό τους σκήνωμα του άλγους. Ένα σκήνωμα που θα παρηγορήσει ενδεχομένως όσους με το ίδιο άλγος το ασπαστούν. Αυτό το μεγαλειώδες κυοφορεί το βάθος εκείνο που θα ξεχωρίσει την αήρα απ' το στάρι, τους μασίφ "τεχνίτες" από τους αβρόχοις ποσί: "Τα πάντα είναι θέμα βάθους. Κάποιοι άνθρωποι έχουν βάθος, άλλοι δεν έχουν. Είναι φοβερό πόσο πολλοί μουσικοί μελετούν χρόνια ολόκληρα δίχως να μπορέσουν ποτέ να περάσουν κάτω από την επιφάνειας της μουσικής. Κι ούτε το καταλαβαίνουν. Δεν έχουν βάθος".

Γύρω από την ύπαρξη της θλίψης περιδινείται εντούτοις ο ήρωας, ο συγγραφέας εντός του, καθώς ουδείς την αποδέχεται ελαφρά τη καρδία. "Δεν γεννιέται τέχνη μέσα από την ευτυχία;", ρωτά το βασικό πρόσωπο της πλοκής. "Περιέργως, μόνο κατ' εξαίρεση", του απαντά ο ενύπνιος συνομιλητής του. Ακόμα όμως και η ευτυχία για την οποία μιλά, δεν έχει να κάνει με εκείνο "το είδος ευτυχίας που δεν έχει ούτε σκοπό ούτε νόημα ούτε πάθος, σχεδόν ούτε μουσική". Η ευτυχία θα΄λεγε κανείς ότι είναι καρπός θλίψης και εκείνη -ή έστω προσπάθειας: "Μα η ευτυχία βρίσκεται και στη σκέψη, στη θέληση, στην παράδοση. Στη συνειδητοποίηση ότι υπάρχει νόημα στη ζωή" και "από τη στιγμή που έχεις πάρει μια δική σου απόφαση και προσπαθείς για το καλύτερο, η ζωή αποκτά νόημα". Ο ήρωας ωστόσο, όπως ίσως και ο καθείς, εύκολα δεν αφοπλίζεται, ούτε και παραμυθείται: "Δεν ξέρω κατά πόσον μπορώ να είμαι ευγνώμων στον πόνο...".

Στην αντίπερα όχθη της τέχνης βρίσκεται η ίδια η ζωή, που άλλοτε τη ζει κανείς και άλλοτε την προσπερνάει εθελουσίως ή και ερήμην του: "Μα μόνο μες στη μουσική, μόνο μέσα στα ασφαλή όρια της Αίθουσας Τελετών του Πανεπιστημίου, μπροστά στον Ήλιο του Μουνκ, μόνο εκεί τολμούσαμε να ζήσουμε τη ζωή. Εκεί, στον έξω κόσμο, αφήναμε απλώς τη ζωή να συμβαίνει".

Όλα διαδραματίζονται εντός, στην ενδοχώρα των ψυχών, εκεί όπου καταλύονται και εγείρονται τα πάντα. Οι ήρωες ξεκλειδώνουν, ο ένας πίσω από τον άλλο, ο πόνος είναι ο κλειδοκράτορας και στη διάσχισή του ανοίγουν ο καθείς με τη σειρά του, προκειμένου να χωρέσουν ο ένας τον άλλον και κατ' ουσίαν από το διαμπερές πένθος να παρηγορηθούν. Έχει κανείς τη βεβαιότητα ότι δεν διαβάζει, παρά συμμετέχει σε μια συναυλία, που δίνεται μονάχα για τον ίδιο, περίπου με τους όρους μιας μουσικής δωματίου ή ενός μονόπρακτου. Από τη μια η Τρίτη συμφωνία του Μάλερ, η ωδή προς την αγάπη, τα Νυκτερινά του Σοπέν, η opus 110, η προτελευταία σονάτα του Μπετόβεν, τα κατισχύοντα μουσικά θέματα του κειμένου, και από την άλλη ένας ποταμός που διασχίζει η βοή του τις σελίδες ως υγρασία επιπλέον εν σκότει που κολλά στους κορμούς του δάσους με τις σκλήθρες, εκεί όπου καταφεύγουν ενίοτε οι ψυχές. Η μια να κρύβεται από την άλλη. Η μια την άλλη λάθρα να αναζητεί.  Ένας ποταμός που δεν καταβάλλει καμιά προσπάθεια να αποκρύψει το χείλος του καταρράκτη του ή την ένταση που προκαλεί με τη λανθάνουσα παρουσία του:
"Ένα πρωί που αυτές οι σκέψεις μού τριβελίζουν το μυαλό, αποφασίζω να κατέβω μέχρι το ποτάμι. Στέκομαι στην όχθη του, ακίνητος. Το χιόνι έχει αρχίσει να λιώνει. Είναι πολύ νωρίς ακόμα για τον χειμώνα. Και τότε ακούω τον ρυθμό. Τον ρυθμό του νερού καθώς κυλά ανάμεσα στις πέτρες. [...] Προσπαθώ να τον κρατήσω στη μνήμη μου, τον ρυθμό και τον ήχο του νερού. Κανείς δεν μπορεί ν' αποδώσει τον νερό που κυλάει καλύτερα από τον Ραβέλ. Αλλά αυτό που ακούω είναι άλλο πράγμα: εγώ ακούω το ποτάμι. Τον ποταμό Λυσάκερ. Κάτι προσπαθεί να μου πει. Και μες στη νεανική μου αλαζονεία, τρέχω πίσω στο σπίτι των Σκουγκ, μπαίνω μέσα και πάω και κάθομαι κατευθείαν στο πιάνο. Παίζω ελεύθερα για πρώτη φορά".

Όλα υπάρχουν γύρω του, γύρω από τη στατική ή ρέουσα παρουσία του: "Η δική μου ιστορία είναι τόσο μικρή, τόσο σύντομη. Περιστρέφεται γύρω από μια μικρή κοιλάδα στα προάστια του Όσλο, γύρω από τη μητέρα μου, την Κατρίνε και την Άνια και μερικούς ακόμα ανθρώπους. Αυτά κάθομαι και συλλογίζομαι ακούγοντας το ποτάμι που κυλά στο βάθος της κοιλάδας, ακριβώς κάτω από το σπίτι. Πολύ νερό μετά από τόση βροχή. Ο ήχος του ποταμού Λυσάκερ είναι ταυτόχρονα κατευναστικός και διεγερτικός. Μαριάνε Σκουγκ, σκέφτομαι. Θεέ μου, τι θα γίνει με μας;".

Ήχος κατευναστικός και διεγερτικός. Όπως του ποταμού. Όπως άλλωστε και του πιάνου. Όλα και όλοι περιστρέφονται γύρω από ένα ποτάμι και γύρω από ένα πιάνο, γύρω από την αιώνια παρουσία του πρώτου, γύρω από τη φθαρτή του δεύτερου: "Ξέρεις τι σου έχω πει για το πιάνο: ότι είναι ατελές, θνητό. Ότι ζει πολύ λιγότερο από το βιολί, το οποίο έχει βρει την τέλεια φόρμα και μπορεί να ζήσει εκατοντάδες χρόνια. [...] τα πιάνα με ουρά, τα όρθια πιάνα, όλων των ειδών τα κλειδοκύμβαλα, ζουν λιγότερο από άλλα όργανα, όπως ακριβώς και μερικά πλάσματα ζουν λιγότερο από άλλα. Γι' αυτό και τα λυπόμαστε. Μπορεί να πεθάνουν νωρίς. Αλλά τι σημασία έχει ο θάνατος, όταν έχεις ζήσει μια εξαίσια ζωή;".

Ο ήχος του ποταμού, ο ήχος του πιάνου, η Τρίτη συμφωνία του Μάλερ που δεν παύει να ακούγεται σε κάθε σελίδα, ακόμα και όταν δίνεται η εντύπωση ότι έχουμε περάσει στο επόμενο μουσικό θέμα:
Τρίτη Συμφωνία του Μάλερ σε βγάζει από τον εαυτό σου, σε ξαναγυρίζει στις πηγές των πραγμάτων. Ο ήλιος μπαίνει τώρα μέσα από το μεγάλο παράθυρο. Τα δέντρα λαμποκοπούν πράσινα στη λιακάδα, η μουσική ανεβοκατεβαίνει: σ' αυτήν τη συμφωνία ο ορίζοντας διαρκώς αλλάζει ύψος -δεν ξέρω πώς αλλιώς να περιγράψω όλες αυτές τις αντιθέσεις, αντιθέσεις που κυριαρχούν και στη ζωή μου αυτή τη στιγμή. Κι όμως, πιστεύω ακόμα στη ζωή, στη δύναμη να καθορίζω ο ίδιος το πεπρωμένο μου, να προχωρώ μπροστά παρ' όλο τον πόνο που έχω ζήσει. [...] Τα πνευστά υψώνονται σαν κίονες κάτω από τις οριζόντιες αχτίδες του φωτός, τη θλίψη που ελλοχεύει, την πείρα, τη ζωή και τις εμπειρίες που ο Μάλερ πλήρωσε ακριβά. Κι όταν όλη αυτή η χαρά, η σοβαρότητα, η εξιλέωση κι η λαχτάρα για ζωή βρίσκονται στο ζενίθ τους, στο τέλος του τελευταίου μέρους, κάθομαι ξαφνικά στο πάτωμα και ξεσπώ σε κλάματα, από απόγνωση για ό,τι έχω χάσει κι από φόβο για ό,τι ξημερώνει"

Το ερώτημα επιστρέφει: "Αξίζει η τέχνη πραγματικά τόσα πολλά; Αντί να κάτσω ν' ακούσω την Τρίτη Συμφωνία του Μάλερ, θα μπορούσα να σηκωθώ και να βγω μια βόλτα στην εξοχή. Το ίδιο πράγμα δεν θα ήταν;" Ίσως και να ήταν, καθώς "στην πραγματικότητα, δεν ψάχνουμε παρά να ζήσουμε κάτι που έχει νόημα" και το νόημα εμφωλεύει παντού, αρκεί να εστιάσει κανείς σε αυτό και να το ανιχνεύσει με διορατικότητα ή ευαισθησία. Η ελπίδα υπάρχει ως ρωγμή, που επιτρέπει στην ψυχή να αναπνεύσει μονάχα υπό το κράτος της: "Για τίποτα δεν είναι πολύ αργά, αν είσαι ζωντανός". Η θέση επιστρέφει και μάλιστα δις εντός του κειμένου μέσα από τον Εκκλησιαστή: "Τοις πάσι χρόνος και καιρός τω παντί πράγματι υπό τον ουρανόν".

Η θλίψη καραδοκεί. Το ίδιο όμως και η χαρά. Και ευτυχώς: "Πόσο πιο μεγάλη είναι η νύχτα από τη μέρα, σκέφτομαι. Λες και δεν υπάρχουν σύνορα γι' αυτά που σκέφτομαι, ονειρεύομαι κι ελπίζω. Ούτε σύνορα για τη χαρά. Κι ούτε και για τον πόνο".

Στο τέταρτο μέρος της Τρίτης συμφωνίας του Μάλερ, το Τι μου διηγείται ο Άνθρωπος, μια μέτζο σοπράνο τραγουδάει το φημισμένο κομμάτι από το Τάδε Έφη Ζαρατούστρα του Νίτσε. Αυτός είναι και ο αρμός ενδεχομένως ή η πρώτη ύλη του καινούριου μυθιστορήματος του Bjornstad, που επανέρχεται επίσης δις, για να επιβεβαιώσει πως ο πόνος είναι αιωνόβιος και η χαρά φυλλοβόλος. Εντούτοις αξίζει την ευκαιρία της. Δηλαδή την αιωνιότητά της:

"Τι μας λένε τα βαθιά μεσάνυχτα. Κοιμόμουν. Ξύπνησα από ένα όνειρο βαθύ. Ο κόσμος είναι βαθύς, βαθύτερος απ' ό,τι νομίζει η σκέψη. Άνθρωπε! Βαθύς είναι κι ο πόνος! Κι η λαχτάρα, βαθύτερη από της καρδιάς τον πόνο! Ο πόνος λέει: θα καταστραφείς! Μα κάθε λαχτάρα αξίζει την αιωνιότητα. Αξίζει μια βαθιά, πολύ βαθιά αιωνιότητα".

"Το ποτάμι" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις σε εξαιρετική μετάφραση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη.

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Ο πύργος της Βαβέλ

Μαυραγορίτες, ταγματασφαλίτες, χρυσαυγίτες. Αφ' ενός. Και αφ' αφετέρου, το πλιάτσικο των ψήφων μιας νεότευκτης εξουσίας, που συναγωνίζεται σε κομπασμό τους προγενέστερους Βένετους ή και Γαλάζιους. Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη. Κι ανάμεσό τους το χάος των ατάκτως ερριμμένων περιλειπόμενων. Ω της χάβρας το μεγαλείο...

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

«Έρωτας είναι η πατρίδα»



Αγαπώ την πατρίδα μου με τον τρόπο που ο παγκόσμιος ποιητής Κώστας Μόντης έγραφε:

«Έρωτας είν’ η πατρίδα,
βασανιστικός έρωτας είν’ η πατρίδα,
πρώτος και τελευταίος έρωτας»

έχοντας επίγνωση πως, όπως έλεγε σε μια του συνέντευξη, «όλοι οι τόμοι των χιλιάδων ποιημάτων μου, δεν αξίζουν τίποτα μπροστά σ’ αυτό το σκαρφάλωμα στον ιστό της σημαίας» και μιλούσε φυσικά για το πανάκριβο σκαρφάλωμα του Σολωμού Σολωμού, που σημάδεψε επιπλέον την καθημαγμένη ιστορία της νήσου.

Φαντάζομαι εντούτοις την πατρίδα να βρίσκεται στο μικρότερο εύρος δυο ομόκεντρων κύκλων. Στο μεγαλύτερο εύρος βρίσκεται, όχι ο δικός της κύκλος, αλλά ο κύκλος του Ανθρώπου, με την κεφαλαία επισήμανση της λέξης, έτσι ακριβώς όπως ο Σολωμός έβλεπε την πολιορκημένη πόλη του Μεσολογγίου να υπάρχει στο μικρό Κύκλο και πάλεψε δια βίου, σχεδιάζοντας ακατάπαυστα, δηλαδή τρις, όσες και τα Σχεδιάσματα, περνώντας προφανώς νύχτες βασανιστικής αγρύπνιας, προκειμένου να καταφέρει το ποίημά του, από το μικρό και άσημο Μεσολόγγι, να αφορά τα Μεσολόγγια του κόσμου. Η μικρή πατρίδα να γίνεται η μεγάλη πατρίδα του Ανθρώπου, εκεί όπου οι Μεγάλες Ουσίες:

«Κάμε ώστε ο μικρός Κύκλος, μέσα εις τον οποίο κινιέται η πολιορκημένη πόλη, να ξεσκεπάζη εις την ατμοσφαίρα του τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ελλάδας, για την υλική θέση, οπού αξίζει τόσο για εκείνους οπού θέλουν να τη βαστάξουν, όσο για εκείνους οπού θέλουν να την αρπάξουν, -και, για την ηθική θέση, τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ανθρωπότητος. Τοιουτοτρόπως η υπόθεσε δένεται με το παγκόσμιο σύστημα. […] Ας φανή καθαρά η μικρότης του τόπου και ο σιδερένιος και ασύντριφτος κύκλος οπού την έχει κλεισμένη. Τοιουτοτρόπως από τη μικρότητα του τόπου, ο οποίος παλεύει με μεγάλες ενάντιες δύναμες, θέλει έβγουν οι Μεγάλες Ουσίες»

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ, Στοχασμοί του ποιητή, «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»

Περισσότερο και από αυτήν την πατρίδα οφείλει κανείς να λυγίζει στον ίδιο τον Άνθρωπο, που δεν έχει ούτε εθνικότητα ούτε και θρησκεία, πολύ περισσότερο χρώμα ή χωρικά ύδατα. Ο Παύλος βάδισε στα χνάρια της αγάπης, που ελάχιστοι αντιλήφθηκαν ότι ήταν και ο μοναδικός λόγος της παρουσίας του Χριστού στον κόσμο:

οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ

Προς Γαλάτας, γ, 28

Αν σταθεί κανείς στα παραπάνω, σε κάθε ένα "ουκ ένι" αν σκοντάψει, θα αντιληφθεί για μια ακόμα φορά την ανεπάρκεια που μας τυλίγει, τη στυλιζαρισμένη εικόνα που κρύβουμε μέσα μας για τους άλλους, την αδυναμία να τους χωρέσουμε, να συνειδητοποιήσουμε ότι Γη είναι -απλώς- και ότι πάνω της χωράμε όλοι. Χωρούν ακόμα και εκείνοι που άφησαν την κόλαση πίσω τους, προκειμένου να στεριώσουν σε μια πατρίδα καινή. Κανείς δεν αφήνει τον ομφάλιο τόπο, τους δικούς του ανθρώπους, τη γλώσσα του την ίδια, για το τίποτα. Παρά μονάχα όταν στα μάτια του είναι η έσχατη λύση. Λύση που τον οδηγεί στην απόγνωση του να ρισκάρει τη ζωή του, και πολλές φορές της οικογένειάς του, διασχίζοντας σύνορα λαθραία, να πάει και να έρχεται, να εκδιώκεται, να ταπεινώνεται, να επιστρέφει, μόνο και μόνο γιατί αυτό είναι καλύτερο από το θάνατο που άφησε πίσω του.

Ανακαλώ και πάλι τον Κύπριο ποιητή, για να επισφραγίσει με τον αποφθεγματικό του λόγο τα ατελή δικά μας:

Ένα καμιόνι ξεφόρτωσε μπροστά στην πόρτα μου
τρεις έκθετους νεκρούς κ’ έφυγε,
τρεις έκθετους νεκρούς απ’ το πλήθος των πέντε ηπείρων
μεσ’ στην καλάθα τους
χωρίς σημείωμα για τ’ όνομά τους,
για τη θρησκεία τους, για τη διαγωγή τους, για τίποτα,
μονάχα με μια κορδέλλα αναμενόμενο κλάμα στο λαιμό.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Με όλα τα παραπάνω θέλω μονάχα να πω πως ανθρωπάρια που ηγούνται εθνικιστικών και φασιστικών φατριών, μονάχα ηφαιστειώδη οργή μπορούν να προκαλούν. Στην περίπτωση της Ελλάδας και ντροπή. Μια ντροπή που δεν σ' αφήνει να σηκώσεις κεφάλι. Τι Δίστομα και Μεσόβουνα και Πύργοι και Κλεισούρες. Ντρέπεσαι σα να απέμεινες γυμνός. Γυμνός από φιλότιμο. «Χρυσή Αυγή» εδώ, «Γκρίζοι Λύκοι» από κει, «Κου Κλουξ Κλαν» στην άλλη μεριά του ωκεανού. Οι εφιάλτες αναβιώνουν ή μετενσαρκώνονται. Μπορεί και να κλωνοποιούνται. Ανθρωπάρια δίχως καρδιά, παρά μονάχα κάτι σαν μπετόν αρμέ στο μέρος της ή στο μυαλό. Ανθρωποειδή λίαν επικίνδυνα για όλους. Ακόμα και αν δίνουν την εντύπωση ότι οι αλλοεθνείς είναι το πρόβλημά τους. Είτε αλλοεθνής είτε και ομοεθνής, γι' αυτούς ισχύει το "όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας". Τα βέλη τους εκτινάσσονται παντού.

Αυτός που πραγματικά αγαπά την πατρίδα του, δεν μπορεί παρά να χωρά, να σέβεται και να αγαπά και την πατρίδα του Άλλου, του ξένου, του αλλότριου. Είναι προτιμότεροι επομένως οι ανθέλληνες, οι ορατοί δια γυμνού οφθαλμού «εχθροί», από τους υπόλοιπους, τους υφέλληνες ή τους ημιέλληνες, που ενέσκηψαν ως στίφος ακριδών να εκδιώξουν τους ταλαίπωρους μετανάστες όπου γης. Όχι, όχι, μετανάστες. Ανθρώπους απλώς. Ανθρώπους απλώς:

«Μη φοβηθής τους ανθέλληνες,
τους υφέλληνες να φοβηθής,
τους ημιέλληνες»

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Σκέφτομαι το μέγα της υποκρισίας κεφάλαιο. Πού ήταν όλοι αυτοί, οι υπερασπιστές του έθνους, όταν ως κύματα επέστρεφαν οι παλιννοστούντες Έλληνες από τη Ρωσία; Δεν θα πω "Πόντιοι". Θα πω απλώς "Έλληνες". Πού ήταν λοιπόν να τους περιθάλψουν, όταν ήταν τα τελευταία απομεινάρια ενός πρώην Μείζονος Ελληνισμού και μιας αιωνόβιας τραγωδίας, θύματα ερήμην τους, που έφτανε ως το σήμερα; Δεν ήταν πουθενά, όπως κανείς σχεδόν από τους Έλληνες δεν αναγνώρισε στα μάτια τους "τούς Έλληνες", κανείς δεν τους αποδέχτηκε ως ομοεθνείς, για να επαληθευτεί ο Καζαντζίδης: «Στα ξένα ήμουν Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος». Όπως ακριβώς τώρα, τους μαθητές μας από την Αλβανία τούς αποκαλούν κοροϊδευτικά "Έλληνες" στην πατρίδα τους, για να έρθουν εδώ, μετά τις διακοπές, να τους πούμε εμείς περιφρονητικά "Αλβανούς". Στην περίπτωση βεβαία την πρώτη, υπάρχει κάτι το εξαιρετικά τραγικό και απογοητευτικό, καθώς πρόκειται για σύναιμους. Αυτοί λοιπόν που αποκαλούνταν "Τραντέλληνες", οι τριάντα φορές Έλληνες, με το που έφτασαν στον ομφάλιο τόπο, στην πατρίδα "Ελλάδα", απέκτησαν ετικέτα, έγιναν πλέον Ρωσοπόντιοι, μαρκαρίστηκαν δια βίου με την απαξίωση, την ίδια απαξίωση την οποία επιφυλάξαμε για τους αλλοεθνείς.

ΕΞΟΔΟΣ

Δεν υφίσταται ουδεμία πρόοδος, εξέλιξη, τέχνη, σύστημα πολιτικό ή άλλο, δίχως το άνοιγμα που επέτρεψε εκείνη η καινή εντολή, τόσο αρχοντική, τόσο ρηξικέλευθη, τόσο επαναστατική, τόσο άνευ χωρικών ορίων και επιγείων όρων: «Αγαπάτε αλλήλους» και επιπλέον «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών». Αν αυτό δεν είναι επανάσταση, τότε τι είναι; Μεγαλύτερη επανάσταση από την επανάσταση της αγάπης που εισήγαγε ο Χριστός δεν υπάρχει. Τα υπόλοιπα υπάρχουν απλώς, για να σπαταλιέται ο επιούσιος χρόνος.

Αντιγράφω, μονάχα αντιγράφω, στίχους ποιητών, που εισέρχονται, για να υπομνηματίσουν αλλιώς τα Τέσσερα Ευαγγέλια, για να συνδράμουν όλους εμάς, που ανήμποροι κοιτάμε ένα μέλλον που δεν κρύβει πια κανένα παράθυρο:

«Το να κάνεις καλό στον εχθρό σου, μπορεί να είναι πράξη δικαιοσύνης και δεν είναι δύσκολο: να τον αγαπάς όμως, δεν είναι πράξη ανθρώπου, αλλά πράξη αγγέλου».

J.L.BORGES

«Περίκοψέ μας, Κύριε, τη δυνατότητα να μισάμε,
κλείδωσέ την, Κύριε,
πάρε μας το κλειδί».

«Μακάριοι όσοι δεν μίσησαν,
μακάριοι όσοι δεν μπόρεσαν να μισήσουν».

«Προμήθευέ μας αγάπη, Κύριε,
προμήθευέ μας διαρκώς αγάπη, Κύριε,
τρίβεται, διαρρέει».

«Προμήθευέ μας αγάπη, Κύριε,
προμήθευέ μας διαρκώς αγάπη, Κύριε,
δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβή απ’ τη μια στιγμή στην άλλη,
άνθρωποι είμαστε, ανθρωπάκια,
μας ξέρεις».

«Μην ακούς, Κύριε, τι Σου ψέλνουμε στις εκκλησιές,
μην ακούς, Κύριε, τι κουβεντιάζουμε στην ποίησή μας,
δεν αγαπάμε Σου λέω,
δεν στρέφουμε την άλλη παρειά».

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Επιμύθιο:

Χρειαζόμαστε μπόλιασμα, Θεέ μου. Δεν μας βλέπεις; Το μπόλιασμα της αγάπης. Μπόλιασέ μας λοιπόν. Μήπως και ανοίξουμε, Θεέ μου.
Μήπως και ανοίξει κανένα παράθυρο.

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2012

Οδός Ελευθερίας


Θρηνούμε μια πατρίδα ήδη χαμένη

ΕΠΙ ΑΣΠΑΛΑΘΩΝ

Τη μέρα που έφυγε ο Αγγελόπουλος χιόνιζε, θυμάμαι, κι ήταν κοντά στο μεσημέρι, όταν σε μια τάξη ήρθε ο Σολωμός εκείνος με τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, το ποίημα «του Χρέους», να θυμίσει τους πρώην Πολιορκημένους και τους ες αεί Σκλαβωμένους του σήμερα. Η «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» του σκηνοθέτη πήγαινε κι ερχόταν στο εξής, όπως και οι Ελεύθεροι του Σολωμού, σε ένα στενό μαρκάρισμα με την άδοξη και ευτελή σύγχρονη ελλαδική πραγματικότητα. Μα και τότε, και τότε η ευτέλεια ελλόχευε, απ’ τη στιγμή που στα έδρανα της πρώτης Βουλής στρογγυλοκάθισε η οπισθοφυλακή των διαπλεκόμενων, οι γονυκλισίες των «τζακιών», οι «αβρόχοις ποσί» πολιτευτές, τα εκμαγεία των πολιτευτών του σήμερα και τα πιστά αντίγραφά τους. Έκτοτε η κατάσταση στον τόπο διαιωνίστηκε, τόσο που δεν χωρά καμία ανατροπή επί του συλλογικού.

«Μία φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο»

«Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι’ ελεύθεροι να μείνουν,
Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο»

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Ο δρόμος ανταμώνει εκ των πραγμάτων το Νικόλαο Κασομούλη, καθώς βρέθηκε από τη Σιάτιστα οπλαρχηγός στο Μεσολόγγι, να ηγείται μαζί με άλλους την Έξοδο, να καταθέτει στην τάφρο των τειχών τον ένα του αδελφό. Ανασύρω από τα «Ενθυμήματα» το ζήλο, τον οποίο και καταθέτω:

«Ο ζήλος μ’ ευκόλυνεν <να παραβλέψω> και τα έξοδα και την διάβασιν και τους κινδύνους και τα συμφέροντα, <ακόμη δε και> ταις προξενιαίς των ευγενών και ωραίων και σεμνών παρθένων των δυο πολιτειών εκείνων (Σιατίστης και Κοζάνης) αφήσας όλα του σπιτιού μας εις την διάκρισιν της μητρός - και της φοράς <της τύχης>, παράβλεψα (μ’ όλον οπού πρόβλεπα τας δυστυχίας) όλα τα ευτυχή συμφέροντά μου, και εδέχθην το βάρος τούτο υποσχεθείς να εκτελέσω όσον της δυνάμεώς μου».

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΣΟΜΟΥΛΗΣ

Το όσον της δυνάμεώς του εκτέλεσε χάριν του ζήλου, τα πάντα παρέβλεψε, δηλαδή ολάκερη ζωή, δεχόμενος το βάρος του Αγώνα. Οι όποιες αντιστοιχίες με το σήμερα απλώς μας θλίβουν περισσότερο και μας οργίζουν πέραν του μέτρου.

Η ευτέλεια συνυπάρχει με το άδικο. Ο χειμώνας που πέρασε ήταν ο δυσκολότερος των ετών που προηγήθηκαν, κάποιοι «έφυγαν» και το μάθαμε και για άλλους πόσους δεν το μάθαμε και δεν θα το μάθουμε ποτέ. Απλοί άνθρωποι ξεφύτρωναν από παντού, στηρίζοντας τους πλέον αναγκεμένους, όταν οι υπαίτιοι, όχι απλώς αποποιήθηκαν την όποια ευθύνη, εκτοξεύοντάς την στους υπόλοιπους, αλλά συνέχισαν το ίδιο βιολί, σκορπώντας χρήματα στο πουθενά: 25.000 ευρώ για το καρναβάλι μιας επαρχιακής πόλης, όπως η Κοζάνη, 10.000 ευρώ για τα έξοδα της ποδοσφαιρικής της ομάδας. Αν είναι κάποιος να τρελαθεί, τρελαίνεται δίχως αμφιβολία. Το παράλογο δεν υπόκειται πλέον σε όρια. Υπάρχει ως αγριάδα και επομένως ξεφυτρώνει παντού.

Επί εθνικού επιπέδου κατασκευάστηκαν οι εκλογές ενός κράτους σε απόσταση αναπνοής από την πτώχευση, με όλες τις τιμές και τις δόξες. Χρήματα σε αυτήν την περίπτωση ανευρέθηκαν ως δια μαγείας, προκειμένου να στηρίξουν την προεκλογική περίοδο που μόλις πέρασε, για να δώσει τη σειρά της σε αυτή που ήδη διανύουμε. Επίσης ανευρέθηκε και τράγος αποδιοπομπαίος, για να αναλάβει για λίγο, όσο δηλαδή κρατήσει η κράτησή του, την ευθύνη για την εθνική οικονομική ατασθαλία, τουτέστιν κλεψιά. Μάλιστα παραδόθηκε από τον πρώην προστάτη του και νυν αρχηγό κόμματος, που έπαψε να τον καλύπτει και τον παρέδωσε στην ελληνική δικαιοσύνη λιγουλάκι πριν τις εκλογές -έτσι για τα μάτια του κόσμου.

Κατά τα άλλα η αλαζονεία άλλαξε στρατόπεδο και από επίσημη στάση του προηγούμενου κόμματος, ω του θαύματος, αποκαλύφθηκε πίσω από τη χρόνια μάσκα ενός μειρακίου της αριστερά, που κόβει και μάλιστα ράβει κατά τις ενσκήπτουσες εκλογές. Για τους υπόλοιπους ισχύει απλώς η φράση «φύρδην-μύγδην». Όλοι πηγαινοέρχονται, σήμερα εδώ, αύριο εκεί, εξ επαγγέλματος αυτόκλητοι σωτήρες το παίζουν ή το έπαιξαν κατά συρροήν. Έχει κανείς τη βεβαιότητα ότι όλοι οι παραπάνω υπάρχουν ως μετενσαρκώσεις του Εφιάλτη των Θερμοπυλών. Ειδάλλως δεν εξηγείται. Το χρώμα που συνοδεύει τη χώρα είναι μαύρο. Ένα μαύρο ατόφιο. Οι μόνοι που μπορούν το μαύρο να ανατρέψουν είναι τα παιδιά. Τα παιδιά που μεγαλώνουν, τα παιδιά που μεγάλωσαν ήδη. Που στα μάτια τους υπάρχουμε, όχι στο κανονικό μας μέγεθος, αλλά πολύ μικρότεροι. Και όσο μας αξίζει.

«Επί ασπαλάθων» σκέφτομαι εδώ και μήνες. «Επί ασπαλάθων». Όμως, ποιον απ’ όλους να σύρεις πάνω στους αγκαθερούς θάμνους, όπως τον τύραννο εκείνο των Συρακουσών;

«[…]
Γαλήνη
-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού
τ’ αυλάκια.
τ’ όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από κείνους τους καιρούς.

Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
“τον έδεσαν χειροπόδαρα” μας λέει
“τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο κουρέλι”.

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
Ο Παμφύλιος ο Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
31 του Μάρτη 1971

Και ποιος θα βρεθεί να το κάνει; Εμείς με τα λόγια μας, οι εκφοβισμένοι πολίτες, οι ακρωτηριασμένοι άνεργοι, οι πρώην βολεμένοι και αλαζόνες Έλληνες; Ή μήπως οι πνευματικοί άνθρωποι; Αυτοί, όσοι δηλαδή ήταν, πέθαναν ήδη. Οι υπόλοιποι απλά δεν προλαβαίνουν, δεν είναι στις προτεραιότητες τους, δεν τους αγγίζει, καλλιεργούν δυστυχώς το προφίλ τους, υποθάλποντας την παρουσία τους και κρατώντας την με τρόπους παντοίους και γελοίους στην επιφάνεια. Ελάχιστοι, μονάχα ελάχιστοι, υπάρχουν ακόμη, για να υπογραμμίζουν απλώς την εξαίρεση στον κανόνα, την πείνα και τη δίψα, όχι του Θεού, που έγραφε ο Μουντές, αλλά της δικαιοσύνης, που ίσως και να είναι το ίδιο πράγμα. Ισχύει για όλους μας ο στίχος του Χριστιανόπουλου, που μακάρι να τον γράφαμε ως σύνθημα στους τοίχους:

«Καημένε Μακρυγιάννη να ‘ξερες
γιατί το τζάκισες το χέρι σου.
το τζάκισες για να χορεύουν σέικ
τα κωλόπαιδα»

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

Δυσκολεύεται κανείς να αναμετρηθεί με την πραγματικότητα. Τα γεγονότα μάς προσπερνάνε και οι εκλογές είναι απλώς πομφόλυγες, όπως εκείνες που έβλεπε ο Λουκιανός για τους βροτούς. Σπάνε, θα σπάσουν δηλαδή, την επόμενη μέρα, καθώς τίποτα δεν αναμένεται, παρά όλα μελετημένα εκ προοιμίου και όλοι υπάρχουμε ως μαριονέτες απλώς ή ανδρείκελα στο θέατρο του παραλόγου που δυστυχώς αναβιώνει. Εισέρχεται εν κατακλείδι ο παραμυθητικός λόγος του Αργύρη Χιόνη, για να στεγάσει όλα τα παραπάνω:

«Πριν σκύψεις, σκέψου»

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Υπήκοοι δίχως βασιλιά

5 Ιουνίου '12

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Παραμυθία των τριών ή του ονόματος



Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ

Και είπεν ο Θεός, κοιτώντας τους επίγειους "Αναρωτιέμαι αν άκουσαν ποτέ. Αιώνες τώρα τους μιλώ, μα κείνοι στη γη τους καλά ασφαλισμένοι κι ούτε που μου μιλούν  κι ούτε που με κοιτάζουν, μονάχα πού και πού ρίχνουν το λόγο προς τα πάνω κι έπειτα πάλι γρήγορα με αποστρέφονται. Κι αφού τίποτα με τα λόγια μου δεν κατάλαβαν, ίσως η σιωπή μου τους κάνει να καταλάβουν."  Είπε κι έπιασε ένα κελί και κλείστηκε. Και τότε έπεσε σκοτάδι. Και αν φως γινόταν στον κόσμο, αυτός σκοτάδι είχε γύρω του. Οι μέρες περνούσαν και οι θνητοί ένιωθαν σιγά-σιγά πως ο Θεός από τον κόσμο λείπει. Και τότε στράφηκαν ξανά προς τα ουράνια, γιατί η γη είχε γίνει πια το δικό τους κελί κι άρχισαν στο Θεό απ' την αρχή να του μιλούν και να τον καλούν και γέμισε ο τόπος από τη θλίψη και τη μοναξιά τους. Ο Θεός τούς έβλεπε από μακριά και τους ένιωθε, γιατί τον πόνο αυτό νωρίτερα τον είχε δοκιμάσει και τους πονούσε. Πενθούσαν. Μα πενθούσαν μαζί. Όμως οι επίγειοι δεν το γνώριζαν. Και είπεν τότε ο Θεός "Θα τους μιλήσω τώρα με παραβολές. Ίσως και καταλάβουν". Και τους εμίλησε.