Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Χώρα του Αχωρήτου


Ανεβαίνοντας προς το μοναστήρι ξανά, ένα κοπάδι πρόβατα στον ίσκιο του Σινιάτσικου. Έτσι και μεις, οι Νεοέλληνες, με ραχοκοκαλιά σκυφτή ως και τα πρόβατα και όχι γερτοί ως οι τοιχογραφήμενοι άγιοι του ιερού, του άνευ τέμπλου, της άδειας εκκλησιάς που κούρνιασες. Εντός του σκότους και κάτω απ' το τρεμάμενο φως της ακοίμητης καντήλας, που, καθώς απλωνόταν προς τα πάνω, γινόταν ένα με την αγκαλιά της Πλατυτέρας, έτσι που δεν ξεχώριζες, πού σταματούσε το φως της λυχνίας και πού άρχιζε η Χώρα του Αχωρήτου. Διόλου εντούτοις παράξενο, καθώς  ως "λυχνία, χαίρε, πάγχρυσε" επικαλείται ο αναγνώστης κατά την ακολουθία του αγιασμού την Παναγία. Καθόλου άλλωστε παράδοξο και για την έτερη Χώρα του Αχωρήτου, αυτήν του έρωτα. Έτσι και εκεί, δεν ξεχωρίζεις πού σταματά το φως του ενός και που αρχίζει το φως του άλλου. Και το αντίστροφο όμως, που αρχίζει το σκότος του ενός και πού συμπλέκεται το σκότος και του άλλου. Χώρα του Αχωρήτου. Μπορεί και δοχεία συγκοινωνούντα.

Κατεβαίνοντας, με φτάνει ο απόηχος του "Αλατσατιανού αέρα" από τα Ιώνεια που μόλις άρχισαν. Σε στίχους του Λάμπρου Καμπερίδη, αγαπητού από το "Δος μοι τούτον τον ξένον" κυρίως, που εισέβαλε στην τελική γραφή μιας διατριβής μαζί με το Νεόφυτο τον έγκλειστο, τον άγιο της νήσου Κύπρου. Ανοίγω ξανά τυχαία, όπως ανοίγω σχεδόν πάντα διηγήματα και ποιήματα, τα αδιάβαστα όμως, σε μια εγκάρσια και όρθια ανάγνωση, που συνιστά τέχνασμα ανάγνωσης και απόρροια ξεγελάσματος της καθημερινότητας, και κάποτε απλώς για να συναντηθώ με το τυχαίο. Το ίδιο άλλωστε με την Καινή, τότε όμως για λόγους άμεσης παραμυθίας, έτσι όπως τρέχει κανείς στα εφημερεύοντα φαρμακεία ή στα επείγοντα και για τις πρώτες βοήθειες.

"Η σκληρή πραγματικότητα της ξενιτιάς δημιουργείται με τη συνείδηση της διαφοράς μας με τον έτερο, τον άλλο, τον Φράγκο ή τον Τούρκο. Όσο περισσότερο φανερώνεται η διαφορά τόσο φουντώνει η αίσθηση της ξενιτιάς. Η συνείδηση της ετερότητας καλλιεργείται με τις διαφορές που συντείνουν στη διάκριση του ενός από τον άλλο, επειδή ταύτιση σημαίνει αφομοίωση της ετερότητας στην ταυτότητα του άλλου, δηλαδή απώλεια ταυτότητας. Το στάδιο της αντιπαράθεσης προηγείται σε οποιαδήποτε διδυμική σχέση και λύνεται ή με την ανοικτή ρήξη και άρνηση του άλλου, ή προχωράει στο επόμενο στάδιο της αρμονικής συνύπαρξης με τον άλλο, όπου η ταυτότητα του ενός δεν απειλείται από τον άλλο, επειδή ο ένας συγχωρεί τον άλλο μέσα στη διαφορά του. Ο ένας γίνεται νύχτα και ο άλλος μέρα, το σκοτάδι διαδέχεται το φως και η Πούλια τον Αυγερινό"

ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΜΠΕΡΙΔΗΣ, Δος μοι τούτον τον ξένον, Ίνδικτος

Αδολεσχία των ημερών ή και εκλάμψεις λόγου. Όπως και να έχει, μέχρι να επιστρέψεις, ο λόγος συνιστά ρωγμή, ίσως και παραμυθία.

24 Αυγούστου 2012

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Αναγνώσεις ενός εγκλεισμού


Από τις ελάχιστες -μήπως και η μοναδική- αναγνώσεις του εγκλεισμού ενός χειμώνα και μιας άνοιξης -που ήταν χειμών δριμύτατος και αυτή- το διήγημα του Τολστόι "Από τι ζουν οι άνθρωποι" στις εκδόσεις Μαϊστρος. Εντοπίστηκε, όπως εντοπίζει κανείς τα πολύτιμα του διαδικτύου, εντελώς δηλαδή απρόσμενα και συμπτωματικά. Θαρρώ πως διαβάζεται απνευστί, ίσως όμως να' ναι μονάχα η δική μου εντύπωση. Έχω τη βεβαιότητα όμως πως παραμυθεί με τον τρόπο που είναι σε θέση να το κάνει ένα παραμύθι. Το θυμήθηκα εντός της αγρυπνίας του μοναστηριού που είχε την ενιαύσια εορτή του -σαν Ακολουθία και αυτό δίχως όρθρο και εξάψαλμο, δίχως καν εσπερινό. Πότε μέσα, πότε έξω, πότε στο ημίφως των κεριών και η θέρμη των υπόκωφων προσευχών να πλανιέται ως λίβας μέσα στις ανάσες και στα σώματα, πότε στον έναστρο ουρανό να διαχέεται η σκέψη, να επιχειρεί διακαώς και κάποτε ματαίως σήματα να πιάσει και μηνύματα από το υπερπέραν. Οι τρόποι σε θέλγουν εξίσου και μια ζωή ανάμεσα. Πετάς ως και τη σκούφια σου, που' λεγε ο Ελύτης για τον Σκιαθίτη, γι' αυτό το ανάμεσα. Και το πληρώνεις, καθώς κατά συρροήν, όπως και οι υπόλοιποι θαμώνες και ζηλωτές του τρόπου αυτού.

"Έμαθα ότι όλοι οι άνθρωποι δεν ζουν επειδή φροντίζουν τους εαυτούς τους, αλλά από αγάπη.
Η μητέρα δεν είχε τη γνώση των αναγκών των παιδιών της στη ζωή. Ούτε ο πλούσιος γνώριζε τι ανάγκες είχε ο ίδιος. Και κανένας άνθρωπος δεν γνωρίζει ποτέ του, σαν έρθει το βράδυ, αν θα χρειαστεί ή δεν θα χρειαστεί μπότες για περπάτημα ή παντόφλες για τον τάφο.
Όταν ήμουν άνθρωπος κρατήθηκα στη ζωή, όχι επειδή φρόντισα τον εαυτό μου, αλλά επειδή εμφανίστηκε η αγάπη με τη μορφή ενός περαστικού και επειδή αυτός και η γυναίκα του με λυπήθηκαν και μ' αγάπησαν. Τα ορφανά κρατήθηκαν στη ζωή όχι λόγω της φροντίδας της μητέρας τους, αλλά επειδή υπήρχε αγάπη στην καρδιά μιας γυναίκας, μιας ξένης προς αυτά, η οποία τα λυπήθηκε και τ' αγάπησε. Και όλοι οι άνθρωποι δεν κρατιούνται στη ζωή λόγω της μέριμνας που δείχνουν για τον εαυτό τους, αλλά επειδή υπάρχει αγάπη στον άνθρωπο.
Παλιότερα γνώριζα ότι ο Θεός έδωσε ζωή στους ανθρώπους και επιθυμεί να μπορούν να ζουν. Τώρα κατάλαβα περισσότερα απ' αυτό.
Καταλαβαίνω ότι ο Θεός δεν επιθυμεί να ζουν χώρια οι άνθρωποι και γι' αυτό δεν τους αποκαλύπτει τι ανάγκες έχει ο καθένας ξεχωριστά. Αλλά επιθυμεί να ζουν ενωμένοι και γι' αυτό αποκαλύπτει στον καθένα τους τι είναι απαραίτητο για όλους.
Έχω καταλάβει τώρα ότι, παρόλο που οι άνθρωποι πιστεύουν ότι ζουν επειδή φροντίζουν τους εαυτούς τους, στην πραγματικότητα η αγάπη είναι εκείνη που τους κάνει να ζουν. Εκείνος ο οποίος έχει την αγάπη βρίσκεται εντός του Θεού και ο Θεός εντός αυτού, επειδή ο Θεός είναι αγάπη".

ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΙ, Από τι ζουν οι άνθρωποι (μτφρ.Γρηγόρης Κονδύλης), εκδόσεις Μαϊστρος


Αναγνώσεις πλάι στη συκιά


ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Έφερνα γύρους μες στον ουρανό και φώναζα

Με κίνδυνο ν' αγγίξω μια ευτυχία

Σήκωσα πέτρα και σημάδεψα μακριά

Μιλημένη από τον ήλιο η Μοίρα

Έκανε πως δεν έβλεπε

Και το πουλί του κοριτσιού πήρ' ένα ψίχουλο θαλάσσης
      και αναλήφτη.

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΕΥΩΧΕΙΡ

Έτσι κι αλλιώς   χαμένος για χαμένος    εδώ στην άκρη που
μ' απώθησαν του κόσμου ετούτου οι συμφορές   θέλησα να επιχειρήσω
άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά

Κι όπως   με το κεφάλι χαμηλά και ανάποδα τα πόδια στον αέρα
πάλευα να βγω απ' το βάρος μου   κείνος ο πόθος που με πήγαινε
ψηλά   μέσα μου τόσο δυνατά γυρίστηκε   που εβρέθηκα λοξά και
πάλι να σαλεύω   σ' έναν κήπο ρεούμενο από βότσαλα λευκά και
διαύγεια κυανού της μέντας

[...]
Ήλιε μου ήλιε μου καταδικέ μου   πάρ' τα μου πάρ' τα μου όλα   κι
άσε μου   άσε μου την περηφάνια   Να μη δείξω δάκρυ   Να σ' αγγίξω
μόνο και ας καώ   φώναξα κι άπλωσα το χέρι

Χάθηκε ο κήπος   τον κατάπιε η Άνοιξη με τα σκληρά της δόντια
σαν αμύγδαλο

Και ορθός πάλι απόμεινα   μ' ένα καμένο χέρι   εδώ στην άκρη που
μ' απώθησαν οι συμφορές   να πολεμώ το Δεν και το Αδύνατον του
κόσμου ετούτου.

ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ

Να' χε η νοσταλγία σώμα να το σπρώξω απ' το παράθυρο έξω!   Να
τσακίσω εκείνο που δε γίνεται!    Κορίτσι που από το γυμνό σου
στήθος   σαν από σχεδία κάποτε μ' έσωσε ο Θεός

Και ψηλά πάνω απ' τα τείχη με την ημισέληνο με πήγε   μην κι από
δική μου

Ακριτομυθία φανερωθείς   και οι Τύχες σε βάλουν στο σημάδι   Όπως
κι έγινε   Γιατί τέτοια θέλει κι αγαπά η ζωή που εμείς αλλού
πιστεύουμε πως είναι

Κι από τ' άλλο μέρος της αγάπης   από τ' άλλο μέρος του θανάτου
υπνοβατούμε ώσπου   αβάσταχτα περισφιγμένο   κείνο που μας
έγινε σάρκα της σαρκός   σαν το φώσφορο μέσα μας πάρει φωτιά και
ανάψει και ξυπνήσουμε

Ίσια   ναι   πάει ο χρόνος   αλλ' ο έρωτας κάθετα   και ή κόβονται
στα δύο   ή που δεν απαντήθηκαν ποτέ.   Αλλ' αυτό που μένει σαν
Άμμος από δυνατόν αέρα στα δωμάτια   και η αράχνη   κι έξω στο
κατώφλι

Ο λύκος με το στρογγυλό το μάτι που ολολύζει   πιθανά φαίνονται
όλα   και προπάντων τα βουνά της Κρήτης που μικρός τα' χα στο
χιόνι και τα ξαναβρήκα δροσερά   μα τι σημαίνει

Που κι ελεύθερος να μείνεις που και νικητής   πάλι ο ήλιος γέρνει
κι είναι ολόγυρά σου

Σιγαλιά γεμάτη ακτές καταστραμμένες   όπου ακόμη κατεβαίνουνε
τα σύννεφα να φάνε χόρτο   λίγο πριν για πάντα σκοτεινιάσει

Σαν να πήραν τέλος οι άνθρωποι   και να μην έχει μείνει άλλο τίποτα
καίριο να ειπωθεί.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Στα ίχνη ποιητών και ολόσωμων αγίων

[...]
Με ψυχήν πικραμένην
ορθός επί την πρύμνην
βλέπει επάνω εις την θάλασσαν
την ησυχίαν χυμένην
     και εσπέριον σκότος

[...]
Τα λυπημένα ομμάτια του
τότε αν σηκώση ο ναύτης,
βλέπει επάνω εις την χώραν του
τρέμον και μεσουράνιον
     το πρώτον άστρον.

Ούτως αν χάση ο άνθρωπος
το φως, και τον σκεπάση
μακάριον σκότος, βλέπομεν
επ' αυτόν ανατέλλον
     άστρον ελπίδος.

Η ΒΡΕΤΤΑΝΙΚΗ ΜΟΥΣΑ

Τρέξε επάνω εις τα κύματα
της φοβεράς θαλάσσης,
κινδύνευσε, αναστέναξε,
πίε το πικρόν ποτήριον
     της ξενιτείας

ΕΙΣ ΑΓΑΡΗΝΟΥΣ




Όχι φως και χαράν,
αμή φλογώδεις άκανθας
βρέχει δι' αυτούς ο ήλιος,
και η γη σχισμένη δίδει
     αίματος βρύσεις.

Πού μ' έφερεν ο πόνος μου;...

ΕΙΣ ΧΙΟΝ





Ω φιλτάτη πατρίς,
ω θαυμασία νήσος,
Ζάκυνθε [...]

Ποτέ δεν σε ελησμόνησα,
ποτέ -Και η τύχη μ' έρριψε
μακρά από σε [...]

Αλλά ευτυχής, ή δύστυνος,
όταν το φως επλούτη
τα βουνά, και τα κύματα,
σέ εμπρός των οφθαλμών μου
     πάντοτες είχον.




Συ, όταν τα ουράνια
ρόδα με το αμαυρότατον
πέπλον σκεπάζη η νύκτα,
συ είσαι των ονείρων μου
     η χαρά μόνη.









[...]
Μοσχοβολάει το κλίμα σου,
ω φιλτάτη πατρίς μου,
και πλουτίζει το πέλαγος
από την μυρωδίαν
     των χρυσών κήτρων.

Η λαμπάς η αιώνιος
σου βρέχει την ημέραν
τους καρπούς, και τα δάκρυα
γίνονται της νυκτός
     εις εσέ κρίνοι.


[...]
Ας μη μου δώση η μοίρα μου
εις ξένην γην τον τάφον
είναι γλυκύς ο θάνατος
     μόνον όταν κοιμώμεθα εις την πατρίδα.

Ο ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ



Ω τέκνον μου, ω τέκνον μου,
αγαπητόν μου σπλάγχνον,
ανόμοιος είναι η μοίρα μας,
και προσπαθείς ματαίως
     να μ' αγκαλιάσης.

Παύσε τα δάκρυα. Ησύχασε
το πάθος της καρδιάς σου.
Αν η χαρά η ανέλπιστος,
ότι με είδες, βρέχη
     τους οφθαλμούς σου

[...]
Ω φωνή, ω μητέρα,
ω των πρώτων μου χρόνων
σταθερά παρηγόρησις
όμματ' οπού μ' εβρέχατε
     με γλυκά δάκρυα!

Και συ στόμα οπού εφίλησα
τόσαις φοραίς, με τόσην
θερμοτάτην αγάπην,
πόση άπειρος άβυσσος
     μας ξεχωρίζει!

Άι, και άπειρος ας είναι
κ' έτι φοβερωτέρα
εκεί μέσα ατάρακτος
θέλω εγώ συντριφθείν
    γυρεύοντάς σας.

ΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΝ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Κατάλυση


ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΩΝ ΚΟΧΥΛΙΩΝ

Ήτανε μια φορά κάτι νησιά Κοχύλια. Τη μέρα, μπρούμυτα, τα σκέπαζε το κύμα, τα κουκούλωνε η θάλασσα. Μοιάζανε με σκοπέλους, δε φαίνονταν πολύ.
Τη νύχτα, όταν γύριζαν ανάσκελα, έβγαιναν από μέσα οι άγγελοι. Όλοι θα περίμεναν να βγαίνουν οι γοργόνες, αλλά ήταν άγγελοι με φτερά χρυσά.
Τη μέρα ήταν κρυμμένοι στα νησιά Κοχύλια και τη νύχτα έβγαιναν και έκαναν βόλτες στα κύματα.
Τότε αναδύονταν τα κόκκινα κοράλλια κι εκείνοι κάθονταν στα κλαδιά τους και αγνάντευαν την απεραντοσύνη του κόσμου.
Χρόνια ταξίδευαν τα καράβια στα πέλαγα. Κανένα πλοίο και κανένας ναυτικός δεν είδε ποτέ τους αγγέλους με τα χρυσά φτερά. Ούτε το καταφύγιό τους, τα νησιά Κοχύλια. Κανένας ποτέ δεν είδε τα κοράλλια να αναδύονται.
Μόνο μια φορά. Ένα καράβι Αυτό που νήστεψε. Που δεν έστειλε και δεν πήρε γράμμα από πουθενά.
Η νύχτα ήταν σκοτεινή και ήσυχη. Λούφαζε στην άπνοια, σε θάλασσα βελούδο.
Καθώς το καράβι έσκιζε τα απόκοσμα νερά, έκπληκτοι οι ναυτικοί αντίκρισαν τη φωταψία των φτερών. Νόμισαν πως ήταν πυροφάνι. Ανεξήγητη, βέβαια, η παρουσία του στο μέσον του ωκεανού.
Πλησίασαν και τότε είδαν τα κοράλλια στην επιφάνεια της θάλασσας. Την άγια μορφή των αγγέλων και τα μάτια τους τ' απόξενα.
Σιωπή. Τα φτερά τους μόνο θρόιζαν ανεπαίσθητα και το κύμα αχνοπλατάγιζε στην πρύμνη του καραβιού.
Λέξη δε βγήκε από το στόμα των ναυτικών.
Σε κανένα δεν το είπαν. Σε ποιον να το πουν; Δεν είχαν κανέναν να το γράψουν.
Κι εγώ που το επαληθεύω, είναι που ήμουνα εκεί, μαζί τους. Και τα είδα όλα, με τα μάτια μου.
Κανέναν δεν είχα κι εγώ να τα πω. Τώρα που βρήκα εσάς, σ' εσάς τα λέγω.

ΦΩΤΕΙΝΗ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ, Οι άγγελοι των κοχυλιών

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

Pieta εντός βροχής



Κύριε, ὑπερθαύμαστε, ἀνεξερεύνητε καὶ ἀσύγκριτε. Πότε θὰ μὲ παρηγορήσης; Πότε θὰ καταπαύσης τὸ ἄλγος μου; Διότι ὁ πόνος μου δὲν σβύνει μέχρι ποὺ θὰ εἶμαι μακριὰ ἀπὸ τὸν Κύριο.

Κύριε, ἀλλοίμονο σὲ μένα. Ἀλλοίμονο στὴν ψυχή μου! Ἔφυγες μακριά μου, παρηγοριὰ τῆς ψυχῆς μου κι οὔτε μὲ χαιρέτησες. Μπῆκες στοὺς δρόμους σου καὶ εὐλόγησες τοὺς δικούς σου. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἤμουν παρών. Σήκωσες τὰ χέρια σου καὶ ἀνελήφθης στὸν οὐρανό, ἐγὼ ὅμως δὲν σὲ εἶδα. Οἱ Ἄγγελοι προανήγγειλαν, ὅτι θὰ ξανάρθης πάλι, ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ ἄκουσα. Τὶ νὰ πῶ; Τὶ νὰ πράξω; Ποιὸν δρόμο νὰ πάρω; Ποῦ νὰ τὸν ἀναζητήσω; Ἢ πότε θὰ τὸν εὕρω; Ποιὸν νὰ ἐρωτήσω; «Ποιὸς θὰ ἀναγγείλη στὸν ἀγαπημένο μου ὅτι εἶμαι πληγωμένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη;» (Ἆσμα 2,5 καὶ 5,8). Ἔσβυσε ἡ χαρὰ τῆς καρδιᾶς μου καὶ τὸ γέλιο μου ἔγινε πένθος. «Ἡ σάρκα μου καὶ ἡ καρδιά μου μαράθηκαν» (Ψαλμὸς 72,26), Θεὲ τῆς καρδιᾶς μου καὶ μερίδιό μου! Ἡ ψυχή μου «ἀρνήθηκε νὰ παρηγορηθῆ ἀπὸ ἄλλον» (Ψαλμὸς 76,3), παρὰ μόνο ἀπὸ σένα, ὁ ὁποῖος εἶσαι ἡ γλυκύτητά μου. «Τὶ ὑπάρχει γιὰ μένα στὸν οὐρανό, καὶ ἀπὸ σὲνα τὶ θέλησα πάνω στὴ γῆ;» (Ψαλμὸς 72,25). Ἐσένα θέλω, ἐσένα προσδοκῶ, ἐσένα ἀναζητῶ. Σὲ σένα εἶπε ἡ καρδιά μου, «θὰ ἀναζητήσω τὸν Κύριο» (Ψαλμὸς 33,3). «Μὴ ἀποστρέψης τὸ πρόσωπό σου ἀπὸ μένα» (Ψαλμὸς 6,9).

Φιλάνθρωπε καὶ ὑπεράγαθε! «Σὲ σένα ἐγκαταλείφθηκε ὁ φτωχός. Γιὰ τὸν ὀρφανὸ ἐσὺ εἶσαι βοηθός» (Ψαλμὸς 9,35). Ὦ δυνατὲ συνήγορε, γιὰ μένα τὸν ταλαίπωρο, ποὺ εἶμαι σὰν ἐγκαταλειμμένο ὀρφανό! Ἐγὼ εἶμαι ἕνα νήπιο ποὺ ὀρφάνεψα ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἡ ψυχή μου εἶναι σὰν χήρα. Κοίταξε στὰ δάκρυα τῆς ὀρφάνιας καὶ τῆς χηρείας μου, τὰ ὁποῖα σοῦ προσφέρω, μέχρι νὰ μὲ προσέξης. Ἄφησε Κύριε. Ἄφησε καὶ ἐμφανίσου σὲ μένα καὶ θὰ παρηγορηθῶ. Ἔλα δίπλα μου κι ἐγὼ θὰ πετύχω τὸν πόθο μου. Ἀποκάλυψέ μου τὴν δόξα σου καὶ θὰ γεμίση ἡ χαρά μου. «Ἡ ψυχή μου δίψασε γιὰ σένα καὶ πόσο περισσότερο ἡ σάρκα μου» (Ψαλμὸς 62,1). «Ἡ ψυχή μου δίψασε τὸν ζωντανὸ Θεό, τὸν δυνατό. Πότε θὰ φθάσω καὶ θὰ ἰδῶ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μου» (Ψαλμὸς 41,2).

Πότε θὰ ἔλθης, παρηγορητή μου, ποιὸν ἔχω νὰ περιμένω; Ὢ ... ἐὰν κάποτε σὲ ἰδῶ, ἀγαλλίασί μου, τὴν ὁποία ἐπιθυμῶ! Ὢ ....ἐὰν κάποτε «χορτάσω βλέποντας τὴ δόξα σου» (Ψαλμὸς 16,15), ἀπὸ τὴν ὁποία τώρα πεινῶ! Ὢ ... ἐὰν κάποτε «μεθύσω ἀπὸ τὰ ἐκλεκτὰ τοῦ οἴκου σου, πρὸς τὸν ὁποῖο στενάζω»! Ἐὰν κάποτε «μὲ ποτίσης ἀπὸ τὸν χείμαρρο τῶν ἀπολαύσεών σου» (Ψαλμὸς 35,8), ἐμένα ποὺ λυώνω ἀπὸ τὴν ἀφόρητη δίψα! Στὸ μεταξὺ ὅμως, Κύριε, «ἂς γίνουν τὰ δάκρυά μου ἄρτος μέρα καὶ νύχτα» (Ψαλμὸς 41,3), μέχρις ὅτου ἡ ψυχή μου ἀκούση, «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος» (Ματθαίου 25,6 καὶ 10). Ὡς τότε ποίμανέ με μέσα στοὺς θρήνους μου. Ἀποκατάστησέ με καὶ ζέστανέ με μέσα στοὺς πόνους μου. Θὰ ἔλθη αὐτὸς ποὺ μὲ ἐξαγόρασε, διότι εἶναι ἀγαθός. «Θὰ ἔλθη καὶ δὲν θὰ ἀργοπορήση» (Ἑβραίους 10,37), διότι εἶναι ἐλεήμων. Σαὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα, στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΚΕΓΡΑΓΑΡΙΟ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΚΑΙ ΙΕΡΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ
μτφρ.π.Νικηφόρος Μανάδης, Ιερά Μονή Αγίου Κοσμά μεταξύ Αρδάσσης και Κρυόβρυσης
Πτολεμαϊδα 2012

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

"Διψασμένοι για λίγη λάμψη όρους Θαβώρ"


Βράδυ αράχνης   τι ωραία μυρίζει γύρω μου η απελπισία

[...]

Ουριήλ Γαβριήλ   και απόψε τι    που ξανάρχομαι και πάω
μεταμφιεσμένος σε ευτυχή   να ξεγελάσω το δρόμο της Σελήνης!

Αλλ' εκείνη ξέρει   Και από τον γυναικωνίτη τ'ουρανού χαμογελά
θλιμμένη με μια γλάστρα δίπλα της βασιλικό   σαν να θέλει να πει
ότι κάτι ακόμη αληθινό μάς απομένει

[...]

Τόσο δύσκολο μα τόσο

Δύσκολο να ζήσεις   Και στον κόσμο της ψυχής ο πόλος μια
περιοχή ακατοίκητη   Πού να μιλήσεις; τι να πεις;

Αλλού σκίζεται η ζωή και αλλού στάζει το αίμα

Σταθερά τα παμπάλαια πράγματα μες στα τωρινά μας επιβιούν

[...]

Βράδυ αράχνης   τι πικρά μα τι μεθυστικά που ζήσαμε κάτω από τη
συνεχή βροχή του Αυγούστου

Ολόσωμοι πάνω στο φως και μαύροι έως θανάτου

Τι τραγούδι μα τι κλάμα με κομμένη ανάσα   μην καταλαβαίνοντας
πώς γυρίζεται και αδειάζει το άδικο   γυρίζεται και αδειάζει ο πόνος
γυρίζεται και αδειάζει από αιώνες η βοή των αρμάτων   ώστε πια

Ουριήλ Γαβριήλ   αντανάκλαση να' ναι των ψυχών και κάτοπτρο η
Σελήνη   που διπλό τον κόσμο δείχνει

Εδώ με τις ανάστροφες κλαίουσες πάνω στα νερά...

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Τα δυο του κόσμου (παραλλαγή)