Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Η σιωπή των ουρανών




Αποκόμματα μια διατριβής ή και μιας σιωπής

"Ο ποιητής κάποτε λιγοψυχεί. Δεν οργίζεται, δε δυσανασχετεί, δεν επιπλήττει. Λυγίζει μονάχα. Δεν είναι λίγες οι στιγμές του Δαυίδ. Πρώτος άλλωστε ο ίδιος ο σαρκοφόρος Θεός στον κήπο των Ελαιών. να υπογραμμίζει την ισχύ της σάρκας. Και την αδυναμία της. Ολιγοψυχεί και καταρρέει, μα και πάλι προσεύχεται" [...].

Αποκόμματα των κεκλεισμένων ξανά. Εισέβαλαν πάλι σήμερα. Μα μήπως κυοφορούνταν. Στην πέτρα της υπομονής του Σεφερικού λόγου, του πριν και του μετά και του ολόκληρου ποιήματος, στην μετ' εγκρατείας αγωνία που προκύπτει κάθε φορά και ανά άτακτα διαστήματα, όταν η ύλη ενσκήπτει ή αναμένεται, στο άδηλο -πλην διαυγέστατο- μέλλον, στη δια βίου παραμονή στο Όρος των Ελαιών, που δε λησμονάς το πώς μπήκες και δεν αγνοείς το πώς και γιατί δε φεύγεις.  Η ψυχή αξιώνεται κάποτε τους καρπούς μιας εναγώνιας σιωπής. Ο Θεός εκεί. Ο μοναδικός αποδέκτης προσευχών ως θυμίαμα κυριολεκτικά, ως ο μοναδικός κρίκος με την αντίπερα όχθη. Ο Θεός εκεί. Να παραστέκει βουβός ή σιωπηλός στο μονόπρακτο. Ο Θεός εκεί. Να μην ακούει, λεν οι ποιητές. Να του καταλογίζουν την αλόγιστη σιωπή. Μια σιωπή τόσο, μα τόσο πληθωρική. Ο Θεός εκεί.

Και κάποτε η σιωπή ραγίζει ως το συγκεκριμένο adagio, να σπάει την κατ' εξακολούθησιν ακρόαση της καραϊνδρικής ελεγείας, που σε συντρόφευσε για όλους τους μήνες ακατάπαυστα μέχρι ανησυχίας και έως τη Μεγάλη Βδομάδα που ανέβαινε, όπως κάθε χρόνο άλλωστε, για να κορυφωθεί εκ νέου και ακριβώς στη μέση της, τότε που αποφάσισε η ψυχή, ωσάν ενστικτωδώς, να αντικαταστήσει την εξορία με το πένθος του Albinoni. Στο γεγονός προέκυψε ρέουσα συγκίνηση έως κατανύξεως και ωσάν επαναπατρισμός μετά από υπερπόντια προσφυγιά. Στο μεταξύ το δράμα κορυφωνόταν και μαζί με αυτό και ο εγκλεισμός. Απότοκός του η εισροή βιβλικών και μη ποιητών που έφτασαν κατεπειγόντως, όταν ζητήθηκε με παντοίους τρόπους η συνδρομή τους. Ο καθένας είχε να πει το δικό του λόγο και πολύ περισσότερο να εκτοξεύσει το δικό του παράπονο κυρίως, μα και την οργή ή την επίπληξη, τη στάση και την ανταρσία προς τα επουράνια. Εισήλθαν ως συνοδοιπόροι κυριολεκτικά, όταν φοβόταν κανείς ότι μπορεί και να συνιστούσε περίπτωση μοναχική. Εισήλθαν ως απερίφραστη παρηγορία και βακτηρία που στηρίζεται πάνω της, προκειμένου να συνεχίσει να οδοιπορεί ή και να σκαρφαλώνει. Ενίοτε δε και να σέρνεται. Απίστευτο όμως το πώς τα βράχια γύρω μας εθέριεψαν.

«Θεόν βοώ»

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

«Θεέ μου σε κυνηγώ
όπως παιδί τις πεταλούδες.
Θεέ μου σε κυνηγώ
όπως παιδί τους συνομηλίκους μου
στο δειλινό παιχνίδι.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

«Εγώ πήγα και στάθηκα μπροστά στο Θεό σαν μπροστά σ’ έναν άνθρωπο που δε μιλάει διόλου και που δεν προφέρει λέξη»

PAUL CLAUDEL

«Κύριε, μη μου δίνεις την οδύνη που περιέχω.

Είμαι το διεσταλμένο ρόδο δίχως σεμνότητα,
είμαι ο καρπός που αποστάζει ασύστολα χυμό […]
Είμαι βαρύς από τον ίδιο εαυτό μου […]
Πολύχρωμο έντομο με έντονο χνούδι χρωμάτων να πετάξω δεν δύναμαι πια.
Πού ν’ αποθέσω τον εαυτό μου;»

«Πότε θα φτάσει εντός μου το φως
που ζητώ για να ιδώ
και ν’ ακούσω, να αισθανθώ
να γευτώ τη γαλήνη;
Δε θα με βαστάξει ποτέ
η ειρήνη του κόσμου σου;».

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ

«Μια ολάκερη ζωή Σε καρτερώ. Άλλο τίποτα δεν ξέρω να κάνω. Άλλη ζωή δεν ξέρω να ζήσω, μονάχα να Σε καρτερώ. Μα Εσύ πορεύεσαι πίσ’ από μένα, μες στο ψυχομέτρι των ανθρώπων. […] Κι εγώ παγώνω κάθε μέρα, εδώ στην άκρη του κόσμου, να Σε καρτερώ».

Στην αγκάλη Σου θα πεθάνω.
Με βιτσίζεις σαν τον άμμο στην έρημο, κι εγώ περπατώ, περπατώ, περπατώ.
Σκίστηκαν τα πόδια μου, Κύριε, μάτωσαν τα χέρια μου να Σε κράζουν, αρρώστησε η ψυχή μου να Σε ποθεί.
Ξεπνεμένος στην απεραντοσύνη Σου περπατώ.

Χρόνια πάλι θα περάσουν
για να Σε βρω στο σκοτάδι της αστραπής,
να μπλέξουν τα μαλλιά μου γύρω Σου.
Μόνο το σκοτάδι Σου με γεμίζει,
μόνο στο σκοτάδι Σου ζω.
Από πριν γεννηθώ, είμαι ταγμένη σε Σένα»

«Θε μου, πού τόσα χρόνια τριγυρνάς;».

«Σ’ έκραξα σ’ όλους τους ανέμους και δε μου μίλησες.
Κουβαριάστηκα για Σένα σα βώλος σκοτεινός σε μιαν άκρη της γης.
Είσαι και Συ σαν τους ανθρώπους και δε μ’ακούς»

ΟΛΓΑ ΒΟΤΣΗ

«Τις δρυς τοσαύτην πνευμάτων φέρει βίαν;
Τις ναυς τοσούτοις κύμασι συνερράγη;
Πόνω τέτρυμμαι, πραγμάτων τ’ επιδρομαίς».

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

«Κύριε, σώσε με τώρα. […]

Η φωνή μου βγαίνει μεσ’ από το βάλτο […].
Δεν ξέρω ποιος με καλεί.
Ξέρω όμως πως ένας ματωμένος δρόμος
με βγάζει στον ουρανό».

ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΜΟΥΝΤΕΣ

«Μόνο, Κύριε, λιγάκι απ’ ταπονέρια έστω να’ πεφτε
στα υπνωμένα μάτια μου,
καθώς των μαθητών τα πόδια νίβεις με τα χέρια σου,
ή απ’ την ποδιά που ζώστηκες να τα σκουπίσεις-
βρεγμένη και χλωρή ακόμη απ’ τη ζέστα σου…»

Π.Β.ΠΑΣΧΟΣ

«Πόσο είσαι μυστικός, Θεέ μου, στη σιωπή των ουρανών σου!».

«Γκρεμιζόμουν και σπαταλιόμουν, σκορπιζόμουν και εξατμιζόμουν, κι εσύ σώπαινες».

«Τώρα, Κύριε, αυτά έχουν πια περάσει. Ο καιρός μαλάκωσε το τραύμα. Θέλω όμως να μου πεις εσύ, η μόνη αλήθεια, θέλω να βάλω το αυτί της καρδιάς μου κοντά στο στόμα σου, και να μου πεις γιατί τα δάκρυα μαλακώνουν τον πόνο; Μήπως εσύ, ο πανταχού παρών, είσαι απών στην ανθρώπινη δυστυχία; Μήπως εσύ μένεις στον εαυτό σου, ενόσω εμείς ριχνόμαστε ασταμάτητα σε δοκιμασίες;».

ΑΓΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

«Η προσευχή-μου ξεκινάει ατμός βασανισμένος
μα χάνεται πριν φτάσει στο θεό.
(Ωσπού θα πάει αυτός ο χωρισμός;)».

«Η προσευχή-μου χάνεται
κι η Παναγιά φυτεύει κρίνα.
Αν ήθελα, έλεγε, μου έδινε ένα. Αν ήθελα.
Παναγία-μου
το σπίτι-μου δεν έφυγε γιατί έλειψαν τα κρίνα.
Σκύψε λίγο, θέλω να σου πω:
-Τα δέντρα περπατάν τις νύχτες αγριεμένα
Πεθαίνω κάθε βράδυ πίσω από τις γρίλιες,
και με ξαναγεννά η κάθε αυγή.
Οι αέρες του Θεού δεν φύσηξαν ποτέ σ’ αυτή τη γη.
Αυτό.
Αν θες μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει αυτό».

ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ

«Όλα εμπαίζουν την αιωνιότητα.
Και συ Κλεισμένε στο αίνιγμά σου
Κύριε ωχρέ του κήπου εσταυρωμένη έκσταση»

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

«Κύριε κι αφέντη μου!
Ω εσύ, διδάσκαλέ μου!
Γιατί μένεις
Μακριά; Κι όταν
Σε ζήτησα μεταξύ των αρχαίων,
Ηρώων και
Θεών, γιατί ήσουν
Απών; Και τώρα είναι γεμάτη
Πένθος η ψυχή μου»

HOLDERLIN

«ίνα τι, κύριε, αφέστηκας μακρόθεν,
υπεροράς εν ευκαιρίαις εν θλίψει;»

«Ο θεός ο θεός μου, πρόσχες μοι. ίνα τι εγκατέλιπές με;».

«ο θεός μου, κεκράξομαι ημέρας, και ουκ εισακούση, και νυκτός,

«Έως πότε, κύριε, επιλήση μου εις τέλος;
έως πότε αποστρέψεις το πρόσωπόν σου απ’ εμού;
έως τίνος θήσομαι βουλάς εν ψυχή μου,
οδύνας εν καρδία μου ημέρας;
έως πότε υψωθήσεται ο εχθρός μου επ’ εμέ;

ΔΑΥΙΔ

«Ερωτάς πώς τα ημέτερα. Και λίαν πικρώς. Βασίλειον ουκ έχω. Καισάριον ουκ έχω, τον πνευματικόν αδελφόν και τον σωματικόν. “Ο πατήρ μου και η μήτηρ μου εγκατέλιπόν με”, μετά του Δαβίδ φθέγγομαι. Τα του σώματος πονηρώς έχει, το γήρας υπέρ κεφαλής, φροντίδων επιπλοκαί, πραγμάτων επιδρομαί, τα των φίλων άπιστα, τα της Εκκλησίας αποίμαντα. Έρρει τα καλά, γυμνά τα κακά, ο πλους εν νυκτί, πυρσός ουδαμού, Χριστός καθεύδει. Τι χρη παθείν; Μία μοι των κακών λύσις, ο θάνατος. Και τα εκείθεν μου φοβερά, τοις εντεύθεν τεκμαιρομένω»

«Τολμώ φράσαι τι. Χριστέ, μη πίεζέ με»

«Τώρα όμως εμένα με ζεματάει
πολλή τρικυμία δεινών.
Τι χειρότερο θα φέρεις, Χριστέ μου;
Θα με κάψεις κι άλλο στη φωτιά;».

«Λίγο ακόμα και φεύγομε πια
από την τραχύτητα της ζωής.
Ποια θα είναι τα εκεί; Καλά για μένα
ακόμα κι αν είναι πολύ άσχημα»

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

Με πόση “αφαίρεση”, Θεέ μου, Σε πιστεύουμε!

«Ανοίξαμε το παράθυρο να μπη ο Θεός,
ανοίξαμε το παράθυρο και περιμένουμε».

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Ψυχοσάββατο του Αγίου Δημητρίου




ΜΕΣΟΒΟΥΝΟ

Άραγε να γυρνούν οι σκιές
μες στο Μεσόβουνο
να γυροφέρνουνε στις αυλακιές μέσα στη νύχτα
και σε κείνα τα ξώθυρα
π’ απόμειναν αμαντάλωτα
άραγε να καραδοκούν
να περιμένουν;
Μα και κείνων των άλλων οι σκιές
που φύγαν στο κατόπι
σ’ άρματα πάνω ξομπλιαστά
και με τις λόγχες τους να στάζουν
άραγε να επιστρέφουνε
σαν και τις άλλες
να γυροφέρνουνε στα χώματα
κι εκεί που ο τόπος δάκρυζε νερό
και τώρα σκάει αίμα
άραγε να κατεβαίνουνε τις νύχτες
με τις σκιές των πρώτων
για να συχωρεθούνε;

29-5-2011

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Των παιδιών που δε γεννήθηκαν


ΚΑΤΑΛΟΓΙ

Των παιδιών που δε γεννήθηκαν
Ελεγείο
Που τα βαστάς στη μνήμη σου
Με νύχια και με δόντια
Γιατί άλλωστε και δεν το μπορείς
Να τα ξεπεράσεις
Ή και να τα περάσεις
Έτσι απλά
Στην ανυπαρξία.

Των παιδιών που δε γεννήθηκαν
Παραμένει
Η αίσθηση της τελευταίας νύχτας
Και το στερνό συντρόφιασμα
Και ένας χωρισμός που στάθηκε βουβός
Σε μια ατόφια
Μελλοντική
Σιγή.

ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, Αθιβολές, Το Ροδακιό 2002

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Γκόμπλιτσα


[1922]

Ωραία είναι εδώ: το θρόισμα, ο τριγμός,
Κάθε αυγή η παγωνιά να μεγαλώνει,
Ο θάμνος που απαυγάζει σαν πυρσός
Και απ' τον πάγο ροδάνθιστος κυρτώνει.
Και ίχνη από σκι, που φέρει του χιονιού,
Σαν θύμηση παλιά, ο λαμπρός χιτώνας,
Ότι μια μέρα αιώνα αλλοτινού
Περάσαμε από εδώ, μαζί, οι δυο μας.

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ

Πλανόδιον, Δεκέμβριος 2008
(μτφρ.Α.Καρούλιας-λογοτεχνική απόδοση: Κάρολος Τσίζεκ)
φωτογραφία: Σάκης Νταζάνης

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Ήταν ο τόπος μου



ΗΤΑΝ Ο ΤΟΠΟΣ ΜΟΥ
μια επανάσταση που κατέληγε διαρκώς σε παλίνδρομη κύηση

«Ενώ τώρα σαν ξέφαντο σκιάχτρο
τραβώ μ' όσα να χαίρονται οι εχθροί μου»

ΑΙΣΧΥΛΟΣ, Προμηθεύς Δεσμώτης

«Ήταν ο τόπος μου βράχος και χώματα […]. Ήταν ο τόπος μου σαν το χαμόγελο /όνειρο καθημερινό /κάποιος τον πούλησε, κάποιος τον ρήμαξε /σα δανεισμένη πραμάτεια». Οι στίχοι του Κ.Χ.Μύρη και το δραστικό παράπονο που εκπέμπει η σύνθεση του Γιάννη Μαρκόπουλου υποχρεώνουν αφενός σε «αναγνωστική» επανάληψη και αφετέρου σε επιστροφή στα κιτάπια της ιστορίας, προκειμένου να αναγνωρίσει ο καθείς τα αιωνόβια λάθη μέσα στα λάθη του παρελθόντος. Δυστυχώς από τη στιγμή που περιχαρακώθηκε κράτος ελληνικό από τα αδαή και άσχετα περί αρμάτων αρχοντοσόγια της ελλαδικής ενδοχώρας, εκλήθησαν προς βοήθεια τα δεκανίκια των ξένων εταίρων, αφού πρώτα κατέστειλαν κάθε σωστική οίκοθεν προσπάθεια, δολοφονώντας τον πρώτο, αν όχι και μοναδικό, Κυβερνήτη, Ιωάννη Καποδίστρια. Δυστυχώς -ξανά- σ’ αυτόν τον τόπο κυοφορούμε μια επανάσταση που καταλήγει διαρκώς σε παλίνδρομη κύηση. Ο Ίων Δραγούμης ήταν το δεύτερο κρούσμα αναστολής κάθε γνήσιας φιλοπατρίας. Έκτοτε είμαστε άξιοι της μοίρας μας.

Θα ανατρέξω, όχι σε παραθέματα ιστορικά, αλλά σε ένα νανούρισμα από τα Μαστιχοχώρια της Χίου -από ποιο άραγε μαστιχόδεντρο τώρα καμένο;- που «η ναναρίζουσα μάννα», σύμφωνα με τον Ν.Γ.Πολίτη που τα συνέλεξε, «πρωτίστην ευχήν δίδει εις το τέκνο της, πλουτήσαν να συστήση 21 σχολεία, εν εις έκαστον χωρίον, περί ων παραπονείται ότι δεν μεριμνώσιν οι άρχοντες του δήμου, επιλήσμονες γενόμενοι των υποχρεώσεων αυτών προς το έθνος». Το αντιγράφω αυτούσιο μια και κραυγάζει την επικαιρότητά του από την πρώτη κιόλας ανάγνωση:

«Κάμε, Χριστέ τσαι Παναγιά, τσαι θρέψε το παιδί μου,
να μεγαλώσει, να θραφεί, καλό παιδί να γίνει.
Τύχη χρυσή ας του δίγεται τσαι φώτιση μεγάλη,
να μάθει γράμματα πολλά τσαι φρόνιμο να γίνει,
για να τσερδίζει χρήματα, παντού καλά να κάμνει:
ένα τσαι είκοσι σκολειά μ’ αληθινούς δασκάλους,
να μάθουν γράμματα οι φτωχοί, αθρώποι να γενούνε,
να μάθουν πως’ ρφανέψαμεν από τους άρχοντάς μας,
να μάθουν πως ξεχάσαμεν του γένου μας τα φρένα,
πως ο καθείς μας χρεωστεί βοήθειαν να δίνει
εις τα σκολειά, στις εκκλησιές τσαι στα ορφανεμένα»

Δυστυχώς -τρις πια- είναι αργά, πολύ αργά και όλα πλέον αμετάκλητα. Ο κύβος ερρίφθη εδώ και αιώνες. Το νανούρισμα -τι νανούρισμα; Εγερτήριο είναι αυτό- απλώς επιβεβαιώνει την ανυπαρξία οποιασδήποτε ελπίδας και διασφαλίζει τη βεβαιότητα ότι δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα απολύτως και ποτέ σ’ αυτόν τον τόπο που οι μισοί αγωνίζονται να τον στεριώσουν και οι άλλοι μισοί αγωνίζονται -με την ίδια μάλιστα, αν όχι και περισσότερη, έφεση και τον αυτό ζήλο- να τον αφανίσουν. Δυστυχώς -ξανά και ξανά- επικράτησαν οι έσχατοι, καθώς εμείς, ως οι νήπιοι και μωροί σύντροφοι του Οδυσσέα πορευόμασταν και βαυκαλιζόμασταν έτη τώρα από τις εξίσου νήπιες και μωρές και κατεξοχήν εγκληματικές πράξεις πολιτικών που τον ξέκαναν δια παντός. Εντούτοις το νανούρισμα ανασκάπτεται τώρα στα δύσκολα, για να λειτουργήσει εκ νέου -και για όσους- ως αφύπνιση ή ως μαρτυρία.

Εντός του αναζητούνται διακαώς και συνεχώς -πιο επιτακτικά ίσως από ποτέ- «δάσκαλοι αληθινοί» να παιδεύσουν την ψυχή και να εγείρουν το μυαλό των μαθητών που η νωθρότητά του εγγίζει τον εφιάλτη. Το «αληθινοί» αφήνεται ασχολίαστο και ως παρανυχίδα της εκπαιδευτικής ανεπάρκειας. Εντούτοις και εντός ενός μεγάλου ποσοστού μιας εκπαιδευτικής μάζας σαθρής υπάρχει διαρκώς η μαγιά εκείνη που φέρει σε πέρας όλες τις ευεργετικές ζυμώσεις που συντελούνται μέσα σε μια σχολική τάξη. Οι «μάχιμοι» αυτοί καλούνται σήμερα να φυλάξουν εκ νέου Θερμοπύλες, καθώς ο μεγαλύτερος κίνδυνος που ενέσκηψε με δόλιο τρόπο στις τάξεις των ελληνικών σχολείων και που ενεδρεύει σε κάθε γωνιά τους είναι η «βεβαιότητα» ότι κάθε προσπάθεια και γνώση είναι άχρηστη, εφόσον όλα έτσι κι αλλιώς οδηγούν στο «άνεργο» τίποτα. Για τον εφιάλτη αυτό, όχι μόνο δεν είναι άμοιρο ευθυνών το κρατικό σύστημα, θα υποστήριζε μάλιστα κανείς ότι επιτυχώς παρωθεί γονείς και παιδιά προς αυτή την ύπουλη «βεβαιότητα», τραβώντας διαρκώς το χαλί κάτω από τα πόδια των τελευταίων. Η παιδεία είναι δύναμη για τους υπηκόους. Και η ανυπαρξία της είναι δύναμη για τους «άρχοντες» του νανουρίσματος. Πόσο πια ιστορία να διαβάσει κανείς για να επιβεβαιώσει ή να πείσει για του λόγου του αληθές;

Ζούμε εμείς εδώ, στα δυτικά της Μακεδονίας, στο ημίφως της επαρχίας. Και μια κατάβασή μας στην πρωτεύουσα, που παρεπιδημεί στο κέντρο όλων των κρίσεων, δεν αφήνει περιθώρια για ελπίδες -ούτε καν για ψευδαισθήσεις. Εκεί τα πράγματα έχουν αγριέψει εξατομικευμένα και εν συνόλω ως ο Χορός στην αρχαία τραγωδία. Κορυφαίος ακόμα δεν ευρέθη, αν και πολλοί κατά καιρούς -και ίσως λίγο τυχάρπαστοι- θέλησαν ν’ αρπάξουν αυτόν τον τίτλο του ελευθερωτή, δυσαρεστημένου ή αγανακτισμένου, του «δεν πληρώνω» και των άλλων και πολλών κινημάτων που επνίγησαν πριν καλά-καλά την εξέγερσή τους. Η κατάσταση σηκώνει θυσία τύπου Σολωμού Σολωμού και εμείς κρατάμε μελάνια στα χέρια και πλήκτρα χτυπάμε ακατάπαυστα, όταν δεν υπνώττουμε στη μαλθακή ενδοχώρα και το περιρρέον οικοσύστημα.

Ζούμε λοιπόν στο ημίφως. Και σαν κατέλθουμε στο κλεινόν άστυ η πραγματικότητα λειτουργεί ως η σωκρατική εκείνη αλογόμυγα, που, θες δε θες, σε επαναφέρει στον εφιάλτη. Άνθρωποι που στέκονται ή σωριάζονται σε δρόμους κεντρικούς ζητώντας νερό και άνθρωποι που σου ζητούν απλώς ψωμί. Άνθρωποι δίχως στον ήλιο μοίρα. Γυναίκες και παιδιά στα σκαλοπάτια εκκλησιών, άνθρωποι που τους υποβάλλεις σε ένα ασύνειδο face control, από το οποίο διαγιγνώσκεις τη ματιά της απόγνωσης ενός υποψήφιου αυτόχειρα. Τα βλέμματα μαχαίρια και τα μάτια των παιδιών επίσης, που σου μπήγονται κατευθείαν μέσα. Οι στιγμές αρρωσταίνουν. Θεέ μου, πού πάμε, σκέφτομαι, πού μας πάνε. Θεέ μου, πού μας πήγαν. Από το ’86 θυμάται η μάνα να ξεκινούν τα συσσίτια στις εκκλησίες σε όλη την Αθήνα, μα τώρα τα συσσίτια περίσσεψαν, η ανάγκη για δέματα περίσσεψε, οι εκκλησίες πληρώνουν νοίκια και φάρμακα και τη ΔΕΗ που η κρατική «πρόνοια» τα κόβει και τα αφαιρεί. Φαύλος και άσπλαχνος κύκλος. Υπάλληλοι που τους υποχρεώνουν να κόψουν το ρεύμα σε οικογένειες, που πάνε και βλέπουν τα μικρά παιδιά και πισωπατούν και λεν «όχι, εγώ, δεν το κόβω, ας έρθει άλλος». Και έρχεται ο άλλος και το κόβει. Η κατάσταση θυμίζει εικόνες Κατοχής ή της Αγγλοκρατίας στην Κύπρο την περίοδο του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα. Εντούτοις η ευσπλαχνία των ελαχίστων δεν εξασφαλίζει και τη σωτηρία. Η δαμόκλειος σπάθη επικρέμαται.

Τέλη Αυγούστου και ανεβαίνω μεταξύ Εθνικής Βιβλιοθήκης και Ακαδημίας. Ακούω φωνή ανθρώπου, που δεν ξέρω από πού, να φωνάζει «Νερό, θέλω λίγο νερό». Φωνή, όχι παράκλησης πια, μα σχεδόν απαίτησης. Τον ψάχνω και τον κοιτώ στα δεξιά, απόμακρο και σε μια γωνιά, και ούτε καν φαινόταν, μονάχα η κραυγή του ακουγόταν, φωνή βοώντος εν τη ερήμω, άνθρωποι ανέβαιναν και άνθρωποι κατέβαιναν και άνθρωπος ουδείς τον άλλον να τον ξεδιψάσει. Πονώ. Πονώ σε κάθε βήμα. Μα τον προσπερνώ, για να βρεθώ ενώπιον ενός άλλου και έπειτα ενός ακόμα. Μπαίνω στην Εστία και κάπως ανασαίνω. Και έπειτα φορτωμένη με το 40% δίνω ραντεβού στο εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων δίπλα απ’ τη Νομική. «Έχει ένα παρκάκι εκεί», λέω στη φίλη. Κατευθύνομαι και ήδη σκέφτομαι το παγκάκι που θα με περιμένει και το ξεφύλλισμα των βιβλίων και θέλω να ξεχάσω. Όμως στέκομαι και κοιτώ. Και τα βιβλία που κρατώ με ελέγχουν ένα-ένα. Παγκάκι ούτε για δείγμα για αναγνώστες ή περιηγητές. Μονάχα για άστεγους. Μονάχα άστεγοι με εμφανή τα ίχνη ενός ιδιότυπου συνωστισμού που υποχρέωνε σε προσωρινές έστω κατοχυρώσεις. Άστεγοι που έκρυβαν τα ευτελή υπάρχοντά τους μες στις δεντροστοιχίες του δήμου Αθηναίων και των υπολοίπων, άστεγοι, πρώην εν σκέπη και τώρα ασκεπείς πολίτες και συνδαιτυμόνες συσσιτίων. Με πιάνει ναυτία.

Παραμονή της Αποκεφάλισης και στο μοναστήρι του Προδρόμου στον Καρέα. Επαίτης με δεκανίκια στην αρχή της ανηφόρας προς τη Μονή. Τον ακούς, καθώς προχωράς, «ψωμί, λίγο ψωμί» και σαν τον προσπερνάς «ψωμί, τι αξία έχει πια ένα ψωμί σήμερα;». Ήταν το ύστερο χτύπημα στην καρωτίδα της ψυχής. Αλήθεια, τι αξία έχει ένα ψωμί σήμερα; Ανυπολόγιστη, μου απαντούν τα μάτια του.

Νιώθω τον τόπο μου καρφωμένο, όχι σε έναν, αλλά σε δυο βράχους, όχι στον Καύκασο, αλλά με το ένα χέρι στη Σκύλλα και με το άλλο στη Χάρυβδη. Νιώθω τον τόπο μου καρφωμένο ωσάν τον Προμηθέα που τον βασανίζουν, όχι οι θεοί, αλλά η ύβρις των αυτουργών εκείνων που τον παρέσυραν σε μια ολοσχερή καταστροφή που έχει προ πολλού σημάνει τον αφανισμό. Νιώθω ότι βρισκόμαστε ακόμα στον προθάλαμο της πανωλεθρίας, σε μια ιδιότυπη «Αίθουσα Αναμονής» σαν του Γεραλή, όπου το τέλος δεν επίκειται, αλλά έχει ήδη συντελεστεί. Τα μέγιστα ακολουθούν και με βήμα ταχύ μας καταφτάνουν. Ως τότε φροντίζουν οι επιτήδειοι να επισπεύσουν τις διαδικασίες, παραχωρώντας -διανομή δωρεάν φυσικά- το νέο εγχειρίδιο γραμματικής, μια που οι Έλληνες ίσως θα πρέπει να συμπεριληφθούν στο ρεκόρ guiness ως η μοναδική περίπτωση λαού που μεταχειρίζεται τη γλώσσα του ως να πρόκειται για χαμαιλέοντα. Επομένως και μια που έχουμε λύσει και όλα τα επιμέρους προβλήματα, μπορούμε πλέον να ξεχυθούμε στον αμπελώνα της ελληνικής και κατά το δοκούν να κόψουμε και να ράψουμε, να φτιάξουμε, βρε αδερφέ, ένα νέο κουστούμι και έπειτα να μην έχουμε παρά να αποκαλύψουμε τον παραγγελιοδόχο, που φυσικά και θα προτιμήσει να διατηρήσει την ανωνυμία του.

Νιώθω τον τόπο μου -νιώθω και μένα- σαν τον Προμηθέα. Εντούτοις Ηρακλή δε βλέπω.

«Τωρινές συμφορές, τρισαλίμονο,
κι όσες άλλες, στενάζω, μου μέλλονται
ποτέ, πού τάχα μια άκρη θενά 'βρω;
Κι όμως τι λέγω; όλα εγώ από πριν τα ξέρω
ξάστερ' οσά 'ναι για να ΄ρθουν, ουδέ θα μ' έβρει
καμιά συμφορά ανέλπιστη»

ΑΙΣΧΥΛΟΣ, Προμηθεύς Δεσμώτης

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Μνήμες θανάτου


ΕΚ ΣΕΡΡΩΝ

Χρόνια τώρα τους περίμενα
Κοντεύουν τα πενήντα
Χορτάριασα ξεχορτάριασα ξένος
Μ' ένα ποτήρι τσίπουρο
και πέρασα απέναντι
Συγγενικό το τσίπουρο
μα το μπουκάλι λάθος
Δεν τ' άντεξα το φάρμακο
και βρέθηκα στο χώμα
Ύστερα ήρθαν οι δικοί μου
Έσπρωξαν τα φύλλα και με βρήκαν
Γεώργιος Λαυρεντιάδης εκ Σερρών
Πενήντα χρόνια τώρα
Εκ Σερρών.

Άγιος Δημήτριος. Κοζάνη

Βαδίζουμε σε δρόμους και χρόνους που δεν ελέγχουμε. Μια τύχη μ' έστειλε στον τόπο που η γιαγιά, μες απ' τα καπνοχώραφα στους πρόποδες του Μπέλες, δεν άντεχε ούτε να ακούσει. Ήταν ο τόπος που της στέρησε τον πατέρα. Τον θυμάται η μάνα μου που πήγε να τους χαιρετήσει λίγο προτού αναχωρήσει για το ταξίδι στην Κοζάνη. Δεν τον ξανάδαν. Η γιαγιά μια και μοναδική φορά είπε να μ' επισκεφτεί και έκτοτε ούτε ξαναγύρισε, μονάχα έφυγε μια μέρα του Οκτώβρη, μόλις που είχε χαρεί την πρώτη μου κόρη κι από τότε μονάχα στον ύπνο, μονάχα στον ύπνο μέσα μου επιστρέφει, για να μου πει "Καλά, εσύ, πάντα θα πονάς, για να γράφεις;".

Εκ του Πόντου και τη ντοπιολαλιά της έφερνε στην πρωτεύουσα, όταν περνούσε τους χειμώνες μαζί μας σα μεγάλωσε πολύ και μετά το θάνατο του παππού. Τις άκουγα να μιλούν στην κουζίνα. Μάνα και κόρη. Κι εγώ, μικρό παιδί, λάθρα αφουγκραζόμουν. Άλλα τα καταλάβαινα και άλλα όχι. Έμαθα όμως στο περίπου να ξεδιαλύνω το νόημα. Δίχως να τα μιλώ. Μα σαν πρωτόρθα στον τόπο, σκιρτούσα σαν άκουγα τη διάλεκτο των δικών μου και ήταν μια παρηγοριά οι Τετάρτες που στην αγορά κατέβαινα. Και ξένη κάπως δεν ένιωθα. Γιατί δεν ήταν μόνο οι χειμώνες. Παρά και οι μήνες στο χωριό, όπου σχεδόν μετανάστευσα -δούλευαν βάρδιες οι γονείς- και κάπου εκεί χάθηκαν τα πρώτα μου βήματα, που στάθηκαν δίπλα στη Δοϊράνη και όχι στο πατρικό μου. Έκτοτε μου ήταν πολύ φυσικό να επιστρέψω, αν όχι στα Κεντρικά της Μακεδονίας, τουλάχιστον στα Δυτικά της.

Θυμάμαι το σεισμό στη Θεσσαλονίκη το '78 που ρήμαξε τη συμβασιλεύσα, μα κι έφερε τ' απάνω κάτω στα περίχωρά της. Τον έζησα σαν κύμα παλιρροιακό που αναστάτωσε δια βίου τη μικρή ζωή μου. Θυμάμαι να κοιμόμαστε στην αυλή της εκκλησίας του Σταυρού του Σ.Σ.Μουριών, όλοι φοβόντουσαν πια στα σπίτια, και έπειτα στις αυλές τους, έως ότου ησυχάσει η γη και ξαναμπούμε κάτω από τη στέγη. Νυχτέρια με ανθρώπους και ήχους και φωνές που καρφώθηκαν στη μνήμη με τρόπο ανεξίτηλο, καθώς διένυα ήδη μια ηλικία, όπου το σφουγγάρι δουλεύει με τρόπο καταλυτικό επίσης. Θυμάμαι τη νύχτα που ξυπνούσα και έτρεμα στην κάθε σκιά και κουκουλωνόμουν, ούτε ο αέρας να με φτάνει, και σχεδόν δεν ανέπνεα. Κουκουλώνομαι εντούτοις ακόμα. Και σε στιγμές οριακές πάλι στο σπίτι εκείνο επιστρέφω. Στον ύπνο εννοείται. Και ο φόβος για τους σεισμούς ίσως και να έχει μείνει από τότε. Όπως και πολλά άλλα. Και δύσκολα. Όπως οι γονείς μακριά. Και όμορφα επίσης. Όπως η γιαγιά. Συντροφιά μοναδική στα νυχτέρια του ενδοσχολικού εγκλεισμού. Τη θυμάμαι απέναντί μου. Μ' ένα ψαλτήρι στα χέρια. Σιγομουρμούριζε τις συλλαβές μία-μία. Αδύνατον να καταλάβαινε τα πάντα, αν και ένιωθε περήφανη που είχε πατέρα ψάλτη. Όμως διάβαζε με ζήλο. Και μου' λεγε μια προσευχή. Αυτήν που την ήξερε απέξω -κάπως σαν το "Κύριε, μη με ελεήσεις" των συναξαριών και την έλεγε στο προσκεφάλι προτού κοιμηθεί: "Τήν πάσαν ἐλπίδαν μου εἰς Σέ νατίθημι, Μήτερ τοῦ Θεοῦ φύλαξον με, ὑπό τήν Σκέπην Σου". Δεν ξέρω αν με αυτήν έφυγε και ποτέ δεν μάθαμε, όμως στον "ύπνο" της χαμογελούσε και στα σαράντα της γνώριζα πια πως το θάνατο ακολουθούσε μια ζωή. Μια καινούργια μικρή ζωή. Τη θυμάμαι να διασχίζει το διάδρομο του σπιτιού και να σκύβει έντρομη σχεδόν το κεφάλι σε μια παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας, όπου εικονιζόταν παραστατικότατα η Κόλαση. Ο ζήλος του δικού μου πατέρα διέφερε κατά πολύ της γιαγιάς που ήταν ή είχε γίνει με το πέρασμα του πανδαμάτορα ψυχή αγαθή.

Ο πατέρας της χάθηκε αιφνίδια με τον τρόπο που σκιαγραφήθηκε στο ποίημα. Πέρασαν χρόνια ώσπου να πάμε στον παππού, αν και μας χώριζε μόλις μισή ώρα απόσταση. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί τα ακριβά πράγματα θέλουν το χρόνο τους. Από μνήμα σε μνήμα τον ψάχναμε και για ώρα. Μα ο παππούς δε φαινόταν. Και ψάχναμε ψύλλους στ' άχυρα μετά από τόσα χρόνια. Μα κάτι μέσα μου μ' έσπρωχνε να τον βρω, όπως και τον βρήκα, ενστικτωδώς θαρρείς, σα να με καλούσε κοντά του. Με δυσκολία διακρίνονταν τα λαξευμένα γράμματα, όμως ήταν αυτός. Και είχαν έρθει επιτέλους οι δικοί του. Που με κάποιο υπόσκαφο τρόπο τούς τράβηξε η ζωή κοντά του. Για να μην είναι μόνος πια. Τον νιώθω απέναντι, μονάχο μέσα στο χώμα του, και γύρω τα φουγάρα του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Αν είναι να βρεθώ στο χώμα, κάπου εκεί υπάρχει και αυτός. Κρίκος συνδετικός που με ενώνει με το νότο. Εκεί όπου οι δικοί μου. Και τώρα οι εδώ δικοί μου. Πατρίδες πολλές.

Φέτος ξανά μετά από πολλά ενδιάμεσα χρόνια σιωπής τάφου. Μα σα να περίσσεψαν τα αγριόχορτα απάνω σου, παππού. Σα να περίσσεψε η λήθη. Και πάλι μπλεχτήκαμε στα μνήματα για να τον βρούμε. Τον εντόπισα ξανά. "Με θέλει ο παππούς" σκέφτομαι δυνατά. Χορτάριασε εκ νέου. Μας καλεί να επιστρέψουμε, να τον περιποιηθούμε. Τον περιποιούμαι γράφοντας. Το ρόδο που άνθισε μες απ΄τα αγριόχορτα οδηγεί το ένα ποίημα στο άλλο, που ελάχιστη κατ' ουσίαν απόσταση τα χωρίζει. Κάπου εδώ, στις πρώτες ορθρινές ώρες, βάζω τελεία στη μνήμη.



ΕΝΤΑΦΙΑΣΜΟΣ

Σαν το ενταφιασμένο σώμα
το νεκρό
και πάνω του μίσχοι λουλουδιών
και βασιλικών ρίζες
να πασχίζουν
ματαίως
να το επαναφέρουν στη ζωή
Όμως
εκείνο εκεί
κεκοιμημένο
εν ζωή κι ας είναι
και μόνο τη χοϊκή δροσιά των βασιλικών
να δέχεται
και ν' αναθαρρεί
πως δεν είναι ολότελα θαμμένο
Πως κάποιο άρωμα ζωής
το φτάνει
κι ας μην μπορεί εντελώς να το κρατήσει.

ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, Της αλυπίας είναι η χώρα, Ιδαλγός 2009

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Στη χελιδονοφωλιά των ουρανών


Σε χελιδονοφωλιά των ουρανών
φωλιάζουν οι ψυχές
αποδημητικά που φεύγουν κι έρχονται
και που ο Θεός -ασάλευτος σε μια τοιχογραφία-
πίσω τα περιμένει


Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Δελτίο τύπου για ένα παραμύθι


κι όπως το χαμογέλιο του απλώθηκε
οι ουρανοί ανοίξαν...

....και θαύμασαν τότε
πώς ποταμός και καθρεφτίστηκε μες στα κλαδιά ενός δέντρου



Υ.Γ. Το παραμύθι της Ιτιάς και του Ποταμού υπάρχει -εν αρχή- στη συλλογή παραμυθιών της Αυγής Παπάκου-Λάγου "Η γυναίκα στο ελληνικό λαϊκό παραμύθι (Καλέντης, 1994). 

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Ρωμανού, Δαμασκηνού, Ανανία και της Παναγίας. Της Γοργοεπηκόου.


ΟΣΟΙ ΛΕΥΚΟΦΟΡΟΙ, ΕΝΝΟΗΤΩΣΑΝ

Είναι κανείς από το μέρος της αθωότητας -λευκοφόρος την διάνοιαν, που λέει κι ο Ρωμανός- σε δύο περιπτώσεις: όταν δεν έχει φτάσει στο σημείο να υποψιασθεί καν το μαύρο. Κι όταν τό έχει διατρέξει ως την έσχατη άκρη του, έτσι που να πατήσει από το άλλο μέρος πάλι στο λευκό. Με πλήρη συνείδηση ότι όσα γνώρισε στο αναμεταξύ τού είναι απολύτως άχρηστα.
Μιλώ πέραν από την ανάγκη και πάνω από την ανισότητα των πεπρωμένων.
Μορφές όπως του Πλωτίνου, του Ρωμανού του Μελωδού, του Fra Angelico, του Blake, του Vermeer, του Holderlin, του Novalis, του Mozart, του Rimbaud, του Shelley, του Θεόφιλου, του Παπαδιαμάντη, διαφορετικές στο έπακρο, μ' ελκύσανε ανέκαθεν -ανεξάρτητα εντελώς από τη ζωή τους- γι' αυτό το λευκό σημάδι που διασώζανε στο έργο τους, τη λάμψη που έφερναν είτε με τρόπο ήπιο είτε με αγριότητα.
Επειδή, βέβαια, η χώρα της αθωότητας δεν είναι όπως τη φαντάζονται μερικοί. Έχει τους αγίους της και τ' αγρίμια της, τα παρθένα δάση και τα γαλήνια νερά της.
Χρειάζεται να' σαι τέλεια αφοπλισμένος για να προχωρήσεις μέσα της. Είναι τόσο αραιός ο αιθέρας εκεί, που καμιά κοσμοθεωρία δεν αντέχει, καμιά σοφία δεν έχει πέραση.
[...]
Ω, ναι, είναι δύσκολο να το εξηγήσει κανένας. Πρόκειται για μια "μηχανή", με την παλιά σημασία, που με κάθε κίνηση προς τα πίσω ξεγράφει την ιστορία και με κάθε κίνηση προς τα εμπρός διανοίγει μια παρθένα οδό: για να μπορεί να βλέπει ο καθένας διαρκές το ακαριαίο και ακαριαίο το διαρκές. Να βλέπει ό,τι αγαπά σαν τον πυρήνα ενός παραδείσου.
Όσοι λευκοφόροι, εννοήτωσαν.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Η μαγεία του Παπαδιαμάντη

Μικρό και αυθαίρετο σχόλιο:

Το παραπάνω απόσπασμα του Ελύτη για τον Σκιαθίτη με το οποίο εισέρχεται στη μαγεία του, υποχρεώνει σε διαρκή επανάληψη. Τόσο για το μεράδι της αθωότητας που ορίζει όσο και για τη χώρα της. Μάλιστα δε γι' αυτούς τους λευκοφόρους τούς εν σκότει που αδυνατούν να ορίσουν πάντα τα μέλη τους ή να υπακούσουν στην ποινή της σιωπής, καθώς αθώοι εντελώς και ως παίδες εν καμίνω, και που αιφνιδιάζονται κάθε φορά από το φόβο και το σκοτάδι των υπολοίπων, λευκοφόρων και αυτών, εν σκότει επίσης.  Δυστυχώς αυτό που καθιζάνει είναι το κατακάθι και όχι το απόσταγμα στιγμών που ορίζουν άλλωστε το ακαριαίο που διαφεύγει και όχι το διαρκές που δεν μένει. Ωστόσο είμαστε στιγμές μονάχα. Που τις χάνουμε ή τις κερδίζουμε ανάλογα. Λυπάται κανείς για όλη αυτή τη σπατάλη του χρόνου και έχει μια διάθεση ακέραιης φυγής και ουχί επαιτείας ή απαίτησης. Αποχωρεί τετρωμμένος εκ νέου.

"Νυξ αμειδής" λέει ο Ρωμανός, μα το φως ευαγγελίστηκε και όχι ματαίως. Υποχρεώνομαι σε υποταγή στο επουράνιο φως και όχι στο χοϊκό. Ωστόσο έρχεται ώρα και όχι, ου νυν εστί -μα ποιος μπορεί άραγε και να ξέρει;- που θα κλάψουμε ίσως πικρά -και όχι θα δακρύσουμε απλώς- γι' αυτό το χοϊκό φως που εν γνώσει μας απωλέσαμε, αποστρέψαμε, ενίοτε δε και εκδιώξαμε. Η ιστορία επαναλαμβάνεται δυστυχώς. Οι παραμυθίες απλώς συνηγορούν υπέρ της επαλήθευσης της πραγματικότητας και ως αντίστιξή της.
Όσοι εν σκότει πρώην λευκοφόροι, εννοήτωσαν. Ε, και;