Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Τριήμερος ήδη και λείπει από παντού



ΕΞΟΔΙΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, μπορεί και παραλήρημα

Βρέχει τα χλιαρά του Νοεμβρίου
και το φως της μέρας ίδρωσε από υγρασία,
αυτονομούνται οι στοχασμοί
σαν τα ρεψίματα στο σκαμπανέβασμα του περιπάτου,
φρόκαλα και καλούδια του όντως όντος:
"Ο υπερήλικος που παίζει πρέφα στο γωνιακό
κι αυτά που του σκαρώνω εγώ, ο μεσήλικος,
ο εγκάτοικος στη λιμνούλα του Άγιου Αχίλλειου
με τους τρεις Αλβανούς λαθρεργάτες
που ξεφλουδίζουν το φασόλι στις παλιές φλοκάτες,
δείχνουν ότι βαρεθήκαμε τα ίδια πράγματα"

ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ, Ήλιος στη σκοτία, Ερμής 2001

Όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος, ορφανεύουν οι οικείοι του. Όταν πεθαίνει ένας δάσκαλος, ορφανεύουν οι μαθητές του. Όταν πεθαίνει ένας ποιητής, ορφανεύει ο κόσμος όλος. Ο Μίμης Σουλιώτης έχει το εξαιρετικό προνόμιο να ανήκει και στις τρεις κατηγορίες. Η ορφάνια είναι η αίσθηση εκείνη που καθιζάνει πέραν όλων των άλλων, του θρήνου, του πένθους, της απώλειας.

Ήταν ο αναντικατάστατος δάσκαλος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ο εμβριθής γνώστης των κειμένων, των γνωστών και των αγνώστων, εκείνων που ζούσαν στο ημίφως και στο περιθώριο της ιστορίας της λογοτεχνίας, έως ότου αναθέσει σε κάποιον από τους προπτυχιακούς, μεταπτυχιακούς ή τους υποψήφιους διδάκτορες να διατρυπήσουν το φλοιό της λογοτεχνίας αναζητώντας πάντα τον πυρήνα. Ο ίδιος, με τη σπάνια οξυδέρκειά του, στεκόταν ήδη εκεί, στον πυρήνα, καθώς μυριζόταν εκ προοιμίου τα πορίσματα, πανέτοιμος εντούτοις να υποδεχτεί τα καινά, εκείνα που του προσκόμιζαν όσοι είχαν την τύχη να είναι φοιτητές του. Ένας από αυτούς άφησε χτες σε ηλεκτρονικό μήνυμα το απόσταγμα αυτής της σπάνιας εμπειρίας: «Ήταν μοναδικός στο να αγγίζει ζωές». Πράγματι, ο δάσκαλος Σουλιώτης, όχι μόνο άγγιζε ζωές, αλλά γνώριζε καλά τον τρόπο να τις μεταμορφώνει, με το βαρύτιμο εκτόπισμα της πνευματικής του παρουσίας. Σαν τη μέλισσα στεκόταν και έβγαζε από τον καθένα ό,τι καλύτερο διέθετε, ακόμα και όταν αυτό που διέθετε το αγνοούσε ο ίδιος ή το διατηρούσε σε χειμερία νάρκη.

Όταν ουδείς σχεδόν στην Ελλάδα γνώριζε τον όρο δημιουργική γραφή, ο Μίμης Σουλιώτης ξεκινούσε ήδη τα πρώτα εργαστήρια δημιουργικής γραφής στις Πρέσπες και στο Ευρωβαλκανικό Άσυλο Ποίησης, δημιούργημά του επίσης, που θα οδηγούσαν στο πρωτοποριακό μεταπτυχιακό για τη δημιουργική γραφή, με ξεχωριστούς φοιτητές και διδάσκοντες δίχως υπερβολή από όλο τον κόσμο.

Ο Μίμης Σουλιώτης ήδη από τότε, δηλαδή από την αρχή, βρισκόταν τουλάχιστον 100 χρόνια μπροστά. Τόσο με την εξαιρετική εφημερίδα «Κοινή γνώμη», όσο και με το περιοδικό «Εταιρία». Και πολύ περισσότερο ίσως με το «βιβλιολογείο», το εργαστήρι παραδοσιακής βιβλιοδεσίας, και το παραδοσιακό τυπογραφείο, που έστησε εκ του μηδενός κυριολεκτικά εντός του Πανεπιστημίου χάρη στη δική του έμμονη αγάπη που συμπαρέσυρε και όσους βρίσκονταν κοντά του. Ο Μίμης ενέπνεε μικρούς και μεγάλους. Αυτό ήταν το χάρισμά του. Τους έκανε μερακλήδες και επομένως μυρμήγκια που δούλευαν μανιωδώς όπως και αυτός. Ή τον λάτρευες ή χανόσουν.

Αγαπούσε το λόγο ως αφή, δηλαδή ως βιβλίο, αλλά και ως πράξη ανάγνωσης, δηλαδή απαγγελίας, ως μοίρασμα του λόγου και κοινωνία και γι’ αυτό ήταν ένας από τους ελάχιστους, αν όχι ο μοναδικός, που δίδασκε απαγγελία στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθώς η απαγγελία στα Τμήματα Φιλολογίας παραμένει μια τέχνη ανύπαρκτη. Σίγουρα όμως, το εργαστήρι απαγγελίας δι’ εραστάς του Λόγου και η Απαγγελτική Ομάδα Καϊλαρίων, που οργάνωσε και δίδαξε, ήταν μοναδική πανελληνίως.

«Είναι, προπάντων», σημειώνει κάπου σε ένα βιογραφικό του, «ιδρυτικό μέλος του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού», μα και της Εταιρείας Ελλήνων συγγραφέων.

Εντούτοις η ακριβή και πανάκριβη ακαδημαϊκή παρουσία του λειτούργησε πάντα ως ασπίδα γι’ αυτόν που ήταν και θα παραμείνει πάνω και πέρα απ’ όλα, αυτό που έλεγε και φώναζε η ψυχή του. Και η ψυχή του έγραφε μονάχα ποιητής.

Ένας ποιητής βουβός, ένας σιωπηλός παρατηρητής της δικής του ζωής και των άλλων, ένας ποιητής που πήγε την ποίηση παραπέρα, χωρίς να την σπρώχνει παντοιοτρόπως και ιδιοτελώς.

Στη Φλώρινα ζούσε ένας ποιητής που χρόνια τώρα την αφομοίωνε ολόκληρη στους στίχους του. Ένας ποιητής που θα συνεχίσει να διασχίζει τον Ιανουάριο τα Κορέστια, που ζούσε χιλιόμετρα μακριά από όλες τις θάλασσες, αλλά κοντά στο Μοναστήρι, που έμενε στην ίδια όχθη της Αχρίδας, εκεί που ο ήλιος γέρνει σωστά, στην καλή, αντικριστός με τη δύση της Ρέσνας. Ζούσε δηλαδή βορειοδυτικά, γιατί βορειοδυτικά είναι λοξά και ό,τι πρέπει, για να μη λειώνει την ψυχή του νότια κι ανατολικά. Ζούσε μέσα στα Μακεδονικά βουνά, που στέκουν ακόμα γκρίζα, μαυρομέλανα, βαθιά χιονισμένα, αιώνες άλειωτα, βαριά, μεγαλεία της ψύξης. Εδώ όπου, λόγια πολύγλωσσα, τα λόγια τα παλιά μες στα καινούρια, το ανακάτεμα γλωσσών, το σμπαράλιασμα των λαών. Στο Ρούδαρι, όπου κανένας δεν κοιτά για δεύτερη φορά τη λίμνη, στη Μπέσφηνα που ρεύει ακατοίκητη, στο Ρέκαρτσι όταν αστράφτουν τα νερά, ένα μεσημέρι άηχο. Ζούσε στη Δυτική Βαλκανική. Στη χαραδρούπολη που πλαντάζει από σινιάκι κι από χιόνι, δηλαδή στη Φλώρινα, ζούσε μονιμότερα από προσωρινά ο ποιητής της, Μίμης Σουλιώτης.

«Ποίηση που αξίζει» έλεγε ο Μίμης «είναι αυτή που λέει ότι εδώ ζήσαν άνθρωποι, την τάδε Πέμπτη, που ανάπνεαν, πονούσαν, μιλούσαν, γελούσαν και δεν γινόντουσαν βαρετοί». Ποίηση που αξίζει είναι η εν ζωή και όχι η κεκοιμημένη, αυτή που αποσπάται από την καθημερινότητα και σ’ αυτήν επιστρέφει, αυτή που εισβάλλει στο λόγο μας, που μας υποχρεώνει να σιωπήσουμε. Αυτή που θα μπορούσε να την εκστομίσει ο καθένας μας. Γιατί «σήμερα», όπως γράφει αλλού, «στην εποχή του ακροτελεύτιου καταναλωτισμού οι ποιητές έχουν να γράψουν τη μη αναλώσιμη ποίηση: […] μήτε όμορφη, μήτε άσχημη: στην ώρα της, όπως μεταρσιώνεται από την καθημερινή κουβέντα». Χωρίς λόγιες επεξεργασίες ή επιτηδευμένα στρογγυλέματα. Εικόνες άκοφτες, αμοντάριστες, όπως τις βλέπει για πρώτη φορά ο φακός. Εκείνη η «βαθιά επιφάνεια» που φωλιάζει μέσα μας, που έχει κάτι από το πρώτο βλέμμα του ανθρώπου πάνω στη γη, σαν το πρώτο ξύπνημα μετά από αιώνες σκοταδιού. Όπως ο τυφλός, όταν για κάποιο λόγο αρχίζει πάλι να βλέπει. Έτσι και με την ποίηση Σουλιώτη. Ήσουν τυφλός και αρχίζεις και πάλι να βλέπεις.

Τους τελευταίους μήνες είχε κανείς τη βεβαιότητα ότι ο ποιητής παλεύει στο γνωστό αλώνι. Αντίπαλος ο Χάρος, όπως και στο ομότιτλο ποίημα:

«Για την ώρα νικάει αυτός
αλλά θα τον ισοφαρίσω
όταν θα του έχω πεθάνει
και κηδεμένος με σακάκι φωτεινό κίτρινο,
με παπουτσίχρωμη γραβάτα και γραβατιές κάλτσες
και με τη σκελέα της Σκουάντρα Ατζούρα από μέσα
και τον ψιλό μου κασκορσέ, η ωνιά του θα έχει περάσει
και δεν θα μπορεί να με χαλάσει άλλη φορά
γιατί όταν θα έχω σκορπιστεί
μετά από την ήττα στα μαρμαρένια αλώνια
σαν στάχτες στο γυαλί,
εκείνος δεν θα επιχειρήσει τίποτα
γιατί θα αναιρούσε την ιδιότητά του,
γι’ αυτό θα συμπορευόμαστε παράλληλα
εκείνος τεθλιμμένος Χάρος όλο πλήξη
ενώ εγώ έχοντας ξεμπερδέψει μία και καλή,
θα είμαι ολόνεκρος σταυροκούμπωτος ή δίπετος,
παστεριωμένος στους στίχους
που για την ώρα αιωρούνται στην ατμόσφαιρα
σαν γύρη από φτερά
τιναγμένα σαν μικρά χαλιά
στην τύχη».

Νίκησε αυτός που ήταν να νικήσει, όμως Dat’s Life, όπως γράφει, και ως γνωστόν:

«Ο μονόλυκος θάνατος αρπάζει τις ωραίες ψυχές
και πλέει στη λίμνη του πέρατος,
κρατώντας τες ψηλά σαν αθώα περιστέρια.

Ο θάνατος δεν είναι ήρεμος. πασχίζει.
Η δουλειά μου με το δρεπάνι
πρέπει να έχει επιτυχία, σκέφτεται».

Και έχει. Τότε και εφόσον το γεγονός είναι τετελεσμένο, ο ποιητής καλεί τον μαύρο του, ακρίτας και αυτός και καβαλάρης όπως και οι ακρίτες, να περάσουν μαζί απέναντι:

«Μαύρε μου, γοργογόνατε κι ανεμοκυκλοπόδη»:
αξίζει τον κόπο
να περάσεις μ’ αυτήν τη φράση αντίπερα,
αντί γι ασημένιο νόμισμα στα χείλη.

Θα είναι μια όχι βυθισμένη,
αλλά γρήγορη, σαν καταδιωγμένη από την κεκτημένη της,
προπάντων αξιοπρεπής περασιά».

Η επιθυμία του ποιητή υπάρχει αλλού και ως ευχή:

«Να μπορέσεις να φύγεις μια ηλιόλουστη μέρα
με τη χρυσή κουνουπιέρα στα βλέφαρα,
δαγκώνοντας το χαρισμένο σου ναπολεόνι,
τη στιγμή που το μαξιλάρι θα μυρωθεί σαν αθάνατο-
να ξεκινήσεις προτού θολώσουν τα νερά,
σε ώρα που δεν θα είχες γεννηθεί –ό,τι έμεινε
θα φαίνεται στην ύστατη φωτογραφία:
μάτι ψαραγοράς κι ο υπόλοιπος στην ψύχρα,
μάγουλα ρουφηγμένα προς τα έγκατα,
φάτσα λειψή κατά δω, λειψή κατά εκεί,
κατά τον θάνατο μεριά και υπερπέραν.

Για να έρθει έπειτα το ενθάδε κείται, δηλαδή τα «Γυαλιά»:

Ο οφθαλμίατρος μου έγραψε γυαλιά
οπότε πρέπει να λέει-
«Ενθάδε κείται. Φορούσε φακούς θυέλλης.
Απασχολούνταν με χαρτιά-βιβλία
και, δεν πολέμησε στον Μαραθώνα,
αγωνίστηκε όμως στο Χημείο και στο Πολυτεχνείο
στην ηρωική φάση. Δεν νοστάλγησε,
δεν ξαναγύρισε, δεν έφυγε.
Πήρε τη μονόφορη κατεύθυνση
σαν το υνί σε χωράφι μόνο με μήκος.
Τύχαν και περιπτώσεις όπου προάσπισε αξίες,
ενώ αλλιώς, όποτε έπεφτε κα’ να καινούριο χιόνι
άνοιγε, ανάσαινε
κι έπαιρνε τις καλύτερες στροφές του».

Και μετά; Μετά έρχεται το φως, δηλαδή οι σκιές:

Το φως είναι εδάφους-εδάφους στο Πρεβάλι
με ψιλή επίνευση του αέρα,
ανταύγειες περισσότερο αποσιωπημένες
από τα συστατικά: βωξίτες, τεθλιμμένα οστά
που τα’ χουν ξενητέψει με τη βία
και τα παραχώσαν στη Μελβούρνη ή στο Τορόντο,
έρχονται όμως στην λίμνη τους
και περιπολούν στη ντάλα.
Ακριανές, γοερές, φευγάτες
φιγούρες, σκοτεινότερες στο φως.

Προτού όμως γίνει σκιά, φαίνεται πως περιδινήθηκε αρκετά γύρω από το μετά του θανάτου του, ως ψυχή που επιστρέφει μέρες σαράντα γύρω από αγαπημένα πρόσωπα, μα και αγαπημένες έγνοιες:

«Όταν πεθάνω κι εντοπίσουν, αριά και που, τ’ όνομά μου
θα πουν "κι άλλος ένας ακροβολιστής στην επαρχία"
αφού δεν θα φαντάζονται τι έχω αφήσει στα συρτάρια,
φύλλα και τετράδια, σβησίματα, πρόχειρα,
γραφομηχανές, ηλεκτρικές, κομπιούτερ,
και μιλάμε για όσα δεν θα έχω αρχίσει ή σχίσει.
Υπήρξα πολυγράφος και φιλόπονος
κι η ευαισθησία μου καταστράφηκε από δύο μεριές,
πάντως φορτώνω το στίχο
με λαμπικαρισμένες πραγματικότητες»

«Θεούλη μου», γράφει στην τελευταία συλλογή την «Κύπρον ιν ντηντ», «όταν θα έχω πεθάνει κι εγώ όπως τόσοι,
Ας μη ακούγονται τόσο μπόσικα και βαρετά τα δικά μου,
Όχι όλα τουλάχιστον, κι όχι πληκτικά,
Κάμε ν’ ακούγονται σαν εξωποιητικά μα ενδιαφέροντα-
Φώτισέ με, Θεούλη, κι αν μου μέλλεται να το πάθω
Κάλλιο να κόψω το συνήθειο από σήμερα»

Φεύγοντας, ανήμερα του Αγίου Στυλιανού και του Αγίου Αλυπίου, αφήνει χνάρια της αλυπίας στους αγαπημένους, για να’ χουν να παραμυθούνται:

«Στο μονοπάτι του χιονιού που το είχαν φτυαρίσει
σαν χωρίστρα γερασμένων μαλλιών
η Μαυροεντυμένη, πάνω από παγοκοψιές
σέρνοντας το σινιάκι σαν σάρπα
μπαίνει στην υπόθεση με μισοσχισμένες γαλότσες
πασπαλισμένες με άχνη της πάχνης-
αντέχει όλα τα βάσανα
με την τέχνη της αλυπίας
που κατέχει κι ενασκεί».

Αφήνει την αλυπία μέσα από μια μαρτυρία της αγάπης που έρχεται από πολύ παλιά, δίχως όμως να πάλιωσε ποτέ. Οι παλιοί στίχοι του έρχονται και κάθονται δίπλα από τους τελευταίους, για να επιβεβαιώσουν πως «η αγάπη είναι βαθύτερη από το συναίσθημα» και πως πόθος του ήταν μονάχα «να γιαγείρουν με τη μαύρα πλάβα, μαύρο πανί, τη μονόχειρη μ’ ένα κουπί». Αποδέκτης των παλιών και των νεώτερων στίχων μονάχα η Ελένη:

Σ αγαπώ, σε παρακαλώ, μη μου γεράσεις,
θέλω να μη, εσύ, γερνάς-
ας γερνάω εγώ για σένα […]»

Εντούτοις για τον Μίμη ισχύει ο δικός του στίχος πως «Γερνούν τα χρόνια που δεν ζεις».

Ο Νίκος Καρούζος είχε πει το εξής: «Δύο είδη ποιητών υπάρχουν, ωσάν τους καπνιστές: εκείνοι που πάνε τον καπνό κάτω κ’ εκείνοι που όχι». Ο Μίμης Σουλιώτης, όπως και να το δει κανείς, πήγαινε τον καπνό κάτω. Για τούτο και αναρωτιόταν εναγωνίως: «Πόσο ακόμα πρέπει ν’ αποτύχω για να γράψω τα καλά μου, τι μπορώ στο μεταξύ να μοιράσω στους ανθρώπους που πονούνε». Πιστεύω βαθιά πως τα καλά που ήθελε τα έγραψε και πως καθώς όλοι μας είμαστε άνθρωποι που εν δυνάμει πονούνε, μια χαραμάδα φως στο κάτω-κάτω την είδαμε.

Θα’ θελα να αποχωρήσω με κάτι που και δεν του το είπα βέβαια ποτέ. Κάθε φορά που για κάποιο λόγο βρισκόμουν στην όμορη πόλη και που τον σκεφτόμουν να περπατά στους δρόμους και τα στενά της ή στους διαδρόμους του Πανεπιστημίου, σε ώρες και μέρες που μονάχα αυτός ήταν εκεί, όπως και ο σκύλος στο κατώφλι της Σχολής, ένιωθα την ανάγκη να φωνάξω, «Προσέξτε τον, είναι ποιητής. Μεριάστε, να περάσει».

Με τον ίδιο τρόπο θα’ θελε μάλλον να κλείσει και ο ίδιος. Γιατί είμαστε αυτό που είναι η ψυχή μας. Και στην ψυχή του μέσα ο Μίμης Σουλιώτης ήταν ποιητής:

«Είμαι ποιητής, ο περιπατών μ’ εμένα
δεν θα περπατήσει στη Σκοτία,
μα στην Αχρίδα και τη Μολδαβία,
και θα σεργιανάει μαζί μου στο δάσος
χαϊδεύοντας τις γενικές φυλλωσιές,
ξεπερνώντας τα δέντρα»

5π.μ. 28 Νοεμβρίου 2012

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Σάββατο προς Κυριακή...


ΧΙΟΝΙΣΕ

Ξημερώσαμε κάτασπρα και συνεχίζει να το ρίχνει,
το' χει στρώσει χοντρά, η φθινοπωρινή μετάβαση έληξε
και ξαναεγκαταστάθηκαν τ' αρθριτικά,
διανύουμε τον χειμώνα.
Ο τελευταίος μάγος του Νομού μας Ζούμπος
πρόβλεψε χιόνι 25 Νοεμβρίου,
και χιόνισε στις 24 στα ψηλά.
Σήμερα πρώτη Δεκεμβρίου είμαστε στ' άσπρα,
κρύο για σταφίδες, οικονομημένες Καλημέρες
και λιγότερες διενέξεις, λευκάνθηκε και η πρασιά.
Μετά βγήκε ένας άνεμος
από τη Μπάνιτσα ως τα τελειώματα της περιοχής
τσάκισε δέντρα, στο Κλειδί έσμπρωχνε τα σκυλιά,
θαφτήκαν γιωταχί και πέφταν μύτες.
Μέσα στο Αμύνταιο πήρε παντζούρια
τα σπίτια είχαν ανάψει φώτα αυτοάμυνας,
σε ολόκληρη κωμόπολη
δεν περπατούσε ψυχή.

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΡΦΕΣ

Μερικές είναι παντοτινά όμορφες
μια ομορφιά ψυχής τις γλυκαίνει
παθαίνουν την εσωτερική φύτρωση του φωτός
που τις κάνει λιγότερο γερασμένες
κι όσα χρόνια τις συναντώ στο δρόμο μου
προσέχω ότι το φως ισοφαρίζει με την υγράδα τους
και δεν διακρίνεται το χνούδι ή μόλις.
Όταν είμαστε καλοπροαίρετοι, το φως μαλακώνει
και μαλακώνει κι εμάς.

ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ, Παλιές ηλικίες, Ερμής 2002


Σημείωση της ημέρας:

Δε χιόνισε. Όμως, χρόνια πριν, χιόνιζε για τα καλά στα δυτικά της ελλαδικής ενδοχώρας, όταν βρισκόσουν σε ένα γλυκό φθινόπωρο και σχεδόν άνοιξη της κυπριακής. Τι είν' θεός, τι μη θεός, και τι τ' ανάμεσό τους; Τι το τότε, τι το τώρα και τι τ' ανάμεσό τους; Αβυσσος.
Μερικές είναι παντοτινά όμορφες, λέει η Φ., προσφέροντας το ποίημα του Μίμη, παραμυθία για τη σημερινή ημέρα.

Αντιδωρίζω από την "Κύπρον, ιν ντηντ"

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΒΑΘΥΤΕΡΗ

Αρμύρισα τα Clarks για σένα,
τα πρωτοφόρετα

 Η αγάπη είναι βαθύτερη από το συναίσθημα
η αληθινή αγάπη είναι ασυναίσθητη, αδυσώπητη, δυνατή
μας ξαφνιάζει όποτε σπάνια αναβλύσει
κι ενδέχεται να περάσουμε την ζωή μας χωρίς να μάθουμε
αν και ποιους αγαπήσαμε στ' αλήθεια,
συγγενείς, γυναίκες, φίλους
τρομακτικό, μα ισχύει.
Το σκέφτηκα στις κυλιόμενες του Ντέμπεναμς,
πρώην Γούλγουερθ, όπως κατέβαινα
με το βλέμμα σκόρπιο στα κρεμασμένα ρούχα
σαν κουφάρια ψυχών που εξαχνώθηκαν.

ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ, Κύπρον, ιν ντηντ, Μεταίχμιο 2011

 

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Ντόπιες α-νοησίες




Εκδήλωση λέει προς τιμή των εικαστικών της Εορδαίας. Των απόντων δηλαδή. Του Θέμη (Κουτρότσιου), του Άρη (Γαρουφαλίδη), του Αρκάδιου (Κατικάκη), του Βασίλη (Κωνσταντινίδη), του Χάρη (Κωτσίδη). "Τιμώμενοι καλλιτέχνες" γράφει η πρόσκληση του Εορδαϊκού καλλιτεχνικού Νοέμβρη και τουλάχιστον πιστεύεις ότι ακόμα ξέρεις να διαβάζεις και επομένως να κατανοείς τι περίπου πρόκειται να παρακολουθήσεις. Ξεκινάς να πας, με μια αθυμία ξέχειλη, ξεκινάς όμως, δεν το κρύβεις, για χάρη του τελευταίου. Και περιμένεις -ειλικρινώς- να μάθεις κάτι και για τους άλλους, που δεν έτυχε να τους γνωρίσεις, μα που ο απόηχος της μνήμης τους υπάρχει στους δρόμους και στα στενά της πόλης που έζησαν. Δυστυχώς ό,τι ακολούθησε ήταν, όχι μόνο η ματαίωση οποιασδήποτε προσδοκίας, αλλά και το απόλυτο φιάσκο -από αμέλεια, αδιαφορία, κεκτημένη ταχύτητα, δεν μ' ενδιαφέρει η αιτία, ας ψάξουν να τη βρουν οι υπεύθυνοι-συντελεστές της βραδιάς.

Όταν καλείς τους συγγενείς των κεκοιμημένων εικαστικών της πόλης, που τους έχεις ήδη ανακηρύξει "τιμώμενα πρόσωπα", για τι άλλο άραγε  τους καλείς, παρά για να τους τιμήσεις με κάποιο στοιχειώδη και κομψό τρόπο. Τιμή ανάλογη της σπουδαιότητας μιας πρώην παρουσίας και ενός μικρού ή μεγάλου, πολύτιμου έργου. Το πώς εννοεί όμως ο καθείς την απόδοση τιμών φαίνεται ότι διαφέρει από νου σε νου. Γιατί φαίνεται πως στα μάτια των συντελεστών η τιμή εξαντλήθηκε στο να προσκαλέσουν απλώς τις οικογένειες των απόντων και έπειτα να τις αγνοήσουν επιδεικτικά, από επιπολαιότητα και προχειρότητα, υποτασσόμενοι στην ευτέλεια και την υποκρισία που θεριεύει στις μέρες μας και ειδικά στις εκατόχρονες καλλιτεχνικές -και άλλες- επιδείξεις.

Έτσι, ενώ μπήκε στον κόπο η κ.Υπεύθυνη των εκδηλώσεων, Σοφία Απαζίδου, να μας απαριθμήσει φωτογραφικά στιγμιότυπα από την εβδομάδα των εικαστικών που πέρασε, "ευλογώντας τα γένια της", όπως άλλωστε και είπε, παρέδωσε τη σκυτάλη στον κ.Θεόδωρο Ζυρπιάδη (σημαντικό ζωγράφο πράγματι) και στην εισήγησή του με θέμα τους πέντε απόντες εικαστικούς. Προηγήθηκε ένα video art, εργασία project σε Λύκειο της περιοχής με καθηγητή τον ίδιο, ημιτελές και ακατανόητο πώς και με ποια σκοπιμότητα εντάχτηκε στη βραδιά και μάλιστα τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ενώ αποσιωπήθηκε παντελώς η εικαστική παρουσία των πέντε, που δεν μπήκε στον κόπο κανείς να επιδείξει δυο έργα τους -ενώ μπήκε στον κόπο να προνοήσει και να κάνει τη φωτογραφική αναδρομή της εικαστικής εβδομάδας, για να εδραιώσει τον κόπο και την παρουσία του και να ευλογήσει τα γένια του, όπως είπαμε, ή να εντάξει το άσχετο video art-σχολική εργασία, μέσα στη βραδιά των τιμώμενων προσώπων. Πέρα από τις τρεις γραμμές για τον καθένα τους που αφιέρωσε ο κ.εισηγητής, το That's it, που λένε και οι Άγγλοι ή οι Αμερικάνοι, και στην παρούσα φάση θα μπορούσε να αποχωρήσει ο καθείς, εφόσον η βραδιά τιμής κατ' ουσίαν εξαντλήθηκε σε ό,τι προηγήθηκε και επομένως έφτασε στο τέλος της.

Εντούτοις στη συνέχεια υποστήκαμε τη δεκάλεπτη ανάγνωση των εκτεταμένων βιογραφικών των τριών υψιφώνων από την κ. Απαζίδου, ενώ βέβαια δεν μάθαμε τίποτα για τους πέντε εικαστικούς, τους οποίους άλλωστε και τιμούσαν. Μάθαμε όμως πού και πότε αρίστευσαν οι εξαιρετικές κατά τα άλλα γυναικείες παρουσίες και σε ποιες μάλιστα όπερες διέπρεψαν. Το επιστέγασμα της υποκρισίας ή του εντυπωσιασμού ήταν οι τίτλοι τέλους, δηλαδή τα αναμνηστικά, ή ό,τι άλλο, απέδωσαν σε όλους, μα όλους, ακόμα και στα παιδιά των graffiti -και καλά βέβαια έκαναν-, όχι όμως και στους πέντε, για να επιβεβαιωθεί του λόγου το αληθές πως οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι νεκροί με τους νεκρούς. Μα πόσο άσχετοι επιτέλους;

Αν ήμουν συγγενής των πέντε, θα ένιωθα τρομερή αμηχανία και κάτι σα βαριά προσβολή, έτσι που να ανοίξει η βαθιά πολυθρόνα του Πνευματικού και να με καταπιεί. Καθώς με είχαν καλέσει να με τιμήσουν, να τιμήσουν δηλαδή έναν δικό μου άνθρωπο, και αντ' αυτού χαριτολογούσαν και χαριεντιζόντουσαν, ευλογώντας ο ένας τον άλλον, και ο καθένας και για δικό του λόγο τον εαυτό του. Η στιγμή απαιτούσε σοβαρότητα και αντ' αυτού ανεχτήκαμε την επίφαση της απλότητας, μάλλον δε τη χαλαρότητα. Αντί να τιμήσουν, επέλεξαν να υπογραμμίσουν την απουσία και να εντείνουν το πένθος. Μάλιστα δε για την οικογένεια του Κωτσίδη, που έχει ελάχιστους μήνες από τότε που έφυγε. Όλοι αυτοί οι συγγενείς των απόντων παρουσιάστηκαν και έφυγαν όπως ακριβώς ήρθαν. Άδειοι. Με ένα παράπονο και με μια απορία: γιατί τους κάλεσαν; Το ερώτημα θα μετεωρίζεται αναπάντητο ή θα φροντίσουν να το καλύψουν ευσχήμως και δήθεν αποστομωτικά, όπως και έκαναν. Αμ, δε.

Αν γράφω είναι γιατί ένιωσα ασφυκτική ντροπή και μια κοχλάζουσα οργή που με βρήκε ως το ξημέρωμα, ενώ φορτιζόταν αμείωτα και την επομένη. Αν γράφω είναι γι' αυτούς τους πέντε -και ας μην μου το ζήτησαν. Ντρέπομαι, το ξαναλέω, και λυπάμαι πολύ. Πολύ περισσότερο, όταν διάβασα το, σχεδόν σαν έκτακτο παράρτημα, ανακοινωθέν για την επιτυχημένη βραδιά προς τιμήν των εικαστικών της Εορδαίας, στο οποίο έσπευσαν την επομένη να δικαιολογήσουν ή να ανατρέψουν τα όσα τους καταλόγισα ήδη την ίδια στιγμή και με μια ακατάσχετη ειλικρίνεια που κυοφορεί εν τέλει μονάχα εχθρότητες, ενώ πολλαπλασιάζει τα ήδη υπάρχοντα μέτωπα. Έτσι λοιπόν έσπευσαν να διορθώσουν το αρχικό ανακοινωθέν των "τιμώμενων καλλιτεχνών" σε "τιμητική μνεία" απλώς, ενώ δεν παρέλειψαν να επισημάνουν ότι εκτενέστερη μνεία έκανε ο κ.Ζυρπιάδης στην εισήγησή του στη σχετική διημερίδα. Ok, τότε να καλούσαν εκεί τους συγγενείς και όχι να τους ξεσηκώσουν τους ανθρώπους για το τίποτα μιας προσδοκίας.

Μπροστά στην αιωνιότητα σίγουρα τούτο το γεγονός είναι απλώς ένα ατόπημα των διοργανωτών της βραδιάς. Ατόπημα, αν όχι τραγικό, εντούτοις χονδροειδέστατο. Κοινώς, χοντράδα. Πώς θα ένιωθαν άραγε οι ίδιοι, ο κ.Ζυρπιάδης ας πούμε, αν ήταν από αυτούς που θα τιμούσαν, πώς θα ένιωθε για όλη αυτή τη φλοιώδη τιμή;

Και αν κάποιος πει πως έξω από το χορό χορεύεις, θα πω -μια και τελευταία φορά- πως χόρεψα και μάλιστα για τα καλά στα πέντε χρόνια που δραστηριοποιήθηκε η Απαγγελτική Ομάδα Καϊλαρίων, έως ότου αποχωρήσω από την επιμέλεια και την έγνοιά της, καταδικάζοντάς την στην οριστική αγρανάπαυση και οπισθοχώρηση στα μετόπισθεν και δραπετεύοντας  εξαιτίας της ίδιας αηδίας και απογοήτευσης που με συντρέχει και με συνταράζει και σήμερα. Ξέρω καλά πώς είναι να τιμάς ανθρώπους, να τους φιλοξενείς, να σκέφτεσαι από πριν γι' αυτούς και σα να είσαι εσύ στη θέση τους. Ξέρω καλά πώς είναι να τους σέβεσαι.

Από τότε που οπισθοχώρησε η όποια δραστηριότητα της Απαγγελτικής Ομάδας, διοχετεύτηκαν οι δυνάμεις της στις εγχώριες "αυλές", εκεί όπου και πριν αλληθώριζαν και μαζί τους φλέρταραν. Δόθηκε έτσι η δυνατότητα σε κάθε φελλό να επιπλεύσει και προπάντων να έχει άποψη επί παντός επιστητού και το χειρότερο, να αυτοαναδεικνύεται και να αυτοαποκαλείται πολιτισμικός παράγοντας της πόλης ταύτης. Καλά κάνει, θα πει κάποιος. Υπάρχει άλλωστε χώρος για όλους.

Θα πω μονάχα το εξής και εις το εξής θα σωπάσω, όπως και ως τα τώρα, πως η όποια παρουσία της Απαγγελτικής Ομάδας κατέστειλε συνειδητά την κυοφορία ή την καρποφορία αυλοκολάκων -καθώς όλοι συμβάδιζαν απολύτως ισότιμα, άσχετα με το ποιος είχε τα βέλη στη φαρέτρα, τουτέστιν τις απαραίτητες εκείνες γνώσεις για να μεταδώσει και στους άλλους, άσχετα με το ποιος κατείχε ή όχι τα κείμενα, άσχετα με το ποιος "επιμελώς" έτρεχε, επιτελώντας το χαμάλη αντί τον άνακτα- ενώ ο καθείς διατηρούσε την όποια αλαζονεία του εν καταστολή και το καλάμι του εν φυλακή και δυστυχώς ήταν ενδεδυμένος το προσωπείο του. Από τότε που ξεχύθηκαν στους πολιτιστικούς εγχώριους αγρούς κάποια από τα πρώην μέλη της, η αλαζονεία τους εθέριεψε, καθώς εκεί ο καθείς από αυτήν συντηρείται και χάρη σε αυτήν επιβιώνει και όλοι μαζί υπάρχουν εν χορώ ως αυλοκόλακες του ίδιου βασιλέα. Αν κανείς νιώσει θιγμένος, ας κάνει την αυτοκριτική του. Το ίδιο άλλωστε έκανα και εγώ: παραδέχτηκα το ατόπημα της οποιασδήποτε συνέχειας. Δεν γίνονται ομάδες με όνειρα δανεικά. Τελεία και παύλα. Τα όνειρα ήταν δικά μου -αφελέστατη πράγματι- τα δικά τους -πλην των ευτυχών εξαιρέσεων- ήταν το σανίδι. Η επαφή τους με την ομάδα εξαντλούνταν λοιπόν στη χρονική διάρκεια του σανιδιού. Άπαξ και έπεφτε η αυλαία, ο χαμάλης ξανάβαζε την ποδιά του και αυτοί γινόντουσαν κομήτες.

Και αν αυτά τα δύο συμβάντα φαντάζουν άσχετα μεταξύ τους, εντούτοις δεν είναι, καθώς η σημερινή βραδιά, όπως και η πνευματική ασφυξία των τελευταίων ετών στην εορδαϊκή περιοχή, κραυγάζουν την κατάσταση φελλότητας που επικρατεί, τη χειμερία νάρκη, μα και τη φτήνεια στις ανθρώπινες σχέσεις. Πολύ περισσότερο την πλάνη στην οποία οδηγούνται όσοι παρακολουθούν αυτές τις πνευματικές επιδείξεις, καθώς εξοικειώνονται με ένα ήθος που εγείρει μονάχα τη φιλαυτία και την υποκρισία, διαιωνίζει τις ασημαντότητες και κατακάθεται μονάχα ως μιζέρια.

Η αλήθεια είναι πως παρακολουθούμε την όποια προσπάθεια, κατεβάζοντας συνειδητά τον πήχη, αναγνωρίζοντας την ομορφιά όπου υπάρχει, θέλοντας να είμαστε δίκαιοι και να ομολογούμε την κάθε ειλικρινή και ανιδιοτελή προσπάθεια, από όπου και αν εκπορεύεται. Δυστυχώς η ανιδιοτέλεια αναζητείται εις μάτην κάποτε. Όλα και όλοι -ή σχεδόν- υπάρχουν και τροφοδοτούνται από το "θεαθήναι". Δυστυχώς αυτό είναι μικρόβιο αιωνόβιο, για το οποίο δεν έχει βρεθεί antivirus.

Δυστυχώς, ο φίλος μου Χάρης, μακάριος ήδη από εδώ και γαλήνιος, θα με μάλωνε για την άκρατη οργή μου και θα μου' κλεινε το μάτι πως άλλα είναι τα σπουδαία και θα είχε δίκαιο. Εντούτοις και ανθρωπίνως συνεχίζω να νιώθω βαθύτατα θυμωμένη από την ανόητη αυτή βραδιά που διοργανώθηκε για τη δική του μνήμη και των συν αυτώ.

Να με συγχωρούν όσοι νιώσουν θιγμένοι, κάπως έτσι ένιωσαν -και πολύ περισσότερο- οι συγγενείς των "τιμώμενων καλλιτεχνών".

Επιστρέφω στη σιωπή μου, όχι γιατί είμαι ο Σεφέρης, αλλά γιατί το πένθος τούτο δεν αντέχεται.

Αγίου Μηνά του 2012

[οι φλόγες της μνήμης είναι έργο του Χρήστου Μποκόρου]