Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

«Καὶ ἐγὼ σοκάκι εἶμαι, ἐμορμύρισε…. ζωντανὸ σοκάκι»



«Ἔξαφνα χιὼν ἤρχισε νὰ πίπτῃ, ἀλλὰ τόσον ἥσυχα καὶ τόσον μαλακά, ὡς νὰ ἔστρωνεν ὁ Θεὸς λευκὰ σινδόνια διὰ τοὺς πτωχοὺς καὶ διὰ τοὺς ἀστέγους, εἰς τὴν ὁδόν. Ὁ ἄνεμος εἶχε κοπάσει αἴφνης, δεν ὑπῆρχε ψῦχος ἐπαίσθητον. Τόσον γλυκὰ καὶ τόσον σιγανά, εὑρέθησαν ἔξαφνα πλατεῖαι λευκαὶ λωρίδες καλύπτουσαι τὴν γῆν»

Ὁ Πολιτισμὸς εἰς τὸ χωρίον, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Η φωτογραφία από τη σημερινή Αθήνα.

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Ἦλθες ἐφάνης τὸ Φῶς τὸ ἀπρόσιτον...



Άσχετη στην επιφάνεια των ημερών, κάποτε όμως εντός των αγιασμένων υδάτων βυθίστηκες. Αν όχι ολόκληρη, εντούτοις εν μέρει. Πόσο εν μέρει όμως κατέχει η ψυχή; Ή μήπως υφίσταται εν τέλει ως το όλον; Ο χρόνος άτρωτος και εμείς μονάχα τρωτοί και σαν κάποιοι άλλοι και όχι οι τωρινοί. Την ευλογία των ημερών πώς να τη λησμονήσεις. Δεν πέφτει στο χώμα ούτε στιγμή. Στάθηκες προορισμός πρώτος, μα έπειτα λοξοδρόμησαν τα βήματα και οπισθοχώρησαν και κάτι δύσκολο πολύ σφλόμωσε τους διαύλους και μια πίκρα για το οι πρώτοι έσονται έσχατοι. Έπιασες την εσχατιά σου εν τέλει μοιρολατρικά, αν και αντιστάθηκες πολύ, περίπου όπως τα ψάρια εκτός των υδάτων και ως να εκπνεύσουν. Στο μεταξύ σπαρτάρισμα, περίμενες καιρό τα επουράνια μαντάτα που δεν ήρθαν. Και τότε ξεκινάς να τ' ανταμώσεις. Έτσι ενστικτωδώς. Τα μαντάτα συγκεχυμένα και δύσκολα πολύ, όπως οι ψυχές συχνάκις των ανθρώπων. Πάλιν και πολλάκις σοι προσπίπτομεν, λες και παλεύεις με τα έγκατα της θλίψης. Πώς να εξηγήσεις τα αναδρομικά του πόνου; Και πώς να δεχτείς ότι σου φυλάει και πάλι τη ρεβάνς; Και ποιος αυτός ο τελευταίος(;) πόνος και ποια η ταυτότητά του; Όπως ο Θεός, σκέφτεσαι, όπως ο Θεός πονά για μας, έτσι και κάποτε -σπάνια πολύ- οι άνθρωποι μας πονούν. Ως τα έγκατα. Για αυτή τη δυσκολία που διαβάζουν. Γι' αυτό το συνονθύλευμα του άλγους και του άχθους το λύγισμα που υποκρύπτεται μέσα σε δρόμους των λέξεων, σε διάστιχα, σε περιθώρια. Όπως ο Θεός, σκέφτεσαι και παραμυθείσαι, όπως ο Θεός, όταν δε χάνει απ' τα μάτια του το ακριβό της ψυχής του καθενός και το πιστεύει και εμμένει σε αυτό και το αγαπά πέραν των πάντων και παρά των επιούσιων δυσκολιών, και είναι ο μόνος που το ξέρει  και το αναγνωρίζει και σκύβει και το προσκυνά ως εικόνα χωσμένη μέσα σε προαιώνια χώματα που μόλις διακρίνονται τα αγιασμένα της πρόσωπα, μα και ο Άλλος, εκείνος ο Άλλος, για τον οποίο μιλούν οι ποιητές, ο δια των παντοιοτρόπων πλεγμάτων.
Πόσο απέχει ο Ιορδάνης από το Σαραντάριο; σκέφτομαι. Μερικά χιλιόμετρα. Ή μήπως μια στάλα. Μια στάλα απέχει.


Ιορδάνης-Σαραντάριο, Σεπτέμβριος 2008

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

Εις αυτό το νέο έτος


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1969

Άκουγα το τροπάριο της γεννήσεως.
Σιγά-σιγά
στην ερημιά της ψυχής μου,
ένα φυλλαράκι ξεφύτρωσε
κι ένας λυγμός
σαν την ανάσα του ασθματικού
λύνοντας τα μάγια,
στον εαυτό μου με ξαναφανέρωσε.

Άρχισα να γεννάω εικόνες,
να σχεδιάζω τοπία,
που όλο και πιο βαθιά με ελευθέρωναν.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ, Ο ευτυχισμένος καιρός επέρασε, Ποιήματα, Γαβριηλίδης 2004