Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Εν ταις οπαίς της γης


Γεώργιος. Φύλακας ακοίμητος του τάφου. Εν ταις οπαίς της γης. Απ' όλους απ' όλα ξεχασμένος. Εκείνος όμως να μη λησμονά. Να στέκεται εκεί. Λοξοδρομείς για να τον ανταμώσεις. Κάπου μεταξύ Φλώρινας και Καστοριάς στρίβεις στ' αριστερό σου χέρι. Επαρχία Κορεστείων. Χωριό Στάτιστα και τώρα πια Μελάς. Κάπως έτσι λοξοδρόμησαν και κείνοι, εκείνο το βράδυ, από αλλού ορμώμενοι, μουλιασμένοι μέσα στο τίποτα της εθνικής ιστορίας που τους είχε έτσι κι αλλιώς ξεγραμμένους. Ένα κράτος στον ίδιο βαθμό αλλόκοτο με το νυν. Το πόσο το πάλεψε μόνο εκείνος το ξέρει, εκείνος, ο Παύλος δηλαδή, που γιορτάζει έκτοτε μες στα ουράνια, εντός της χορείας των Αγίων Πάντων των νεοφανών, μα και ο άλλος, ο στα μετόπισθεν του λόγου, αλλά και στην εμπροσθοφυλακή, ο Ίων. Το πόσο μαζί του χτυπήθηκαν, προτού στο κομιτάτο εφορμήσουν, μονάχα αυτοί το ξέρουν. Το πόσο πάλεψαν με το άλογο. Δυστυχώς η μαγιά διασώθηκε αλώβητη. Όσο αλλόκοτο και εγκληματικά αδιάφορο τότε, το ίδιο και τώρα. Οι πιο ανάξιοι των Ελλήνων πολιτών ενεδρεύουν και γεννοβολούν ες αεί εντός του κοινοβουλίου. Και απ' εξώ η αυλή τους, οι παρατρεχάμενοι, οι επαίτες των ψίχουλων, γιατί όλο και κάτι θα πέσει απ' το μεγάλο φαγοπότι. Ακόμα και τώρα, στο πρόδηλο της χρεοκοπίας, τα λένε ΕΣΠΑ. Παλιά τα λέγανε αλλιώς. Αλλού οι άστεγοι και η ανεργία, αλλού οι κορυφώσεις της απόγνωσης και της αυτοκτονίας κι αλλού τα πανηγύρια της επαρχίας που στήθηκαν ήδη, όπως τα καρναβάλια πριν (μην τύχει και πεις τίποτα για τούτα, ιεροσυλία θα σου πουν). Δεν είναι λοιπόν να τους ψάξεις αλλού. Τους βρίσκει κανείς εκεί και όλους μαζί αντάμα. Βουλευτές και πολιτικοί. Πολιτικάντηδες και αγύρτες. Οι αυλοκόλακες μαζί. Κομπογιαννίτες. Κλέφτες και λωποδύτες. Τι άλλο να τους σύρει κανείς; Τα' παν οι παλιοί πρωτύτερα και μάλιστα καλύτερα. Λασκαράτοι, Σουρήδες, Παπαδιαμάντηδες. Μα πότε ίδρωσε τ' αυτί τους για να ιδρώσει τώρα; Όσοι άγγελοι εξάγγελοι και αν εφάνησαν, όλους τους αποπέμψαμε, τη συνείδησή μας αποστραφήκαμε εδώ και αιώνες. Για τούτο. Η ασυνειδησία. Ζει και βασιλεύει.

Στρίβεις λοιπόν προς τα Κορέστεια και διασχίζεις τα κόκκινα χωριά, κόκκινα από το χώμα των πλίνθινων σπιτιών, κόκκινα και από το αίμα που ρέει άφθονο, όπου και να κοιτάξεις. Αίμα-χώμα που το σκέφτεσαι ακόμα να κυλά. Ερειπιώνες και όχι χωριά. Χωριά ήταν πριν. Τώρα ερείπια που στέκονται με το ζόρι όρθια -για πόσο ακόμα ή γιατί ακόμα, πιο σωστό να πει κανείς.

Φτάνουμε και γύρω σιωπή σα να σταματήσαμε σε μνήματα και στο λιακωτό προβάλλει η μορφή του σα να μας περίμενε. Μα ποιους περίμενε αυτός ο άνθρωπος, ο Γεώργιος, μες σταις οπαίς της γης, όπου έταξε τον εαυτό του, φύλακα ακοίμητο και απλήρωτο του σπιτιού όπου έπεσε ο Παύλος Μελάς; Ποιους περίμενε και γιατί να περίμενε στη μέση του πουθενά και μια τυχαία μέρα μέσα στο πουθενά του χρόνου; Τι ήταν, τι είναι εκείνο που τον κρατά εκεί καθηλωμένο, ωσάν καρφωμένο σε τόπο του μαρτυρίου; Μας καθίζει, κάθεται και κείνος σ' ένα κούτσουρο κι αρχίζει με βαθιά φωνή, που τη διακόπτει συνεχώς μια συγκίνηση που μεστώνει, αρχίζει και αφηγείται και ομολογεί και μαρτυρεί το δέος της ιστορίας των αφανών ηρώων, έτσι όπως το διασώζει ο πανάκριβος κοινός λόγος των άλλων αφανών, αυτών που στέκονται στο περιθώριο, για να μιλήσουν -ως οι ύστατοι των μοϊκανών- για τα πολύτιμα αυτού του τόπου. Μιλά για το πένθος που βιώνει ο τόπος. Το πένθος από την απροκάλυπτη αδιαφορία του ελλαδικού κράτους. Το πένθος από την ασύστολη λήθη. Δε μας φταιν τα Σκόπια, ούτε και οι Σκοπιανοί. Τη δουλειά τους οι άνθρωποι. Και εμείς τη δουλειά μας, εκκολάπτουμε Ρεπούσηδες και Ρεπουσάκια ή εμφυτεύουμε τον διεστραμμένο πατριωτισμό μιας "σκοτεινής" αυγής. Δε μας φταιν οι άλλοι. Μονάχα εμείς. Ο καθείς.

"Τίποτα δεν είναι αδύνατο. Τα δυνατά από τα αδύνατα τα ξεχωρίζει μια ψιλή-ψιλή γραμμή. Μα είμαστε τόσο κολλημένοι κάτω στα εύκολα, τόσο μουδιασμένοι που δεν μπορούμε να πηδήξουμε από πάνω από την ψιλή γραμμή. Λίγο χρειάζεται περισσότερη δύναμη για να πηδήξουμε. Εκείνο το λίγο μας λείπει, των περισσοτέρων. Από την ιδέα ως την πράξη δεν είναι παρά λίγη δύναμη, ένα μούδιασμα τα ξεχωρίζει"

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Τον Γεώργιο προφανώς και δεν τον κάλεσαν σε αυτά τα περιβόητα εκατόχρονα της Μακεδονίας, σε καμιά φυσικά από τις επαρχίες-νομούς της περιφέρειας της Δυτικής Μακεδονίας. Ασφαλώς και τον αγνοούν. Ήταν όμως ο μοναδικός που θα άρμοζε να μιλήσει, λόγο να αρθρώσει από καρδιάς, να σκύψουμε και να τον ασπαστούμε, όπως τις στιγμές κείνες που σκύβει κανείς απάνω απ' το Ευαγγέλιο και για να λυτρωθεί ή λόγο να εκμαιεύσει παραμυθίας εκ του κόσμου τούτου. Τούτος φυλά ακόμα τις Θερμοπύλες που εμείς έχουμε αποστραφεί. Τούτος ο Λεωνίδας και οι επίλοιποι -και προπάντων οι εντός ελληνικής Βουλής- ο Εφιάλτης. Τούτος αγωνίζεται, όταν ο αγώνας είναι μια λέξη και μια κατάσταση λησμονημένη και συνεχώς παρεξηγημένη. Και εκμεταλλεύσιμη εννοείται.

Όλοι αγώνα κάνουν, τον αγώνα του σιναφιού και των χρωμάτων τους. Περίσσεψε ο αγώνας στα εκατόχρονα που διαβήκαμε. Συνδικαλιστικός αγώνας, κομματικός και βάλε. Πλασάρεται και η αντίστοιχη μουσική επένδυση και ο αγώνας ορθώνεται ενώπιόν μας και εκ του ασφαλούς. Αγώνας της πιάτσας, της πλατείας, του καφέ, αγώνας πράσινος, κόκκινος, μπλε. Αγώνας για τα μάτια του κόσμου, αγώνας που ξεχείλωσε θεσμούς και αξίες, αγώνας κούφιος και για το θεαθήναι. Αγώνας αβρόχοις ποσί και δίχως μύτη ανοιγμένη. Αγώνας εντός του ασύστολου ψεύδους. Αγώνας συμπλεγματικός, αγώνας κατεξοχήν κομπλεξικός, αγώνας μην τύχει και φανείς εθνικιστής, αγώνας μην τύχει και δε φανείς. Αγώνας που βγάζει ο καθείς τα μάτια του και όλοι μαζί τα μάτια του τόπου τούτου που λέγεται ακόμα Ελλάδα. Δεν ξέρεις τι αγώνας πλασάρεται σήμερα. Σου είναι αδύνατο να φανταστείς το μέγεθος.

Νιώθω την ανάγκη εδώ και καιρό να αντιγράψω από το "Μαρτύρων και ηρώων αίμα" του Ίωνα τα εξής και να τα αφιερώσω, εκεί που τους πρέπει. Συγχρόνως δε να υπογραμμίσω την προφητική τους βεβαιότητα που δικαιολογείται για όποιον αγαπά -όπως ο Ίωνας- τόσο ανόθευτα, που μπορεί να φτάσει ίσαμε το μεδούλι της σοφίας και να διακρίνει καθαρά, τον αήρα απ' το στάρι, και όλα τα λοιπά:

Αν μπορούσα να καταστρέψω μόνος μου το κράτος το Ελληνικό θα το έκανα αμέσως. Τι χρησιμεύει ένα κράτος Ελληνικό, που αντί κάθε άλλη εξωτερική πολιτική διορίζει προξένους στην Ανατολή και πρέσβεις στη Δύση και τους ξεπροβοδίζει με τη μονάκριβη ευχή και οδηγία "Προσέχετε να μη γεννάτε ζητήματα". Αν το κράτος δε νοιώθει τι μπορεί και τι πρέπει να κάνη, δεν αξίζει να ζη.
[...]
Ναι, συ θα σώσης το Ρωμέικο, ω Φρόνιμε. Ο καθένας πρέπει να ξέρη ότι σ' αυτόν έλαχε να σώση το έθνος του, έτσι θα προσπαθήσουν πολλοί και θα το σώση όποιος μπορέση.
[...]
Δε με μέλει αν βάλω σε δύσκολη θέση μια κυβέρνηση που δεν τη σέβομαι, δεν είμαι καμωμένος για την κυβέρνηση ή για το κράτος, έγινα για το έθνος, και το ξέρω επειδή γι' αυτό ίσα-ίσα πονώ. Για την κυβέρνηση μου έρχεται σιχαμός και καταφρόνια. Άμα συλλογίζομαι την κυβέρνηση ξεπέφτω, μαργώνω και μαραίνομαι. Σηκώνομαι, ξανοίγω και ανθοβολώ άμα νοιώθω τον Ελληνισμό. Σ' όποια γωνιά του Ελληνισμού και αν βρεθώ θα πασχίζω πάντα να δυναμώνω, να ξυπνώ, να ζωντανεύω την ψυχή του, και ας γίνη ό,τι γίνη".
[...]
Βέβαια η Ευρώπη μάς δίνει πιστοποιητικά καλής διαγωγής για να καθόμαστε φρόνιμα και να την αφήνουμε και αυτήν ήσυχη και ελεύθερη να κάνη τους σκοπούς τους δικούς της και μεις κολακευόμαστε, οι βλάκες. 
[...]
Καλά να συμμαχήσουμε, αλλά τι αντάλλαγμα ζητήσαμε; Ζητήσαμε ποτέ τίποτα θετικό και όχι αόριστα λόγια; [...] Τίποτε απ' αυτά, ω σιχαμένο και ψόφιο γένος των τώρα ζωντανών Ελλήνων. [...] Εμείς κυττάζουμε να μη γεννήσουμε ζητήματα, τρεμούλα μας πιάνει άμα βγη στη μέση κανένα. [...] Εμείς όταν θέλουμε να επιτύχουμε ένα, ζητούμε ένα και επιτυχαίνουμε μηδέν.
[...]
Τη σημερινή, τη λυπημένη μου χαρά για την αγριάδα και την εγκατάλειψη που είναι τριγύρω μου, τη φαρμακώνει με την πίκρα της η γνώση πως θαρθή ένας καιρός που θα έχη δρόμους και ευνομία περίσσια ο τόπος τούτος, και οι άνθρωποι αντί να είναι κλέφτες, θα είναι ψηφοφόροι. 
[...]
Ποιος ξέρει αν ο πολιτισμός δεν είναι άλλο παρά εκφυλισμός;
[...]
Ω τυφλοί και τρίτυφλοι, πώς να σας ανοίξω τα μάτια;
[...]
Είναι ανοιγμένος τώρα, μπροστά στα θολωμένα μάτια σας και στα μυαλά σας τα σκοτισμένα, ένας δρόμος αληθινός, δρόμος ζωής και πολέμου. Αν θέλετε, πάρετέ τον. Αν δε σας αρέση πάλι τούτος βρίσκονται και άλλοι, αληθινοί και αυτοί, δρόμοι ζωής και πολέμου. Διαλέξετε και πάρετε. Ειδεμή, σαπίστε εκεί που είσθε!

Προφανώς είδε σωστά, πως σαπίζουμε εκεί που είμαστε, πως είμαστε τυφλοί και πως κωφεύουμε και πως γενήκαμε τέλειοι ψηφοφόροι, εδώ και αιώνες, εμείς οι βλάκες, από τη σύσταση του πρώτου κράτους και έκτοτε. Προφητικός ο Ίωνας και έπρεπε να διασχίσουμε τα 100 χρόνια, για να επιβεβαιωθούν τα λόγια του. Δημοσιευμένο στα 1907 και φωνάζει την αλήθειά του, όπως και ο αφανής Γεώργιος στο χωριό Στάτιστα και τώρα Μελάς, επαρχία Κορεστείων της Δυτικής Μακεδονίας, αφανής μες στη φεγγοβολή των λόγων και της ταπεινοσύνης του.

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

"Πρέπει τις λέξεις να βρει που να γαντζώνουν στο τσιμέντο"


«Πρέπει», λέει ο ποιητής Χρίστος Λάσκαρης, τις «λέξεις να βρει /που να γαντζώνουν στο τσιμέντο».[1] Στο τσιμέντο της ψυχής. Και κάποτε τις βρίσκει και κάποτε δεν τις ξεφορτώνει ποτέ, παρά ασήκωτες απάνω του τις κουβαλά.
   Ξεφορτώνουμε λέξεις, την ψυχή μας ξεφορτώνουμε, όποιος κάτι ευτελέστερο θαρρεί πως κάνει, όποιος τις λέξεις ίσως εκμεταλλεύεται για το θεαθήναι ή για τροφή της δικής του ματαιοδοξίας, οι λέξεις κούφιες θα σταθούν, οι λέξεις θα τον εκδικηθούν. Έτσι οι λέξεις, έτσι και τα ποιήματα: κραυγές μεσίστιες στη μέση του πελάγους. Τίποτα λιγότερο.
   Γι’ αυτό και όποιος μαζί τους περιπλέκεται και γύρω τους περιδινείται, πρέπει σοβαρά να λάβει υπόψη πως αυτό που γάντζωνε πάντα στο τσιμέντο, δεν ήταν ποτέ η καθωσπρέπει και επιδεικτική κουλτούρα της γραφής, η σαν σκάλα, προκειμένου να στηθούν στα βάθρα τους ποιητές και πνευματικοί δήθεν άνθρωποι, παρά η κουλτούρα μονάχα της ψυχής και η δική της καλλιέργεια, που γεννά έργα αιωνόβια -δηλαδή έργα αυθεντικής αγωνίας- που γι’ αυτό ακριβώς το λόγο καταφέρνουν και αφορούν στους πολλούς και στις ψυχές τους.
   Πα να πει πως δεν έχουμε ενδεχομένως ανάγκη από περισσότερους στίχους, από περισσότερους άρτιους ή εξαιρετικούς στίχους, όσο έχουμε επιτακτική ανάγκη την αληθινή και επιούσια αγωνία του κάθε ποιητή, του κάθε ανθρώπου δηλαδή, γιατί ποιητής δεν είναι κάποιος όταν γράφει πράματα ωραία και συγκινητικά, ποιητής είναι κάποιος ίσως μονάχα με τη ζωή του.
   Σήμερα διασχίζουμε μια καμπή της ιστορίας εξαιρετικά οδυνηρή είτε τη ζούμε στο πετσί μας είτε αγνοούμε το μέγεθός της κάποιοι ακόμη. Σήμερα ζούμε έναν εφιάλτη που έχει την όψη ενός εγκλήματος, ενός εγκλήματος συλλογικού εκ προμελέτης, εξ αδιαφορίας, εκ του άπληστου και ασύστολου πλούτου των λίγων -που εδώ ίσως και να ήταν και οι πολλοί- σε βάρος των πολλών. Σήμερα ζούμε το έγκλημα της κατάχρησης εξουσίας. Τη φίμωση με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους της δημοκρατίας. Θα μπορούσε δυστυχώς με το πέρασμα των χρόνων να λάβει και διαστάσεις γενοκτονίας, και ας ακούγεται υπερβολή, που ακυρώνεται όμως, αν σκεφτεί κανείς μονάχα το μέλλον, που δεν έχουμε να κληροδοτήσουμε πια σε κανέναν. Ένα μέλλον το οποίο δε μας ανήκει. «Μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας /ούτε δική σας»,[2] όπως είπε ο Σεφέρης παλιά, για να το πούμε ξανά τώρα.
   Δεν έχουμε λοιπόν ανάγκη από υπέροχα ενδεχομένως κατασκευασμένα σε εργαστήρια στίχων ποιήματα, όσο εκλιπαρούμε τους ποιητές ν’ αφήσουν τα σινάφια και τις κλίκες μέσα στις οποίες περιχαράκωσαν το εγωτικό τους έργο και τη ναρκισσιστική αυτοπροβολή τους και να γονυκλινήσουν ενώπιον των αναγκεμένων και κυριολεκτικά ανυπεράσπιστων ανθρώπων και να καταθέσουν τη φωνή και τη σιωπή αυτών των ανθρώπων, που χάνουν κάθε μέρα τα πάντα, προκειμένου να επιβιώσουν και προπάντων την αξιοπρέπειά τους. Ας αφουγκραστούν λοιπόν οι όποιοι εναπομείναντες ποιητές την αγωνία που πάει κι έρχεται στους δρόμους μας, που τρυπώνει παντού και ας μιλήσουν γι’ αυτήν. Μα ποτέ βέβαια δε θα μπορούσαν να μιλήσουν, αν η αγωνία αυτή δεν ήταν βέβαια και δική τους. Ποτέ δε μπορείς να μιλήσεις για πόνο δανεικό.
   Ο Γιώργος Δελιόπουλος μαζί με τους μαθητές του, αφουγκράστηκαν την αγωνία αυτή, στο βαθμό που ο καθένας του μπορούσε, και την καταθέτουν απόψε εδώ, για να επιβεβαιωθεί πως η ποίηση έχει να κάνει με την καθημερινότητα και πως είναι μεταρσίωση, το απόσταγμα και το απόθεμα της καθημερινής κουβέντας, όπως υποστήριζε πάντα ο ποιητής Μίμης Σουλιώτης.
   Πέραν τούτου και υπεράνω όλων η ίδια η πραγματικότητα, που είναι αυτή το παραμύθι, όπως είπε ο ποιητής Αργύρης Χιόνης ή που πρέπει -για λόγους επιτακτικής ανάγκης, σχεδόν επιβίωσης- να γίνει παραμύθι. Ακολουθήστε με τώρα σε κάποιες διαφορετικές εικόνες:
Μια γυναίκα κάπου κάτω από την οροσειρά της Πίνδου αφήνει πίσω της το πατρικό του άντρα της μες στα βουνά. Οι οικογένειες που μέναν μαζί κατεβαίνουν για λόγους οικονομικούς στον κάμπο. Φεύγοντας, η νύφη γυρνά και κοιτά πίσω της κι αφήνει τη φωτογραφία της πεθεράς της μες στο άδειο σπίτι: να προσέχει τον τόπο τώρα που θα φύγουν όλοι. Η ίδια διέπραξε μια πράξη ποίησης δίχως να το ξέρει.
   Ένας άντρας κάπου στη Δυτική Μακεδονία, για δυο ολόκληρα χρόνια κάθε παγωμένο πρωινό του χειμώνα πηγαίνει κι ανάβει τη σόμπα της μονάχης γιαγιάς του. Δίχως βαρυγκώμια, δίχως ιδιοτέλεια. Διαπράττει μια πράξη ποίησης -δίχως να το ξέρει.
   Μια γυναίκα κάπου στο κέντρο της Αθήνας, ζει μονάχη με το γέροντα πατέρα της, κι έρχονται Χριστούγεννα, και του στολίζει το δέντρο που στέκεται στη βεράντα του δωματίου του, να το βλέπει κάθε που ξυπνά, κάθε που στέκεται, κάθε που βραδιάζει. Να το χαίρεται σα μικρό παιδί και κείνη να τον προσέχει σα να’ ναι μικρό παιδί -και πιο πολύ. Διαπράττει επίσης μια πράξη ποίησης, δίχως να το υπολογίζει.
   Ένας άλλος άντρας κάπου στο Αιγαίο λυγίζει απάνω απ’ τον κατάκοιτο πατέρα του, τον βαστά και τούτος, σα να βαστά μικρό παιδί μες στην αγκάλη, τον σηκώνει, ώσπου να φύγει η αναπνοή του και να σηκωθεί η ψυχή του μες στα ουράνια.
   Τούτοι -οι παραπάνω- ίσως και να μην ήταν ποιητές. Διέπραξαν όμως πράξεις ποίησης υψηλές. Γιατί η ίδια η ζωή είναι η καθαρόαιμη ποίηση, καθώς η μια είναι η γραπτή και η άλλη, η της ζωής η ποίηση, άγραφη απλώς. Θα μπορούσα να καταθέσω άπειρα υπέροχα -καθημερινά σχεδόν- «ποιήματα» της άγραφης. δε θα μπορούσα όμως να ανασύρω και άπειρα υπέροχα ποιήματα της γραπτής. Ίσως και ευτυχώς.
   Διαβάζοντας τα ποιήματα που έγραψαν τα παιδιά του 1ου Γυμνασίου, μπήκα στον πειρασμό να αποσύρω στίχους σκόρπιους, σχεδόν από το κάθε ένα από αυτά, δημιουργώντας έτσι -αμοντάριστα σχεδόν- ένα νέο ποίημα ως ψηφιδωτό ή ως αλυσίδα ή και ως φύλλα -ίδια και διαφορετικά ενός δέντρου. Ένα ποίημα αλλιώς, που ίσως και να είναι και το υπόγειο ρεύμα που τα διασχίζει. Σας το παραδίδω, ευχαριστώντας τα παιδιά από καρδιάς για τη μοναδική εμπειρία ανάγνωσης:

Πάρε ένα πρόσωπο
και βάλε φωνή

«Όσ’ αγαπώ έχουν χαθεί»
ψέλλισες με μισή ψυχή

Θα φύγω από δω πέρα
με τα φτερά σαν το πουλί

Αυτός ο τόπος πια δε με χωρεί

Θα ψάξω αλλού να βρω χαρά                                          
πέρα σε μέρη μακρινά                                           
με την ελπίδα συντροφιά

Μήπως μπορέσω και σε λησμονήσω

Για να ξεχάσω ό, τι με πονά

Ζητάω πολλά;

Κι είπε, θα βρει μιαν άλλη γη
να ορίζει μόνος τη ζωή

Όμως, φίλε μου,
αυτή είναι η καθημερινότητα
κι η δυστυχής πραγματικότητα

Οι ίδιοι είμαστε παντού

Αναζητούμε μια φωνή
σε κάποια δύσκολη στιγμή

Διψάμε για το αύριο

Διψάμε για τον ήλιο

Διψάμε για χιόνι

Διψάμε για τραγούδια

Διψάμε για το γάργαρο νερό

Διψάμε για το χρώμα

Διψάμε και για όνειρα

Διψάμε για αγάπη
χωρίς καμιά απάτη
και δίχως δισταγμούς

Στον άδειο κήπο
του σπιτιού μου προσδοκώ
να βρω αγάπη

Το κακό παντού,
η αγάπη πουθενά.
Πώς θα σωθούμε;

ΖΗΤΕΙΤΑΙ κάθε είδους αγάπη,
μητρική, αδερφική, φιλική, πλατωνική.
Όλες μάς είναι πολύτιμες

Θρύψαλα ήμουν
κι εσύ με συγκόλλησες
με χαμόγελα

Διψάμε για ελπίδα

Όμως αυτή αργεί
και μας αφήνει να διψάμε,
να διψάμε για χαρά…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ πίστη
Όποιος έχει αρκετή, ας την κομματιάσει
σε μικρά κομμάτια για όλους
Όλοι την έχουμε ανάγκη

ΖΗΤΕΙΤΑΙ έστω και λίγη αλήθεια
Αν τη βρεις, ακολούθησέ την
Δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει

Μονάχο άνθος
αναζητώ κρυφά την
αλήθεια να βρω

ΖΗΤΕΙΤΑΙ φως,
για να στραφούν
όλα  τα βλέμματα
και τα λουλούδια εκεί

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ξίφος,
για να κόψει στα δύο
την αδιαφορία που χάραξε
την εποχή μας

ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ χέρια,
για να σμιλέψουν
τον κόσμο απ’ την αρχή

Γι’ αυτό κι εγώ λοιπόν
σας γράφω ένα ποίημα.

Πριν χρόνια ο μεγαλύτερος ίσως δραματουργός μετά το Λόρκα, Αλεξάνδρο Κασσόνα, στο έργο του «Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια», έγραφε: «Έτσι που πάει ο κόσμος όλοι όσοι δεν είμαστε ηλίθιοι, έχουμε ανάγκη να είμαστε λίγο τρελοί».[3] Ή λίγο ποιητές, θα πρόσθετε κανείς. Ή πολύ ποιητές. Αν όχι στη γραφή, στην ίδια τη ζωή. Και να πεθαίνουμε όρθιοι, σαν τα δέντρα, όταν, αφού έχουν πεθάνει μέσα τους, στέκονται έπειτα και μολοντούτο όρθια.

19 Ιουνίου 2013

[τοποθέτηση στην εκδήλωση του 1ου Γυμνασίου Πτολεμαϊδας «Πάρε μια λέξη», όπου οι μαθητές παρουσίασαν τα δικά τους κείμενα μαζί με τον δάσκαλό τους Γιώργο Δελιόπουλο]


[1] Λάσκαρης Χ., Ο φωταγωγός, ό.π., 48
[2] Σεφέρης Γ., Η’, Μυθιστόρημα, Ποιήματα, Ίκαρος, 1992, 52
[3] Κασόνα Αλεξάνδρο, Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια, Δωδώνη, 1977, 65