Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

"Στην άκρη της θάλασσας"...στην άκρη της ζωής


Καλοκαιράκι, ελεύθερο κάμπινγκ, άπλα, ραστώνη, ηλιοθεραπεία. Παπαδιαμαντική απλότητα. "Χαίρετε εν παντί...Εν παντί ευχαριστείτε", το μπορείτε;

Γεώργιος Χοιροβοσκός εκ του facebook 


Οι φωτογραφίες μα και το σχόλιο του Χοιροβοσκού εκ του facebook, απ' τα ελάχιστα που αξίζουν τη δεύτερη και την τρίτη ματιά μας, καθώς ο καθείς εκεί μέσα ομφαλοσκοπεί, χαμένος ναρκισσιστικά στο μικρόκοσμό του, που τίποτα δεν είναι σε θέση να τον προσπελάσει. Ούτε καν ο εφιάλτης του σήμερα. Είπαν για τη θρησκεία πως στάθηκε το όπιο του λαού. Ετούτο πώς να το ονομάσω και τι αντίδοτο να βρω; Θα το πω το όπιο του fb, που είναι και το χειρότερο, καθώς μασκαρεμένο. Το επιζητούν μικροί και μεγάλοι, μηδενός -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- σα στερημένοι και του αφήνονται ασυστόλως. Υπάρχουν βέβαια και τα καλά του, δε λέω. Στιγμές όπως αυτή. Φίλοι από παλιά. Εύκολος και άμεσος τρόπος επικοινωνίας, διαφορετικής βέβαια, που στηρίζεται στη γραφή και αυτή ασφαλώς επιφυλάσσει τους γνωστούς κινδύνους του έμμεσου που λειτουργεί συχνάκις και  παραπλανητικά, άρα και επικίνδυνα. Αντίδοτο εντούτοις σε αυτό το όπιο δε γνωρίζω, πλην βέβαια της πραγματικής ζωής.

Η Αθήνα βράζει και οι συμπολίτες στα μπάνια του λαού ξεχύνονται -μα και τι να κάνουν οι άνθρωποι δηλαδή;- μικροαστοί που απομείναν ή και για την ώρα απομένουν στα επιτρεπτά όρια επιβίωσης και όσοι δεν κατήλθαν στα υπόγεια της φτώχειας. Πατείς με πατώ σε οι παραλίες μέρα Σάββατο και Κυριακή ολόκληρη, ο αγκώνας σου ακουμπά στου διπλανού, ακούς καθαρά και ξάστερα τις συνομιλίες της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, συμμετέχεις στην ομήγυρη θέλοντας και μη, υπάρχεις μαζί τους για μια-δυο ώρες, ώσπου να πάρεις το δρόμο της επιστροφής με ανακούφιση. Ομπρέλες και παιδιά, ξαπλώστρες και ρακέτες, αντιηλιακά και κουβαδάκια, όλα ανάκατα. Μαζί και οι εικόνες που σου σφηνώθηκαν απ' το προηγούμενο βράδυ. Θησείο ανάβαση και έπειτα πίσω πάλι, κατάβαση προς Μοναστηράκι, στρίβεις στη Βρυσακίου, χαρτοκούτια στις άκρες των στενών να περιμένουν τα σώματα που θα τρυπώσουν μέσα τους για μια στάλα νύχτα, σκοτάδι απέναντι μα η Ακρόπολη σε φωτοχυσία επιπλέον και λόγω της πανσελήνου που πέρασε, στρίβεις ξανά και κατεβαίνες, για ν' ανέβεις Ρωμαϊκή Αγορά και Αέρηδες. Κι εκεί μέσα στις φυλλωσιές τρανζίστορ ακούς και κάτι σα ρεμπετικο, τους νιώθεις πριν να τους δεις, τη βλέπεις όμως να ετοιμάζει τα στρωσίδια απάνω στο παγκάκι, απέναντί της κι άλλη, περνάς ανάμεσα, μα ντρέπεσαι να κοιτάξεις, σε χαρτόκουτα ψυχές και σώματα, και λίγο πιο πέρα μουσικές και μυρωδιές και η λέξη διασκέδαση και χαλάρωση να ξεσαλώνουν ακόμα και πέραν τούτων και ανερυθρίαστα. Πιο πέρα άλλοι κι άλλοι. Ήρθαν μπροστά σου ξανά μέσα από τις φωτογραφίες που σε έφτασαν. Σου ήρθαν ως υπενθύμιση και υπογράμμιση της πραγματικότητας. Μην τύχει και τους ξεχάσεις. Εδώ πάνω στα δυτικά, μα και όπου στην ενδοχώρα δεν τους ανταμώνεις εύκολα στην κάθε μέρα, ενώ εκεί ή και αλλού πέφτεις απάνω τους -εδώ πάνω στα δυτικά, μην τύχει και τους ξελησμονήσεις.

Στο μεταξύ εκεί και στην άκρη της θάλασσας, και εντός του πλήθους, ανασύρεις βιβλίο, λιτή, υποδειγματική έκδοση των εκδόσεων poema (κεντρική διάθεση στην Αθήνα βιβλιοπωλείο Λεμόνι, όπως και ο Ιδαλγός άλλωστε) για την Αχμάτοβα, που δε χωρά βέβαια εκεί, στα μπάνια του λαού και στη οχλαγωγία τους, παρά μόνο στο ότι υπήρξε και εκείνη προ πολλού στην "Άκρη της θάλασσας". 

Με τούτο το πολύστιχο ποίημα η Αχμάτοβα αποχαιρετά, καθώς μας ξεναγεί σε αυτό η μεταφράστριά της από τα ρωσικά Ασπασία Λαμπρινίδου -μια μετάφραση που ρέει- τα καλοκαίρια των παιδικών της χρόνων στις παραλίες της Μαύρης Θάλασσας και επομένως οριστικά και αμετάκλητα την εποχή της αθωότητας, λίγο προτού μπει η Ρωσία στο μεγάλο πόλεμο και εκείνη στο ταξίδι προς την ενηλικίωσή της. "Ήταν στο Σλέπνεβο" γράφει στα ημερολόγιά της "στο δωμάτιό μου. Κι αυτό σήμαινε ότι είχα αφήσει πίσω μου τα χρόνια της νιότης μου στη Χερσόνησο, το αγρίμι των αρχών του αιώνα, κι ένιωσα το σιδερένιο βήμα του πολέμου. Έτσι ήρθε ως εμένα το ποίημα Στην άκρη της θάλασσας...".


Η προσωπογραφία της ποιήτριας ανήκει στη συνονόματη εντελώς Ρωσίδα ζωγράφο Olga Della και έπειτα Vos-Kardovskaya, ζωγραφισμένη επίσης το 1914, που είχε ήδη ζωγραφίσει το 1909 και τον πρώτο σύζυγο της Αχμάτοβα, τον ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ. Εντούτοις και η αυτοπροσωπογραφία της μοιάζει στη στάση τουλάχιστον σε εκείνη. Πιο αγέρωχη η πρώτη ή και με την ψευδαίσθηση τούτης της αίσθησης, πιο λυρική η δεύτερη. Η δύναμή της το βιβλίο πάνω στο οποίο ακουμπά. Της πρώτης. Της δεύτερης απάνω στη στωικότητα των χεριών της. Κάτι το πονεμένο η πρώτη και μια θλίψη στο βλέμμα, ένας άδειος ορίζοντας η δεύτερη. Χρώματα ζεστά, της ψυχής, για την πρώτη. Χρώματα της νύχτας και ανταριασμένη η δεύτερη. Κλειστά φορέματα για την ποιήτρια και δέντρα να την παραστέκουν. Ανοιχτό σώμα η δεύτερη και ουρανός. Μπορεί όμως και να μη διαβάζω καλά. Τις γειτνιάζω, μια που γειτνίασαν έτσι κι αλλιώς και από μόνες τους.


Μέρες μετά βρίσκεσαι στα δυτικομακεδονικά σύνορα ή και λίγο πριν. Στο χωριό Πρώτη της Φλώρινας. Ακουλουθείς ένα χωματόδρομο που χάνεται στο δάσος. Ένας άντρας παλιού καιρού βγαίνει, σχεδόν χαρούμενος από τους απρόσμενους επισκέπτες. Μιλά για τον τόπο, για τα γελάδια που εκτρέφει, για την αρκούδα που κατεβαίνει και πίνει νερό κάθε βράδυ στο ρυάκι, για το ένα δωμάτιο αποδείξεις που μαζεύει, για το χαράτσι που τον περιμένει, αυτόν και το πλίνθινο σπίτι του, τους σταύλους, μια ανάσα απ' το σπίτι του και οι οσμές των ζώων να κυριαρχούν πάνω από ό,τι άλλο, τον νυχθημερόν κόπο του μονάχα για τον επιούσιο πλέον, περιμένει μέχρι να φύγουμε, μην τύχει κι ορμήσουν τα σκυλιά. Το βλέμμα σου σταματά απάνω του και ξεκουράζεται. Στο ανεπιτήδευτο χαμόγελο. Στην απλότητα των τρόπων. Τίποτα δε σκοντάφτει με τούτους τους ανθρώπους. 



Συνειρμικά βρίσκεσαι ξανά στο κέντρο της Αθήνας και μες στη ματαιότητα του κόσμου που αγκαλιάζει την εξωστρέφεια, για να γεμίσει ό,τι άδειο χάσκει μέσα του. Και που φαντάζεται -ζει και πεθαίνει- ότι αυτό είναι ζωή. Εύκολο να το νομίσει ο καθένας μας και όπου. Δεν ωραιοποιείς τη ζωή του ακρίτα και βλέπεις τον αγώνα του απάνω στα σύνορα, δίχως το τίποτα του κράτους από τότε ακόμα που κράτος ελληνικό ακόμα δεν υπήρχε. Εντούτοις στέκεται ελεύθερος και ευτυχής δίχως να το ξέρει. Είναι γραμμένο ανεξίτηλα στο πρόσωπό του. Το φωνάζει και σε σένα. 


Μακαρίζεις τον εαυτό σου για τη σιωπή τούτη των βουνών που σε τυλίγουν, που μαλακώνουν μέσα στο φως της δύσης. Μονάχα η θάλασσα, η θάλασσα σου λείπει ώρες-ώρες και η φωνή της σιωπής της, που έλεγε ο Χιόνης, δηλαδή η βοή της όταν ανταριάζει, όπως την άκουσες ξανά νύχτα ολόκληρη στο Αγκίστρι της δικής σου νεανικής ηλικίας -και πώς να κοιμηθεί κανείς όταν φωνάζει μέσα στη σιωπή της;- μα και η γαλήνη της το σούρουπο, αλλά και το πρωί, που θες να τα αξιωθείς ξανά. 



Χαμηλά την ακτή ψαλιδίσαν οι κόλποι,
Πανιά πολλά στ' ανοιχτά αρμενίζαν,
Κι εγώ στέγνωνα τ' αλμυρά μου μαλλιά
Σε βράχο πλατύ, από τη στεριά ένα μίλι.
Ένα πράσινο ψάρι γλιστρούσε σε μένα,
Ένας άσπρος γλάρος σε μένα πετούσε,
Κι ήμουνα τολμηρή και χαρούμενη, ήμουν αγρίμι,
Και διόλου δεν ήξερα πως αυτό είναι ευτυχία.
Το κίτρινο φουστάνι μου έθαβα στην άμμο,
Μην το πάρει ο αέρας, μην το κλέψει ο αλήτης,
Και στη θάλασσα ανοιγόμουν και ξάπλωνα
Στα ζεστά σκοτεινά κύματά της.
Όταν γύριζα αναβόσβηνε κιόλας
Από τα ανατολικά το φως του φάρου,
Κι ο καλόγερος στης Χερσονήσου την πύλη
Με ρωτούσε: "Πού γυρνάς μες στη νύχτα;"
[...]
Πώς ξάπλωσα πλάι στο νερό -δεν θυμάμαι,
Πώς με πήρε τότε ο ύπνος -δεν ξέρω,
Μόνο ξύπνησα και βλέπω κοντά μου
Ένα πανί ν' ανεμίζει. [...]

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ, Στην άκρη της θάλασσας, μτφρ.Ασπασία Λαμπρινίδου, poema 2013

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

Και όταν η ζωή αναπνέει


Συνέχεια των προηγούμενων αναρτήσεων. Και ίσως το υστερόγραφό τους. Ένα υστερόγραφο μασίφ. Όταν η ζωή αναπνέει. Όταν η αγάπη αναπνέει. Όταν η ψυχή αναπνέει. Από το σκοτάδι στο φως. Και όχι τούμπαλιν.

Tα γυρίσματα διήρκεσαν ένα χρόνο στο μοναστήρι Σβιάτο-Βαζνεσένσκι (Της Αναλήψεως) στα σύνορα με τη Ρουμανία.

Όταν η γραφή -η ψυχή δηλαδή- αναπνέει


Με έφτασε με το γνωστό διαδικτυακό τρόπο που σε φτάνουν κάποτε τα κύματα. Γραφή που αναπνέει και δε σκοντάφτει, γιατί κουβαλά την αλήθειά της. Όχι μονάχα τη δική της όμως. Τα λόγια του Πλάνητα είναι κομμάτι της αλήθειας που γύρω της στροβιλιζόμαστε. Τη μοιράζομαι, όπως θα μοιραζόμουν ένα φυλακτό. Χωρά το φυλακτό του Ζουμπουλάκη, χωρά και τη χώρα των άλλων. Μας χωρά.

 

Ο ήχος της σιωπής

Ήταν ένα από εκείνα τα παλιά τραγούδια, το θυμάμαι στα θαμμένα βινύλια που κρατούσε ο πατέρας μου σε ένα ντουλάπι, και σε μισομασημένες κασέτες που συνόδευαν τις οικογενειακές μας εκδρομές. Ήταν ένα από τα αγαπημένα του. Το ξαναβρήκα τυχαία αρμενίζοντας στον σημερινό ωκεανό του διαδικτύου. Χάζεψα τους στίχους. Κατά κάποιο περίεργο τρόπο, τους ανέσυρα από τα βάθη της μνήμης μου, τους ήξερα σχεδόν απ'έξω. Ίσως να ήταν και κάποιο από τα παιδικά μου νανουρίσματα, από τα πρώτα μου αγγλικά. 
Τι σκοτεινοί στίχοι που ήταν...
"Hello darkness my old friend, I've come to talk with you again..."
Ως παιδί, μπορεί να άκουγα αυτούς τους στίχους και να με έβρισκε ένας γλυκός ύπνος. Ως ενήλικας, καταλαβαίνω κάθε δευτερόλεπτο της αγωνιώδους αναμέτρησης ενός ανθρώπου με το μέσα του σκοτάδι. Πως αλλιώς; Βρίσκομαι και εγώ ο ίδιος στο ίδιο σκοτάδι και στην ίδια σιωπή. Τώρα μπορώ να ανατρέξω στο παρελθόν και να επαναξιολογήσω εκείνες τις σιωπές του πατέρα μου, όταν καθόταν ορισμένα απογεύματα με ένα βλέμμα το οποίο δεν ήξερα πού ακριβώς κατευθύνει, καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Θέλω να του πω ότι καταλαβαίνω την κάθε κίνηση, την κάθε σκέψη. Δεν είναι πια εδώ. Και αυτός είναι ο ήχος της δικής του σιωπής που με στοιχειώνει.
"In restless dreams I walked alone
Narrow streets of cobblestone"
Περνάμε ένα σεβαστό μέρος της ζωής μας στον κόσμο των ονείρων με τα μάτια κλειστά. Ορισμένοι μπορούν να ονειρεύονται και με τα μάτια ανοιχτά. Να οραματίζονται. Να βλέπουν αυτό που μπορεί να γίνει και όχι μόνο αυτό που γίνεται. Κι είναι μόνο εκεί που βιώνουμε την ολοκληρωμένη εικόνα των πραγμάτων, αυτό που μεγαλώνοντας έμαθα πως το λέμε υπερπραγματικότητα, και το ψάχνουμε μέσω της δημιουργίας. 
"And in the naked light I saw
Ten thousand people, maybe more
People talking without speaking
People hearing without listening"
Μπορώ να τους δω και γω. Χιλιάδες ανθρώπους, που φλυαρούν χωρίς να μιλάνε, που ακούν χωρίς να δίνουν προσοχή, σαν να ζουν χωρίς να υπάρχουν. Κατευθύνουν τις δραστηριότητές τους σε κενά πράγματα, ξεγελούν τους εαυτούς τους και τρέχουν από τα συναισθήματά τους και το είναι τους. 
Είναι δύσκολες οι ανθρώπινες σχέσεις, όταν υπάρχουν τόσες διαφορές στον τρόπο που διαλέγουμε να περνάμε τις ζωές μας. Χίλιες φορές καλύτερα που έζησα και το σκοτάδι. Χίλιες φορές καλύτερα από το να αφήσω τη ζωή να κυλήσει σαν άμμος από τα χέρια μου. Κι έχει μεγάλη διαφορά το να κλαις από το να κλαίγεσαι.
"Silence like a cancer grows...
But my words, like silent raindrops fell
And echoed
In the wells of silence"
Άλλο ένα στιγμιότυπο του πατέρα: Βρίσκεται στο κρεβάτι σε μη αναστρέψιμη κατάσταση. Το κέντρο της ομιλίας του εγκεφάλου του έχει ήδη κλείσει από τον όγκο που βρίσκεται στο κεφάλι του.  Δε μπορεί πια να αρθρώσει λέξη. Πεθαίνει. Το ξέρω. Το νιώθει. Προσπαθώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου πριν μπω στο δωμάτιο. Έχω δουλέψει όλες αυτές τις λέξεις μέσα μου εδώ και μέρες. Θα μπω μέσα και χωρίς να σπάσει ούτε ένα δευτερόλεπτο η φωνή μου θα του πω: 
"Σε ευχαριστώ για όλα όσα έκανες για μένα. Σε ευχαριστώ από τα βάθη της ψυχής μου. Από τη στιγμή που θυμάμαι τον εαυτό μου βλέπω έναν άνθρωπο δίπλα μου, βλέπω μία φιγούρα σοβαρή αλλά γεμάτη φροντίδα. Με έμαθες τη δικαιοσύνη, τη μεγαλύτερη αρετή που θα με συντροφεύει στη ζωή μου. Με έμαθες την αγάπη και την προσφορά, στην πράξη και όχι στα λόγια. Σε όλα τα δύσκολα, είχα έναν άνθρωπο να μου λέει "Μη μασάς, εγώ είμαι εδώ". Τέτοιος άνθρωπος θέλω να είμαι και γω για τους άλλους. Με έκανες τον άντρα που είμαι, και καθόρισες όλα όσα θέλω να γίνω." 
Μόλις μπήκα, κοιταχτήκαμε στα μάτια. Ενώ δυσκολευόταν πλέον να κινηθεί, έκανε μία υπεράνθρωπη προσπάθεια και κατάφερε να ανοίξει την αγκαλιά του. Εγώ και ο αδερφός μου, σαν ένας δεύτερος εαυτός μου, χωθήκαμε μέσα. Δεν είπα ούτε μία από εκείνες τις λέξεις. Τις άφησα να κυλήσουν για πάντα στα πηγάδια της κοινής μας σιωπής.


Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Περί πόνου και άλλων τινών


Ανοίγοντας τα μέιλ της μέρας και μέσα στην αλήθεια των ελάχιστων από αυτά. Νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ αυτό το ελάχιστο-πολύτιμο που έλαβα. Για χάρη όλων αυτών των παιδιών και της συναισθηματικής νοημοσύνης τους, που τη στερούνται οι υπόλοιποι, δηλαδή εμείς, οι πλήρεις από την άλλη.

"Είναι ένα παιδάκι που έρχεται εδώ στο μοναστήρι και είναι διανοητικά καθυστερημένο, αλλά την καλωσύνη που έχει αυτό, ποιος λογικός άνθρωπος την έχει;

Μια φορά το έδειρε ένα παιδί στην γειτονιά, κι εκείνο, αφού έφαγε το ξύλο, του έδωσε το χέρι και του είπε: «Γεια, χαρά!». Ακούς; Ποιος γνωστικός το κάνει αυτό, κι ας έχη διαβάσει Ευαγγέλιο και ένα σωρό πνευματικά βιβλία. 

Μακάρι να ήμουν και εγώ στην θέση του, και ας μην καταλάβαινα και ας μη μιλούσα. Ενώ ο Θεός μού έδωσε όλα τα αγαθά, εγώ τα αχρήστευσα. Στην άλλη ζωή θα κρύβωνται μπροστά του ακόμη και θεολόγοι".

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ




Τα παραπάνω με πάνε στο ακριβώς παρακάτω. Το χειμώνα που πέρασε είχα την τύχη να διαβάσω ένα κείμενο -να πω δοκίμιο θα είναι λίγο- περί πόνου και αγάπης και εξομολόγηση ενός σπουδαίου έτσι κι αλλιώς ανθρώπου. Ένα γυμνό μονόλογο, που προϋποθέτει εντούτοις τον αποδέκτη του, όπως και κάθε εναγώνια εξομολόγηση ή και ομολογία. "Η αδελφή μου" του Σταύρου Ζουμπουλάκη είναι προικισμένη εκ προοιμίου να υπάρχει ως ανάγνωση λυγμική. Από την αρχή ως το τέλος και ως τη μυριοστή επανάληψή της. Τον ευχαριστώ για το μοίρασμα τούτο και την κοινωνία της ψυχής, που τη διαμέλισε, κομμάτια της τα λάβαμε και τα φάγαμε όσοι το πήραμε στα χέρια μας.  Μερικά βιβλία σού φωνάζουν ν' απλώσεις το χέρι και να τ' ανασύρεις από το ράφι. Σου φωνάζουν. Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης έχει γράψει και έχει κάνει σπουδαία πράγματα στη ζωή του. Ίσως το πιο όμορφο, το πιο πολύτιμο, να είναι αυτό. Προσκυνώ ευλαβικά, όπως σε εικόνα.

Αντιγράφω, για το μοίρασμα και μόνο:

"Στη 1.20' ξημερώματα της Δευτέρας 13 Αυγούστου 2012, πέθανε στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός", στα εξήντα της χρόνια, η αδερφή μου, ο άνθρωπος που αγάπησα περισσότερο στη ζωή μου, ο μόνος μάλλον που αγάπησα πραγματικά -εξαιρούνται πάντα από αυτούς τους λογαριασμούς τα παιδιά μου. Κάτι παραπάνω: ήταν εκείνη που με έκανε να νιώσω, από πολύ νωρίς, κάτι από το μυστήριο της αγάπης.  
Η αρρώστια αυτή μετέτρεψε τη σχέση μου μαζί της σε πεπρωμένο. 

Οι ελληνικές οικογένειες κρύβουν τις αρρώστιες τους, όσες μπορούν να κρυφτούν. Την κρύψαμε και εμείς. [...] Ο λόγος της απόκρυψης ήταν για να δείχνουμε και εμείς όπως όλοι οι άλλοι, αλλά και για να προστατευόμαστε από τη σκληρότητα και τη χαιρεκακία του κόσμου. Όποιοι όμως και αν ήταν οι λόγοι, εμένα, μικρό παιδί, με φόρτωσαν με ένα βαρύ μυστικό. Το μυστικό αυτό που δε μοιράστηκε με κανέναν έγινε σιγά σιγά ασήκωτο, δεν υπήρχε καν η ανακούφιση που φέρνει το ίδιο το γεγονός ότι μιλάς για τα βάσανά σου.

Ο πόνος της συλλογικής συμφοράς, είτε η φύση τον προκάλεσε είτε η ιστορία, είναι πολύ λιγότερο βαρύς από τον πόνο που προκαλεί η ατομική συμφορά, εκείνη που χτύπησε εσένα μόνο ή τους δικούς σου: μια ανίατη αρρώστια ή ο θάνατος ενός παιδιού. Η συλλογική συμφορά, και η φρικτότερη ακόμη, μοιράζεται. Δεν είσαι μόνος, δεν είσαι εσύ ο δακτυλοδεικτούμενος της μαύρης μοίρας. Η κοινότητα του πόνου είναι από μόνη της παρηγορητική. Γι' αυτό και, στη δεύτερη περίπτωση, όταν η συμφορά είναι ατομική, ο πονεμένος αναζητάει παντού, στο παρελθόν και στο παρόν, και άλλους πονεμένους, για να συγκροτήσει μια φανταστική κοινότητα πονεμένων. Ψάχνει και βρίσκει εκείνους που είχαν ανάλογη ή βαρύτερη -ακόμη καλύτερα- μοίρα. Προσπαθεί παράλληλα να συγκροτήσει και μια πραγματική, αν τα καταφέρει, κοινότητα ομοιοπαθών, για να μιλάει και να τον καταλαβαίνουν. Χωρίς μια όμοια ή ανάλογη εμπειρία πώς να νιώσεις τον άλλο που τον έχει τσακίσει ο πόνος; [...] Δεν είναι όμως τόσο η κατανόηση, την οποία ψάχνεις. Η ίδια η ύπαρξη του άλλου πονεμένου σε ανακουφίζει. Θέλεις να ξέρεις ότι υπάρχει. 

Ο πονεμένος άνθρωπος είναι αναγκασμένος να ζει τη ζωή του διχασμένος. Η ψυχή του, το μυαλό του, τα άντερά του είναι διαρκώς βιδωμένα στον πόνο του, η κοινωνική ζωή όμως έχει άλλες απαιτήσεις, επιβάλλει άλλες κανονικότητες. Μιλάς, συμπεριφέρεσαι, ενεργείς σαν κανονικός άνθρωπος, εσύ όμως βρίσκεσαι αλλού. Ούτε χαίρεσαι τίποτε, γιατί ό,τι και αν γίνεται, εσένα το μυαλό σου είναι παντού αλλού. 

Μόνο με τους άλλους πονεμένους είσαι αληθινός και λες ό,τι πραγματικά θέλεις να πεις. 

Τώρα (όχι τότε) μπορώ να πω και κάτι άλλο: όποιος δεν ένιωσε μια φορά έστω στη ζωή του την επιθυμία να πεθάνει για εκείνον που αγαπάει, έχει στερηθεί κάτι ψυχικά πολύτιμο σε τούτη τη ζωή. Αυτό εννοούσα στην αρχή, όταν έλεγα ότι η Γιούλα μού χάρισε να νιώσω κάτι από το μυστήριο της αγάπης.

Την αρρώστια της αδερφής μου δεν είχα άλλον τρόπο να τη συζητήσω με τον εαυτό μου, να αναμετρηθώ μαζί της, να την κατανοήσω, να την εξημερώσω, παρά μόνο τη χριστιανική διδασκαλία και πίστη. Αυτή ήταν η πατρική κληρονομιά, αυτός ήταν ο κόσμος μου.

Το μόνο θεολογικό ερώτημα που υπάρχει είναι αυτό: η σχέση ανάμεσα στον ανθρώπινο πόνο και την αγάπη του Θεού. Όλα τα άλλα είναι διανοητικές περιέργειες. 

[...] περισσότερο από όλους μας προσευχόταν η ίδια η αδερφή μου, με τη βαθιά και παιδική -με την ευαγγελική σημασία της λέξης- πίστη της. Μια χρονιά, αργότερα, ταξίδεψε στην Τήνο και έκανε το προσκύνημα των απελπισμένων, πήγε γονατιστή από το λιμάνι στην Παναγία. Τρέχαν τα γόνατά της αίμα, την εποχή εκείνη δεν υπήρχε η μοκέτα που υπάρχει σήμερα. Δεν την ένοιαζε το βλέμμα του κόσμου, το σχήμα της αξιοπρέπειας. Μου γυρίζουν πάντα τα άντερα διάφοροι αγέρωχοι προοδευτικοί που χλευάζουν αυτούς τους απελπισμένους ανθρώπους που σέρνονται στα γόνατα γυρεύοντας τη γιατρειά τους, όλοι αυτοί που αισθάνονται ανώτεροι από τη μάνα εκείνη που έχει κάνει τούτο το τάμα, για να σταθεί στα πόδια του το παράλυτο παιδί της. Περπατώντας με το κεφάλι ψηλά στη λεωφόρο της Προόδου, δεν προλαβαίνουν να κοντοσταθούν και να αναρωτηθούν τι πόνος μπορεί να δέρνει αυτούς τους ανθρώπους. Όταν πολύ αργότερα πήγα και εγώ στην Τήνο, είδα με πόσο σεβασμό περιβάλλουν οι άλλοι προσκυνητές αυτούς που πάνε στα γόνατα. Η στιγμή της εισόδου τους στην εκκλησία είναι μια ιερή στιγμή, ένα δέος δονεί την ατμόσφαιρα.

[...] η αμφιβολία για το Θεό σε κάνει συχνά να ακούς καθαρότερα τη φωνή του ανθρώπινου πόνου, ενώ η ακλόνητη και αρραγής πίστη δεν αφήνει πολλές φορές να ακουστεί η απόγνωση και η οιμωγή. Από αυτή την άποψη, η πίστη του σημερινού ανθρώπου, του ανθρώπου, εννοώ, των δημοκρατικών κοινωνιών, είναι πιο ανθρώπινη -όταν δεν παραείναι ανθρώπινη-, ελεύθερη, ανοιχτή και προπάντων φιλόξενη, από ό,τι η πίστη, πολύ συχνά μισαλλόδοξη, της παραδοσιακής Χριστιανοσύνης. 

Προτιμώ τις ραγισμένες φωνές των συγχρόνων, και περισσότερο από όλες τη φωνή της ταχυθάνατης Σιμόν Βέιλ. 

Η ανθρώπινη οδύνη, σε όλες τις μορφές της, αποτελεί τον μοναδικό δρόμο για να φτάσει κανείς στον Θεό ως αγάπη, γι' αυτό και πρέπει να μείνει για πάντα απαρηγόρητη και ανεξήγητη. Ο ίδιος ο Θεός αποσύρεται από αγάπη, για να οδηγήσει τον άνθρωπο να τον αναζητήσει και να τον αγαπήσει.

Ο Χριστός πεθαίνει μόνος πάνω στον σταυρό, εγκαταλειμμένος. Ο Θεός έχει αποσυρθεί. Χωρίς αυτήν την απόσυρση, δεν θα ακουγόταν ποτέ η σπαραχτική προσευχή του Χριστού πάνω στον σταυρό.  

Χωρίς αυτή την παραίτηση από τη δύναμη, δηλαδή από τον εγωισμό, χωρίς αυτή την κένωση, δεν υπάρχει χώρος για τον άλλο, δεν υπάρχει έλεος. 

Όχι, ο χριστιανισμός, ως θρησκεία της αγάπης, είναι η θρησκεία της χαράς, όποιος δεν έχει χαρά δεν μπορεί να είναι χριστιανός. 

Όποιος δεν έχει πονέσει στη ζωή του δεν θα μπορέσει ποτέ να ανοίξει σπλάχνα οικτιρμού για τον συνάνθρωπο, ούτε όμως και όποιος δεν έχει νιώσει τη χαρά. 

Έμεινε επί ξύλου κρεμάμενη, γιατί ήταν αληθινή.

[...] η μάνα μας, αφού είχε κυριολεκτικά κάνει μούσκεμα την κουβέρτα της το προηγούμενο βράδυ από το κλάμα, αυτή την προαιώνια προσευχή δίχως λόγια. 

Το βάρος της φροντίδας το αναλαμβάνει η μάνα μας, που λιώνει κυριολεκτικά στον απάνω κόσμο. [...] Η ενοχή για τη στάση μου εκείνων των χρόνων -μια στάση σκληροκαρδίας τελικά, υπό το κάλυμμα της ψυχικής αδυναμίας- θα σιγοκαίει πάντα μέσα μου. Πολύ συχνά ο φόβος έναντι της αρρώστιας και του θανάτου, η ψυχική αδυναμία αντιμετώπισής τους, η φυγή, δεν είναι έκφραση ψυχικής ευαισθησίας αλλά εγωισμού, με την πιο βαθιά σημασία της λέξης, δηλαδή αυτοπροστασίας. Ανάμεσα σε αυτούς τους ψυχικά ευαίσθητους εγωιστές και εκείνους που συμπαραστέκονται εντελώς αμέτοχοι ψυχικά, υπάρχουν οι ευλογημένοι άνθρωποι που φροντίζουν με αγάπη και βαθύ ψυχικό συμμερισμό αλλά ταυτόχρονα με ψυχραιμία και διάρκεια, ήρεμα και αγόγγυστα. 

Είχε μια ασύλληπτη χαρά ζωής, ήταν με το μέρος της ζωής μέχρι την τελευταία στιγμή, κυριολεκτικά μέχρι θανάτου.

Δεν ξέρω απολύτως κανέναν άλλον άνθρωπο που να μετείχε στην κοινή λατρεία του Θεού με τόση χαρά. Την χαροποιούσε ιδιαίτερα η ακολουθία του Μεγάλου Σαββάτου το πρωί, τη στιγμή τού Ανάστα ο Θεός τρελαινόταν από χαρά. Η χαρά είναι πνευματικό γεγονός. Προϋποθέτει την καλοσύνη και την αγάπη. Ο κακός δεν μπορεί ποτέ να είναι χαρούμενος -αυτή είναι και η τιμωρία του, η κόλασή του. Η Γιούλα ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος αθωότητα, καλοσύνη και αγάπη. Λόγω των προβλημάτων της υγείας της, δεν μπορούσε να συντρέξει πρακτικά τους ανθρώπους, ήταν όμως διαθέσιμη ανά πάσα στιγμή να τους ακούσει και να τους μιλήσει, να τους βοηθήσει και να τους δώσει θάρρος. 

Πρέπει να τολμήσω να πω τα πράγματα όπως πραγματικά τα εννοώ. Πιστεύω ότι η αδερφή μου είχε φτάσει στην αγιότητα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη χάρη που της χρωστώ, μου έδωσε να καταλάβω, να δω με τα ίδια μου τα μάτια τι σημαίνει αγιότητα. [...] Τούτη η αγιότητα προϋποθέτει αρχικώς και κυρίως την παραίτηση από κάθε ίχνος δύναμης, την πλήρη απογύμνωση. [...] Ο άγιος πορεύεται μέσα στον κόσμο γυμνός και ανυπεράσπιστος. Ξαρμάτωτος.  

Η αθωότητα, η καλοσύνη, η αγιότητα υπάρχουν σε έναν άνθρωπο υπό τον όρο ότι το αγνοεί. Όποιος πιστεύει ότι είναι αθώος, αυτό σημαίνει αυτομάτως ότι δεν είναι. Τι θα πει αθώος; Σημαίνει κάποιον που δεν υποψιάζεται την ύπαρξη του πονηρού, του κακού. Δεν τα βλέπει πουθενά, γιατί δεν τα έχει στα μάτια του. Όλα του φαίνονται καλά, πάντα καθαρά τοις καθαροίς. Η αθωότητα, η καλοσύνη και η αγιότητα δεν είναι ανθρώπινα κατορθώματα, είμαι απόλυτα πεπεισμένος γι' αυτό. Είναι καρπός της χάριτος. Δεν μπορεί κανείς να πει θα γίνω αθώος, καλός ή άγιος, όπως λέει θα γίνω γιατρός, μουσικός ή ζωγράφος. Αν είναι να του δοθεί, θα του δοθεί. Υπό έναν όρο, την παραίτηση από κάθε υπόνοια ισχύος, την απογύμνωση. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι ευλογία για τους άλλους, είναι όμως ταυτόχρονα και απειλή. Ο άγιος απειλεί γιατί ανατρέπει τα κριτήρια, τις ιεραρχήσεις, τα φέρνει όλα πάνω κάτω. Η αγιότητα είναι αντικοινωνική. Σκέψου να χαστουκίσεις οργισμένος έναν άνθρωπο στον δρόμο και εκείνος να σου γυρίσει ήρεμα και το άλλο μάγουλο. Αυτό το ευαγγελικό, που και συ τιμάς με έναν τόνο περιπάθειας στη φωνή, αν σου συμβεί πραγματικά στη ζωή, θα σε τρελάνει, θα σε βγάλει από τα ρούχα σου. Σε τούτο τον κόσμο της δύναμης, της αποτελεσματικότητας και της επιτυχίας είναι πολύ κακό παράδειγμα ένας άγιος άνθρωπος. Η επαφή με τον άνθρωπο της αγιότητας είναι απειλητική, γιατί φανερώνει ποιος τελικά είσαι εσύ. 

Η αδερφή μου τα άξιζε όλα και δεν είχε τίποτε. Και όμως ήταν γεμάτη καλοσύνη για όλους. Αόργητη και αμνησίκακη. Ένα σχολείο καλοσύνης και αγάπης. Όχι, δεν υπάρχει καμία απολύτως δικαιολογία να μην είναι κανείς καλός.  

Αν υπάρχει Παράδεισος, είμαι απολύτως βέβαιος ότι η αδερφή μου βρίσκεται εκεί, επιτέλους χωρίς γιατρούς και φάρμακα, μέσα στη χαρά της θέας του δεσποτικού προσώπου και τη ζεστασιά της κοινότητας των αληθινών αγίων. 

Δεν πιστεύω διόλου σε όλη αυτή τη μεταφυσική του πόνου ούτε στην εξαγνιστική λειτουργία του, πιστεύω μόνο ότι όποιος δεν έχει πονέσει θα γίνει μοιραία ένας ρηγός και λίγο ως πολύ ανόητος άνθρωπος. Αλλά πάλι όποιος δεν έχει γευτεί τη χαρά είναι ένας άρρωστος άνθρωπος, που μπορεί εύκολα να γίνει φθονερός, χαιρέκακος και μνησίκακος. Αυτά τα εγκώμια του πόνου τα κάνουν άνθρωποι που μάλλον δεν έχουν πονέσει όσο λένε.  

Η αρρώστια, η δική σου και των άλλων, σε οδηγεί να εκτιμάς την αξία των πιο κοινών και καθημερινών πραγμάτων της ζωής και ταυτόχρονα να σχετικοποιείς, χωρίς να μηδενίζεις, τη σημασία άλλων, που θεωρούνται σημαντικά (σταδιοδρομίες, ανέσεις και άλλα τέτοια).

Σε εκείνα τα εφηβικά και πρώτα νεανικά μου χρόνια, και μέσα από την εμπειρία αυτή, διαμορφώθξκε οριστικά και ο χριστιανισμός μου. Πολύ απλά: ας πας σε όσες ακολουθίες θέλεις, ας λιώσεις στη νηστεία, ας μάθεις απέξω όλη τη Βίβλο, αν δεν κάνεις πράξη το επείνασα, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός, και περιεβάλετέ με, ησθένησα, και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην, και ήλθετε προς με, είσαι κύμβαλο που αλαλάζει. Όποιος αναζητάει το ίχνος του Θεού σε αυτόν τον κόσμο, δεν θα το βρει παρά μόνο στο πρόσωπο των αρρώστων, των πεινασμένων, των φυλακισμένων, των ξένων. Αν δεν ακούει την κραυγήν των πενήτων, την κραυγή της απελπισίας τους και της οργής τους, δεν έχει ακούσει ούτε τον Λόγο του Θεού. Στο πρόσωπό τους μόνο θα δει Θεού πρόσωπο. 

Όποιος έχει αγόγγυστα σκατοσκουπίσει άρρωστο είναι μείζων όλων των τιτάνων της θεολογίας.

Μόνο αυτούς θεωρώ μαθητές του Χριστού. 

Ο χριστιανισμός των ανθρώπων γύρω μας είναι μια αποκρουστικά μικροαστική υπόθεση, μια οικογενειακή χρηστοήθεια: να είναι καλά τα παιδιά μας, να καλοσπουδάσουν, να καλοπαντρευτούν, να βρουν μια καλή δουλειά και να προκόψουν. Ουχί και οι εθνικοί το αυτό ποιούσι; Η σχέση με την οδύνη και την αγιότητα της Γιούλας τα τίναζε όλα αυτά στον αέρα. 

Προσωπικά δεν δέχομαι να ακούσω για την ανάσταση των νεκρών παρά μόνο από κάποιον που βρίσκεται στο τελευταία στάδιο του καρκίνου. 

Τούτη η άρνηση του επερχόμενου θανάτου μπορεί απλούστατα να είναι και κάτι άλλο: πλεόνασμα αγάπης. Γιατί η αγάπη δεν είναι λογική, δεν είναι ρεαλιστική αποτίμηση των δεδομένων, αλλά πάντα ελπίζει και δεν συμμαχεί ποτέ με τον θάνατο, μα είναι αυτός ο αιώνιος αντίπαλός της.  

Δεν ξέρω κανέναν άλλον άνθρωπο επί της γης -δεν λέω, μπορεί και να υπάρχουν- εκτός από την αδερφή μου που να ενσωμάτωνε όγκους αγάπης στον τρόπο μόνο που έλεγε το όνομά σου. Δεν χρειαζόταν να πει τίποτε άλλο, αρκούσε να πει το όνομά σου, για να μιλήσει η απέραντη αγάπη της. Αυτό μου λείπει σήμερα περισσότερο από όλα, η φωνή της να με καλεί, να λέει το όνομά μου. Προσεύχομαι να την ξανακούσω στα όνειρά μου.

Η ανάγκη να μιλήσω για την αδερφή μου, να μιλήσω θα έλεγα μαζί της, μου γεννήθηκε όταν γύρισα σπίτι, μετά την κηδεία. Για να βάλω άραγε σε τάξη τα συναισθήματά μου; Για να δαμάσω τον πόνο μου; Είχα ανάγκη από μια καθαρτήρια, αυτοθεραπευτική διαδικασία; Ήθελα να ξεκαθαρίσω λογαριασμούς της δικής μου ζωής; Ήταν και αυτός ένας τρόπος να πενθήσω; Ήταν μια αυτοτιμωρία; Μήπως απλή ματαιοδοξία; Μπορεί να είναι όλα αυτά και άλλα πολλά -ποιος ξέρει τι γίνεται στην ψυχή του; Ο συνειδητός ωστόσο λόγος της απόφασης αυτής ήταν ένας: να μείνει το όνομά της μέσα από τούτο το γραπτό, ένα όνομα που θα έμενε από τα δικά της έργα, αν η μοίρα δεν στεκόταν τόσο σκληρή μαζί της. 

Στη ζωή των ανθρώπων, όχι όλων αλλά πάντως πολλών, υπάρχει ένα γεγονός που επηρεάζει, χρωματίζει και σφραγίζει όλα τα άλλα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι στη ζωή τους υπηρξε μόνο αυτό. Τη δική μου ζωή τη σφράγισε ανεξίτηλα η αρρώστια της αδερφής μου. [...] Χωρίς αυτό δεν θα ήμουν αυτό που είμαι. [...] Ο τρόπος όμως που σκέφτομαι, που αξιολογώ, που αντιμετωπίζω τη ζωή και τους ανθρώπους δεν γεννήθηκε μέσα στα βιβλία ούτε πουθενά αλλού, καθορίστηκε από την αδερφή μου. Δεν λέω ότι είναι ο τρόπος της, γιατί είμαι μίλια μακριά από την καλοσύνη της και από τη χαρά των μικρών πραγμάτων. Λέω απλώς, Γιούλα μου, σου λέω τώρα κάτι που δεν σου είπα ποτέ, αν και εσύ η πανέξυπνη μπορεί να το είχες καταλάβει, ότι σου χρωστάω τα πάντα". 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ, Η αδερφή μου, εκδόσεις Πόλις, 2012

Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Απόσεισέ τους. Εκείνους και Τούτους.

 

Ναι, μπορεί κανείς και να διαβάσει αλλιώς. Η αρχή τότε. Μια εισβολή μέσα στις τόσες που θα επακολουθούσαν. Εκείνη αιματοβαμμένη. Και η πλέον μαρτυρική. Εισβολές του σήμερα. Ποιος κείνος που θα τους αποσείσει. Ποιος που θ' ανασηκωθεί για να αποσείσει. Καρτερούμε εντούτοις. Όχι κάποιον. Αλλά τους πολλούς. Να εγερθούμε κανονικά. Και να τους αποσείσουμε. Ή έστω. Ή τουλάχιστον. Το κεφάλι να τινάξουμε ψηλά. Με όση μας απέμεινε. Αξιοπρέπεια. Πέρα από τον υπόδουλο κρατικό μηχανισμό. Άλλωστε ποια ηγεσία και πότε κυοφόρησε ή παρώθησε την έγερση; Βλέπε Τουρκοκρατία. Και τα λοιπά. Τα πριν και τα μετά. Πέρα και από τους γνωστούς χρωματικούς συνδυασμούς. Που το μόνο που παγιώνουν είναι η διαιώνιση της διχόνοιας που εξυπηρετούσε και εξυπηρετεί. Όλοι μαζί, κύριοι, όλοι μαζί. Ειδάλλως τίποτα και ποτέ. Το ρημαδιό εκκολάπτεται αιώνες. Χάρη στο "κράτος", κύριοι, και στους εν κράτει ευνοούμενους. Απ' αλλού το φως. Από τους ελάχιστους, αυτούς που δεν τους πιάνει το μάτι σου, τους αφανείς και άσημους, τους σαλούς και τους φτωχούς αγίους, και εκείνους τους μέσα από τις στάχτες, κύριοι, τους μέσα από τις στάχτες. Δεν ξέρω από πού και το πότε θα εκπηγάσει και αγνοώ τον τρόπο που θα ενσκήψει, αλίμονο όμως, αλίμονο αν δεν μας αγγίξει αυτό το φως. Αλίμονο αν όχι. Είναι δύσκολο, κύριοι, είναι δύσκολο να πιστέψω πως τους φέραμε μόνοι μας. Και πως θα τους κρατήσουμε, κύριοι, και πως θα τους κρατήσουμε. Και πως θα σκύβουμε, κύριοι, και πως θα σκύβουμε. Δια βίου και ανερυθρίαστα. Αλίμονο, κύριοι, αλίμονο αν όχι.

«Ποιο “κράτος”, κύριοι, ποιο “κράτος”; 
Σ’ αλλεπάλληλους σωρούς “κρατών” πατάμε. 
Δεν καταλαβαίνετε πως με τεχνητά μέσα 
κρατάμε την Ιστορία στη ζωή;».

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ


Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

Ρωγμές. Πόνου ή ελπίδας.


Το θέμα είναι ότι τους συνηθίζεις. Την ανημπόρια των άλλων. Τη συνηθίζεις. Τους άστεγους, τους επαίτες. Τους συνηθίζεις. Προσπερνάς. Μαθαίνεις να προσπερνάς. Αποκτάς άμυνες. Δικαιολογίες προβάλλεις. Ενοχές συγκαλύπτεις. Προσπερνάς. Τι μπορείς άλλο να κάνεις. Κάποιοι κάνουν όμως. Και οι πολλοί συνεχίζουμε το θέρος. Αδιάφοροι για το χειμώνα των άλλων. Εντός της ειδυλλιακής Αθήνας του Θησείου και μέσα στην καρδιά της και μέσα στις φυλλωσιές της κάτω απ' την Ακρόπολη κρύβονται οι πρώην γείτονές μας, αυτοί που εν μια νυκτί βρέθηκαν εκτός, σε αυτό το "εκτός" που καραδοκεί πλέον τον καθένα είτε κάθεται ακόμα ανέμελος ενώπιον της φραπεδιάς του, τρώγοντας το γύρο του ή αδειάζοντας βαρελίσιες σε κάποιο ταβερνάκι, είτε και γράφει ανερυθρίαστα για το ό,τι ακόμα μονάχα γράφει.


Οπισθοχωρώ έντρομη και το βλέμμα γαληνεύει σε μια στιγμή: ένας βιβλιοπώλης με την ετοιμόγεννη γυναίκα του προσπαθούν να σώσουν ένα χελιδόνι που έπεσε απ' τη φωλιά του μπροστά στο βιβλιοπωλείο τους. "Ήρθες στην πιο ποιητική στιγμή" λέει ο άντρας. Παιδεύονται επί τρεις ώρες, φτιάχνουν κοντάρι κι έπειτα μια αυτοσχέδια θήκη, για να σκαλώσει μέσα το μικρό και να ξαναβρεθεί στη φωλιά του. Τέσσερα ζευγάρια μάτια και ένας πελάτης πασχίζουν. Το μικρό χελιδόνι φοβισμένο δε βγαίνει, παιδεύονται ξανά, ιδρώνουν, οι γονείς-χελιδόνια φτερουγίζουν αλαφιασμένα, τα άλλα τρία μικρά το φωνάζουν, βγάζουν τα κεφαλάκια τους απ' έξω, εν τέλει μ' ένα φτερούγισμα βρίσκεται και πάλι μέσα. Του πήρε τρεισίμιση ώρες να σωθεί. Ο άντρας κατεβαίνει απ' τη σκάλα, η γυναίκα κλαίει. Μια στιγμή ευτυχίας. Ίσως να είναι και οι μοναδικοί άνθρωποι -ψυχές θέλω να πω- που έκαναν τον κόπο να ασχοληθούν σε όλο το λεκανοπέδιο. Το εξαιρετικό γεγονός δεν αμβλύνει για τη μοναδικότητά του την ελπίδα. Τουναντίον την ενισχύει. Αν λοιπόν αναρωτιέται κανείς ακόμα, πού κατέφυγε ή πού καταφεύγει σήμερα η ποίηση, δεν έχει παρά να κατέβει την Ηρακλειδών, για ν' ανταμώσει ποιητές της ζωής και όχι μονάχα της γραφής. Και να τους αγκαλιάσει. Μήπως και κολλήσει και πάρει κάτι απ' τη χάρη τους.

Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

Όσοι και όσο μπορούμε, διαβάζουμε ακόμη


Η θάλασσα είναι θάλασσα. Η ζέστη μαλακώνει, ψυχές και σώματα. Τα βουνά σε χτίζουν περισσότερο. Τα βουνά που αφήνει κανείς πίσω του. Σύννεφα, σου είπαν, έρχονταν από τις Πρέσπες. Σύννεφα συναγμένα για τις βροχές του καλοκαιριού που δε σταμάτησαν. Το παραλήρημα των βιβλίων που κουβαλά κανείς απάνω του. Στίχοι και αράδες αντάμα. Γρίλιες και άνεμος μέσα απ' αυτές. Ζωή εναντίον της τέχνης και τούμπαλιν. Ένας κόσμος παλιός, ωσάν τσιφλίκι που ήταν, καταρρέει. Θα υπάρξει άλλος και ποιος; Επιστρέφεις στο αρχικό ερώτημα, στριμώχνοντας κάπου την καθημερινότητα ή απωθώντας την για όσο πάρει.

Θυμάσαι το Θεοτόκη από την Κέρκυρα και τον "Απελλή" του (εκδόσεις Άγρα, 1991). Νουβέλα αριστουργηματική εκλήθη, δημοσιευμένη στο "Νουμά" το 1904. Ο ζωγράφος Απελλής από τη Μίλητο και η Καμπάσπη, η ερωμένη του Μεγαλέξαντρου, που του την "παραχώρησε" ο τελευταίος, μόλις ο Απελλής, ζωγραφίζοντάς την μετά από εντολή του, την ερωτεύτηκε ακαριαία, βαθμιαία -ποιος μπορεί με σιγουριά να πει. Μόνο τη φράση του Θεοτόκη μπορεί κανείς να παραθέσει, "Καμπάσπη, σ' αγάπησα", και ο καθείς βγάζει τα συμπεράσματά του. 

Εντούτοις ο Απελλής τη θυσιάζει με τη σειρά του στην τέχνη. Καθώς θέλημα και μέλημά του ήταν να απεικονίσει "τον ανώτατο πόνο του αιώνιου ψυχομαχημού" του Προμηθέα, δηλαδή του ανθρώπου, "που δεν ελπίζει ούτε θάνατο". Το τραγικό τούτο: να μην ελπίζεις ούτε του θανάτου την ανάπαψη. Τη θυσιάζει λοιπόν, "σκοτώνοντας" τον αδελφό της, προκειμένου με το μαρτύριό του να του δώσει την εικόνα του πόνου που του χρειαζόταν. Μαζί του χάνεται όμως και η Καμπάσπη. "Τώρα η αγάπη ενικούσε στην καρδιά του την τέχνη, μα ο Προμηθέας ήταν έτοιμος". Κράτησε λοιπόν τον Προμηθέα του. Κέρδισε και την αιωνιότητα.


 Το γεγονός και η προτροπή θυμίζει βέβαια μια άλλη ανάγνωση του θέρους, στην οποία ο Γκαίτε θα προτιμούσε να μην είχε γράψει την εξαιρετική "Ελεγεία" του, αλλά να είχε την Ουλρίκε. Τουλάχιστον αυτό υποστηρίζει ο Μάρτιν Βάλζερ, ο σχεδόν βιογράφος του, στο μυθιστόρημα "Ο άντρας που ήξερε ν' αγαπάει". "Δώσε να βρέξει, Κύριε, κι ας είναι φωτιά. Πάνω μου". Με τούτη τη φράση ακυρώνεται, τουλάχιστον μυθιστορηματικά, η διαβρωτική ισχύς της τέχνης έναντι της ζωής. Τα αποσπάσματα  λειτουργούν και ως άσκηση αντιγραφής:

Κάποιος θεός σε προίκισε με το χάρισμα να λες πόσο πονάς. Τι θλιβερό προνόμιο! Μακάρι να μπορούσαμε να αυτοπυροβοληθούμε. Το μαρτύριο είναι να πρέπει να πεις πόσο πονάς.

Ο πόνος είναι βρώμικος. Μας βρωμίζει. Όταν γίνεται ανέλπιδος, δεν υπάρχει άλλη κάθαρση από το θάνατο. Καταφεύγεις στη συγγραφή...

...γνωρίζοντας ότι μόνο με τη συγγραφή μπορούσε να απαντήσει σε τούτον τον καταιγισμό συναισθημάτων.

Το ποίημα ήταν "επείγον". "Επείγον" της ψυχής. 

Παραδομένος σ' ένα συναίσθημα που δεν γνώριζε ακόμη λέξεις, αλλά τον οδηγούσε αλάθευτα στην εύρεση των λέξεων. Ό,τι δεν ανταποκρινόταν σε τούτο το συναίσθημα δεν καταγράφηκε στο χαρτί. Αυτή ήταν η ομορφιά της γραφής, και ιδίως της ποίησης: η πλήρης βεβαιότητα της επιτυχίας. Ανεξάρτητα από το πώς θα κρινόταν εν συνεχεία το αποτέλεσμα, το μέγιστο ευτύχημα ήταν ότι η εκάστοτε καταγραφή ανταποκρινόταν απόλυτα στο συναίσθημα που τον είχε οδηγήσει στη συγγραφή. Τούτη η αταλάντευτη ψυχική διαδρομή: σαν να υπήρχε κιόλας το κείμενο, προτού το συνθέσει, κι εκείνος να χρειαζόταν μονάχα να το ανακαλύψει. Και όταν το ανακάλυπτε, αυτό το αίσθημα της τελειότητας. Καμιά λέξη δεν μπορούσε να αντικατασταθεί ή να μετατοπιστεί. Καλά, η εμπειρία δίδασκε ότι αύριο ή σε μια βδομάδα ενδέχεται να το βλέπεις ή να το αισθάνεσαι διαφορετικά, αλλά σήμερα, σήμερα ταυτίζεσαι με το τέλειο ποίημα που βρίσκεται μπροστά σου. Η τελειότητα του κειμένου ενισχύεται από αυτό που καλείται να εκφράσει. Το κατευθυντήριο συναίσθημα ήταν αρχικά πόνος, αβάσιμη οδύνη, αποτρόπαιη πίεση, οικτρή εγκατάλειψη, συνταρακτική αδυναμία επιβίωσης. Ότι τούτη η εξευτελιστική συντριβή εξέβαλε σ' ένα συναίσθημα που κατόρθωσε να σε οδηγήσει λέξη προς λέξη ως το τέλος, αυτό συνιστά το θαύμα της συγγραφής.

Για πρώτη φορά δεν βοηθά η ολοκλήρωση της συγγραφής. Μόνον η συγγραφή βοηθάει.

Χάρη σε τούτο το ποίημα κάθε πόνος ομορφαίνει. Και ο εξωραϊσμός του πόνου είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να συμβεί σε κάποιον πόνο.

...τώρα, Ελεγεία, πού είσαι, τι κάνεις, τίποτε, τίποτε, τίποτε, εκείνοι ξαπλώνουν ο ένας δίπλα στον άλλον δίχως καμιά ελεγεία, η ζωή δεν χρειάζεται καμιά ελεγεία, η ζωή περιφρονεί την Ελεγεία... 

Όλα τα δεινά του κόσμου γεννιούνται από έλλειψη αγάπης. [...] Ο τόνος ηχεί υπερβολικός, επειδή η ανθρωπότητα έχει εκπαιδευτεί στην καταπίεση, στη φίμωση και στην αποσιώπηση. Στη γονυκλισία.
Η εκρηκτικότητα του λόγου του οφείλεται στο γεγονός ότι μια ζωή ολάκερη, πάντα κάτι έλειπε από όλη τη ζωή του. Η αγάπη. Τώρα βρίσκεται εδώ. Άρα υπάρχει. Δεν είναι μονάχα λογοπαίγνιο. Πρόκειται για τη μέγιστη δυνατή βεβαιότητα. Για το πλέον υπαρκτό πράγμα. Κάτι που σε γεμίζει εντελώς. Η μεγαλύτερη ασφάλεια. Το πόρισμα: Μπορεί να στερηθεί οτιδήποτε άλλο στον κόσμο αλλά όχι εκείνη. Ορίζεται από την αγάπη του για εκείνη. Ταυτίζεται με την αγάπη του για εκείνη.

Η ζωή. Οι δυο τους ήταν η ζωή. Έτσι του ήταν αδύνατο να υπερασπιστεί τα γραπτά του.

Μάρτιν Βάλζερ. Κρατώ σφιχτά το όνομα του συγγραφέα. Ως και το εντελώς και καθ' όλα ανθρώπινο πρόσωπο του Γκαίτε που μας εμπιστεύεται μέσα από τη γραφή. Η ανάγνωση τούτη: σα να σου λείπουν μέλη του σώματος που τα βρήκε και τα συγκόλλησε. Σα να εισχώρησε στα εντελώς βαθιά της ψυχής εκείνου, για να μιλήσει για τον ίδιο. Γιατί δίχως αμφιβολία πρόκειται για τον ίδιο το Βάλζερ μέσω Γκαίτε. Πάντα όμως ή σχεδόν πάντα έτσι δε γίνεται; Δανείζεται κανείς προσωπεία προκειμένου. Πρόκειται λοιπόν για τον ίδιο. Γιατί μονάχα όποιος έφτασε στα υπόγεια του πόνου, μπορεί έπειτα να τον ψηλαφήσει και να τον περιγράψει τόσο καλά. Ίσως και ένας άριστος ψυχογράφος. Γιατί όχι;

Το αφήγημα ξεκινά ως μυθιστόρημα, για να διαψευστεί στην πορεία και γρήγορα μάλιστα. Υπάρχει ως μυθιστόρημα στο βαθμό που χτίζεται η εξιστόρηση αυτού που παγιώνεται βαθμιαία ως ανάμνηση. Από τη στιγμή της ανάμνησης και έπειτα, από την ώρα που όλα λαμβάνουν χώρα στην ενδοχώρα του Γκαίτε, δε δύναται να μιλήσει κανείς για μυθιστόρημα παρά για παραλήρημα μονάχα. Το παραλήρημα ενός Γκαίτε. Ο Βάλζερ υπάρχει ως ο ωτακουστής ή ο σεισμογράφος του παραληρήματος αυτού. Δηλαδή του άφευκτου σεισμού που εξελίσσεται στην ενδοχώρα.

Νιώθεις μια ευγνωμοσύνη για τον άγνωστό σου ως τα τώρα συγγραφέα. Ευγνωμοσύνη για το πρόσωπο και την ψυχή του προσώπου που σου παρέδωσε. Και όπως συμβαίνει με όλα τα σπουδαία "κείμενα", για το παράθυρο και τις θύρες που σου άνοιξε. Να δεις τον κόσμο δίχως ματογυάλια.  Είναι λίγα αυτά; 

"Μια ελαφρότητα που δεν είχε νιώσει ποτέ του. Ονομαζόταν αστοργία. Ναι. Δεν την είχε γνωρίσει ποτέ. Δεν την είχε βιώσει ποτέ. Αλλά δεν μπορούσε να χαρακτηρίσει αλλιώς τούτο το συναίσθημα. Ήταν ελεύθερος. Δεν χωρούσε αμφιβολία, ήταν άστοργος. Αστοργία, αισθητή, πρωτοφανής ευρυχωρία, μπορεί και κενό, αναισθησία που υπερκάλυψε όλες τις αισθήσεις, λυτρώθηκε, ελευθερώθηκε, αυτή είναι η απόλυτη ελευθερία: να είσαι απαλλαγμένος από αγάπη, χαρά, ζωή, πόνο. Κανείς δεν θα μπορέσει πια να τον βασανίσει. Ούτε ο ίδιος του ο εαυτός. Το πλάσμα λυτρώθηκε. Ο Μωυσής, εξουθενωμένος από την ανάβαση στο όρος της Διαθήκης, παράκουσε την πρώτιστη εντολή, τραγική παράλειψη εσαεί. Εκείνος, σκαρφαλώνοντας στο δικό του Σινά, επίσης εξαντλημένος, αλλά διόλου βαρήκοος, με πρωτοφανώς οξυμένη ακοή, άκουσε την εντολή και την κατάλαβε: Ουκ αγαπήσεις"

Η εκκίνηση της αφήγησης συμβαίνει στις 11 Ιουλίου 1823. Αρκούσε μια ημερομηνία για να κερδίσει πόντους η ανάγνωση. Τα παρακάτω σκόρπια και αποφθεγματικά, με ποιητική δυναμική, του Βάλζερ:

Εκεί η ζωή μου είναι περισσότερο θέατρο παρά ζωή

Τώρα το βλέμμα της. Δεν υπάρχει τρόπος να αμυνθείς. Δεν θα ήξερες εναντίον ποιου πράγματος να αμυνθείς. Είσαι αιχμαλωτισμένος. Αιχμάλωτος αυτού του βλέμματος.

Πώς να ζήσει με τούτο το βλέμμα;

Τι άλλο είναι ο φθόνος παρά μια μορφή θαυμασμού καταδικασμένοη σε αποτυχία.

Αν εκείνη δεν έρθει, αυτός θα καθίσει εδώ και δεν θα ξανασαλέψει. Ένας άνθρωπος που πέτρωσε εν αναμονή.

...αλλά τούτο το σταθερό βλέμμα το διαθέτετε κι εσείς. Ποτέ σας δεν βλεφαρίζετε. Και όπως θρυλείτε από τα αρχαία χρόνια, έτσι μπορεί να διακρίνει κάποιος τους θεούς από τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι βλεφαρίζουν, οι θεοί όχι.

....την προσείλκυαν τα λουλούδια σαν μια χαμένη πατρίδα...

...ώστε να γεννάται ευθύς η ελπίδα, τούτο το άνθος, που το ανέθρεψα με αγάπη από τον μυστικό σπόρο και που διάγει ακόμη την παιδική του ηλικία...

Όποιος δεν συναρπάζεται από τούτο το τραγούδι, μπορεί να ζητήσει θαρρετά να τον κλείσουν στο μουσείο, στο τμήμα με τα λείψανα των πυραμίδων.

Σαν ένα ηλιοτρόπιο έστρεψε τώρα όχι μόνο το κεφάλι, αλλά ολόκληρο τον κορμό της, ναι, απλώς την ύπαρξή της προς τον πρωτοεμφανιζόμενο ήλιο.

Ο οίκτος γειτονεύει με την αηδία.

Το κάτι, που δεν είναι τίποτε και ούτε πρόκειται να γίνει, αυτό που όσο περισσότερο παραμένει ένα τίποτε, γίνεται ολοένα και πιο σημαντικό, μέχρις ότου γίνει το σημαντικότερο, το πιο σημαντικό από οτιδήποτε άλλο, το ένα και μοναδικό, σε κατακλύζει, σε ορίζει, σε ευφραίνει, σε εκτινάσσει στα ύψη, μόνο και μόνο για να καταστεί η πτώση σου οδυνηρότερη.

...ένιωθε ότι υπάρχουν σκέψεις που μπορούν να σε πνίξουν...

Το γεγονός ότι έχουμε γεράσει δεν μας θανατώνει. Σημείωσέ το. Άσχημο είναι να μη σου επιτρέπεται να αγαπάς. Σου επιτρέπεται βέβαια να αγαπάς, αλλά οφείλεις να εξοικειωθείς με την ιδέα ότι ποτέ πια δεν θα αγαπηθείς.

Αν ο πλάστης μας ενδιαφερόταν να κάνει υποφερτή τη γη, τη ζωή των ανθρώπων πάνω στη γη, τότε από τις εντολές που έδωσε ο Κύριος μέσω του Μωυσή στους ανθρώπους, λείπει η σημαντικότερη: Ουκ αγαπήσεις. [...] Αν ο Μωυσής είχε φέρει από το όρος Σινά τούτη την εντολή, η ανθρωπότητα δεν θα είχε στερηθεί τίποτε άλλο εκτός από την τραγωδία. Πηγή κάθε τραγωδίας αποτελούσε ανέκαθεν η αγάπη. Και πόσο εύκολα θα τα βγάζαμε πέρα δίχως την αγάπη! Για την αναπαραγωγή δεν στάθηκε ποτέ απαραίτητη. Για ποιο λόγο λοιπόν υπάρχει η αγάπη; Για να αισθανόμαστε ότι δεν ζούμε πλέον στον παράδεισο. Για να μην λείψει ο πόνος από καμιά ανθρώπινη ζήση. Από κανέναν.

Αγρύπνια: αυτό είναι το μαρτύριο. Αγρύπνια σημαίνει ότι σκέφτεται εκείνην.

Αν εκείνη δεν είναι όπως τη φαντάζεται, τότε εκείνος ζει σε μια αυταπάτη, την οποία αδυνατεί να διαλύσει. Το ονομάζει αγάπη, αλλά το νιώθει σαν έγκαυμα. Ή σαν ένα και μόνο ουρλιαχτό. Ή γενικά σαν καταστροφή.

Αγαπούσε εξάλλου να κοιτάζει πάντα προς τα ψηλά. Τώρα αυτό ταίριαζε.

Ο κόσμος, όπου κι αν τον αγγίξεις, βρίθει από ιστορίες, ο κόσμος είναι ένας αφηγητής.

Αγνοούσε τη συνέχεια. Όλη τη νύχτα αγνοούσε τη συνέχεια. Μια νύχτα που αγνοείς τη συνέχειά της, τραβάει σε μάκρος.

Ο ταξιδιώτης είναι πάντα πληγωμένος. Ο ξενοδόχος το ξέρει. Ο ξενοδόχος είναι ο γιατρός που σώζει την ψυχή του.

Ό,τι μας ενδιαφέρει, μας ζωογονεί. Και όσο περισσότερο μας ενδιαφέρει τόσο περισσότερο μας ζωογονεί. Είναι αδιάφορο ποιο πράγμα μας ενδιαφέρει, σημασία έχει πόσο.

Μας μεταμορφώνετε όλους σε ποιητές.
Γκαίτε: Επειδή όλοι σας είστε ποιητές.

Κισσός σημαίνει ανάμνηση. Θέλουμε να μη λησμονηθούμε.

Άπελπις είναι ο αγώνας της πραγματικότητας εναντίον της ομορφιάς.

Ένα δευτερόλεπτο αρμονίας, ικανό να τροφοδοτήσει τον κόσμο για μια ολόκληρη χιλιετία.

Οι γυναίκες είναι το φύλο της αντικειμενικότητας. Ο άντρας βιώνει όλα τα πράγματα ως διάθεση. Ως τη δική του διάθεση. Η γυναίκα βιώνει πάντα την ουσία των πραγμάτων. Την ίδια την ουσία τους. [...] Οι άντρες ανήκουν στους χάρτες των επιτελών και στα τραπέζια των γραφειοκρατών. Οι γυναίκες στο πηδάλιο.

Μόνον οι άλλοι είναι σε θέση να σε ξέρουν. Όσο περισσότερο σε αγαπούν, τόσο καλύτερα σε ξέρουν. 

Ο καθένας μας είναι Ερινύα, όταν το επιβάλλουν οι συνθήκες.

Διάβαζε κάθε στίχο όχι μόνο με τα μάτια αλλά με την ψυχή. Ψυχή τε και σώματι.

Τρία πράγματα δεν μπορείς να κρατήσεις μέσα σου: φωτιά, έρωτα, στίχο!

Ο ερωτευμένος είναι άτρωτος. Πληγώνεται μόνο από εκείνον που αγαπά. Ζει κάτω από άλλο ουρανό. Παρίσταται μόνο φαινομενικά. Είτε μιλούν για τον καιρό είτε για τον Καντ, στην ψυχή του επικρατεί η ιερή σύγχυση της αγάπης.

Από την παντελή απουσία ελπίδας ξεφεύγω με τη βοήθεια μιας αποτρόπαιας ευχής: Μακάρι να μπορούσαμε να τυφλώσουμε την ψυχή, όπως τυφλώνουμε τα μάτια.

Μέγιστη προσοχή στις συζητήσεις περί μουσικής: Αν η μουσική θεραπεύει τα ψυχικά τραύματα ή τα επιδεινώνει.

Όση ώρα αιωρείται ομίχλη ύστερα από βροχερές νύχτες, πρέπει να φυλάγομαι.

Όλα είναι σχετικά, με εξαίρεση την αγάπη. 

Κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, αλλά μόνο για έναν άνθρωπο.

Η καρδιά του: το φυλακισμένο ζώο. Εκείνος: ο δεσμοφύλακας.

Η ψυχή είναι ένα όργανο. Τώρα το έμαθε. Μπορεί να πεθάνεις από ψυχή.

Αν δεν φιλιούνται οι ψυχές, τα στόματα είναι νεκρά. 

Η αρμονία είναι φρικτή, είναι το νεκροταφείο του συναισθήματος.

Η καρδιά του κτυπάει και θέλει να βγει. Δεν μπορείς να επιβάλεις καμιά απαγόρευση στην καρδιά σου. Είναι γηραιότερη από σένα.

Κάποτε αρχίζει, στο κοίλωμα της μασχάλης, πάνω στο στήθος, σύντομα δεν υπάρχει κανένα σημείο από το οποίο να μην ξεπηδά νερό, ύστερα μετατρέπεται σε πλατιά έκταση, όπου αναβλύζουν χιλιάδες μικροσκοπικές πηγές και ρυάκια κυλούν προς τα κάτω. Το σώμα σου κλαίει, σκέφτεσαι.

Όποιος δεν απελπίζεται, δεν ζει.

Η μοίρα απλώς δεν το συνηθίζει να καταφέρει δυο φορές το ίδιο πλήγμα.

Μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων τίποτε και ότι η πραγματικότητα τα ξεπερνάει όλα, ακόμη και όσα μπορούμε απλώς να μαντέψουμε, αιφνιδιάστηκε και πάλι.

Τη ζωή δεν χρειάζεται να τη βαθμολογείς αλλά να τη ζεις

ΜΑΡΤΙΝ ΒΑΛΖΕΡ, Ο άντρας που ήξερε ν' αγαπάει (μετάφραση: Ηλία Τσιριγκάκη), Εστία 2012

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Αεί χαίροντες


 Καταγόμενη από οικογένεια ευγενών της χώρας του Πσκωφ, με πρωτοβουλία της οποίας οι Βάραγγοι είχαν έλθει στη Ρωσία, η πριγκίπισσα Όλγα είχε λάβει από τον Θεό σπάνια ομορφιά και ευφυία. Μία ήμερα, ενώ περνούσε το μεγάλο ποταμό, το κάλλος της είλκυσε το νεαρό πρίγκιπα Ίγκορ και έτσι σε λίγο καιρό η Όλγα κατέβαινε στην ηγεμονία του Κίεβου για να τον νυμφευτεί (903). Το 945, όμως, ο μέγας ηγεμών Ίγκορ δολοφονήθηκε από τους Σλάβους της Βολυνίας και η αντιβασιλεία της ηγεμονίας του Κιέβου περιήλθε στην Όλγα μέχρι την ενηλικίωση του γιου της Σβιατοσλάβ (945-960). Κυβερνώντας με σοφία και ευσπλαγχνία και επιδεικνύοντας συνάμα έναν ενεργητικό χαρακτήρα, η πριγκίπισσα κατόρθωσε να συγκεντρώσει την μέχρι τότε διάχυτη εξουσία και μπόρεσε να βάλει τέλος στις φονικές εισβολές των σλαβικών φύλων. Οργάνωσε το εμπόριο και ευνόησε τις ανταλλαγές με το Βυζάντιο με σκοπό να προσφέρει στο λαό της τα σπέρματα του πολιτισμού. Το 957 ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη όπου έγινε δεκτή με τιμές από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ΄ τον Πορφυρογέννητο, ο οποίος την τοποθέτησε μεταξύ των ανώτερων κυριών της αυλής του, όπου και φαίνεται πως έλαβε το Βάπτισμα από τον πατριάρχη Πολύευκτο με το όνομα Ελένη.

Επιστρέφοντας στη Ρωσία περιέτρεξε τη χώρα κηρύσσοντας τον Χριστό και ίδρυσε την πόλη Πσκωφ, μετά από τήν εμφάνιση μιας τριπλής ακτίνας φωτός που κατέβαινε από τον ουρανό. Κατά την απουσία του γιου της Σβιατοσλάβ που μετείχε σε εκστρατείες, η αγία Όλγα ανέλαβε τη μόρφωση των τριών γιων του, Ιαροπόλκ, Όλεγκ και Βλαδίμηρου· δεν κατάφερε όμως να τους βαπτίσει, εξαιτίας της αντίθεσης του πατέρα τους που παρέμενε αμετάπειστος ειδωλολάτρης. Το 969 αρρώστησε και προσπάθησε για τελευταία φορά να μεταστρέψει το μεγάλο ηγεμόνα, συνάντησε όμως την πείσμονα άρνησή του. Η αγία προείπε τότε την επικείμενη μεταστροφή της Ρωσίας στον Χριστιανισμό καθώς και το θλιβερό τέλος του γιου της, που δολοφονήθηκε τρία χρόνια αργότερα από τους Πετσενέγκους. Παρέδωσε το πνεύμα της στον Θεό στις 11 Ιουλίου 969. Τα λείψανά της μεταφέρθηκαν στο Κίεβο από τον άγιο Βλαδίμηρο, φυλάχθηκαν κρυμμένα κατά τις συχνές λεηλασίες της πόλης και δεν γνωρίζει κανείς που βρίσκονται σήμερα.

Παρά τις προσπάθειες της ισαποστόλου πριγκίπισσας, η μεταστροφή της δεν είχε άμεσο αντίκτυπο στον λαό της· προετοίμασε εντούτοις εκείνην του εγγονού της Βλαδίμηρου [15 Ιουλ.] και έπαιξε το ρόλο της ζύμης για την ανάπτυξη του χριστιανικού βίου της Ρωσίας, «όπως ο φαεινός όρθρος που προηγείται της λαμπρής ήμερας».

ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (ΙΟΥΛΙΟΣ), ΙΝΔΙΚΤΟΣ 

Αγία Όλγα του Nesterov (1892) επάνω, ενώ κάτω μια από τις ελάχιστες απεικονίσεις της Αγίας.


Αεί χαίροντες του Αποστόλου, Β προς Κορινθίους, αν άκουσες καλά, και εορτάζει μαζί με τους υπόλοιπους του Κιέβου και απάσης της Ρωσίας, το Λουκά τον ιατρό, γιατί άραγε τον θυμάσαι μαζί της, μα και τον Άγιο του Οστρόγκ της Σερβίας. Έτσι δηλαδή τους φαντάζεσαι και τους έχεις. "Αεί χαίροντες" του Αποστόλου και "η πίστη σου σέσωκέ σε" του Ευαγγελίου της αλειψάσης το μύρο. Ευωδιάζει ο τόπος φθινόπωρο θέρους. Αμήν, σου έρχεται να πεις, αμήν. Αμήν. 

 Τὸ φέγγος τῆς πίστεως, εἰσδεδεγμένη λαμπρῶς, πρὸς γνῶσιν σωτήριον, τὸν σὸν λαὸν ἀσφαλῶς, ὠδήγησας ἔνδοξε. Ὅθεν ὡς ἀπαρχὴ σέ, τῷ σῷ ἔθνει ἁγίαν, μέλπομεν εὐσέβειας, Ἰσαπόστολε Ὄλγα Χριστὸς γὰρ ὃν ἠγάπησας, ἀξίως σὲ ἐδόξασε.

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Mια πέτρα κοινή. Μια του βουνού.


"Γιατί νομίζω πως ένα πράγμα δείχνει την αξία του ανθρώπου, το να μπορή να βγαίνη όποταν θέλει από μέσα από τους ανθρώπους, δηλαδή το να μη χάνεται μένοντας μεταξύ τους. Πώς θα δοκιμασθή αλλοιώς; Καμμιά σκέψη δεν είναι σωστή αν δεν έχει γεννηθή ή ψηθή μέσα στο ανακάτωμα με τους ανθρώπους.

Ό,τι και αν συμβή στη ζωή μου, πάντα θα έχω παρηγοριά και χαρά μία μέσα μου και μεγάλη, την ψυχή μου. Μπορεί να με ταράξουν μερικά πράγματα στον κόσμο, μα θα βρω πάλι κάποτε τον εαυτό μου. Κατακάθονται οι ταραχές και ξαναβλέπω την ψυχή μου, τη μόνη χαρά μου. Πώς χαίρομαι απόψε που βλέπω πως δεν είμαι πολύτιμος και πως δεν είναι ανάγκη να προσέχω τον εαυτό μου. Δεν είμαι πετράδι για να μου πρέπει χρυσό ή ασημένιο δέσιμο. Δεν είμαι ζάχαρη για να προσέχω μη μ' εύρη η βροχή και λειώσω, για η φωτιά και καώ. Μερικοί μπορεί να με πήραν πως είμαι από κρύσταλλο, από μάρμαρο ή από διαμάντι. Αλλά δεν είμαι πετράδι, δεν είμαι ανάγλυφο, δεν είμαι κρύσταλλο διάφανο, είμαι μια πέτρα κοινή που γίνεται ασβέστης και θρύψαλα και αγκωνάρι. Μπορεί να βρεθώ έξαφνα χτισμένη ασάλευτα σ' έναν τοίχο μέσα ή κρυμμένη στο χώμα ή παραριγμένη στη δημοσιά. Επάνω μου περνούν των αμαξιών οι ρόδες και σκοντάφτουν επάνω μου οι άνθρωποι οι βιαστικοί, και κάποτε, τη νύχτα, το πέταλο κανενός αλόγου με χτυπά και αστράφτω. Μπορεί τα παιδιά, καμμιά εορτή, να με πάρουν να παίξουν λιθάρι, μπορεί κανένας διαβάτης να με σηκώση να με ρίξη σε κανένα σκυλί, μπορεί να βρεθώ καμμιά φορά κατρακυλώντας από το βουνό και να χτυπώ δώθε κείθε, καθώς περνώ ανάμεσα στις πέτρες, στους βράχους, στα δέντρα και στα χαμόκλαδα, μπορεί κατρακυλώντας να τραβήξω ίσως και άλλες πέτρες πίσω μου και φθάνοντας στον κάμπο να χτυπήσω κανέναν άνθρωπο. Μπορεί και στο καμίνι να με ρίξουν οι άνθρωποι για να γίνω ασβέστης. Μπορεί και σε κανένα πηγάδι να με πετάξουν και κει να μείνω. Όλα μπορούν να γίνουν μα και αξίζω να τα πάθω όλα γιατί δεν είμαι ατίμητο πετράδι, κρύσταλλο ή ανάγλυφο, παρά μόνο μια πέτρα του βουνού και του δρόμου που οι σοφοί μπορεί να με ονομάζουν ασβεστίτη".

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ, Μαρτύρων και ηρώων αίμα, 1907 
ποίηση Γεωργίου Δροσίνη από τον Μίκη Θεοδωράκη