Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

Μικρές περιπλανήσεις Ι


Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του καλοκαιριού
πάλι με τον Αύγουστο
Πικροδάφνες ανθισμένες μα όχι και οι ασπάλαθοι
κι ας έψαξες τα κίτρινα άνθη τους
πάνω στις σκουριασμένες πέτρες


Από μακριά
από μακριά ξεχώρισες το ναό να δεσπόζει
Σα να τον περιείχες στη μνήμη σου και όπως ήταν


-όπως και τη "Γαλήνη" άλλωστε στον Πόρο, από μακριά, από μακριά την είδες μες στα πεύκα, 
είπες, να, αυτή η "Γαλήνη"-


Είπες, να, εκεί το φως του Ποσειδώνα
Ουράνιο το φως και ο ήλιος κατακόρυφος και καταμεσήμερος
Γαλήνη λες


Κι η θάλασσα εκεί κάτω και να στραφταλίζει
να φωνάζει το απαραίτητό της
μες στων βουνών τα τείχη
Γαλήνη ακριβή



Μετά από μέρες βρήκες το ποίημα 
μα το ίδιο βράδυ
ποίημα η αγρύπνια για τη μνήμη εκείνου
"Νυν επεφάνη εφ' ημάς ο Βαπτιστής του Κυρίου"
Γαλήνη ξανά.

Μικρές περιπλανήσεις ΙΙ

ΚΙΧΛΗ

Α´ Τὸ σπίτι κοντὰ στὴ θάλασσα


Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν. Ἔτυχε
νά᾿ ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ
κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ
κάποτε δὲν τὰ βρίσκει- τὸ κυνήγι
ἦταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια-
οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια.
[...]
ὅταν τελειώσει ὁ ἀρχιτέκτονας ἀλλάζουν,
ζαρώνουν ἢ χαμογελοῦν ἢ ἀκόμη πεισματώνουν
μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔμειναν μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν
μ᾿ ἄλλους ποὺ θὰ γυρίζανε ἂν μποροῦσαν
ἢ ποὺ χάθηκαν, τώρα ποὺ ἔγινε
ὁ κόσμος ἕνα ἀπέραντο ξενοδοχεῖο.
Δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια,
θυμᾶμαι τὴ χαρά τους καὶ τὴ λύπη τους
καμιὰ φορά, σὰ σταματήσω-
[...]
Ξέρεις τὰ σπίτια πεισματώνουν εὔκολα, σὰν τὰ γυμνώσεις.

Β´ Ὁ Ἡδονικὸς Ἐλπήνωρ

Τὸν εἶδα χτὲς νὰ σταματᾶ στὴν πόρτα
κoιτῶ ἀπὸ τὸ παράθυρό μου [...].
- Ἄκουσε ἀκόμη τοῦτο. Στὸ φεγγάρι
τ᾿ ἀγάλματα λυγίζουν κάποτε σὰν τὸ καλάμι
ἀνάμεσα σὲ ζωντανοὺς καρποὺς — τ᾿ ἀγάλματα-
κι ἡ φλόγα γίνεται δροσερὴ πικροδάφνη,
ἡ φλόγα ποὺ καίει τὸν ἄνθρωπο, θέλω νὰ πῶ.
[...]
- Τ᾿ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο.
-Ὄχι, σὲ κυνηγοῦν, πῶς δὲν τὸ βλέπεις;
θέλω νὰ πῶ μὲ τὰ σπασμένα μέλη τους,
μὲ τὴν ἀλλοτινὴ μορφή τους ποὺ δὲ γνώρισες
κι ὅμως τὴν ξέρεις.
Ὅπως ὅταν
στὰ τελευταῖα τῆς νιότης σου ἀγαπήσεις
γυναίκα ποὺ ἔμεινε ὄμορφη, κι ὅλο φοβᾶσαι,
καθὼς τὴν κράτησες γυμνὴ τὸ μεσημέρι,
τὴ μνήμη ποὺ ξυπνᾶ στὴν ἀγκαλιά σου-
φοβᾶσαι τὸ φιλὶ μὴ σὲ προδώσει
σ᾿ ἄλλα κρεβάτια περασμένα τώρα
ποὺ ὡστόσο θὰ μποροῦσαν νὰ στοιχειώσουν
τόσο εὔκολα τόσο εὔκολα καὶ ν᾿ ἀναστήσουν
εἴδωλα στὸν καθρέφτη, σώματα ποὺ ἦταν μία φορὰ-
τὴν ἡδονή τους.
Ὅπως ὅταν
γυρίζεις ἀπ᾿ τὰ ξένα καὶ τύχει ν᾿ ἀνοίξεις
παλιὰ κασέλα κλειδωμένη ἀπὸ καιρὸ
καὶ βρεῖς κουρέλια ἀπὸ τὰ ροῦχα ποὺ φοροῦσες
σὲ ὄμορφες ὧρες, σὲ γιορτὲς μὲ φῶτα
πολύχρωμα, καθρεφτισμένα, ποὺ ὅλο χαμηλώνουν
καὶ μένει μόνο τὸ ἄρωμα τῆς ἀπουσίας
μιᾶς νέας μορφῆς.
Ἀλήθεια, τὰ συντρίμμια
δὲν εἶναι ἐκεῖνα- ἐσὺ ῾σαι τὸ ρημάδι-
σὲ κυνηγοῦν μὲ μία παράξενη παρθενιὰ
στὸ σπίτι στὸ γραφεῖο στὶς δεξιώσεις
τῶν μεγιστάνων, στὸν ἀνομολόγητο φόβο τοῦ ὕπνου-
μιλοῦν γιὰ περιστατικὰ ποὺ θὰ ἤθελες νὰ μὴν ὑπάρχουν
ἢ νὰ γινόντουσαν χρόνια μετὰ τὸ θάνατό σου,
κι αὐτὸ εἶναι δύσκολο γιατί...
-Τ᾿ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο.
Καληνύχτα.
-... γιατὶ τ᾿ ἀγάλματα δὲν εἶναι πιὰ συντρίμμια,
εἴμαστε ἐμεῖς. Τ᾿ ἀγάλματα λυγίζουν ἀλαφριὰ ... καλή-
νύχτα.


















Ἐδῶ χωρίστηκαν. Αὐτὸς ἐπῆρε
τὴν ἀνηφόρα ποὺ τραβάει κατὰ τὴν Ἄρκτο
κι αὐτὴ προχώρεσε πρὸς τὸ πολύφωτο ἀκρογιάλι
ὅπου τὸ κύμα πνίγεται στὴ βοὴ τοῦ ραδιοφώνου:





Τὸ ραδιόφωνο

«Πανιὰ στὸ φύσημα τοῦ ἀγέρα
ὁ νοῦς δὲν κράτησε ἄλλο ἀπὸ τὴ μέρα.
Ἄρωμα πεύκου καὶ σιγὴ
εὔκολα θ᾿ ἁπαλύνουν τὴν πληγὴ
ποὺ ἔκαμαν φεύγοντας ὁ ναύτης
ἡ σουσουράδα ὁ κοκωβιὸς κι ὁ μυγοχάφτης.
Γυναίκα ποὺ ἔμεινες χωρὶς ἁφή,
ἄκουσε τῶν ἀνέμων τὴν ταφή.
[...]

















«Σκοτείνιασε-
κλεῖσε τὰ τζάμια-
κάνε σουραύλια μὲ τὰ χτεσινὰ καλάμια,
καὶ μὴν ἀνοίγεις ὅσο κι ἂν χτυποῦν-
φωνάζουν μὰ δὲν ἔχουν τί νὰ ποῦν.
Πάρε κυκλάμινα, πευκοβελόνες,
κρίνα ἀπ᾿ τὴν ἄμμο, κι ἀπ᾿ τὴ θάλασσα ἀνεμῶνες
γυναίκα ποὺ ἔχασες τὸ νοῦ,
ἄκου, περνᾶ τὸ ξόδι τοῦ νεροῦ...» [...].

Γ´ Τὸ ναυάγιο τῆς «Κίχλης»


«Τὸ ξύλο αὐτὸ ποὺ δρόσιζε τὸ μέτωπό μου
τὶς ὦρες ποὺ τὸ μεσημέρι πύρωνε τὶς φλέβες
σὲ ξένα χέρια θέλει ἀνθίσει. Πάρ᾿ το, σοῦ τὸ χαρίζω-
δές, εἶναι ξύλο λεμονιᾶς...»
Ἄκουσα τὴ φωνὴ
καθὼς ἐκοίταζα στὴ θάλασσα νὰ ξεχωρίσω
ἕνα καράβι ποὺ τὸ βούλιαξαν ἐδῶ καὶ χρόνια-
τὄ᾿λεγαν «Κίχλη» ἕνα μικρὸ ναυάγιο- τὰ κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξὰ στὸ βάθος, σὰν πλοκάμια
ἢ μνήμη ὀνείρων, δείχνοντας τὸ σκαρί του
στόμα θαμπὸ κάποιου μεγάλου κήτους νεκροῦ
σβησμένο στὸ νερό. Μεγάλη ἀπλώνουνταν γαλήνη.
[...]
ποιὸς πάει γιὰ τὸ καλύτερο ὁ θεὸς τὸ ξέρει».
Χῶρες τοῦ ἥλιου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρίσετε τὸν ἥλιο.
Χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρίσετε τὸν
ἄνθρωπο.



Τὸ φῶς

[...]
Ἀγγελικὸ καὶ μαῦρο, φῶς,
γέλιο τῶν κυμάτων στὶς δημοσιὲς τοῦ πόντου,
δακρυσμένο γέλιο, [...].
Ἀγγελικὴ καὶ μαύρη, μέρα-
ἡ γλυφὴ γέψη τῆς γυναίκας ποὺ φαρμακώνει τὸ φυλακισμένο
βγαίνει ἀπ᾿ τὸ κύμα δροσερὸ κλωνάρι στολισμένο στάλες.
Τραγούδησε μικρὴ Ἀντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε...
δὲ σοῦ μιλῶ γιὰ περασμένα, μιλῶ γιὰ τὴν ἀγάπη
στόλισε τὰ μαλλιά σου μὲ τ᾿ ἀγκάθια τοῦ ἥλιου,
σκοτεινὴ κοπέλα-
ἡ καρδιὰ τοῦ Σκορπιοῦ βασίλεψε,
ὁ τύραννος μέσα ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο ἔχει φύγει,
κι ὅλες οἱ κόρες τοῦ πόντου, Νηρηίδες, Γραῖες
τρέχουν στὰ λαμπυρίσματα τῆς ἀναδυομένης
ὅποιος ποτέ του δὲν ἀγάπησε θ᾿ ἀγαπήσει,
στὸ φῶς-



















καὶ εἶσαι
σ᾿ ἕνα μεγάλο σπίτι


















μὲ πολλὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ
τρέχοντας ἀπὸ κάμαρα σὲ κάμαρα, δὲν ξέροντας ἀπὸ ποῦ
  νὰ κοιτάξεις πρῶτα,
γιατὶ θὰ φύγουν τὰ πεῦκα καὶ τὰ καθρεφτισμένα βουνὰ
  καὶ τὸ τιτιβισμάτων πουλιῶν
θ᾿ ἀδειάσει ἡ θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, ἀπὸ βοριὰ
  καὶ νότο
θ᾿ ἀδειάσουν τὰ μάτια σου ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς μέρας
πῶς σταματοῦν ξαφνικὰ κι ὅλα μαζὶ τὰ τζιτζίκια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Πόρος, «Γαλήνη», 31 τοῦ Ὀχτώβρη 1946

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Λεμονιές μες στην πανσέληνο

Αιώνες πριν και η Eroica στα φοιτητικά έδρανα. Επιμονή στις αφηγηματικές τεχνικές, τα πρωτοπρόσωπα και τα τριτοπρόσωπα, μα εσύ αναζήτησες το "Λεμονόδασος". Πρώτο του Κοσμά Πολίτη με χρονολογία άπιαστη, 1931, και πολύ κοντά στην Κίχλη του Σεφέρη. Μια γεύση στυφή η ανάγνωση του τέλους, όπως και ο καρπός. 
Ανασύρεις το βιβλίο φεύγοντας, μα όχι και τον Σεφέρη. Το ξαναδιαβάζεις στον τόπο του, ακολουθείς τις διαδρομές του, η ίδια στυφή εγκατάλειψη στην έξοδο. Μα τούτη είναι άλλωστε η ζωή και "το τέρας της πραγματικότητας", για το οποίο μιλά και ο ίδιος ο Πολίτης μέσω των ηρώων του, του Παύλου, ο ορθολογισμός που δοκιμάζεται προσώρας μέσα από τις ρωγμές ευαισθησίας που τον ενυπάρχουν, αλλά δεν τον κερδίζουν. Η Βίργκω -"Για το Θεό, είναι όνομα ή σύμβολο;"- αναρωτιέται, για να μην αναρωτιέται πια στο τέλος. 


Λεμονιές τώρα και μες στην πανσέληνο του Αυγούστου, όπως και ο χωροχρόνος του μυθιστορήματος. Λεμονοδάσος, Πόρος, Αύγουστος, πανσέληνος, στην Πλάκα η έξοδος. Ακολουθείς τα χνάρια της ανάγνωσης σχεδόν ερήμην σου ή μήπως η ανάγνωση σου υπαγορεύει; Στέκεσαι στους ίδιους τόπους, μα νιώθεις πως από χρόνια τους εμπεριέχεις. Ο τόπος άλλωστε σου φώναζε από παλιά, από τότε που μικρό παιδί τον είχες περπατήσει. Έκτοτε σε καλούσε. Έλεγες Πόρος, σα να' λεγες περίπου παράδεισος. Τον έψαχνες. Όπως τον παράδεισο. Μα ο Πόρος, πέρασμα είναι, πέρασμα προς τα κει που νιώθεις τον παράδεισο.


Ο Πόρος, να απομένει πάνω απ' όλα, μια ομορφιά που κρύβεται μες στα στενά του, μια ομορφιά σχεδόν μεταφυσική, κάτι το άπιαστο να κυκλοφορεί στον άερα, χρόνια τώρα να υπάρχει στον αέρα, να τον υπάρχεις ως επιθυμία μυστική, κάτι το ασύλληπτο -μα και γιατί να πρέπει πάντα και όλα να εξηγούνται; Αγνοεί κανείς κάποτε -αν όχι πάντα- τις δυνάμεις και τις συγκυρίες που τον οδηγούν προς τόπο ευκταίο και πέρασμα επιθυμητό. Εντούτοις τις ευγνωμονεί.

Αφήνεις την τελευταία υπογράμμιση επιστρέφοντας και διασχίζοντας την Πλάκα. Σαν την περπατάς ξανά, θυμάσαι πως εκεί παίχτηκε η τελευταία πράξη, εκεί όπου η Βίργκω ως "κυνηγημένη ελαφίνα", εκεί όπου ο Παύλος, το αδιάσχιστο μπετόν αρμέ.


Οι πλάγιες παρεκβάσεις συνιστούν την πυξίδα της ανάγνωσης:

"Είμαι σίγουρος πως τη στιγμή αυτή κάποιο πρόσωπο περιδιαβάζει έξω, κάτω από το μαγεμένο σεληνόφωτο, μέσα σ' έν' από τα πιο θαυμαστά τοπία του κόσμου. Όμως δε βγαίνω να το συναντήσω, προτιμώ να κάθομαι κλεισμένος και να γράφω".


"Σέρνομε πάντα μαζί μας, ακόμη και στο ιερότερο μέρος, τα ταπεινά μας πάθη και τις αδυναμίες μας".

"Σε τέτοια ζητήματα δε χωρεί συνείδηση, δεν είναι υπόθεση εμπορική. Τα κυβερνούν το πάθος κι η επιθυμία. Ο γέρος το' πε: άνθρωποι είμαστε".

"Ψάχνουν την ευτυχία παραδέρνοντας εδώ κι εκεί -σαν τη χρυσόμυγα μέσα σε τέσσερα ντουβάρια- δε βρίσκουν άλλο από μια βραχεία ηδονή, που την ακολουθάει ο πόνος, ο μακρός κι ατέλειωτος".

"Κάθε χριστιανική πέτρα την έχουν λειάνει μυστικές γονυκλισίες, την πότισαν τα δάκρυα του ανεκπλήρωτου πόθου. Λείπει από σας η πίστη που οδηγάει την καρδιά και τις αισθήσεις".

"Αν λειτουργούσε το μνημονικό έτσι που ν' ανοιγόκλεινε κατά τη θέλησή μας πάνω στα γεγονότα της ζωής, θα τριπλοκλείδωνα τη σημερινή μέρα μέσα στα έγκατα της λησμοσύνης. Μ' αυτό το μέσο ίσως, λησμονώντας τελειωτικά τα περασμένα, θα μπορούσα να ξανανεωθώ σ' έναν καλύτερο τρόπο ζωής. Η μολυσμένη ανάμνηση που μένει από κάποιο γεγονός ή από κάποια πράξη μου -για όλ' αυτά που μετανιώνω τώρα ειλικρινά- μου δηλητηριάζει την ψυχή κι όλο βαραίνει πάνω στην προσπάθειά μου να ελευθερωθώ απ' τον κλοιό του πονηρού. 
Ποθώ να ζήσω μια ζωή απλή, αφοσιωμένη στο καλό και στην εργασία, μακριά από κάθε ποταπή επιθυμία. Νιώθω κάτι αδειανό μες στην ψυχή και λαχταρώ να το γεμίσω με τρυφερότητα και αγάπη. Μου έρχεται σα μια διάθεση να κλάψω. Βλέπω την ευτυχία να λάμπει μέσα στο χρυσοπράσινο φωτοστέφανο της ελπίδας, μα ο νους μου δεν κατορθώνει να τη συλλάβει απέριττη και αγνή". 


"Στέκομαι κι αφουγκράζομαι. Μια γοητεία λουλουδιών, εφήμερη και λίγο μελαγχολική, καρτερική θαρρείς -γιατί το ξέρουν και τα ίδια πως γρήγορα θα μαραθούν".  


"Λοιπόν, δεν είχα μπροστά μου παρά ένα παιδί. Ένα παιδί αθώο κι άβγαλτο που μούχλιαζε στη μοναξιά του μικροσκοπικού νησιού. Φαντάζομαι κάποιο φθινοπωρινό απομεσήμερο, κατσούφικο και βροχερό, που το πλακώνει ο βαρύς συννεφιασμένος ουρανός. Μέσ' από το τζάμι κάποιου παράθυρου στο ισόγειο, ένα κεφάλι καστανό σκύβει πάνω στις βελονιές του εργόχειρου. Α, τι μελαγχολία!"


"Τα ιδανικά μου;...Ένα λευκό σπιτάκι με πράσινα παραθυρόφυλλα καταμεσής σ' ένα λιβάδι". Ή ένα δέντρο και να κάτσεις κάτω από τον ίσκιό του και να σε βρει εκεί το πρωί, ίσως και το μεσημέρι.  Ένας ουρανός και να τον βλέπεις, ένας κορμός και να τον αγκαλιάζεις, μια γη και να την ακουμπάς, η θάλασσα και να την περπατάς, τα βράχια της και να σταθείς απάνω τους, η φωνή της και η βοή της, η αέναη επανάληψη της σιωπηλής κραυγής. Η σιωπή. Η ακύρωση της σιωπής. Η σιωπή ξανά.


"Μα μήπως μόνο τα μεγάλα χτίρια φανερώνουν την τέχνη; Μια έπαυλη στην εξοχή -μάλλον κάποιο σπιτάκι σε καθαρό νησιώτικο ρυθμό που να φωνάζει μακριά την ευτυχία κάτω απ' το φως του ήλιου, με τη χαρούμενη τη θάλασσα μπροστά κι ένα ισκιερό πευκώνα πίσω..."

"Νιώθω μέσα μου μια φθινοπωρινή ψυχή. Τη βιάζω να πειστεί πως είναι άνοιξη και πως η συννεφιά θα' ναι περαστική. Θα την ακολουθήσουν τέσσερεις ηλιόλουστοι μήνες λαμπρού καλοκαιριού. Άδικα όμως. Πετάει δίχως σταθμό προς κάποιο μακρινό φθινόπωρο και τρέμει".


"Τα πεύκα, ξέχωρα φυτρωμένα, φτάνουνε ως την άκρη από τα βράχια. Ένα τους φύτρωσε απόμερα πάνω στην κάθετη πλαγιά. Γέρνει πάνω στη θάλασσα να τη φιλήσει". 

Τούτο το ξεραμένο δέντρο έναντι της "Γαλήνης" του Σεφέρη. Άραγε τότε να' τανε ακέριο;

"Σήμερα, δεν είναι το πεύκο μόνο που γέρνει για φιλί. Η θάλασσα, λυσσασμένη από ερωτικό πόθο, του στέλνει τα φιλιά της κορφή κορφή πάνω στα κύματα, το τελευταίο θέριεψε, χιμάει κατά το βράχο και φτάνει ως το πεύκο που σειέται λιγωμένο. Πότε του γλείφει τα πόδια με λαχτάρα, πότε του αγκαλιάζει το κορμί, πότε φιλάει τα πράσινα γυαλιστερά μαλλιά του. Καθώς ορμάει, μουγκρίζει από το πάθος, έπειτα πάνω στο φιλί την πιάνει και παράπονο και φεύγει πάλι πίσω ψιθυρίζοντας γλυκόλογα υποταγής κι αγάπης. Πόσες ψαρόβαρκες, πόσοι ψαράδες θα πληρώσουνε με τη ζωή τους την ερωτική μανία..."


Στο Μοναστήρι της νήσου. "Μες στη βαθιά ρεματιά, πηχτή από πλατάνια, κυλάνε τα νερά με θόρυβο". Πλατάνια κατά την ανάβαση, ναι. Νερά όμως, το ποτάμι της νήσου, δεν ακούστηκε. "Πού άραγε να βγαίνει το ποτάμι που κυλούσε μέσα στη ρεματιά;". Εσπερινός απρόσμενος. Απόδειπνο, Χαιρετισμοί. Απέναντί μου ο άγιος της Αλυπίας, ο Στυλίτης όμως, και στο εικονοστάσι ο άγιος της αυριανής. 

Η Παναγία είναι η Ζωοδόχος Πηγή, "η χειρονομία της παρηγοριάς κάνει να κολπώνεται ο χιτώνας πάνω από το παρθενικό της στήθος. Το χαμόγελο και τα υγρά της μάτια έχουν την έκφραση της συγκατάθεσης για μια θυσία που να γλυκάνει τον ανθρώπινο πόνο".

Κυκλοφορώ μέσα-έξω στην αυλή. Εκεί ανταμώνω τους κεκοιμημένους και τους φωτογραφίζω. Τους ανταμώνω ξανά και όσο προχωρά η ανάγνωση. Στέκομαι, όπου και εκείνη στέκεται και οδηγεί ως πυξίδα. Άλλοτε προηγείται εκείνη και άλλοτε την προφταίνω. Μέσα στα ονόματα και στις εγχάρακτες επιτύμβιες ιστορίες και μια ενός ιατρού Δροσινού. Δροσινού, το επώνυμο της Βίργκως. Αποστόλου, το επώνυμο του Παύλου. Από ποια δροσιά βγήκε η Βίργκω γίνεται ξεκάθαρο εξαρχής. Τι όμως ευαγγελίζεται ο κύριος Αποστόλου; Αυτό που δίνει και την έξοδο.

"Οι μεγάλες μαρμαρένιες πλάκες δεν είναι άλλο από ταφόπλακες μ' επιγραφές μισοσβησμένες. Ολόκληρη η αυλή ένα κοιμητήρι, μια τέτοια ησυχία, τόσο απέραντη γαλήνη. Όσο μπορώ πιο ανάλαφρα πατώ πάνω στις κρύες πλάκες. Τίποτα πια δεν τις θερμαίνει -ούτε ο ήλιος". 


Κοιτάς ξανά την πινακίδα, μάλλον για ταφόπλακα πρόκειται, αφού ούτε Λεμονοδάσος υπάρχει πια ούτε και τίποτα. Μια άπειρη εγκατάλειψη ανελέητη, αγνώμων έναντι του ό,τι προϋπήρχε. Μια άσπλαχνη ερημιά, τα μονοπάτια αδιάβατα, οι λεμονιές ωστόσο και εντούτοις κατάφορτες. Τούτο το οξύμωρο. Να φωνάζει όμως με το παράδειγμά του. Μα ούτε τρόπος πια να βρεθείς μέσα στην καρδιά αυτού του δάσους, παρά μονάχα αν πολύ το επιθυμήσεις και αγνοήσεις τα άβατα του τόπου του αγκάθια και το διασχίσεις. Έτσι λένε οι ντόπιοι που ρωτάμε. Μα ούτε καταρράκτες πια ούτε και πηγές. Πάει η παλιά η ομορφιά. Απέμεινε η πινακίδα. Άβατο "το όρος των αρωμάτων" κατά το Άσμα και αλώνι ύστατο σε ό,τι πανσέληνο κατά τον Διγενή. Ψυχομαχεί η ομορφιά, όπως και όλα.

"Και η αγάπη; ρώτησα δειλά.
-Αυτό είναι κάτι που δεν εξηγιέται. Μιαν αποκάλυψη που έρχεται με τον καιρό της μόνο στους εκλεκτούς. Μια επιφοίτηση, ένα χρίσμα. Η θεία χάρη που φέρνει το χαμόγελο της έκστασης πάνω στα χείλια των μαρτύρων. Μια πίστη που σώζει. [...] Γιατί μελαγχολούμε και οι τέσσερεις μας στο μικρό σαλόνι; Αγάπη σημαίνει τη χαρά, το θρίαμβο που δίνουν οι αισθήσεις. Ή μήπως είναι ο θρίαμβος μιας άυλης διάθεσης πάνω σ' αυτές;"


"Το λεμονόδασο πήρε κόσμο στο λαιμό του, μουρμουρίζει αντίκρυ μου ο γέρος. Προσπαθώ να σχηματίσω κάποια ιδέα για το δάσος αυτό. Το φαντάζομαι πυκνό, με δέντρα τεράστια, υπερφυσικά, που δεν αφήνουν τις αχτίδες του ήλιου να περάσουν, ούτε και να ξανεμιστούν οι μυρωδιές, που έτσι μένουν βαριές, φαρμακερές κάτω από τις φυλλωσιές. Κάτι το μυθικό, το απόκοσμο. Μόνο που δε χωρεί ο νους μου πώς αρχίζει, πού τελειώνει. Από το δάσος τούτο, φαίνεται, μαζεύουν τ' άνθη για τα νυφικά στέφανα...Τι κάθομαι και λέω; Τ΄ άνθη για τα νυφικά στέφανα είναι τεχνητά, φτιαγμέν' από πανί!"


"Παίρνομε το δρόμο που ανηφορίζει. Ψηλότερα, η πράσινη πλατιά γραμμή του λόφου. Το Λεμονόδασο. Οι πρώτες λεμονιές χύνουν το άρωμά τους μέσα στον πρωινό αέρα. Δέντρα σφιχτοδεμένα όλο σφρίγος και χυμούς, όσο ανεβαίνομε πυκνώνουνε οι φυλλωσιές και όσο παν μικραίνουν οι φωτερές και παιχνιδιάρικες σταλαματιές του ήλιου πάνω στο χώμα και πάνω στην ξερολιθιά που εδώ κι εκεί το συγκρατάει. Μα ο ίσκιος απομένει ανάλαφρος κι αερικός. Ένα ρυάκι κατεβαίνει πηδηχτά την πλαγιά κελαδώντας, και τα πουλιά, πάνω απ' το κεφάλι μας, τονίζουν το τραγούδι τους πάνω στον ίδιο αυτό σκοπό. Δεν είναι δάσος σκοτεινό, γεμάτο από μυστήριο. Ένα πρόσχαρο περιβόλι που σκαρφαλώνει ευκίνητα το βουναλάκι. [...] Βρισκόμαστε μες στην καρδιά του Λεμονόδασου. Ανεβαίνομε ολοένα. Η ευωδιά κρατάει λεπτή, διάφανη, τίποτα το βαρύ και πνιχτικό. Ανοίγω το στόμα για να πιω τον ελαφρό διεγερτικό αυτόν αέρα".


 "Πατέρα, πού βρίσκεται η ευτυχία;
-Στα όνειρά μας. Στα όνειρά μας, το μόνο που αφήνει ανέγγιχτο η φθορά της ζωής".

"Αρχές Αυγούστου. Οι ανεμόμυλοι του Πόρου μόλις χάθηκαν στο απόμακρο. Ακουμπισμένος στην κουπαστή της πλώρης, κοιτάζω αντίκρυ τη βουνοσειρά που ξαποσταίνει. Η Κοιμωμένη, πελώρια, ξαπλώνεται σαν άυλη, τυλιγμένη στ' ανάλαφρα πέπλα του δειλινού. Δεν είναι θάλασσα ετούτη. Ένας κάμπος σπαρμένος με λουλούδια, εδώ τριανταφυλλιά, γαλάζια, παρακάτω κίτρινα, πιο κει βαθιά μενεξεδιά. Πιο πέρ' ακόμη, πράσινη σα χλόη. 
Τρεις μήνες! Περάσανε τρεις μήνες, ένα όνειρο. Α, όχι, δε θ' απομείνει όνειρο, θα μεταμορφωθεί σε μια χειροπιαστή πραγματικότητα να σπαρταρά εδώ μπροστά μου. Την επιθυμώ σαν το γλυκόξινο χυμό του σταφυλιού και σαν το φως του ήλιου και τον άερα που ανασαίνω. Κάτι που από κείνο εξαρτάται η ύπαρξή μου. 
Δε μετρώ πια τις τόσες φορές που έχω πάει στον Πόρο. Θυμούμαι όμως τόσα και τόσα. Τις μακριές αγωνίες και τις σύντομες χαρές".

"Θέλω να πάμε ακόμη μια φορά στο Λεμονόδασο, ένα βράδυ, μοναχοί, δίχως βαρκάρη. Θα μπορέσεις να τραβήξεις μόνος σου κουπί; Θα γίνω τόσο ανάλαφρη για σένα, μια ψυχή. Δε θα σου δώσω ποτέ κανένα κόπο, κανένα πόνο...Θα μεταφέρεις μια ψυχή, μια ψυχή αφοσιωμένη..."

Είναι οι στιγμές που ξεθαρρεύουν οι ψυχές. Ψυχές γεγυμνωμένες. 


Μια στάλα πριν την πανσέληνο, μα τούτη στάθηκε μέσα στα λιόδεντρα. Η ολόκληρη ήταν όπως της έπρεπε, όπως έπρεπε του τόπου που βρισκόσουν. Μες στις λεμονιές του. Προδίδεις την ανάγνωση, μα όχι και την ουσία. Γιατί η πανσέληνος έπρεπε να' ναι στο Λεμονόδασος. Όμως τίποτα πανσέληνο δεν ακολούθησε και έτσι ο Πολίτης τη χάρισε της θάλασσας:

"Η πανσέληνο του Αυγούστου πλημμυρίζει το στενό της θάλασσας. Ένα ποτάμι φωτερό είναι η θάλασσα μπροστά μας". 

"Αντίκρυ ο Γαλατάς πνίγεται μες στη σκόνη". Και άλλοτε αλλιώς: "Κάπου εκεί αντίκρυ, στο Γαλατά, οι ροδοδάφνες ανθίζανε ολόκληρο το καλοκαίρι, λευκές και ρόδινες". Και όλα κάτω από τη σκιά της ομορφιάς του Πόρου. Εντούτοις όσοι από μακριά τον αγναντεύουν, μοιάζουν ίσως να τον ποθούν περισσότερο από αυτούς που τον ζουν μες στα δαιδαλώδη στενά του. Όσοι εκ του μακρόθεν, ορέγονται ρεσάλτα προς την ηλιοφώτιστη ομορφιά του. Ανακαλείς την "Ηλιόπετρα" του Οκτάβιο Πας. Κάπως έτσι. "Το νησί της χαράς" έλεγε η Βίργκω. Μια χαρά προτού τον καρπό. Μια χαρά μικρού παιδιού που ήταν η ίδια. Ο καρπός μοιραία ήταν στυφός. Ο Παύλος δεν προλαβαίνει τους λεμονανθούς, ούτε και τους γνωρίζει. Διασχίζει μονάχα το χρόνο του καρπού. "Ένας καρπός πλέριος", που λέει η Βίργκω ξανά:

"Πριν από ένα μήνα, τότε που ήταν κατάφορτο με ανθό, ζαλιζόταν κανένας από τη μυρωδιά. Τώρα πια έδεσε ο καρπός, μια ζωή πλέρια..." "Τι νόημα έχουν τα λόγια της;" αναρωτιέται εκείνος. Ο ανθός η επιθυμία, ο καρπός το καταστάλαγμα. Μαγεύεσαι από τον ανθό, αλλά τον αφήνεις, ώσπου να γίνει καρπός. Απόσταγμα της ηδονής το ένα, απόσταγμα της οδύνης το άλλο. Μοσχοβολούν οι ανθοί, πικρίζουν οι καρποί. Εντούτοις καρποί.

Ακολουθεί η έξοδος, που προετοιμάζεται εξαρχής, σα να ροκανίζει κανείς τα θεμέλια εκ προοιμίου:

"Πλέουμε πάλι προς τον Πόρο. Το πλοίο είναι φορτωμένο πόθους, λύπες, κουφότητα, χαρές...".

"Στα Μέθανα φτάνομε το σούρουπο. Μετά μια ώρα περνούμε το στενό του Πόρου. Η πανσέληνος ανατέλλει τεράστια και υπερφυσική, φωτίζοντας τα ερείπια κάποιου ονείρου. Οι Εβραίοι ολοφύρονται πάνω στα τείχη της Ιερουσαλήμ... Τι σχέση έχει; Τι σχέση έχει παρακαλώ;".

"Το μελτεμάκι του Αυγούστου είναι ψυχρό, μετά τη δύση του ήλιου, πάνω στο κατάστρωμα. Πάει το καλοκαίρι".

"Τέλειωσε κι αυτό. Τι απομένει ακόμα; Ω, τίποτα σχεδόν: κάποια μικρή ασήμαντη ενόχληση κάπου εκεί, πάνω απ' το διάφραγμα".

"Αντίκρυ μου, πίσω απ' το βουνό, η λάμψη μιας πελώριας πυρκαγιάς δείχνει πως η Σελήνη δε θ' αργήσει να φανεί. Χθες βγήκε πίσω από ένα νησί και σήμερα με υποδέχεται προβάλλοντας από τον Υμηττό". 

Ακριβώς έτσι και ερήμην και δια του Ισθμού και λίγο-λίγο πρόβαλε και τώρα από τον Υμηττό. Μα τώρα που αντιγράφεις τούτες τις σειρές του Πολίτη, κοιτάς απέναντι στη λεωφόρο, και απέναντί σου βλέπεις να κατεβαίνουν δυο λυγερόκορμες μορφές πιασμένες χέρι-χέρι. Τα ασημένια τους μαλλιά προδίδουν τη δοκιμασία του χρόνου, τα πλεγμένα χέρια τους μαρτυρούν την αντοχή της αγάπης.

Το μυθιστορημα του Πολίτη παραπαίει ανάμεσα στα δυο αυτά όρια, αμμουδιές, ακτές ή και όχθες. Από τη μια ο Πόρος, από την άλλη το Λεμονοδάσος. Από τη μια η εναγώνια πορεία προς και από την άλλη η εναγώνια φυγή. Από τη μια η Βίργκω, το προσωπείο της αγνότητας, από την άλλη ο Παύλος, το πρόσωπο της αγωνίας. Τα παρακάτω αποσπάσματα, η μια και η άλλη όχθη, ανήκουν και τα δύο στον ήρωα του Πολίτη και συνιστούν αποδείξεις του ένδον διχασμού του, ενώ μαρτυρούν ταυτόχρονα πως η μια και άλλη όχθη, η Βίργκω και ο Παύλος, ταυτίζονται κατ' ουσίαν, καθώς συνιστούν τις δυο όψεις της μιας και μοναδικής ψυχής του ανθρώπου:

"Πότε πρωτοσκέφτηκα πως δε μπορώ να ζήσω χωριστά 'πο σένα; Τότε που σε είδα να περνάς ξένοιαστη μπροστά μου κάποιο πρωινό, άμορφη ακόμη μέσα στην καρδιά μου, ή τότε που μου κόπηκε η μιλιά την ώρα που αγνάντευες τη θάλασσα; Ή που ανάσαινα τη σιωπή σου;... Ή κι αν δεν είναι από τότε, μήπως απ' τη στιγμή ετούτη, τώρα δα, που σε φαντάζομαι να ζεις πλάι μου και να γεράσομε οι δυο μαζί για να λατρέψω κάθε στιγμή μου εδώ κάτω;"

"Σκέψου τώρα, Βίργκω, πού θα καταντούσαμε ύστερ' από το γάμο. Το ηρωικό φτερούγισμα θα σταματούσε μετά λίγο καιρό και θα βρισκόμαστε αντίκρυ ο ένας στον άλλο μέσα στις εκνευριστικές μικρότητες της καθημερινής ζωής. Δε θα μας έμενε ούτε η ανάμνηση του έρωτά μας -θα την είχε σπαράξει το τέρας της πραγματικότητας".

Και η έξοδος: 

"Τώρα, Βίργκω, με τραβούνε άλλα ιδανικά, μακριά από πάθη και αγωνίες. Η φαντασία μου θα λουφάξει κάτω από το βάρος της μελέτης, έτσι που ν' αδυνατεί να φτερουγίσει κι ακόμα όταν θα κοιμούμαι και δε θα την προσέχω: ούτε στα όνειρά μου".

ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ, Λεμονοδάσος 

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Οδοιπόροι του φωτός


ΤΟ ΚΑΝΤΗΛΙ 

Παλιό, ακατοίκητο αρχοντικό, με κήπο στο βάθος, και στην άκρη του κήπου ένα εκκλησάκι. Μια τρελή, που ζούσε εκεί μέσα ολομοναχη, άναβε κάθε βράδυ το καντήλι. Το έβλεπα, από μια χαραμάδα στο πορτάκι του κήπου, να λαμπυρίζει μέσ' από τις φυλλωσιές, και γαλήνευε η ψυχή μου. Η διάθεσή μου ήταν σχεδόν πάντα χαλασμένη, καθώς τα βράδια επέστρεφα στο σπίτι γυρνώντας από το ερωτικό μου δωμάτιο. Δεν ξέρω πώς, αυτό το καντήλι είχε γίνει η πιο κρυφή παρηγοριά μου. Και καταλάβαινα γιατί χιλιάδες άνθρωποι σ' όλο τον κόσμο, ακόμη εξακολουθούν ν' ανάβουν το καντήλι τους.

Ένα βράδυ, το βρήκα σβηστό. Κάτι είχε πάθει, φαίνεται, η τρελή. Λίγο αργότερα έχασα κι εγώ το ερωτικό μου δωμάτιο κι έπαψα πια να περνάω από κείνο το δρόμο. Κανένα καντήλι δεν παρηγόρησε από τότε τη ζωή μου.

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Νεκρή πιάτσα

ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ 

VII
Στον κουρνιαχτό και στην πίκρα
διορθώνω τα λάθη μου.
Είναι μια νοητή ερωτική πράξη
χωρίς σπασμούς
χωρίς φόβο και πόθο
χρήσιμη σαν την πραότητα
της προσευχής.

VIII

Δεν πνίγεσαι μόνο στα κύματα.
Είναι πολλοί οι προορισμοί
πνιγμού των ναυαγών.
Ένας πνίγεται στο λόγο
άλλος στα όνειρα
άλλος στον ποταμό των αναφιλητών.
Ο τραγικότερος πνιγμός
είναι μέσα στη σιωπή του Θεού.

Ματθαίος Μουντές, Νηπιοβαπτισμός

ΤΟ ΦΩΣ  

Και στα πιο σκοτεινά λαγούμια
τα πιο βαθιά
τα πιο λησμονημένα
έρχεται κάποτε
ωσάν σε διάλειμμα
κι όταν κανείς πια τίποτε δεν περιμένει
θαυματουργό
παρήγορο
το φως.

Ανέστης Ευαγγέλου, Το διάλειμμα 

[...] 'Εφυγε. Περπάτησε περισσότερο, εισχωρώντας κι άλλο σ' αυτή την πρωτόγνωρη περιοχή, που έμοιαζε όλο και περισσότερο άγονη και γυμνή από ζωή. Στο τέλος, σε ένα μέρος όλο βράχια, σε ένα βουνό πελώριο και νεκρό, είδε μέσα στη νύχτα το φως μιας πελώριας λάμψης. Πλησίασε περίεργος στο μέρος απ' όπου είδε ότι ερχόταν το φως. Είδε ότι ερχόταν από μια μεγάλη σπηλιά [...]. Προχώρησε λίγο και έφτασε σε μια περιοχή που την έκρυβε ένα τεράστιο τείχος, το οποίο ορθωνόταν κάθετα, πάνω στον γκρεμό, όπου δεν υπήρχε κανένα πέρασμα και που σχημάτιζε ένα σύνορο ανάμεσα σε αυτή την επικράτεια και μια άλλη την οποία κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί. Ήταν σαν να είχες φτάσει στην άκρη του κόσμου. Ανακάλυψε τελικά ότι, αν έσπρωχνε δυνατά μια πέτρα του τεράστιου και γερού αυτού τείχους, η πέτρα αυτή έμοιαζε να υποχωρεί. Δοκίμασε να το κάνει. Αμέσως άνοιξε μπροστά του μια άβυσσος, στην οποία κατέβαινες με μια σκάλα με αναρίθμητα σκαλιά που δεν μπορούσες να τα μετρήσεις. Άρχισε να τα κατεβαίνει, χάνοντας κάθε έννοια χρόνου και απόστασης. Κουρασμένος αλλά αποφασισμένος, συνέχισε κατεβαίνοντας πάντα, ώσπου έφτασε σε ένα είδος κυκλικού πλατώματος απ' όπου ξεκινούσαν (καθώς η όρασή του είχε πια συνηθίσει μπορούσε να δει) πολλοί διάδρομοι. Ένας από αυτούς φαινόταν να κατεβαίνει, ότι είχε κι άλλα σκαλοπάτια. Τον κατέβηκε κι έφτασε στην πρώτη στροφή. Την ακολούθησε και σε κάποιο σημείο της ένιωσε ξαφνικά την αίσθηση του φωτός η οποία αυξανόταν όσο προχωρούσε στο διάδρομο. Στο τέλος έγινε τρομερά έντονο, αλλά χωρίς να είναι συμπυκνωμένο σαν το φως του ήλιου ούτε θερμό σαν το φως της φωτιάς. Έφτασε τέλος σε μια απέραντη αίθουσα πλημμυρισμένη από αυτό το φως, η οποία δεν είχε άλλη έξοδο πέρα από αυτή απ' όπου είχε μπει. Η αίθουσα αυτή ήταν πλημμυρισμένη από αυτό το φως, που δεν ξεκινούσε από κανένα σημείο, αλλά διάχυτο όσο και ο αέρας γέμιζε το χώρο χωρίς να μπορείς να καταλάβεις από πού ερχόταν. Δεν ήταν θερμό ούτε είχε τη φωτιά που υπάρχει σε κάθε φως, ήταν φωτιά απολύτως χωρίς φωτιά, φως ρευστό, απογυμνωμένο από κάθε θύμηση υλικού φωτός. Στο δωμάτιο, καθισμένος σε ένα τραπέζι, βρισκόταν, επιτέλους, ο Άντρας με τα Μαύρα.

Φερνάντο Πεσσόα, Ο οδοιπόρος

"[...] Εισχώρησα τότε στα βάθη της ύπαρξής μου, [...] εισχώρησα, και με τα μάτια της ψυχής μου ενατένισα ένα φως να λάμπει αμετακίνητο, πιο ψηλά από τα μάτια της ψυχής μου, πιο ψηλά από τη σκέψη μου. Δεν μιλώ για το φως που βλέπει καθημερινά ο άνθρωπος, ούτε και για κάποιο ανάλογο φως, ακόμη πιο ισχυρό, που να γεμίζει τα πάντα με το μεγαλείο του. Όχι, δεν ήταν τέτοιο. Ήταν κάτι διαφορετικό, κάτι ολωσδιόλου διαφορετικό από όλα τα φώτα που γνωρίζουμε. Βρισκόταν επάνω από το πνεύμα μου, αλλά όχι όπως το λάδι επάνω από το νερό, και όχι όπως ο ουρανός επάνω από τη γη. Ήταν όμως ανώτερό μου, γιατί αυτό με δημιοούργησε, κι ήμουν κατώτερος, γιατί από αυτό δημιουργήθηκα. Όποιος γνωρίζει την αλήθεια, το γνωρίζει, και όποιος το γνωρίζει, γνωρίζει την αιωνιότητα. Το φως αυτό το γνωρίζει η αγάπη"

Άγιος Αυγουστίνος, Εξομολογήσεις

Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013

Η Παναγία των κεριών


Πριν από καν'να μήνα μου τηλεφώνησε ο Νίκος ο Ξυδάκης από την "Καθημερινή" και μου ζήτησε  να ενδώσω στην πρόκληση μιας Παναγίας. Να Τη ζωγραφίσω, είπε, για τη γιορτή Της, τον δεκαπενταύγουστο. Βιάστηκα να του απαντήσω ότι είμαι χωμένος βαθειά μέσα στα έργα τής έκθεσης που ετοιμάζω για τον Δεκέμβρη στο μουσείο Μπενάκη, ότι δεν έχω χρόνο ούτε μυαλό για κάτι άλλο. Λες κι η ζωγραφική γίνεται μόνο με χρόνο και μυαλό!

Μιλούσα εκείνες τις μέρες με το "Σαμιωτάκι", τον "ευμάθιο" Βαγγέλη Ζουρνατζή, και μού 'στειλε ψηφιακά κάποιες Παναγίες απ' το πολύτιμο αρχείο του, επιμελώς σχολιασμένες. Δεόμενες σκεφτόμουν στην αρχή ή καμμιάν Οδηγήτρια αρχετυπική, χωρίς παιδί στα χέρια, αλλά η ανορθόγραφη "Καρδιότησα" μου έγνεφε μυστικά κι όλο σ' αυτήν επέστρεφε το βλέμμα μου. Στην ωραιότητα της μητέρας και την παθιασμένη αναστροφή της κεφαλής του τέκνου της. Την πήρα ένα βράδυ, απεγνωσμένος από τα άλλα έργα μου κι απ' τα παθήματά μου, νύχτα βαθειά, Την έστρεψα ανάποδα, ταπείνωσα το λαμπρό Της ένδυμα κι αφάνισα τον γυιό απ' την αγκαλιά Της. Απόμεινε σκιά δεόμενη, άδεια και μονάχη. Είθε να με συγχωρέσει ο πολύς Άγγελος ο Κοτάντος, πρωτοψάλτης Χάνδακος και πρωτοϊστοριογράφος πάσης της αυτοκρατορίας, που Την εζωγράφισε δογματικώς και τεχνικώς άρτια εκείνος ο ικανότατος, αλλά εμένα μου φάνηκε ότι, έτσι όπως Την άλλαξα, ταίριαζε περισσότερο στην κατάστασή μας. Εσωστρεφώς σπαρακτική, με ένα κενό στην αγκαλιά, να προσδοκά σε μιαν απεγνωσμένη δέηση εξ ονόματος όλων μας και να μας απευθύνει, το σπουδαιότερο, την τρυφερότητά Της. Την άλλη μέρα ασπάστηκα το μάγουλο κι έφυγε το σημάδι, φωτίστηκε το βλέμμα της και ρόδισαν τα χείλη. Γέμισα φλόγες φωτεινές τη σκοτεινή Της αγκαλιά και το μαφόριο. Κι έλαμψε η Παναγία των κεριών, ολόφωτη. Μια φλογισμένη μαυροφόρα. ''Κεριώτισσα'' Την είπα -ο απατεών επ' αγαθώ- και δέομαι στη χάρη Της εν μετανοία.

Χρήστος Μποκόρος
Καστέλλα, το δύσκολο καλοκαίρι του 2013.

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Ο Άγιος του εύπλου

 

Ο Άγιος της ευ θαλάσσης. Γιορτάζει σήμερα και από την Κατάνη της Σικελίας μάρτυρας, του 4ου αιώνα π.Χ., μα εγώ θα μιλήσω για την Αίνο. Εκεί όπου τον γνώρισα και με αυτήν από παλιά τον ταύτισα. Υπήρξαμε στην Αίνο χιλιάδες χρόνια πριν, όταν διασχίζαμε την ενδοχώρα της Ανατολικής Θράκης, ανασκάπτοντας μες σε χωράφια και παραδρόμους τα βυζαντινά εκκλησάκια, άλλα μισοερειπωμένα, άλλα εντελώς γκρεμισμένα, άλλα άφαντα απλώς και μονάχα στη μνήμη των ντόπιων μια ενθύμηση να συντηρεί την πρώην παρουσία τους. Υπήρξαμε με χάρτες βυζαντινολόγου στρατιωτικής ακριβείας, φίλου ακριβού, στα χνάρια όσων φαίνονταν μα και εκεί όπου δε φαινόταν τίποτα πια. Υπήρξαμε σχεδόν ύποπτοι για την εκεί συνοριακή αστυνομία, τότε, όταν συνοριακοί δεν υπήρχαν πουθενά, καθώς δε συνηθίζεται να ψάχνουν για ξωκκλήσια μέσα στην επίπλαστη ουδετερότητα των συνόρων, οι φωτογραφικές περιέπεσαν στην ίδια καχυποψία ως όργανα κατασκοπείας και όχι βέβαια καταγραφής, περάσαμε εντέλει υπό προσωρινή κράτηση, ήπιαμε τόνους τσαγιού σε κείνα τα διάφανα φλιτζανάκια που πίνουν το τσάι τους στη γείτονα χώρα και οδηγηθήκαμε ασφαλείς στα σύνορα, όπου μας ξεπροβόδισαν με μεγάλη ανακούφιση.

Θυμάμαι όμως το απόγευμα στην Αίνο. Μια θάλασσα απέραντη μπροστά. Το Αιγαίο σε ανάπτυγμα. Ή έτσι το έχω μέσα μου. Ένα καφές στην άμμο και πριν το σούρουπο και όσο εκείνο ερχόταν. Καφές με την παραμυθία της συντροφιάς, το ίδιο και της μοναξιάς. Παρηγορητικές εξίσου. Καφές όπως τον φτιάχνουν εκεί, να περιμένεις τρεις φορές να ανοίξει, να τον σερβίρεις λίγο-λίγο, στο κάθε άνοιγμά του, και όχι μονομιάς και στο φλυτζάνι. Έτσι τον φτιάχνω ακόμα και από τότε. Θυμάμαι το βράδυ στο κατάλυμα. Ένα γυμνό δωμάτιο όπου θα ακούγονταν παράταιρες, ίσως και ανάρμοστες, οι προσευχές των χριστιανών. Μπορεί όμως και όχι. Μπορεί και να ήταν η γενικότερη αμηχανία μπροστά στο ανοίκειο. Είμασταν άλλωστε οι μόνοι χριστιανοί που διανυκτέρευαν στην Αίνο μετά από αιώνες αιώνων. Ουδείς από την ελλαδική ενδοχώρα την υπήρχε ή την υπάρχει πλέον.

Τι ήταν η Αλεξανδρούπολη πριν την Αίνο; Απλώς το Δεδέαγατσ. Ένα λασποχώρι άσημο μπροστά στην ξακουστή κωμόπολη. Και τι ήταν ακριβώς η Αίνος; Το ορμητήριο του Βορρά για τον Αγώνα και όχι μόνο. Μα στον Αγώνα έδωσε πολλά και κυρίως τη Δόμνα Βισβίζη που είχε την ίδια τύχη με τη Λασκαρίνα και τη Μαυρογένους "χάρη" στους ξαρμάτωτους και ξεγάνωτους ντενεκέδες που άρπαξαν τη διακυβέρνηση του πρώτου ελλαδικού κράτους και συνεχίζουν ανερυθρίαστοι και εγκληματικοί ως και τα σήμερα: την τύχη της απόλυτης πενίας και της ζητιανιάς για την ελάχιστη σύνταξη της επιβίωσης. Αυτά είναι.

Εκεί ανταμώσαμε τον Άγιό της, εκκλησάκι εις γην εναλίαν που διασώθηκε χάρη σε Τούρκο αξιωματούχο, αν και ερήμην του, καθώς του διάλεξαν τούτο το "κατάλυμα" για μαυσωλείο. Έκτοτε συγκατοικούν, ο Άγιος και ο αλλόδοξος στρατηλάτης. Ίσως και να μιλάνε μετά από τη σιωπή τόσων αιώνων. Μπήκαμε μέσα και προσκυνήσαμε. Τα υπόλοιπα τα ανέλαβε χρόνους μετά η ποίηση.

Στην έξοδο όμως μας ανέλαβε ήλιος ζεστός καλοκαιρινός, ήλιος εκτυφλωτικός μετά το ημίφως της εκκλησιάς και τη μούχλα του τάφου που μπήκαμε, η δίψα του μεσημεριού και η χαρά της ζωής, μα και η γειτόνισσα, Αγίου και του στρατηλάτη, αλλόδοξός μας και αλλοεθνής, που έτρεξε αθόρυβα και μας φίλεψε κρύο νερό και κορόμηλα από το δέντρο της αυλής της. 

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ ΑΙΝΟΥ

Δικοί σου είν' αυτοί που ήρθαν
χριστιανοί
Πέρασαν χρόνια απ' τους τελευταίους
σχεδόν ξεχάστηκες
Μαζί ξεχαστήκαμε
Άγιος εσύ και γω στρατηλάτης
πολεμιστής
Όμως κι αυτά δε με φύλαξαν περισσότερο
Έσβησα όπως και συ
Κι ας είναι οι δικοί μου
που κρατάνε τον τόπο αιώνες τώρα
Όμως να που εσένα σε ξαναθυμήθηκαν
Μου κακοφαίνεται αυτό
κι ας χαίρομαι
που επιτέλους έτριξε η πόρτα

Δικοί σου είν' αυτοί
Σκύψαν το κεφάλι και μπήκαν
Αινίτες απ' απέναντι
Προσκυνητές
Με κοίταξαν με οίκτο
Το κατάλαβαν πως με ξέχασαν
σε τόπο δικό μου
Ας είναι
Φτάνει που μπήκαν.

Άγιος Εύπλους. Αίνος.

Της αλυπίας είναι η χώρα, εκδόσεις Ιδαλγός, Πτολεμαϊδα 2009
η φωτογραφία ανήκει στο αρχείο του περιηγητή Γεωργίου Λαμπάκη

Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013

"Πάει καιρός π' ακούστηκεν η τελευταία βροχή"


Περιέφερες το στίχο στους δρόμους και τα σούπερ μάρκετ της καθημερινότητάς σου. Πήρες και το σιντί παραμάσχαλα στις διαδρομές του γιωταχί. Λές να την κάλεσες; Σα να την κάλεσες. Και κείνη ήρθε. Καλώς την τη μικρή, μπόρα, βροχούλα καλοκαιρινή.

Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

Τρία ποιήματα και μια ελπίδα

 

Τρία ποιήματα συγγενικά. Δυο ποιητές της Θεσσαλονίκης και ο ύστερος της Χίου. Συγκλίνουν μέσα από τα πρόσωπα που εστιάζουν. Τα πρόσωπα των ακροτελεύτιων στίχων. Οι απεγνωσμένοι, οι στερημένοι, οι πνιγόμενοι. Προσωπεία του καθενός μύχια και ως εσωτερικός μονόλογος τα δύο πρώτα (το ένα άλλωστε να υπάρχει σχεδόν ως ηχώ ή και αντίλαλο του άλλου). Ως απόφθεγμα ή και επιτύμβιο το τελευταίο. Προϋποθέτουν αποδέκτη, αλλά και δεν τον χρειάζονται, δίνουν την εντύπωση ότι απευθύνονται, αλλά μάλλον εις εαυτόν στοχεύουν. Γιατί ο καθείς εξ αυτών ο απεγνωσμένος και ο της ευτυχίας αποκλεισμένος, ο στερημένος και της προσφυγιάς ταμένος, ο πνιγόμενος εντέλει και εκθαμβωτικά μέσα στη φωτοβολία των στίχων του και μόνο, έχοντας εξασφαλίσει τη στιλπνότητα και το άμεμπτο της ζωής. Έστω. Επεισόδιο της αγιότητας και τούτο. Να συνιστά επιπλέον τη μόνη ελπίδα, απόσταγμα και εκχύλισμα μαζί. Η της ποίησης ηλιακή σχεδόν εκπομπή.

Ηλιακή, με την έννοια που έχει και η παρουσία του Χριστού κατά τη Μεταμόρφωση, για τούτο λένε και οι εκκλησιές και τα μοναστήρια που τιμώνται στη Θεία Μεταμόρφωση χτίζονται κατεξοχήν στα ψηλώματα. Εκεί όπου άλλωστε και το Θαβώρ. Έστω και αν η ποίηση ξέρει καλύτερα κάτι υπόγεια και κάτι λαγούμια, κάτι λαβύρινθους και τα στενά σοκάκια. Στοές ανήλιαγες, ακάλυπτους, λασπόνερα και χωματερές. Γιατί από κει μέσα έμαθε -και είναι ο πιο αυθεντικός της τρόπος τούτος και ο πιο σίγουρος ίσως προς τα ανώγεια- τη χαραμάδα φωτός να λαχταρά και τη ρωγμή της εξόδου επιουσίως να σκάβει ως μοναδική άλλωστε εκλεκτή και του φωτός εξ αίματος συγγενής. Κι ας μην το παραδέχεται κάποτε. Ή και συχνά.

Αφήνονται οι ποιητές μα και τα ποιήματά τους στην κοινή ανάγνωση. Μαζί τους αφήνεται να υπάρξει και μια φευγαλέα στάση, μια στιγμή, στο σπίτι στην Κορυτσά, εκεί όπου ένας Θεμιστοκλής ματαίως ίσως περιμένει τα παιδιά του πίσω, ενώ το πιο σίγουρο είναι ο εγκλεισμός στην αδήριτη μοναξιά του.

ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν' ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,

κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ανυπεράσπιστος καημός, 1959

ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΦΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ

Στην καταφρόνια και στη φτώχεια πέρασες τα χρόνια σου -
μήν το ξεχνάς.
                                      Κι αν τώρα
τόσο αναπάντεχα εγύρισε ο τροχός
και βρήκες ρούχα κι έντυσες τη γύμνια σου
και σπίτι και φωτιά να ζεσταθείς
και δυο γλυκές κουβέντες -
μη λησμονείς ποτέ την προσφυγιά
και μιαν αγάπη κράτα για τους στερημένους.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Το διάλειμμα, Θεσσαλονίκη 1976

Η στιλπνότητα της συνείδησης
είναι το κέρδος των δικαστών
η φωτοβολία των στίχων
είναι τα δάκρυα των πνιγομένων.

ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΜΟΥΝΤΕΣ, Επεισόδια της αγιότητας, Νηπιοβαπτισμός, 1993

Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Η έξοδος


Αγίου Νικάνορος το πρωί κι ανεβαίνεις στην αυλή του σπιτιού σου. Κι άξαφνα μικρό πουλί βρήκε άνοιγμα από τη τζαμαρία και μπήκε. Το βλέπεις να χτυπιέται στα μεγάλα τζάμια του αίθριου, να ψάχνει έξοδο να φύγει και να μην τη βρίσκει. Το βλέπεις, να προσπερνά την έξοδο που είναι διαρκώς μπροστά του. Να μην τη βλέπει. Απανωτές προσπάθειες και απανωτά χτυπήματα, δεξιά κι αριστερά, διασχίζει περίτρομο τ' απάνω κάτω, σε πτήσεις απεγνωσμένες προς την ελευθερία, τρέμεις μη σωριαστεί η ψυχούλα του, το κοιτάς έντρομη, ανήμπορη να το βοηθήσεις όσο πετά έντρομο και κείνο για τον ανοίκειο τόπο που βρέθηκε. 

Κι ύστερα να ησυχάζει προσώρας το παρατηρείς, σχεδόν να περιεργάζεται το φωτεινό κλουβί του, να χαμηλοπετά ή και να βαδίζει στα μικρά ποδαράκια του απλώς. Αρχίζει ή δίνει την εντύπωση ότι συνηθίζει. Ότι δεν είναι και άσχημα εδώ. Ότι φωτεινά, ότι ζεστά, με λουλούδια, όπως και έξω, σχεδόν όπως και έξω, εκεί για όπου πλάστηκε. Θα μου πεθάνεις, σκέφτομαι, μην ξεγελιέσαι, και σηκώνομαι, ενώ πριν ως στήλη άλατος και άναυδη και περιδεής και δίχως να ξέρω τι ακριβώς πρέπει να κάνω. Επιστρατεύω ό,τι μηχανεύεται η απειρία μου. Του μιλώ, το καλώ, σα μικρό παιδί το φωνάζω, το οδηγώ προς την έξοδο με μύριους τρόπους. Αδύνατο. Πετά έντρομο, μπροστά από την ορθάνοιχτη πόρτα που δεν τη βλέπει. Πιάνεται όπου βρεθεί και βλέπω την καρδούλα του να τρέμει. Θλίψη με κυριεύει και τρόμος, μην κάθε χτύπημά του πάνω στα φωτεινά τζάμια σταθεί γι' αυτό το μικρό μοιραίο. Ανοίγω τη βρύση, μήπως και ο ήχος του νερού το οδηγήσει εκεί που πρέπει. Τίποτα. Πετά, χώνεται σε κρυψώνες, χάνεται και όμως είναι εκεί. Θεέ μου, λέω, και τώρα τι κάνουμε. Κάτι εγκαίρως να κάνουμε.

Όλοι φευγάτοι και ψάχνω για βοήθεια. Απέναντί μου, ναι, αυτό το παιδί και πάνω στην ώρα, ο γητευτής των πουλιών, ήδη έξω με τις καρδερίνες του και τα κλουβιά του. Έλα, τον καλώ σε βοήθεια, ένα μικρό πουλί κλείστηκε μέσα και πώς να το βγάλω. Δεν κατέβαλε προσπάθειες πολλές, σχεδόν με το που εμφανίστηκε με την απόχη του, σπουργίτι είναι, μου λέει, και κείνο, λες και γνώρισε κάποιον που μιλούσε τη γλώσσα του, αμέσως, μα πόσο αμέσως, αμέσως πέταξε προς την έξοδο, δίχως ούτε και τα φωτεινά τζάμια να το γελάσουν ούτε και το φωτεινό κλουβί στο οποίο για μια ώρα περίπου κλείστηκε. Εμένα μου φάνηκε αιώνας. 

Ο καθένας πήρε το δρόμο του. Ο γητευτής, που μιλούσε τη γλώσσα του, στις καρδερίνες του κι εγώ σε ό,τι πρωτύτερα έκανα. Το σπουργίτι στάθηκε άξιο της ελευθερίας για την οποία πλάστηκε. Πέταξε στ' ανοιχτά. 

Κανείς μας δεν αξιώθηκε τη φυγή του. Μονάχα ίσως τις στιγμές εκείνες που παλέψαμε για χάρη του.

Εις το εξής θα προσέχω τις τζαμαρίες. Να μην μπαίνουν σπουργίτια που σκλαβώνονται. Ή κι αν μπαίνουν, να μην ξεγελιούνται, τις φωλιές τους μέσα να μη χτίζουν, παρά γρήγορα, γρήγορα πολύ, να πετούν προς την έξοδο που τους αρμόζει, προς την έξοδο που ποθεί η ψυχή τους. 

Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Της Παναγίας


Τις μέρες τούτες πάντα έχω στο νου μου το ποίημα "Φοβερά προστασία" του Μουντέ. Το παίρνω απ' το ράφι και το ξαναδιαβάζω κι έπειτα πάλι το αφήνω στη σιωπή του. Το ίδιο και φέτος. Μόνο που τώρα ας κάνει και μια στάση στη χώρα της Αλυπίας, όπως του πρέπει. Άλλωστε η ανάβαση προς την Παναγιά μόλις που ξεκίνησε. Εδώ, σε τούτο τον τόπο, τις μέρες αυτές του Αυγούστου εύχονται "Καλή Παναγιά". Πως λέμε "Καλή Ανάσταση". Το οικειοποιούμαι. Καλή Παναγιά λοιπόν.

Η ΦΟΒΕΡΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

[...]

Πορταϊτισσα, φυλάς την πόρτα μου
Ρόδο Αμάραντο, που μου ραίνεις την ερημιά
με ροδόσταμο

Άξιον εστί, που με δυναμώνεις
ν' ανασηκωθώ σφαδάζοντας
μπροστά στην εικόνα σου.
Άξιον εστί, ανασηκώνομαι
σφαδάζοντας με απαντοχή
μπροστά σου
για να διαβάσω στο σκοτεινό σου
πρόσωπο γραμμένη
την αυθεντικότητα της αγάπης
που' ναι πιο κραταιή
κι αδάμαστη
κι απ' τον καιρό.

ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΜΟΥΝΤΕΣ, Νηπιοβαπτισμός, Καστανιώτης 1993

Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Εκλεκτικές συγγένειες

Δεν ξέρω γιατί εντός μου γειτνίασαν τα κάτωθι ποιήματα και οι "άνωθεν" ποιητές. Τα παραθέτω όμως, όπως ξεκόλλησαν από τη μνήμη και ήρθαν κοντά μου. Υπάρχει κοινό υπόγειο ρεύμα σαφώς και σαφέστατο. Όπως όμως λέει και ο Αργύρης Χιόνης, ασφαλώς και δε μιλάμε για επιδράσεις, παρά μονάχα για συμπτώσεις. Εδώ ίσως η λέξη γειτνίαση, να είναι πιο σαφής και ενδεικτική. Έστω και αν το πρώτο στοχεύει στους ποιητές, ενώ το δεύτερο στους υπόλοιπους. Στην πραγματικότητα ο στόχος είναι ένας και ο ίδιος. Ποιανού όμως άραγε είναι ποιο; Καθώς και οι δυο τους τον ουρανό έψαχναν, εκείνον του επέκεινα, φιλτραρισμένο όμως και μέσα από τον χοϊκό, ίσως και να μην έχει σημασία εντέλει ποιο και ποιανού. Κάτι που μπορεί να ενθουσίαζε και τους ίδιους. 

Δὲν εἴμαστε ποιητές

Δὲν εἴμαστε ποιητὲς
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τὸν ἀγῶνα
Παρατᾶμε τὴ χαρὰ στοὺς ἀνίδεους
Τὶς γυναῖκες στὰ φιλιὰ τοῦ ἀνέμου
Καὶ στὴ σκόνη τοῦ καιροῦ
Σημαίνει πὼς φοβόμαστε
Καὶ ἡ ζωή μας ἔγινε ξένη
Ὁ θάνατος βραχνάς.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ


Ῥομαντικὸς ἐπίλογος

Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων
ἢ ἔστω μνημόσυνα.
Ὅταν δὲν ἔχετε
μαντέψει τὴ δύναμη
ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη
ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.
Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε
τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.
Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια
ὁ Νοστράδαμος.
Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ
στὴν Ἀποκαθήλωση.
Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.
Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
ὁπουδήποτε.
Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani
τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος
χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του
γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν
κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ
ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.
Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.
Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα
εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μὴ μὲ διαβάζετε
ὅταν
ἔχετε
δίκιο.
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα...
Ὥρα νὰ πηγαίνω
δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος.


ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ