Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Ισινέ ντα νασινέ...


Ήτανε, δεν ήτανε...

Ένα παραμύθι των τσιγγάνων λέει πως ο Θεός δημιούργησε όλο τον κόσμο και τη έβδομη μέρα σκέφτηκε ότι είχε τελειώσει το έργο του. Κάθισε κάτω από ένα δέντρο για να ξεκουραστεί. Ξαφνικά θυμήθηκε ότι είχε παραλείψει να κάνει κάτι. Δεν είχε κάνει τίποτε με την υπομονή και δεν ήξερε πού να βρει το πιο κατάλληλο μέρος για να τη βάλει. Ο Θεός άρχισε να σκέφτεται τι να κάνει σχετικά μ' αυτό. Πρώτα απ' όλα αποφάσισε να προικίσει το νερό μ' αυτό και το έκανε, αλλά το νερό στέγνωσε. Τότε ο Θεός ήθελε να προικίσει το δέντρο με υπομονή αλλά το δέντρο βάρυνε πολύ, τα κλαδιά του λύγισαν, έσπασαν και σάπισαν. Έπειτα ο Θεός πήγε στο βράχο και είπε: "Βράχε! σου δίνω τη δύναμη της υπομονής". Αλλά ο βράχος δεν άντεξε το βάρος και έσπασε και διαλύθηκε σε πέτρες και άμμο.
Τελικά κατάλαβε ο Θεός ότι έπρεπε να δώσει την υπομονή στον άνθρωπο, ο οποίος ζούσε στον παράδεισο. Και έτσι έκανε, ο άνθρωπος βόγκηξε από απελπισία, αναστέναξε αλλά τελικά το δέχτηκε. Από τότε οι άνθρωποι μπορούν να αντέχουν περισσότερο από το νερό, το δέντρο και τη πέτρα. 
 
 

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Φύλλα Κατοχής


Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες ανοίγω τα "Φύλλα Κατοχής" της Ιωάννας Τσάτσου. Τα ξεφυλλίζω με την ίδια, αναλλοίωτη, συγκίνηση. Και με την ίδια διάθεση κοινωνίας, που μου την υπαγορεύουν μονάχα τα έργα που με λυγίζουν με την αλήθειά τους. Πέρα από το μοντέρνο και το μεταμοντέρνο που λανσάρεται, τις εγκιβωτισμένες αφηγήσεις ή τη διακειμενικότητα που αναζητούμε με πάθος οι φιλόλογοι, την αναδρομή και τις προσημάνσεις με τις οποίες εκστασιαζόμαστε, πέρα από τις όποιες αφηγηματικές τεχνικές ευαγγελίζονται. Όλα τούτα με αφήνουν αδιάφορη μπροστά στη λυγμική αλήθεια μιας απλής καταγραφής. Τα "Φύλλα Κατοχής" είναι ένα τέτοιο κείμενο και ως μαρτυρία που είναι σε υποχρεώνει να γονυκλινήσεις επιπλέον, δηλαδή και ενώπιον όλων εκείνων που επέλεξαν τη δράση και όχι την απάθεια των μετόπισθεν, που ίσως να ήταν και ο πιο ψυχοφθόρος και μακροχρόνιος αγώνας εν τέλει. 

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής η Ιωάννα έδρασε στην ΕΚΚΑ του συνταγματάρχη Ψαρού και πήρε μέρος σε αποστολές βοήθειας οικογενειών εκτελεσθέντων και φυγάδευσης άγγλων στρατιωτών με την καθοδήγηση της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και ιδιαίτερα του Αρχιεπίσκοπου Δαμασκηνού, του οποίου ήταν και στενός -αν όχι και το δεξί του χέρι- συνεργάτης. Το 1947 κυκλοφόρησε το βιβλίο "Εκτελεσθέντες επί Κατοχής" γνωστοποιώντας τα ονόματα οικογενειών που πλήγηκαν από τους κατακτητές, προκειμένου να συνταξιοδοτηθούν. Συνέχισε την ανθρωπιστική της δράση και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, ως μέλος του Κέντρου Βοήθειας του Παιδιού, του Σώματος Ελληνίδων Οδηγών, της Φανέλας του Στρατιώτη, της Διεθνούς Κοινωνικής Υπηρεσίας. Την περίοδο 1950-1951 αγωνίστηκε υπέρ του δικαιώματος ψήφου των Ελληνίδων και το 1966 πήρε μέρος στην Έκτη Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών. 

Ποιος την ξέρει σήμερα; Η μνήμη -το αποδεικνύει η ευτελής ιστορία την οποία αναμασούμε- είναι επιλεκτική και εξαιρετικά ωφελιμιστική. Θυμόμαστε μονάχα όσους εξυπηρετούν (το ίδιο ισχύει και για τις Ιστορίες της Λογοτεχνίας άλλωστε -όσους προωθήθηκαν εγκαίρως και αυτοκαλλιέργησαν όχι λίγες φορές το μύθο τους. Κάποιοι Άλλοι, με την κεφαλαία επισήμανση, απουσιάζουν μετά τον εξοβελισμό τους από τα επίσημα κατάστιχα. Ευτυχώς υπάρχουν πάντα τα ανεπίσημα και εκεί χωρούν άνετα οι κορυφογραμμές). Μερκούρη, Γεννηματάς, Τρίτσης και ξεχνώ πολλούς, για να μείνω μόνο στα "θύματα" ακραίας εκμετάλλευσης από συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα. Προφανώς συνιστούσε πολιτική μέθοδο που τόνωνε το κύρος επικρατείας και συνεπώς αλαζονείας. Το τραγικό σχήμα βέβαια επανέρχεται για να επιβεβαιωθεί: ύβρις, τίσις, νέμεσις. Και τα λοιπά. 

Σήμερα η μνήμη της Ιωάννας και των συν αυτής υπάρχει στα επείγοντα:

"Τούτο το ημερολόγιο δεν το προόριζα για τη δημοσιότητα. Έγραφα και κάθε τόσο έριχνα τα φύλλα του μέσα σ' ένα τενεκεδένιο κουτί, θαμμένο σε μια γωνιά του κήπου μας, για να το διαβάσουν κάποτε τα παιδιά μου. Πέρασαν περισσότερα από 20 χρόνια και βλέπω πως τα γεγονότα που συντάραξαν το Έθνος ολόκληρο λησμονήθηκαν. Το ψυχικό κλίμα της εποχής εκείνης έχει ολότελα εξαφανιστεί. Μυριάδες όμως τότε Ελληνίδες αισθάνθηκαν όπως εγώ και πράξανε όπως εγώ. Το βίωμα το δικό μου υπήρξε βίωμα σχεδόν καθολικό της Ελληνίδας γυναίκας. Πιστεύω πως η διατήρησή του στη μνήμη μας αποτελεί καθήκον".

Με την ίδια διάθεση αντιγράφει κανείς ό,τι μπορεί. Αν μπορούσε, θα αντέγραφε όλο το βιβλίο. Μα δεν το μπορεί. 

 14 Σεπτέμβρη 1941

Κάθομαι στη μικρή βεράντα της τραπεζαρίας για λίγη δροσιά. Σιγά σιγά το απαλό σεπτεμβριανό φως διαλύεται μέσα στη νύχτα. Χτυπά η πόρτα, και μπαίνει η Κατίνα Δούση. Η Κατίνα, φτωχή, πανέξυπνη γειτόνισσα, μιλάει γρήγορα, φοβισμένη, απελπισμένη.
«Κυρά μου, ένας ξανθός αρχάγγελος μπήκε στο σπίτι. Τον έκλεισα στο κουζινάκι. Τί θα γίνη Θεέ μου; Αυτός που τον έφερε εξαφανίστηκε».
«Αξιωματικός;» τη ρώτησα.
«Έτσι μοιάζει».
«Καλά, πήγαινε στο σπίτι σου, κλείσε καλά την πόρτα σου, και απόφυγε να μπη και ο πιο δικός σου. «Έρχομαι αμέσως ».
Η υπόθεση αυτή δεν με ξαφνιάζει. Κάθε λίγο μας ειδοποιούν για κάποιον εγγλέζο σε κίνδυνο ή σε ανάγκη. Οι απλοί άνθρωποι βοηθούν μ’ όλη τους την καρδιά. Μα δεν έχουν τον τρόπο να φυγαδεύσουν άγγλους, ούτε και να τους θρέψουν. Πίσω απ’ αυτούς, είμαστε μια αλυσίδα φίλων, έτοιμοι να τους στηρίξωμε.
Τηλεφωνώ αμέσως στον Γιώργη Αβέρωφ, έναν από τους φίλους. Μου φέρνει ό,τι έχει πιο πρόχειρο τη στιγμή εκείνη, το κλειδί ενός άδειου σπιτιού.
Βάζω σ’ ένα ταγάρι, κονσέρβες, ψωμί, καφέ, ζάχαρι, σαπούνι και πάω στης Κατίνας, στην οδό Σωτηρος.
Μέσα στο μικρό χαμηλό κουζινάκι, που μυρίζει μαρίδα τηγανιτή, ο άγγλος στέκεται όρθιος σε μια γωνιά. Το κεφάλι του ακουμπά σχεδόν στο ταβάνι. Μοιάζει σαν κυνηγημένο πουλί. Τον χαιρετώ, ανταλλάσουμε λίγες λέξεις, και βγαίνομε προσεκτικά στο δρόμο. Έχω περάσει το μπράτσο μου στο δικό του, και προχωρούμε αδιάφοροι. Ο Γιώργης Αβέρωφ και ο άντρας μου ακολουθούν από μακριά.
Βαδίζαμε προς την οδό Βουλιαγμένης. Κάθε φορά που συναντούμε γερμανούς φρουρούς, του μιλώ ελληνικά με φλυαρία και κέφι. Στρίβομε σε μιά πάροδο. Στα χέρια μου κρατώ το κλειδί του παλιού σπιτιού της Richardson.
Αυτό ψάχνομε. Δεν δυσκολευόμαστε να το βρούμε. Ερημιά είναι την ώρα που μπαίνομε. Μέσα όλα τακτικά. Καθίζουμε άνετα, και αρχίζομε την κουβέντα. Έχει πολλά να μου πη, και έχει ανάγκη να μιλήση. Είναι ερωτευμένος με μιαν Ελληνίδα, και δε θέλει να φύγη από την Ελλάδα. Να κρύβεται, να κινδυνεύη, μα να την βλέπη. Μιλά για το κορίτσι του και τελειωμό δεν έχει. «Μόνο οι έρωτες μας έλειπαν », σκέπτομαι και τον διακόπτω. Του λέω πως είναι αργά, πως αύριο πάλι το μεσημέρι θα του πάω το φαγητό του και θα τα ξαναπούμε. Έτσι μόνο κατορθώνω να τον αφήσω.

15 Σεπτέμβρη 1941

Το μεσημέρι τον είδα, όπως είχαμε συμφωνήσει. Το βραδάκι τον μετακινήσαμε προς άλλη διεύθυνση.
Είμαι ευχαριστημένη. Κάθε φορά που βοηθούμε άγγλο, έχω αυτή την πρόσθετη ικανοποίηση πως απαντούμε κατά κάποιο τρόπο στη βία του κατακτητή. Γιατί, είτε με την απάτη, είτε με την εξέγερση, την απάντηση στη βία τη νοιώθουμε σα νόμο ανάγκης.

20 Οκτώβρη 1941 

Σήμερα ακούσαμε τα πρώτα ανεπανόρθωτα. Στην Ελευσίνα έγιναν εκτελέσεις Ελλήνων. Χτες οι γερμανοί τουφέκισαν τρία παλληκάρια, τον Βαβουράκη, τον Πανωλιάσκο και τον Νίκα. Πριν λίγες μέρες είχαν τουφεκίσει και τον Χρήστο Στάμο. Και οι τέσσερες πεθαίνοντας, εξομολογούνται στον παπά που τους κοινώνησε, το μεγάλο καημό τους. Την έννοια τους για τις γυναίκες και τα παιδιά τους που εγκαταλείπουν χωρίς προστάτη.

24 Οκτώβρη 1941

Ο Γιάννης Γιωργάκης ήρθε εκ μέρους του Μακαριωτάτου Δαμασκηνού, να μου πή ν’ αναλάβω τις οικογένειες των εκτελεσθέντων. Θα έχω κάθε βοήθεια από την Αρχιεπισκοπή. Θα τους δίνωμε μηνιαίο βοήθημα, ρούχα και τρόφιμα. Το δέχτηκα μ’ ευγνωμοσύνη.

12 Ιουνίου 1942

Πέρασα ώρες με την Ευανθία Καλαμπούρα. Τα μάτια της, βαθουλωμένα σαν πηγαδάκια από το κλάμα, με κοιτάζουν ανέκφραστα. Προχτές εκτέλεσαν οι γερμανοί το γιο της το Γιάννη μαζί με τον Κοκκινέλη. Τώρα κυνηγούν και τους άλλους της γιους. Τρέμει η δύστυχη και δεν ξέρει πού να τους κρύψη. Οι ίδιοι θέλουν να πάνε στο αντάρτικο. Το βουνό, όποιο και νάναι, θα τους ρουφήξη κι αυτούς.

20 Ιουνίου 1942

Είδα πάλι την Ευανθία. Έχει περισσότερο κουράγιο. Τόσα παιδιά περιμένουν απ' αυτήν και το ένα είναι ανάπηρο. Ολόκληρη είναι σαν μια προσευχή. Ποια γυναίκα, ποια μάνα που σηκώνει ανθρώπινες ζωές στην καρδιά της, δεν αναμετράει πόσο μεγάλη είναι η αγάπη της και πόσο λίγη η δύναμή της; Μόνο ακουμπώντας στο Θεό ελπίζει και προχωρεί. 

8 Απρίλη 1943

Στο πρώτο πάτωμα της Αρχιεπισκοπής έχομε μιαν αποθήκη για ρούχα, κουβέρτες, τρόφιμα. Δε σκέπτομαι ποτέ το μέλλον, αφού κάθε ώρα μπορεί να είναι και η τελευταία μας. Γι' αυτό δεν έρχεται άνθρωπος που να έχη ανάγκη και να μη βοηθηθή την ίδια στιγμή. Αδειάζει η αποθήκη, μα πάλι γεμίζει με καινούργιες προσφορές.

25 Αυγούστου 1943

Οι δικοί μας βάλανε φωτιά στο αμαξοστάσιο της Ηλεκτρικής στην Καλλιθέα. Η ζημιά είναι μεγάλη. Μέρες δύσκολες, γεμάτες αναβρασμό και υποψία.

28 Αυγούστου 1943

Το ανακοινωθέν του στρατηγού Speidel λέει: Αν σε τέσσερις μέρες δε βρεθούν οι υπαίτιοι, πενήντα όμηροι θα τουφεκιστούν. Φριχτές ώρες. Όσοι έχουν φυλακισμένους μαζεύονται στην Αρχιεπισκοπή. Η απελπισία τους σαν βουητό βγαίνει από τους τοίχους, τα παράθυρα, τις πόρτες. Μας πνίγει κι' εμάς.

29 Αυγούστου 1943

Όλος ο κάτω διάδρομος της Αρχιεπισκοπής και τα πρώτα σκαλοπάτια έχουν πλημμυρίσει από κόσμο. Η απόγνωση τους κάνει έξαλλους. [...]

31 Αυγούστου 1943

Ο Δεσπότης κάνει όλες τις προσπάθειες, όλα τα διαβήματα, για ν' αποφύγωμε τ' αντίποινα. Βλέπει τον Neubacher. Του εξηγεί, τον παρακαλεί να μεσιτεύσει. Στέλνει ζωηρή έκκληση στο στρατηγό Speidel. Από το πρωί ως το βράδυ βλέπει κόσμο. Και χτες και σήμερα. Η απόφαση για την εκτέλεση των ομήρων δεν ξαναδημοσιεύτηκε.

1 Σεπτέμβρη 1943

Σήμερα εξαντλήθηκε η προθεσμία. Πέρασαν οι ωρισμένες μέρες και οι όμηροι δεν τουφεκίστηκαν. Πήραμε μια βαθειά αναπνοή. Δεν τολμούμε να ελπίσωμε.

6 Σεπτέμβρη 1943

Η ευγνωμοσύνη του κόσμου ξεχειλίζει. Η Αρχιεπισκοπή από το πρωί είναι γεμάτη λαό. Όταν μπήκε ο Δεσπότης όλοι γονάτισαν.

27 Νοέμβρη 1943  

Όλη τη νύχτα κατακλυσμός η βροχή, δεν μ’ άφηνε να κοιμηθώ. Μα το πρωί άνοιξα το παράθυρο στην πιο λαμπρή χειμωνιάτικη μέρα. Η γη ήταν πλυμένη, πεντακάθαρη. Ο ήλιος φωτεινός και ζεστός, σαν ήλιος Αυγούστου. Χτύπησε το τηλέφωνο. Σήκωσα η ίδια το ακουστικό και άκουσα την είδηση:
“Στη Σπάρτη, στο Μονοδένδρι τουφέκισαν χτες οι Γερμανοί εκατόν δέκα εφτά, όλο τον ανθό της πόλης και μέσα σ’ αυτούς το Χρήστο Καρβούνη”. Έμεινα σαν απολιθωμένη. Δεν καταλάβαινα. Δεν ήθελα να καταλάβω. Ο άνθρωπος ξαναείπε τα ίδια λόγια, τον ακούω ακόμα. Χτες το πρωί στο Μονοδένδρι τουφέκισαν εκατόν δέκα εφτά. Τέσσερα παιδιά του Τζιβανόπουλου και τον γιατρό Καρβούνη. Κάθε σπίτι κι ένας νεκρός. Όλη η Σπάρτη μοιρολογάει. Αν είχε καεί ολόκληρη, θάταν λιγότερο το κακό.
-Μα γιατί; μπόρεσα να ρωτήσω.
-Σκότωσαν ένα γερμανό στρατιώτη στο Μονοδένδρι, μου είπε πάλι ο άνθρωπος από την άλλη μεριά του ακουστικού.
Πήγα στο γραφείο για την ημερήσια δουλειά. Σαν αυτόματο άκουα τα προβλήματα του κόσμου. Και το πρωί, και τώρα το βράδυ, μια σκέψη είναι πάντα εκεί και δεν μ’ αφήνει να ησυχάσω:
“Ο Χρήστος Καρβούνης δεν θα δει ζωντανός ελεύθερη την Ελλάδα”. Αυτή η μεγάλη του λαχτάρα που τον έκανε να κινεί γη και ουρανό, να ζει και να πεθαίνει κάθε στιγμή, βούλιαζε μες στο χάος των ανεκπλήρωτων.
Προσπαθώ να θυμηθώ το Μονοδένδρι. Είχα περάσει από κει πηγαίνοντας προς τη Σπάρτη. Με είχαν ζαλίσει οι γυμνές κορδέλλες.

28 Νοέμβρη 1943

Ήρθε κάποιος από τη Σπάρτη. Τον άκουσα ώρες να μιλάει για τον θάνατο του Ανθρώπου. Οι θρύλοι γεμίζουν την ατμόσφαιρα. Τούτο όμως είναι ιστορία. Οι Γερμανοί την τελευταία στιγμή σεβάστηκαν τον εξαιρετικό επιστήμονα και τούδωσαν χάρη. Ο Καρβούνης παρακάλεσε να δοθεί η δική του χάρη σ’ ένα από τους τέσσερις Τζιβανόπουλους. Να μη κλάψει η μάνα τέσσερις γιους μαζί. (Για πολύ καιρό η κυρία Τζιβανοπούλου έστρωνε το πρωί τα κρεβάτια των γιων της και τα ξέστρωνε το βράδυ). Ο γερμανός αρνήθηκε. Τότε ο Καρβούνης επαναστάτησε.
-Είστε ένας λαός βάρβαρος, είπε στον αξιωματικό, σε τέλεια γερμανικά. Ντρέπομαι που σπατάλησα οχτώ χρόνια στον τόπο σας. Οχτώ χρόνια πεταμένα, χαμένα.
Ο γερμανός θύμωσε, κοκκίνισε και με όλη τη δύναμή του τον χτύπησε με το κοντάκι του όπλου του στο μπράτσο.
Όταν μάζεψαν τους νεκρούς στο Μονοδένδρι, ο Χρήστος Καρβούνης είχε το μπράτσο σπασμένο”.

21 Δεκέμβρη 1943

Σήμερα μέσα στις άλλες μια γυναίκα ήρθε στο Γραφείο. Γλυκειά, δειλή, με πλησίασε και μου είπε σιγά: “Έχω το γιο μου φυλακισμένο στο Χαϊδάρι. Μέρες τώρα προσπαθώ να τον δω και δεν μπορώ. Τον λένε Δεϊμέζη. Μήπως ξέρετε τίποτα; Μήπως έγινε κανένα κακό;” Μόλις άκουσα το όνομα, πάγωσα. Το θυμόμουνα. Το είχα δει μέσα στους τελευταίους καταλόγους των σκοτωμένων ομήρων… Δεν είχα τη δύναμη να πω την αλήθεια, μα πάλι ούτε ψέματα στα γαλανά μάτια που με κοίταζαν με απόλυτη εμπιστοσύνη… Με κοίταζε και περίμενε με υπομονή… “Τον έχουν πάρει από το Χαϊδάρι”, είπα σιγά. “Δεν τον βρίσκω πουθενά”. Για λίγα λεπτά έμεινε σιωπηλή. Ένας σπασμός στο λαιμό έδειχνε όλη της τη συγκίνηση. Έπειτα με κόπο απάντησε: “Ίσως να τον έχουν σκοτώσει”. Της πήρα το χέρι. Το στομάχι μου και το κεφάλι μου πονούσαν φριχτά… “Κατεβαίνομε μαζί;” ρώτησα δειλά. Και σηκωθήκαμε. Προχωρήσαμε στο δρόμο. Ούτε ο καλός ήλιος του χειμωνιάτικου μεσημεριού, ο ζεστός, ο μαγικός ήλιος μπόρεσε να βοηθήσει. Έμοιαζε σαν ψεύτικο σκηνικό και μας άφησε παγωμένες και τις δύο. Στο σπίτι κάθησα μηχανικά στο τραπέζι… Ένιωσα όλα να γυρίζουν γύρω μου. Σηκώθηκα, πήγα με κόπο στο κρεβάτι μου, ξέσπασα σ’ ατέλειωτο αναφυλλητό. Έχω τσακίσει, δεν κυβερνώ τα νεύρα μου πια.

22 Δεκέμβρη 1943

Το πρωί στο γραφείο, μέσα στα άπειρα πρόσωπα ήταν πάλι το πρόσωπό της. “Αφήστε με να καθίσω, αφήστε με να έρχομαι” μου είπε. Και στο σπίτι ακόμα, όπου γυρίσω, βλέπω τα μάτια της να με κοιτάζουν. Νιώθω το χάος κάτω από τα πόδια μου.

12 Ιουνίου 1944

Ούτε είδαμε γυναίκα του Δίστομου στην Αρχιεπισκοπή. Όσες υπήρχανε είναι νεκρές και αυτές και τα παιδιά τους.

13 Ιουνίου 1944

Ο καιρός περνάει. Κρύβομε το πρόσωπό μας μέσα στον ημερήσιο μόχθο μας. Προσπαθούμε να ξεχάσωμε την ανθρώπινη ευθύνη μας, μπρος στα συντελούμενα εγκλήματα. Τέτοια ασκήμια η σκλαβιά, κι αυτή η φριχτή ανημποριά. Να βάλωμε φωτιά στα επιτελεία τους και να καούμε κι' εμείς. Ο Σαμψών ήταν ένας ελεύθερος άντρας. 

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΑΤΣΟΥ, Φύλλα Κατοχής, εκδόσεις Εστία, 1991

Χρήστος Μποκόρος

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Σκέψεις πάνω σε ένα α στερητικό


Η κάθε λέξη είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Όταν τη συναντάς σου αποκαλύπτεται. Διάβαζω συχνά λέξεις στερητικές, χρόνια τώρα, αυτές υπερισχύουν να μαρτυρούν την ελλειπτική τροχιά που επιβάλλουμε στη ζωή, κατεξοχήν όμως στην ψυχή. Λέξεις όπως αθεϊα ή και ασυγκινησία. Τις περιέχεις με την έννοια ότι τις συμπονάς. Τις χωράς με την έννοια ότι τις συν-χωράς. 

Παρατηρείς εκ του μακρόθεν πως σπεύδουν από παντού άσχετοι της πιο βαθιάς ουσίας τους να σαγηνευτούν από την κεκαλυμμένη οδύνη τους και να τις επικροτήσουν. Ιαχές εύκολες και εύκαιρες, όπως το εννοεί η ποντιακή, και που υπάρχουν ως πομφόλυγες. Από αυτές που είμαστε, που είπε και ο Λουκιανός στους Νεκρικούς διαλόγους.

Την πρώτη την προτιμάς από τις άλλες σταθερές και τις μπετόν επιδερμικές πεποιθήσεις. Προκρίνεις την αγωνία που έτσι κι αλλιώς η αθεϊα εμπεριέχει. Όπως και η πίστη που είναι πάντα εναγώνια. Και ξεκινούν από την ίδια αφετηρία. Και το αγνοούν δια βίου. Η πρώτη βυθίζεται στην ανυπαρξία του Θεού. Η δεύτερη στην ύπαρξή Του. Η πρώτη αναζητά την παρουσία Του. Η δεύτερη τρελαίνεται από την απουσία Του. Ταλανίζονται εξίσου, αενάως και δια βίου. Μια ρωγμή κάποτε τους οδηγεί στην αυθυπέρβαση που έχει ανάγκη η πίστη, μα και η απιστία, προκειμένου να κάνει το άλμα προς την ουσία, δηλαδή την παρουσία του Θεού. Έκτοτε δε φεύγει από κοντά του ποτέ. Το άλμα επιταχύνεται δια του άλγους. Το αποδεικνύει καθημερινώς η ζωή. Ένας ισχυρότατος σεισμός που λαμβάνει χώρα στην ενδοχώρα της ψυχής ή και μια κλινήρης παραμονή αρκούν για να σωριαστούν οι όποιες αντιστάσεις του νου. Αφήνεσαι τότε να σε δαμάσει ο Θεός ολοσχερώς. Με ευγνωμοσύνη.

Στέκεται κανείς περαιτέρω στη δεύτερη. Στην ασυγκινησία. Στην επιτηδευμένη λήθη που επιδιώκεται ως ανάγκη προκειμένου να επιβιώσει κανείς, αυτοτραυματιζόμενος ή και αυτοχειριαζόμενος, ίσως και ευνουχισμένος. Μα η ασυγκινησία δεν έχει άλλα συνώνυμα πλην ίσως της αναπηρίας και αναπηρία πιο τραγική από τον ακρωτηριασμό της ψυχής δεν ξέρω να υπάρχει.

Διάβαζα εν μέσω Μεγάλης Βδομάδας το πολύστιχο ποίημα "Χριστός πάσχων" που αποδίδεται με έντονη επιφύλαξη στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο και ποιητή, ενώ μοιάζει περισσότερο να πρόκειται για συμπίλημα τραγωδιών του Ευριπίδη αγνώστων λοιπών συγγραφικών στοιχείων. Δεν έχει ίσως και πολλή σημασία. Ενώ εστιάζει στο πρόσωπο του Χριστού, στην πραγματικότητα αφορά εξ' ολοκλήρου στην Παναγία, τη Θρηνωδούσα όμως. Σταματώ σε λέξη αποκαλυπτική της ψυχής και βέβαια της δικής της ψυχής: "λύπη (με υπογεγραμμένη εννοείται) παχνωθείς". Κράτησα, θυμάμαι, τότε και σημειώσεις. Μάλλον από τους Liddell-Scott, τις οποίες και αντιγράφω:
παχνόω: παγώνω, συμπήγνυμι, κάνω κάτι συμπαγές
"παχνούν γαρ το λυπούν": από μεταφοράς της πάχνης, της λυπούσης τα λήια (Τζέτζης) Ησ. Έργα
"ήτορ παχνούται": η καρδιά του έγινε ψυχρά και σκληρά (εκ της θλίψεως) Ιλιάδα Ρ' 
"παχνούσθαι πένθεσιν, λύπη": Αισχ.Χοηφ., Ευρ.Ιππ.

Και η ψυχή πάγωσε, λέω, σα να' πεσε πάχνη απάνω της και η ψυχή πέτρωσε απ' την οδύνη της ρομφαίας. Γιατί κάποτε -μπορεί και αργά- γίνεται και αυτό. Και μονάχα τότε μπορεί κανείς να μιλήσει για ασυγκινησία. Όταν παγώσει η ψυχή από το άλγος.

Στον αντίποδα της ασυγκινησίας βρίσκεται ίσως το άλγος για το νόστο. Δε θα μιλήσω για τον Οδυσσέα αλλά για τον Ταρκόφσκι. "Γιατί ο Ταρκόφσκι" κατά τον Σωτήρη Γουνελά ("Ταρκόφσκι: Ένας νοσταλγός του Παραδείσου", εκδόσεις Διάττων 1989) "χύνει μέσα από το νερό ένα ήσυχο ρεύμα αγάπης, ανάκατης με νοσταλγία και κάποια θλίψη. Είναι η νοσταλγία του Παραδείσου". Νοσταλγεί και άρα προκρίνει τη ζωή, ακυρώνοντας την όποια ασυγκινησία. Δεν υπάρχει ως ανάπηρος, παρά εμφυτεύει -έστω- τα τεχνητά της "ευσυγκίνητης" ζωής. Υπάρχει ως νοσταλγός του παραδείσου. Συμφιλιωμένος με το παρελθόν που το εμπεριέχει και το κοιτά κατάματα, με αμάλαγη επιείκεια για την ψυχή του ανθρώπου. Για τη δική του και των άλλων.

Όταν υπερβεί κανείς την πάχνη, αν την υπερβεί, αντί του όποιου σοβά απάνω στο παλίμψηστο της μνήμης, μπορεί ενδεχομένως να καταφύγει στο σεντούκι, εκεί όπου μπορεί τη χαρά να κρύψει, μα και τα τραύματα εκείνα τα διαμπερή, την ευλογία που αξιώθηκε, τα άνθη της και τους καρπούς της, και κάποτε το καπάκι να ανοίγει, το άλγος να ευωδιάσει ως θυμίαμα. 

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Ασκήσεις σεισμού


Ασκήσεις σεισμού. Παιδιά που περπατούν και παιδιά που όχι. Παιδιά που βλέπουν και παιδιά που όχι. Παιδιά που ακούν και παιδιά που όχι. Σε κοιτούν. Οδηγίες δίνεις και δείχνεις τον τρόπο που ένα τρίγωνο ενδεχομένως να γίνει σωστικό. Τουλάχιστον για κάποιους. Τουλάχιστον γι' αυτούς που θα το μπορούν στο πλάι του να τρέξουν να κρυφτούν. "Κυρία, αν γίνει σεισμός, εγώ κάθομαι όπως είμαι;". Κοιτάς το αναπηρικό καροτσάκι σα να βλέπεις για πρώτη φορά το αυτονόητο. Η ερώτηση σε σωριάζει. Αγνοείς την απάντηση, μα τη δίνεις ως ενήλικας και όπως-όπως. Λες κάτι σαν "όλοι μαζί θα είμαστε" και άλλες προχειρότητες, ενώ το ξέρεις καλά πως σε τούτες τις περιπτώσεις ο καθείς είναι μονάχος του. Εντούτοις το νιώθεις βαθιά πως οι πρώτοι που θα τρέξουν δίπλα του, είναι τα χέρια αυτά τα παιδικά που στα διαλείμματα τον συντροφεύουν και που τον περπατούν σα να μαζί τους περπατά. Και που τον αγαπούν. Γι' αυτό ακριβώς που είναι.


 Κι ύστερα πάλι το γενικό και εύκολο πρόσταγμα, "Σηκωθείτε όλοι όρθιοι να ψάλουμε τον Εθνικό Ύμνο". Τον κοιτάς μπροστά σου, δεύτερη φορά σε δυο μέρες, σα να βλέπεις για πρώτη φορά ξανά το αυτονόητο. Θα το' θελε βέβαια πολύ, πολύ θα' το θέλε και περισσότερο από ό,τι άλλο, αυτός μα και τα άλλα παιδιά με αναπηρία, όρθιος να σταθεί και να φωνάξει ή με τα μάτια ανοιχτά και να δει ή με τα αυτιά και να ακούσει. Πολύ θα το' θελε να είναι όπως και οι άλλοι. Να κάνει ακόμα και ασκήσεις σεισμού ή στο σχολείο να πηγαίνει με τα πόδια ή την τάξη του να βρίσκει ανεμπόδιστος ή το κουδούνι να ακούει όπως και όλοι. Μα είναι "αλλιώς". Και για τον ίδιο και για τους άλλους. Και οι άλλοι, δεν είναι πως δε θέλουν, είναι πως κάποτε αργούν να νιώσουν κάτι από αυτό το μασίφ "αλλιώς" εκείνου.

Μάτια παιδικά και σπλαχνοφόρα, μάτια παιδιών που ζούνε στο "αλλιώς", για να φωτίζουν με το φως τους το σκοτάδι των υπολοίπων. Μάτια παιδιών που στις μύτες σηκώνονται κι απλώνουνε στα φύλλα της λεμονιάς και τη φιλούνε, παιδιά μικρά, παιδιά "αλλιώς", που με τα δέντρα μιλάνε και τα πουλιά, ανοχύρωτα σε όλα, όταν όλοι οι άλλοι, εμείς οι κανονικοί, διάγουμε βίον τεθωρακισμένο και "χαμερπή", για να θυμηθώ και τον Εμπειρίκο.

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Το ζωνάρι του Θεού


Έρχεται και φεύγει αποδημητικός. Ο ήλιος. Αρχίζει, παύει. Αποδημητική και αυτή. Η βροχή. Στην Άρτα το ουράνιο τόξο το λένε το ζωνάρι του Θεού. Το παραπάνω είναι αυτό ακριβώς το άνοιγμα που αφήνει το ζωνάρι του Θεού στην ψυχή μετά τη βροχή. Η ίδια η βροχή όμως είναι τα δύο παρακάτω. Της ταιριάζουν πολύ. Αυτής της σιγαλής του φθινοπώρου. Της σχεδόν αθόρυβης. Της ευεργετικής. Όπως και εκείνος άλλωστε που την ακολουθεί. Ευεργετικός και αυτός. Ο ήλιος. Το φως το γλυκό του φθινοπώρου. Η εναλλαγή τους δοκιμάζει τις επιούσιες αντοχές. Η πίστη στο φως εντούτοις σώζει. Σ' αυτό το αποδημητικό. Το ζωνάρι του Θεού. Η γέφυρα που ενώνει τον ήλιο με τη βροχή του. Ή τη βροχή με τον ήλιο της. Και όλα τούτα στον δεύτερο ήδη του φθινοπώρου.



Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Στην Παναγιά του Χάρου


Έναντι της Πάτμου νησάκια πολλά, ερημονήσια, βράχια που αφαρπάχτηκαν και φυτευτήκαν στο βυθό της. Άνθος του πόνου ξεπηδά, άνθος εσταυρωμένο. Εκείνη τον εκράτησε σα βρέφος μες στην αγκαλιά της. Μα ήταν σταυρός. Ένας σταυρός και τον εκράτησε μέσα στην αγκαλιά της. Το προσκύνημα της Παναγιάς του Χάρου. Λειψοί. Ένα νησί, ερημονήσι, μα κείνη απάνω του εφημερεύει. Κι ύστερα αυτοί. Προσκυνητές μες στο φθινόπωρο. Στην άγονη σχεδόν γραμμή. Μια αντάρα αρκεί, για να το θυμάται και να το φτάνει μονάχα Εκείνη. 


Η εικών

Πολλά τα θαυμαστά της Μονής, σιγγίλια, λάβαρα, ευαγγέλια σε περγαμηνές, όμως για όλους, πάνω απ' όλα, είναι η θαυματουργός εικών της Παναγίας, έργο του ευαγγελιστή Λουκά, δόθηκε εδώ το 890 μ.Χ., ο θεοσεβής Λέων ο Έκτος ήτανε τότε αυτοκράτορας στην Πόλη.
   Μας ξεναγούσε ο μοναχός, όμως ο φίλος μου, αποτελεσματικός όπως πάντοτε, έσκυψε στ' αυτί μου.
-Με τη μέθοδο "άνθρακας 14" αυτά όλα λύνονται, μου ψιθύρισε. Λοιπόν, θα' ναι της ίδιας εποχής που βρέθηκε, άντε εκατό χρόνια πιο παλιά.
     Σκέφτηκα αυτά τα χρόνια, 400 χιλιάδες μέρες, τον όρθρο και τον εσπερινό, πρωί κι απόγευμα μπροστά της, τις λειτουργίες, τις παρακλήσεις, τα μνημόσυνα, πάνω από δυο εκατομμύρια τελετές με ψαλμωδίες και θυμιάματα, τ' αμέτρητα κεριά των πιστών που άναψαν προσκυνώντας την εικόνα με μία ευχή, το κλάμα του ενόχου κι αυτού που παρακαλούσε για κάποιον που αγαπούσε, κι ο χώρος φωτίστηκε με ένα άλλο φως.
-Είναι πιο παλιά, του είπα, η εικόνα.
-Τι λες; Την πας ως την εποχή του ευαγγελιστή Λουκά; Μα τώρα όλα χρονολογούνται σωστά, η μέθοδος με τον "άνθρακα 14" θα σε διαψεύσει.
-Πολύ πιο παλιά, απάντησα, από τότε που ο άνθρωπος δοκίμασε από το Δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού, και στο ζύγι βαραίνει πάντα η πλευρά με τον πόνο και την πίκρα, κι ο θάνατος τραβά τη ζυγαριά όλη ως κάτω στη γη. Πρέπει ν' αντέξουμε, λοιπόν, σ' ένα κομμάτι ξύλο απ' αυτό το Δέντρο τη ζωγράφισαν, κρατήσου.

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΥΛΟΥ, Νέα Ευθύνη, τχ.19, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2013

Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

Εγενόμην εν νήσω


"Εγενόμην εν νήσω τη καλουμένη Πάτμω" στο ξεπροβόδισμα του πρώτου του φθινοπώρου, εκεί όπου τίποτα δε φθίνει παρά ατόφιο εις τους αιώνες και τους αιώνες των αιώνων. Εγενόμην εν νήσω, "συγκοινωνός εν τη θλίψει και υπομονή", εκεί όπου ο απόηχος μονάχα κατέπλεε των της ενδοχώρας πραγμάτων. Μα που τον κουβαλούσες ακέριο κι αμαχητί του παραδινόσουν. Ήταν της συμβασιλεύουσας το επιδάφιο και υπεδάφιο άλγος. Ήταν της Σύρου τα συνθήματα, αντίλαλος μέσα στη νύχτα. Ήταν το "πεινάω" των απανταχού πεινασμένων. Ήταν το "διψάω" των διψασμένων. Ήταν ο πόνος κι εκεί που πήγαινες το άκος.


















 Ήταν η Πάτμος,
πολύ επόθησα
εκεί να κατεβώ και 
να πλησιάσω τη σκοτεινή σπηλιά

Holderlin, Πάτμος, Ελεγείες, Ύμνοι και άλλα ποιήματα (μτφ.Στέλλα Γ.Νικολούδη), Άγρα 1996  
 

Εγενόμην εν νήσω, όχι "ως εν καμίνω πεπυρωμένης", αλλά ως γλυκό καρπό φθινοπώρου που μεστώνει. Μας βρήκε το ηλιοβασίλεμα ν' αφήνουμε το λιμάνι. "Φωνή υδάτων πολλών" κρατούσε το ίσο στο ενάλιο ταξίδι και ήταν πράγματι παραμυθία. Μα τίποτα όσο ο λόγος ο Αποκαλυπτικός που εισόρμησε στον ηγαπημένο Εκείνου, τον Ιωάννη: "Οίδα τα έργα σου και τον κόπον και την υπομονήν σου". Οίδα ότι "εβάστασας διά το όνομά μου, και ου κεκοπίακες". Μόνον που "έχω κατά σου ότι την αγάπην σου την πρώτην αφήκες". Και τη στιγμή του Σταυρού ίσως και να τη λησμόνησες. Κι ακόμα "οίδα ότι όνομα έχεις ότι ζης, και νεκρός ει". Κι ότι "ούτε ψυχρός ει ούτε ζεστός". Ενώ "όφελον ψυχρόν ης ή ζεστός". "Ουκ οίδας ότι συ ει ο ταλαίπωρος και ελεεινός και πτωχός και τυφλός και γυμνός;". "Γίνου γρηγορών, και στήρισον τα λοιπά α έμελλον αποθανείν". Το κάλεσμα άπαξ. Και δια παντός.



















Ιδού, "ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω". "Ιδού θύρα ηνεωγμένη εν τω ουρανώ". Ελθέ και "ανάβα ώδε" και από την αρχή πύρωσε και θα σου δώσω "φαγείν εκ του ξύλου της ζωής, ο εστιν εν τω Παραδείσω του Θεού". Εκείνο "το μάννα το κεκρυμμένο" και "τον αστέρα τον πρωϊνόν". Και τότε, λέει εκείνος, ο ηγαπημένος Εκείνου, "ευθέως εγενόμην εν Πνεύματι" κι από τη γη χάθηκα και αφαρπάστηκα στους ουρανούς της θεότητας, εκεί όπου ούτε πόνος ούτε θρήνος ούτε θλίψη ούτε και εφήμερη χαρά.


Η μικρά σκέψις ως κρώζον πτηνό
Εκ του ύψους σκοπεύει τη σάρκα
Το ξηρό δέντρο
Η σκληρή πέτρα που ελαξεύθη
Απ' το ακαταμάχητο όνειρο
Και στην Πάτμο ανεστράφη η καρδία
Και μαράθηκε το άνθος το πικρό

Ω ξηρό δέντρο διάφανο [...]

Δ.Π.Παπαδίτσας, Εν Πάτμω, Ποίηση, 2, Γνώση 1981





Ω ερημοκκλήσι στο πέλαγος
και να κοιτά μονάχο
την αντάρα και τη θύελλα
και κάποτε μια θάλασσα ακύμαντη





 Ήταν Κυριακή, η Κυριακή Κυριακού του αναχωρητού, τότε που "ίρις κυκλόθεν του θρόνου [...] σμαραγδίνω" απλώθηκε στον ουρανό. "Ουρανοδοξάρι τριγύρω στο θρόνο σαν σμαράγδι", ακούω κάποτε τον Σεφέρη, όταν με υποχρεώνει.
Και γύρω η θάλασσα, μια "θάλασσα υαλίνη ομοία κρυστάλλω". Θάλασσα του πρωιού κι ανέφελου ουρανού. Θάλασσα του αυγερινού.
"Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος ο Θεός" έψαλαν εντός του σπηλαίου, Άγιος, "ο ην και ο ων και ο ερχόμενος". Άγιος και ο έγκλειστος της Αποκάλυψης, ο εντός τόπου ηφαιστείου, όπως του φωτός αρμόζει.

Εκεί θυμιάματα μες σε "φιάλας χρυσάς", "αι προσευχαί των αγίων" και στα ουράνια ανεβαίνουν. Εκεί κι ο Θάνατος να υποβόσκει, αναβάτης σε "ίππο χλωρό" και "ο Άιδης ηκολούθει μετ' αυτού". Εκεί και μεις. Οι προς αφαρπαγήν.


Εν πλω το κείμενο της Αποκάλυψης κυλά και μόνο απ' τα προσκόμματα του ύπνου δοκιμάζεσαι. Μα διαβάζεις απ' την αρχή ξανά, δεξιά ζερβά, τον Ιωάννη και την απόδοσή του, για να δεις πώς δοκιμάστηκε και κείνος, ο Σεφέρης, απάνω στους βράχους μιας γλώσσας προφητικής. "Ένιωσα το πρωτότυπο να στέκεται ψηλότερα και από τη δική μου απόδοση και από τις μεταφράσεις στις ξένες γλώσσες που γνωρίζω" είπε τον Ιούνιο του 1966 (Η Αποκάλυψη του Ιωάννη, μεταγραφή Γιώργος Σεφέρης, Ίκαρος). Ο ποιητής που αγάπησε τη γλώσσα και την πόνεσε, ίσως όπως μονάχα ο Σολωμός. Με τα πάμπολλα αγκάθια της, όπως το άνθος εκείνο που το λένε "αγκάθι του Χριστού". Το ανθισμένο.


"Τούτη η εργασία", γράφει ο Σεφέρης, "είναι ο καρπός μιας στιγμής: της αυγής της Παρασκευής 16 Σεπτεμβρίου 1955. Την παραμονή, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, εγενόμην εν νήσω τη καλουμένη Πάτμω. Καθώς έπαιρνε να χαράξει ήμουν πάνω στη Χώρα. Η θάλασσα, ακίνητη σαν το μέταλλο, έδενε τα τριγυρινά νησιά. Δεν ανάσαινε ούτε ένα φύλλο μέσα στο φως που δυνάμωνε. Η γαλήνη ήταν ένα κέλυφος ολωσδιόλου αράγιστο. Έμεινα καρφωμένος από αυτή την επιβολή. Έπειτα ένιωσα πως ψιθύριζα: "Έρχου και βλέπε...[...]. Την άλλη μέρα, όταν ξαναπήρα το καράβι, είχα κάνει το τάμα να δοκιμάσω μια μεταγραφή της Αποκάλυψης του Ιωάννη του Θεολόγου".


Δέκα χρόνια αργότερα παρέδωσε το κείμενό του και σε μας. Ρέουσα η γλώσσα του που δοκιμάστηκε απάνω στο προφητικό κείμενο, αντλώντας από το φρέαρ της δημοτικής ποίησης, του Ερωτόκριτου μα και εκείνη των παραμυθιών. Τα άκουγα να εναλλάσσονται ανεμπόδιστα για τούτο και κέρδιζε διαρκώς σε δραστική απλότητα η απόδοσή του. Μια απόδοση που ανέδιδε σεβασμό. Και που σε υποχρέωνε διαρκώς σε στάση.


Ο Σεφέρης επιστρέφει για να πει: "Η γενική κατάστασή μας, πολύ το φοβούμαι, είναι τέτοια ώστε ν' απονεκρώνει κάθε ενδιαφέρον και κάθε καλή θέληση. [...] η θέση μας είναι πολύ χειρότερη παρά στον καιρό της Τουρκοκρατίας". Ο Σεφέρης επιστρέφει, για να σταθεί ξανά στην ξερολιθιά της προφητείας και να μας πει τα μελλούμενά του και αυτά που ήδη ζούμε.


"Εγενόμην εν Πνεύματι εν τη κυριακή ημέρα" και στο Σπήλαιο κατέβηκα, το σπήλαιο του φωτός ως το Σαραντάριο που κάποτε ανέβηκα και που υπόγεια ύδατα τα φέρνουν κοντά, ο εγκλεισμός του μαθητή και η δοκιμασία Εκείνου, η ίδια εξορία, και που νιώθεις στον αέρα πως ο αέρας που αναπνέεις έχει κάτι από το βιβλικό και θεοβάδιστο των Ιεροσολύμων. Και που σε πάει ξανά εκεί.


Μα εκεί ο τόπος δοκιμάζεται αιώνες τώρα. Αιώνες τώρα το σκηνικό του θανάτου περιφέρεται σ' όλη την Ανατολή. "Και ο ήλιος εγένετο μέλας ως σάκκος τρίχινος, και η σελήνη όλη εγένετο ως αίμα, και οι αστέρες του ουρανού έπεσαν εις την γην, ως συκή βάλλει τους ολύνθους αυτής υπό ανέμου μεγάλου σειομένη". Ο Σεφέρης εισβάλλει ξανά και σε υποχρεώνει ν' ακούσεις τα τριαδικά σχήματα της δημοτικής ποίησης: "και ο ήλιος και το φεγγάρι και τ' άστρα του ουρανού σαν την αγριοσυκιά που σειέται απ' την ανεμοζάλη και ρίχνει το χειμωνιάτικο καρπό της".

Σφυρίζει μέσα στ' όνειρο
Το ξηρό δέντρο, οι πέτρες
Κομμένες από της βροντής
Τον πέλεκυ κραυγάζουν
Ποιος τις ακούει

Και ποιος τις βλέπει;

Δ.Π.Παπαδίτσας, Εν Πάτμω

Μα όσοι δοκιμάστηκαν πολύ, όσοι "οι ερχόμενοι εκ της θλίψεως της μεγάλης [...] ου πεινάσουσιν έτι ουδέ διψήσουσιν έτι, ουδέ μη πέση επ' αυτούς ο ήλιος ουδέ παν καύμα". Γιατί "εξαλείψει ο Θεός παν δάκρυον εκ των οφθαλμών αυτών", γιατί "οδηγήσει αυτούς επί ζωής πηγάς υδάτων".


"Ο κύριος της θυέλλης αγαπούσε την απλότητα του μαθητή και ο προσεκτικός άνδρας
είδε με ακρίβεια την όψη του Θεού,
όταν κατά το μυστήριο της αμπέλου, αυτοί
εκάθισαν μαζί την ώρα του Δείπνου,
και στη μεγάλη του ψυχή, με ήρεμο προαίσθημα το θάνατο
ο Κύριος επρόφερε και την εσχάτη αγάπη, γιατί ποτέ
δεν κουραζότανε να βρίσκει λόγια 
να μιλήσει για την καλοσύνη και να πραϋνει,
όταν την έβλεπε, την οργή του κόσμου"

Holdelrin, Πάτμος


"Εστάθην επί την άμμον της θαλάσσης και είδον εκ της θαλάσσης" αχλύ ρόδινη και να τη σκεπάζει. Ήταν το φως το ένδον που το' βλεπες και έξω. Ήταν στο βάθος μακριά το άνθος του γιαλού και των αλαφροϊσκιωτων αδελφών σου. Λοξοδρόμησες για να τη βρεις τη θάλασσα. Λοξοδρόμησες για να τη διαβάσεις. Ώρα εσπερινή, προτού το δείλι, άφησες την Αποκάλυψη, για να κοιτάξεις ξανά μέσα στην ψυχή σου.

Κύκνε περματάρη των ψυχών
πες μου, για πού τραβά η θάλασσα;

ΕΥΑ ΜΟΔΙΝΟΥ, Ακίνητη στιγμή, Εκεί που τελειώνει..., πρώτο τετράδιο


Εστάθην έμπροσθεν του φωτός και με εκράτησε, "περιβεβλημένη τον ήλιον" και "ποταμοφόρητη". Και "ήκουσα φωνήν εκ του ουρανού ως φωνήν υδάτων πολλών και ως φωνήν βροντής μεγάλης, και η φωνή ην ήκουσα ως κιθαρωδών κιθαριζόντων εν ταις κιθάραις αυτών" και ευφράνθην. Και είπα τότε πως "ώδε έστιν η υπομονή και η πίστις των αγίων" και εντός παρηγορήθηκα εκ νέου. Και είδα τότε την "οδό των βασιλέων των από ανατολής ηλίου" και την ίδια την ανατολή και στάθηκα "γρηγορών", για να γενώ "μακάριος", "ίνα μη γυμνός περιπατήσω". Κι όμως περπάτησα. Τότε που "πάσα νήσος έφυγεν, και όρη ουχ ευρέθησαν" κι ούτε "κλητός" ούτε κι "εκλεκτός" ούτε και "πιστός".
Τότε που είδα το ένδον "ως όρος μέγα πυρί καιόμενον" να πέφτει "εις την θάλασσαν" και "εκ του ουρανού αστήρ μέγας καιόμενος ως λαμπάς" να εισορμά το ίδιο. "Απέθανον" εκ της θλίψης "ότι επικράνθησαν". Γιατί το σκοτάδι και το φως εναλλάσσονται με ταχύτητα μεγίστη. Και τούτος είναι της ευτυχίας και της δυστυχίας ο νόμος της θνήσκουσας ζωής.
Τότε που "είδον αστέρα εκ του ουρανού πεπτωκότα εις την γην, και εδόθη αυτώ η κλεις του φρέατος της αβύσσου". Και "εσκοτώθη ο ήλιος και ο αήρ εκ του καπνού του φρέατος" και είδες την άβυσσο και το κλειδί της γύρισες και μπήκες. 


"Και η οπώρα σου της επιθυμίας της ψυχής απήλθεν από σου". Και "ο ώριμος καρπός που αποθύμησε η ψυχή σου έφυγε μακριά σου". "Χάσαμε, αλήθεια, πολύ καιρό" είπε ο ποιητής. "Είναι περίεργο πόσο σπαταλούμε κάποτε τα υπάρχοντά μας".


Μα ήρθε στιγμή "και η γη εφωτίσθη". "Αύτη η ανάστασις η πρώτη". Η οδός προς "την πόλιν την ηγαπημένην", εκεί όπου "παν δάκρυον εκ των οφθαλμών αυτών" θα χαθεί, "και ο θάνατος ουκ έσται έτι, ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος ουκ έσται έτι. Ότι τα πρώτα απήλθαν". Και άλλα ίσως και να μην προβλέπονται. Γιατί "θα σκουπίσει κάθε δάκρυ από τα μάτια τους" και η πόλη, ω, "η πόλις ου χρείαν έχει του ηλίου ουδέ της σελήνης, ίνα φαίνωσιν αυτή, για να τη φωτίζουν". Αρκεί το φως και η σκιά Εκείνου.

"[...] και πλάι τους
εβάδισε η σκιά του Αγαπημένου"

Holderlin, Πάτμος

Και "νυξ γαρ ουκ έσται" εκεί. Μονάχα "ποταμός ύδατος ζωής λαμπρός ως κρύσταλλον", όπως η θάλασσα πρωτύτερα. Τότε θα δεις "του ποταμού εντεύθεν και εκείθεν ξύλον ζωής ποιούν καρπούς δώδεκα, κατά μήνα έκαστον αποδιδούν τον καρπόν αυτού, και τα φύλλα του ξύλου εις θεραπείαν". Τότε "όψονται το πρόσωπον αυτού [...] και νυξ ουκ έσται έτι, και ουκ έχουσιν χρείαν φωτός λύχνου και φωτός ηλίου, ότι Κύριος ο Θεός φωτίσει επ' αυτούς". Το ξύλο, το μάννα της ζωής.


"Ο προφήτης" λέει ο Σεφέρης "είναι όργανο στα χέρια του Θεού. Είναι οραματιστής γεμάτος από τη βουλή και την πνοή του Θεού. Είναι έν-θεος, είναι εν-πνευσμένος. Κάποτε αρπάζεται, καταναγκάζεται από το Θεό, χωρίς ο ίδιος να το θέλει". Με "την αφοσίωση που χαρίζει η πίστη". Και "το συνεπαρμό που του δίνει η θεϊκή εμπνοή". Ο προφήτης είναι το εκμαγείο του ποιητή. Εκείνου του ένθεου και ενεπνευσμένου, εκείνου που αφαρπάζεται. Που αφήνεται σε αυτή τη φυγή προς τα ουράνια. Έστω και μέσα από τα λασπωμένα σοκάκια ή τον εγκλεισμό του. Είναι εκείνος ο πεινών και ο διψών που προτάσσει το λόγο του και την εγχάρακτη κραυγή του, ενόσω ο ίδιος βιώνει την εμβρυακή εξορία της πραγματικότητας.


"Ο λόγος του προφήτη είναι λοιπόν λόγος του Θεού, δεν είναι δικός του. Καμιά φορά μπορεί και να του μεταδοθεί χωρίς την επέμβαση της συνείδησης. Με την πίεση μιας τέτοιας εμπνοής είναι φυσικό να είναι ακατάστατος, σπασμωδικός, αινιγματικός. Εκφράζεται με τα δυσκολονόητα σύμβολα που βλέπει στα οράματά του", γράφει ο Σεφέρης ξανά. Πρόκειται για την ιερογλυφική της γραφής, δηλαδή την ποίηση, που αποκρυπτογραφείται μονάχα από του άλγους τους μυημένους.

 "Είναι κοντά
και δύσκολος να τον συλλάβεις ο Θεός.
Όμως εκεί που είναι ο κίνδυνος,
εκεί και το σωτήριον φύεται"

Holdelrin, Πάτμος

Μα θέλει εσένα. Θέλει η πίστη την αυτοπαράδοσή της. Ειδάλλως δε γίνεται. "Ναι, έρχομαι ταχύ. Αμήν, έρχου, Κύριε". Θέλει και το αμήν της.

"Ας ήταν να' χα κι εγώ τον πλούτο
να φτιάξω μιαν εικόνα, και να κοιτάξω
τον Χριστό όμοιο όπως ήταν"

Holderlin, Πάτμος


Φως μεσημβρινό της νήσου Πάτμου, απαστράπτον ως ο ήλιος που το στέλνει, εκτυφλωτικό ως η αλήθεια, διάφανο ως η αγνότητα της ψυχής που λούστηκε εντός του.

Τώρα μπορώ να σας προσκαλέσω γιατί κι εγώ όσο ήμουν
τιποτένιος έκρυβα το πρόσωπό μου

Δ.Π.Παπαδίτσας, Εν Πάτμω