Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Το τίποτα ωραιότερο της ευσπλαχνίας

 
 
Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου 'δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
«Είδες -μου λέει- γεννήθηκε η ευσπλαχνία! Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.
Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα 'χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ' αυτό.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Στο βουνό των ελάτων


ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ ΤΩΝ ΕΛΑΤΩΝ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

[...]
Αδίκως δεν εσχέτιζα, χρόνους τώρα, την άνοδο του βουνού
των Ελατιών, με τα Χριστούγεννα εν καιρώ χειμώνος.
Απ' τις Γιορτές, αυτήν κυρίως ψηλά γιορτάζει όλος ο χρόνος
τα κεράκια και τα στολίδια μόνο λείπουν απ' το δέντρο αυτό,
που με μεγαλοπρέπειαν αφθονεί. Πρώτες αυτές οι κορφές
οι περύψηλες γίνονται τρυφερές ερωτεμένες αγκαλιές,
να δεχτούν τον Ερχόμενο στη γης, μια νύχτα παγερά,
μικρόν Χριστό, εν είδει χιονάτης νεφέλης, που ορμάει από Βορρά!

Αλλά χτες είδα παραπανίσια, που δεν θα λησμονήσω,
βέβαια πράγματα κι' αυθεντικά: είδα αυτό το Αχούρι, σκοτεινό,
αμελημένο, κι' οσφράνθηκα και πάτησα το μαλακό σανό!
Θέλησα, αμέσως τότε, αλλά κρατήθηκα, να τραγουδήσω
(τόσον ήτο Χριστουγεννιάτικο το πράγμα) τον ύμνο των Ποιμένων:
ήτον ως να είδα το Νιογέννητο, την Παναγία, και πιο πίσω
πολλούς Αγγέλους. Και τον Ιωσήφ γονατισμένον!

Τ.Κ.ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Ο ραφτάκος των λέξεων

 
 "Απ' ό,τι κάλλη έχει άνθρωπος, τα λόγια έχουν τη χάρη 
να κάμουσιν κάθε καρδιάν παρηγοριά να πάρει".

Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος
moto του παραμυθιού
 
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια πόλη που ήταν μικρή κι έμοιαζε ακόμη με χωριό, ζούσε ένας ράφτης. Ένας ράφτης που ήταν μοναδικός [...]. Γιατί κλωστές και νήματα δεν είχε για να ράβει τα υφάσματα, ούτε και μαλλί είχε για τα πλεκτά του. Αντί γι' αυτά χρησιμοποιούσε ένα πιο αγαπημένο του υλικό, ένα υλικό μοναδικό....τις λέξεις. Λέξεις από παραμύθια, λέξεις από ποιήματα, από τραγούδια, από ιστορίες παλιές και λεξικά κι εγκυκλοπαίδειες.
   Προσεκτικά διάλεγε τις λέξεις, μέσα από τα τετράδια και τα βιβλία που είχε στα ράφια, δίπλα στα τόπια με τα υφάσματα. Και τις έβαζε τη μια δίπλα στην άλλη, πλέκοντας τα γράμματα μεταξύ τους... Κοίταζε μέσα από τα χοντρά γυαλιά του να πλέκονται τα γράμματα τα στρογγυλά, το ο και το θ, με τα πιο μυτερά, το χ, το κ και το ι. Κι έφτιαχνε έτσι, λέξη λέξη, προτάσεις ολόκληρες, που ένωναν τα υφάσματα μεταξύ τους ή έπλεκαν τα κασκόλ και τα σκουφιά του...
   Κι αν ήταν για κασκόλ και για σκουφιά, τότε τα έπλεκε με λέξεις ζεστές όπως: λιακάδα, καλοκαίρι, φλόγα ή φωτιά. Για τα χοντρά πουλόβερ, διάλεγε ακόμα πιο ζεστές: φούρνος, μαγκάλι, θράκα, καίω, τσουρουφλίζω. Και τα πολύ χοντρά παλτά, αυτά για το πολύ το κρύο, τα έραβε με πιο ζεστές ακόμα, όπως: τζάκι και ξυλόσομπα ή αγάπη και αγκαλιά.
 
Αντώνης Παπαθεοδούλου, Ο ραφτάκος των λέξεων, εκδόσεις Μεταίχμιο 2012

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Το «Όχι» του Αργύρη

 

Τον θυμάσαι να λέει ότι θα πάει στο Ξυλόκαστρο να μιλήσει σε κάτι παιδιά. «Ωραία» του είπες και «τυχερά τα παιδιά». Ήταν και η τελευταία φορά που τον άκουγες. Και πότε μπορεί κανείς να ξέρει με το θάνατο; Έκτοτε η αδιάρρηκτη σιωπή της άλλης όχθης. Ώρες-ώρες σε κατακλύζει η μιλιά του απόντα. Η απόλυτη ανάγκη να διαβεί το αντίπερα και να μιλήσει ξανά. Σε μια τέτοια στιγμή ήρθε και με βρήκε το «Όχι» του, σα να πιάναμε το λόγο από εκεί απ’ όπου αιφνίδια τον είχαμε αφήσει. Σα να μου μιλούσε ξανά και σε πείσμα της σιωπής του θανάτου. Σα για να υπογραμμίσει πως η σχέση με το επέκεινα κάποτε στήνει και γέφυρες, όταν πολύ το θες και το επιθυμείς. Το παραθέτω σα φυλαχτό. Σαν οδοδεικτη και φαναρι. Σα φως για εξοδο απο λαβυρινθο.

Γράφει ο Ανδρέας Ζάρρος:

Στις 28 Οκτωβρίου 2011 βραβεύτηκαν οι επιτυχόντες μαθητές του δήμου Ξυλοκάστρου Ευρωστίνης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ο Αργύρης Χιόνης ήταν ο κεντρικός ομιλητής της εκδήλωσης και σε όλα τα παιδιά έδωσαν ένα βιβλίο του. Ανέβηκα λοιπόν στο Θροφαρί για να τον πάρω, και μετά την απαραίτητη στάση στο Intro Art Cafe, φτάσαμε στο θέατρο Άγγελος Σικελιανός. Καθίσαμε και περιμέναμε να τον καλέσουν στο βήμα.

Κάποια στιγμή βγάζει τα χαρτιά που είχε γράψει κι ενώ τους ρίχνει μια τελευταία ματιά με ρωτάει: «Το κωλογλείψιμο είναι κακιά λέξη;». «Όχι», απαντάω αμέσως και χαμογελάω πονηρά. «Α, εντάξει» είπε και μετά από λίγο ανέβηκε στο βήμα.

Στην αρχή -τα παιδιά κυρίως- δεν μπορώ να πω ότι πρόσεχαν τον ομιλητή. Λίγο μετά, όλο το θέατρο είχε βουβαθεί και άκουγε ευλαβικά. Δεν ήταν ένας συνηθισμένος λόγος. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι; Ίσως αυτοί που δεν τον ήξεραν να περίμεναν ν’ ακούσουν τετριμμένες νουθεσίες ενός «σοφού» μεγάλου προς τους νέους. Όμως, ήταν διαφορετικά. Ευτυχώς μου έκοψε και πάτησα την ηχογράφηση στο κινητό, τη μαγνητοφώνησα κι έτσι την έχουμε σχεδόν όλη. Πέρα από την εισαγωγή (όπου ευχαριστούσε για την πρόσκληση) και μια δυο λέξεις που δεν ακούγονται, όλη η άλλη είναι αυτούσια:

 «…μου ζήτησαν να κάνω μια ομιλία. Όταν το άκουσα αυτό ομολογώ ότι ζορίστηκα κάπως. 1ον: γιατί δε φημίζομαι για τις ρητορικές μου ικανότητες και 2ον: γιατί τι θα μπορούσε κανείς να πει, σε τέτοιους δύσκολους καιρούς, στα νέα παιδιά που ξεκινούν ανώτερες κι ανώτατες σπουδές, χωρίς να έχουν τη βεβαιότητα ότι οι γνώσεις που θα αποκτήσουν θα αξιοποιηθούν από την κοινωνία. Τι να πεις σ’ αυτούς τους νέους ανθρώπους που ξεκινούν την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία τους όταν συνέχεια ακούν από τους εντός εισαγωγικών «σοφούς» μεγαλύτερούς τους ότι το βαρέλι της κρίσης δεν έχει πάτο κι ότι δεν υπάρχει φως στο τέρμα του τούνελ;
Εγώ ωστόσο που ούτε σοφός είμαι ούτε φύσει αισιόδοξος, άλλωστε είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι ποιητές και συγγραφείς είναι από λίγο έως πολύ καταθλιπτικοί, κατέληξα κατόπιν ωρίμου σκέψεως στο συμπέρασμα ότι υπάρχει φως. Όχι όμως στο βάθος οποιουδήποτε τούνελ, αλλά μέσα μας, στο βάθος του εαυτού μας. Και είναι αυτό το φως που πρέπει να αναζητούμε, ενθυμούμενοι πάντα ότι κάθε φορά που οι Έλληνες μεγαλούργησαν και ξεπέρασαν τις όποιες αντιξοότητες ήταν επειδή έσκυψαν μέσα τους και αναζήτησαν αυτό το εσωτερικό φως.

Έχοντας λοιπόν τα μάτια σας στραμμένα πάντα προς αυτό το φως, αφοσιωθείτε στις σπουδές σας χωρίς να σκέφτεστε το υλικό από αυτές όφελος, γιατί η παιδεία δεν έχει ως στόχο τη δημιουργία πλούτου, αλλά τη διαμόρφωση χαρακτήρα, ήθους και πνεύματος. Όταν αυτό επιτευχθεί τα άλλα, δηλαδή η σταδιοδρομία και οι συνακόλουθες υλικές απολαβές, θα έρθουν από μόνες τους ως φυσική συνέπεια. Η δική μου γενιά, που σαφώς είναι πολύ παλιότερη απ’ τη δική σας και παλιότερη ακόμα κι απ’ αυτή των γονιών σας, έζησε τα παιδικά της χρόνια την εποχή που ακολούθησε τον πόλεμο και τον εμφύλιο, μέσα στην ανέχεια και την εξαθλίωση και τα εφηβικά και ανδρικά μέσα στους κοινωνικούς αγώνες και τις διώξεις της πολιτείας. Και όμως, αυτή η γενιά διέπρεψε στα γράμματα και τις τέχνες. Πρωτοστάτησε στην ανατροπή της χούντας και ανέδειξε σημαντικές προσωπικότητες που ακόμα σημαδεύουν την κοινωνία μας. Ανέδειξε βέβαια και πλήθος καιροσκόπων, ωφελιμιστών, χαρτογιακάδων, πολιτικάντηδων και golden boys. Αυτούς δηλαδή που έχασαν την επαφή με το εσωτερικό τους φως, υποταγμένοι στις προσωπικές φιλοδοξίες τους, στο προσωπικό τους συμφέρον και τα συμφέροντα ξένων σκοτεινών δυνάμεων και μας οδήγησαν σ’ αυτό το χάλι και σ’ αυτή την ντροπή που ζούμε σήμερα. Γι’ αυτό το χάλι όμως ευθυνόμαστε κι εμείς οι ίδιοι που εμπιστευτήκαμε τη μοίρα μας στ’ ανάξια χέρια τους, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουμε τώρα κι εμείς να χάσουμε το εσωτερικό μας φως.

Αγαπητοί μου φίλοι, σήμερα γιορτάζουμε το μεγάλο ΟΧΙ που είπε ο ελληνικός λαός στον ντόπιο και ξένο φασισμό. Έχουν από τότε περάσει 71 χρόνια, κι ενώ είχαμε πιστέψει ότι το τέρας είχε σκοτωθεί μια για πάντα, το βλέπουμε τώρα να αναγεννιέται με νέα μορφή και νέο όνομα. Το εντός εισαγωγικών «ιδανικό» όνομα της παγκοσμιοποίησης, πίσω από το οποίο κρύβεται μια δράκα μεγαλοτραπεζιτών και κερδοσκόπων που στόχο έχουν την καθυπόταξη όλων των λαών του πλανήτη στην άμετρη λαιμαργία τους για πλούτο και εξουσία.

Φίλοι μου, έχω την αίσθηση ότι ζούμε ήδη έναν τρίτο ακήρυχτο παγκόσμιο πόλεμο, μια νέα κατοχή. Ήδη στον ανεπτυγμένο κόσμο μας στρατιές ανέργων …σκαλίζουν τα σκουπίδια αναζητώντας αποφάγια και αποφόρια για να κατευνάσουν την πείνα τους και να καλύψουν τη γύμνια τους. Όσο για τον υποανάπτυκτο κόσμο, τον τρίτο κόσμο, δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε την Αφρική που έχει καταντήσει ένα τεράστιο νεκροταφείο. Μήπως λοιπόν ήρθε η ώρα να ξαναστραφούμε προς το ξεχασμένο μέσα μας φως και να αντιτάξουμε σε αυτή τη νέα βαρβαρότητα μια σειρά από νέα ΟΧΙ, κάποια από τα οποία θα απευθύνονται και σε μας τους ίδιους, δηλαδή στο χαλασμένο, στο διαβρωμένο από το σύστημα κομμάτι του εαυτού μας;

Ενδεικτικά μόνο παραθέτω εδώ έναν κατάλογο με ΟΧΙ άμεσης εφαρμογής, τον οποίο είμαι σίγουρος ότι μπορείτε να συμπληρώσετε μόνοι σας με πολύ περισσότερα, γιατί δεν είναι δυνατόν να μην έχετε συνειδητοποιήσει ότι «πήραμε τη ζωή μας λάθος και πρέπει ν’ αλλάξουμε ζωή», όπως θα έλεγε κι ο Σεφέρης:

ΟΧΙ λοιπόν στην υπερκατανάλωση αγαθών και τις επίκτητες ανάγκες που μας δημιούργησαν οι έμποροι των εθνών.
ΟΧΙ στις πιστωτικές κάρτες και τις τοκογλυφίες των τραπεζών.
ΟΧΙ στα δάνεια που δεν μπορούμε να ξεπληρώσουμε.
ΟΧΙ στον παλαιοκομματισμό και τους κομματάρχες.
ΟΧΙ στη δαγκωτή ψήφο.
ΟΧΙ στο μέσο και στο κωλογλείψιμο. ΝΑΙ στην αξιοκρατία.
ΟΧΙ στον κομματικό οπαδισμό, γιατί διόλου δεν διαφέρει από τον χουλιγκανισμό των γηπέδων.
ΟΧΙ στην προσωπολατρία και οικογενειολατρία.
ΟΧΙ στην ψευδαίσθηση ότι ψηφίζοντας κάθε τέσσερα χρόνια τους εκλεκτούς ηγέτες μας εκτελούμε το δημοκρατικό καθήκον μας, και από ’κεί και πέρα δεν έχουμε άλλο ρόλο από το να τους χειροκροτούμε ή να τους βρίζουμε ανάλογα με το αν υπηρετούν ή όχι τα προσωπικά μας συμφέροντα.
ΟΧΙ στα κομματικοποιημένα και ενίοτε κρατικοδίαιτα συνδικάτα που λειτουργούν συντεχνιακά, φροντίζοντας μόνο για τα μέλη τους και γράφοντας στα παλιά τους τα παπούτσια την υπόλοιπη κοινωνία.
ΟΧΙ στην παιδεία που δημιουργεί εξειδικευμένα ανδρείκελα, αναίσθητους τεχνοκράτες, αυταρχικούς χαρτογιακάδες, γελοίους γιάπηδες και αρπακτικά golden boys. ΝΑΙ στην παιδεία που παράγει την απαραίτητη εξειδίκευση, διευρύνει γενικότερα το πνεύμα και δίνει νόημα ουσιαστικό στη ζωή.
ΟΧΙ στην πατριδοκαπηλία και τον στείρο εθνικισμό.
ΟΧΙ στο ρατσισμό και την ξενοφοβία.
ΟΧΙ στην καταστροφή του περιβάλλοντος. Πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε ότι ο κόσμος αυτός δεν πλάστηκε για μας, και μας ανήκει όσο ανήκει και στο πιο ελάχιστο μυρμήγκι. Δεν είναι παιχνίδι που μας χάρισε ο μπαμπάς μας και μπορούμε να το σπάσουμε για να δούμε τι έχει μέσα.
ΟΧΙ στην εκδρομική ή τουριστική φυσιολατρία. ΝΑΙ στην απόλυτη ταύτισή μας με τη φύση.
ΟΧΙ στην τεμπελιά. ΝΑΙ στην εργασία, ακόμα και σ’ αυτήν που δεν έχει σχέση με τις σπουδές που κάνουμε. Σε εποχές σαν αυτή που διανύουμε και που τίθεται ζήτημα επιβίωσης καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή. Καμιά δουλειά δεν είναι μόνο για τους περιφρονητέους μετανάστες.
ΟΧΙ στην τηλεόραση, όπου στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων μαθαίνουμε ποια glamorous ανύπαρκτη παντρεύτηκε με τον αντίστοιχό της  glamorous ανύπαρκτο. ΝΑΙ στον πολιτισμό. ΝΑΙ στη μουσική. ΝΑΙ στο θέατρο. ΝΑΙ στον κινηματογράφο. ΝΑΙ και πάλι ΝΑΙ στο βιβλίο.
ΟΧΙ στον αθέμιτο ανταγωνισμό, στο διαγκωνισμό και στον ψευτοπαλλικαρισμό, στην τζάμπα μαγκιά, στο «ξέρεις ποιος είμαι εγώ μωρέ;». ΝΑΙ στο συναγωνισμό, στην ευγενή άμιλλα, τη συντροφικότητα, την αλληλεγγύη…».

Δύο μήνες μετά ο Αργύρης μάς την «έκανε» ξαφνικά. Τα Χριστούγεννα του 2011, πέθανε από οξύ έμφραγμα. Αλλά τι λέω; Πεθαίνουν ποτέ οι σπορείς;

http://www.thepressproject.gr/article/49619

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Οι αφανείς


Τον ανταμώνει κανείς ξανά. Παραμονή της Παναγίας. Φύλακα θεματοφύλακα του Μελά. Ο ίσκιός του. Δίχως γιορτή και σκόλη. Αμισθί ασφαλώς. Γιατί τα έργα της καρδιάς δεν πληρώνονται. Πράττονται μονάχα. 


 Τον παρακαλάς να σταθεί για λίγο στο πλάι του για μια φωτογραφία μνήμης. Το δικαιούται περισσότερο από τον καθένα. Ο κύριος Γιώργος από το χωριό Στάτιστα και σήμερα Μελάς της επαρχίας Κορεστείων Καστοριάς, μες σε χωριά φαντάσματα και σπίτια στο χρώμα σχεδόν της φωτιάς, παραμένει ίσως ο έσχατος φύλακας του σπιτιού μέσα στο οποίο σκοτώθηκε ο Παύλος Μελάς.


Στο σπίτι αυτό του παππού του, που το δώρισε η οικογένεια στο κράτος, που το κράτος το ξέχασε ως παντελώς άχρηστο και μη παραγωγικό, που ένας Χριστόδουλος, των ουρανών τώρα, σχεδόν απαίτησε να συντηρηθεί εκ θεμελίων, το οποίο και έγινε. Και έτσι, όποιος λοξοδρομήσει προς τα Κορέστεια τον ανταμώνει, ό,τι ώρα και να' ναι, ό,τι μέρα και να' ναι, για όσο θα' ναι.


Ξανασημειώνω τα πριν, τα εδώ της Αλυπίας για τον κύριο Γιώργο, που ούτε το επώνυμό του δε ρώτησα, λες και δεν έχει όνομα, παρά είναι ένας από αυτούς τους ελάχιστους, αυτούς τους αφανείς και αγνώστους, αυτούς τους φτωχούς αγίους του Παπαδιαμάντη.


Φεύγεις ξανά με τη σκέψη να τανύζεται ως την επόμενη φορά που θα λοξοδρομήσεις, για να προσκυνήσεις ξανά, τη μνήμη του Μελά, αλλά και τον κύριο Γιώργο, που στέκει και σώζει τη συλλογική μνήμη εντός μιας ατόφιας σιωπής.

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

Από Θεό


Πόσο κράτησε η Μεταμόρφωση; Μια σταγόνα, γράφει ο Αυγουστίνος. Μια σταγόνα ήταν αρκετή να τυλίξει μέσα σε φως θεϊκό τον Υιό, μια σταγόνα αρκούσε για τους άλλους να Τον δουν μέσα σ' αυτό το θεϊκό του φως, να πέσουν να Τον προσκυνήσουν.

Σημειώνει κανείς σχεδόν αυθαίρετα τις ελάχιστες σταγόνες μέσα στις οποίες τυλίγεται κάποτε η κάθε ψυχή με αυτό το θεϊκό της φως και μέσα σ' αυτό το φως αξιώνονται και τη βλέπουν και οι άλλοι, αξιώνεται και η ίδια και βλέπει σχεδόν ως πρωτόπλαστο τον εαυτό της, ενδεδυμένο με μια χαρά αλλιώτικη. 

Η στιγμή προκαλεί σε γονυκλισία. Και όλοι -αυτοί που το βλέπουν- γονατίζουν μπρος σε αυτό το ολιγόλεπτο φως της, που τη μνήμη του θα κρατήσουν -μαζί με την ίδια την ψυχή που το αξιώνεται- πολύ περισσότερο από ό,τι κράτησε το ίδιο.

Σημειώνει κανείς πως από Θεό μας έκανε ο Θεός και όχι από χώμα. Από Θεό απλώς, για τούτο και κάποτε -μες στο ελάχιστο μιας σταγόνας- επιτρέπει να ντυθεί κανείς, και ο πιο ατελής, αυτό το θεϊκό φως, της αγάπης το φως και του έρωτα. Της καλοσύνης και της τρυφερότητας. Της άνευ ψιμυθίων ανθρωπιάς.

Μαλακώνει τότε η ψυχή όπως μαλακώνουν τα βουνά μέσα στο φως της δύσης. 

Μαλακώνει όπως ζεστή η άμμος μες στην έρημο.

Και φωτίζει φως. Αυτό του Θεού το φως που το μεταγγίζει ως έρωτα και ως αγάπη. Καλοσύνη και τρυφερότητα. Αψιμυθίωτη ανθρωπιά. Που κάνει τους αγίους να πατούν πάνω από τα ύδατα, όπως ο Άγιος του ποταμού Νικάνορας και τους Θεούς να περπατούν πάνω από τη θάλασσα.

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

"Θα σας μαρτυρήσω όλους στο Θεό"


Ακούω τη γυναίκα να ρωτά, την προαιώνια ερώτηση, να διαιωνίζεται μέσα στους αιώνες: Και πού είναι ο Θεός εκεί, παππούλη; Γιατί δεν κάνει κάτι; Γιατί δεν είναι ανάμεσά τους; 

Ακούω και την απάντηση: Ο Θεός είναι εκεί και αγκαλιάζει όλα αυτά τα παιδιά που εμείς σκοτώνουμε και περιμένει εσένα και εμένα να κάνουμε κάτι. Και εμείς δεν κάνουμε.

Τυλιγμένοι μέσα στην αυτάρκεια των στιγμών ευτυχίας και δυστυχίας μας ο καθένας, ανήμποροι να εισβάλουμε στην όποια εμπόλεμη πραγματικότητα ή να την αποτρέψουμε, ελάχιστοι μπρος στον ανθρώπινο πόνο, μονάχα ρωγμές με λόγια είμαστε να σημαδεύουν το κενό.

"Θα σας μαρτυρήσω όλους στο Θεό" φωνάζει το μικρό παιδί "Θα του τα πω όλα". Και τούτη η κραυγή, παιδιού που πέθανε πια, στοιχειώνει την όποια θερινή πραγματικότητα, στοιχειώνει την όποια μακαριότητά μας, στοιχειώνει τον ύπνο και τον ξύπνο μας.

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Ήτανε αέρας

  

Ήταν καλοκαίρι και πάλι πριν χρόνια. Σε μια θάλασσα μπροστά μες στον Ιούλη. Τότε που καιγόταν η Ελλάδα, καιγόταν η Ηλεία. Τότε που χάθηκε η Όλγα μες στις φλόγες, δίχως να προλάβει να ντυθεί την Οφηλία. Τη σκέφτομαι από χτες και ας μην τη γνώρισα. Μονάχα από τις φωτογραφίες της τότε, από τον αδελφό, και κυρίως από το ρίγος απάνω μου, όταν μετά από μερικούς μήνες βρέθηκα στην παράσταση δίχως αυτήν, με τους συνοδοιπόρους της να τερματίζουν δίχως αυτήν, μα να παίζουν ανάστατοι ενώπιον μιας Όλγας που δεν ήταν η Όλγα τους, αλλά έφερε το όνομά της και τούτο ήταν αρκετό για να υπάρχει κάπως και κείνη ανάμεσά τους. Το βάρος του ονόματος και το άλγος του ονόματος να ενδημεί με παύσεις.

Ήταν τότε και ήταν σούρουπο και μαζευόμασταν από τη θάλασσα. Και ακουγόταν στο ράδιο τούτο το τραγούδι, δίχως τους στίχους του Χρονά, μα με την άλλη εκτέλεση, που την αγαπάς κάτι περισσότερο από εξίσου. Και ξάφνου αέρας σηκώθηκε, σηκώθηκε άμμος, η θάλασσα δε φαινόταν και μέσα στην ασφάλεια του αυτοκινήτου έβλεπες τον ολιγόλεπτο χαλασμό, τον ανεξήγητο, σαν κάτι από το επέκεινα να σε επισκέφτηκε, που το χρόνο σταματά, τον τόπο ακυρώνει, και για λίγο υπάρχεις μέσα σε αυτό το μικρό παράδοξο που σε ακινητοποιεί, σου παίρνει τη λαλιά και σε μαγεύει. Από τότε τούτο το τραγούδι είναι σημαδεμένο.

Την σκέφτηκα πάλι σήμερα στην πρωινή λειτουργία και υποχρεώνομαι να τη μνημονεύσω εν μέσω του θέρους που χάθηκε. Μαζί με κείνη την αμμοθύελλα την ανεξήγητη ενώπιον της θάλασσας. Μαζί με κείνο τον άνεμο που αγνοεί κανείς από πού εισόρμησε. Μαζί με κείνο το τραγούδι στην εκτέλεση τη δίχως την ποίηση του Χρονά. Αλλά και στην άλλη. Που το ένα συμπληρώνει το άλλο και υπάρχουν όλα εδώ σήμερα. Στο πολύ κοντά και στο πολύ μακριά της θάλασσας. Στο πολύ και στο πέρα του ανέμου. Στο εδώ της σιωπής στο αύριό της. Στο άλμα από την απουσία στην παρουσία. Στο πέρασμα από τη γη προς τα ουράνια.


Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Το κοίλο της σιωπής



 ΜΙΑ ΣΤΑΛΑΓΜΑΤΙΑ

Θεέ μου, δέξου τη θηλιά του κρεμασμένου στη μέση του πελάγους
τις ακονισμένες μας αισθήσεις στη μέση της θύελλας

τα μάτια που σκίρτησαν στην κραταιή θάλασσα
την ακοή που τρόχισε εκείνη η σταγόνα αίματος
όταν ακύρωσε το ηλιοβασίλεμα.

Δέξου τις πτυχές των λογισμών που γύρεψαν μιαν άκρη Σου
πολύτιμα πετράδια που ανύποπτοι συλλέξαμε.

Συγχώρεσέ μας που θελήσαμε να εξερευνήσουμε
το βαθύ Πηγάδι μας σα να μην οφείλαμε τα λύτρα των ηδονών.

Ευλόγησε την προσμονή μας την παιδιάστικη που ακόμη
κονταροχτυπιέται με τη βόρεια ακμή της Παρουσίας Σου.

Ήμαρτον για ό,τι ανυποχωρήτο επέβαλε ο τρόμος για το αγκάθι
                                                   και όχι η ουσία του άνθους.

Ήμαρτον για το χάος που επιδιώξαμε για να ισορροπήσουμε
                                                   το άλλο χάος, του πόνου.

Μην αποστρέφεις το Πρόσωπο Σου από την ακόρεστη πείνα
για ένα Παράδεισο ολότελα δικό μας.

Άσε μας να γείρουμε στο προσκεφάλι μιας φυλλωσιάς
όπου Ψιθύρισες ένα όνομα και από τότε μας ταξιδεύει
χωρίς να νιώθουμε το βάρος της Ύπαρξης.

Άσε μας να γείρουμε στο θρόισμα μιας Ματιάς Σου
και ας μην είναι αρκετά τα μάτια της ψυχής μας
                                                   όταν διαχέεις την Χάρη.

Απόθεσέ μας στην άρμη της ευλογίας Σου.

Λύσε το παράδερμα των χεριών μας στο άρωμα των βουνών.

Δώσε μας καρδιά ισχυρή στο ποδοβολητό των επίορκων.

Διατήρησε τη Μέθη και την Ενάργειά μας γιατί είμαστε
τόσο μαγεμένοι π' ούτε ο νους, μήτες οι αισθήσεις μάς αρκούν.

Πάρε Θεέ μου μια σταλαγματιά από τούτη τη Μέθεξη
                          και χύσε την σε μια κούπα να μας κερνάς
όταν ναυαγοί και αυτόχειρες παγιδευμένοι
                          στο σκοτεινό πέρασμα μιας τυφλής στιγμής

θα διαβαίνουμε τούτον τον κόσμο, χωρίς να βλέπουμε το Θαύμα.

ΕΥΑ ΜΟΔΙΝΟΥ, Το κοίλο της σιωπής, εκδόσεις Εριφύλη, Αθήνα 2003

 http://www.evamodinou.gr/

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Το φως

  

ΟΙ ΚΟΙΜΩΜΕΝΟΙ

Πόσο όμορφοι είναι όσοι κοιμόνται έτσι ξαπλωμένοι γυμνοί,
Επιπλέουν πιασμένοι χέρι με χέρι πάνω σ' όλη τη γη, απ' την ανατολή ως τη δύση,
έτσι ξαπλωμένοι γυμνοί,
επιπλέουν πιασμένοι χέρι με χέρι ασιάτες κι αφρικανοί, ευρωπαίοι κι αμερικανοί,
επιπλέουν πιασμένοι χέρι με χέρι μορφωμένοι κι αμόρφωτοι, άντρες και γυναίκες,
το γυμνό χέρι του κοριτσιού αγκαλιάζει το γυμνό στήθος του αγαπημένου της, σφίγγονται αγνά, τα χείλη του αγγίζουν τον λαιμό της,
ο πατέρας κρατά στην αγκαλιά του τον ανήλικο ή τον ενήλικο γιο του με απέραντη
αγάπη κι ο γιος κρατά στην αγκαλιά του τον πατέρα με απέραντη αγάπη,
τα λευκά μαλλιά της μητέρας αστράφτουν πάνω στον λευκό καρπό της κόρης,
η ανάσα του αγοριού ενώνεται με την ανάσα του άντρα, ο φίλος αγκαλιάζει τον φίλο του,
ο μαθητής φιλά τον δάσκαλο κι ο δάσκαλος φιλά τον μαθητή, το άδικο γίνεται δίκαιο,
το κάλεσμα του σκλάβου δεν διαφέρει απ' το κάλεσμα του αφέντη κι ο αφέντης
χαιρετά τον σκλάβο,
ο κατάδικος βγαίνει απ' τη φυλακή, ο τρελός βρίσκει τα λογικά του, οι άρρωστοι
ξανανιώνουν,
ο ιδρώτας κι ο πυρετός σταματούν, ο άρρωστος λαιμός γίνεται καλά, τα πνευμόνια
του φυματικού γιατρεύονται, το φτωχό βασανισμένο κεφάλι λυτρώνεται,
οι αρθρώσεις του ρευματικού κινούνται απαλά σαν πρώτα και πιο απαλά από ποτέ,
το άσθμα σταματά, οι πόροι ανοίγουν, ο παραλυτικός περπατά με λυγεράδα,
οι πρησμένοι κι οι σεληνιασμένοι κι αυτοί που τους πνίγει η συμφόρηση του αίματός τους
ξυπνούν υγιείς,
περνούν μέσα απ' τη νύχτα και την αλχημεία της νύχτας και δυναμώνουν και
ξυπνούν.

Κι εγώ περνώ απ' τη νύχτα,
στέκομαι για λίγο μακριά σου, ω νύχτα, μα ξαναγυρνώ πάλι κοντά σου και σ' αγαπώ.
Γιατί να φοβηθώ να σου εμπιστευθώ τον εαυτό μου;
Δεν φοβάμαι, εσύ μ' οδήγησες σωστά,
αγαπώ το πλούσιο κύλισμα της ημέρας, μα δεν σε εγκαταλείπω, εσένα που μέσα
σου μένω για τόσο πολύ ξαπλωμένος,
δεν ξέρω πώς ήρθα από εσένα μήτε πού πάω μαζί σου, μα ξέρω πως ήρθα καλά
και ξέρω πως πάω καλά.

Θα σταματήσω λιγάκι με τη νύχτα και θα σηκωθώ στην ώρα μου,
θα περάσω όπως πρέπει τη μέρα, ω μητέρα μου, κι όπως πρέπει θα γυρίσω κοντά σου.

WALT WHITMAN (μτφρ.Γιώργος Βαρθαλίτης), Νέα Ευθύνη, τχ.23

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Ο "ταχύς εις βοήθειαν"


 Αγίου Λουκά σήμερα του ιατρού. Αγίου Λουκά του Ρώσου. Επισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας. Πάμπολλοι τον ένιωσαν στο πλάι τους. Πάμπολλοι θα τον νιώσουν. Τρέχει. Στην ικεσία τρέχει. Ως γιατρός που είναι. Ψυχών και σωμάτων. Πώς ν' αρνηθεί; Κατ' αυτήν την έννοια τη σημερινή μέρα τη νιώθουμε γιορτή. Και παραμυθία μεγάλη. Και ελπίδα. Ως το τέλος της ελπίδας. Σα να γιορτάζουμε κάτι δικό μας. Κάτι πολύ δικό μας. Έναν πολύ δικό μας άνθρωπο.

"Αγάπησα το μαρτύριο που τόσο παράξενα καθαρίζει την ψυχή"

"Έχετε ποτέ σκεφτεί ότι ο Κύριος έστειλε τους μαθητές Του όχι μόνο να κηρύττουν αλλά και να θεραπεύουν τους ασθενείς; Αν ο Κύριος θεωρούσε τη θεραπεία των ασθενών έργο τόσο σημαντικό ώστε να το βάλει σε μια σειρά με το κήρυγμα του Ευαγγελίου, τότε αυτό σημαίνει ότι είναι ένα από τα σπουδαιότερα ανθρώπινα έργα. Δεν είπε: "Να κηρύσσετε το Ευαγγέλιο και να μαθαίνετε τους ανθρώπους πώς να οικοδομήσουν την κοινωνική τους ζωή". Πουθενά δεν λέει κάτι τέτοιο. Δίνει όμως στους Αποστόλους την εντολή να θεραπεύουν τις ασθένειες. Γιατί έτσι; Διότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός και ο ίδιος θεράπευε τους ανθρώπους, έδιωχνε δαιμόνια και ανάσταινε νεκρούς και στους μαθητές Του έδωσε εντολή να θεραπεύουν τους ασθενείς.

Γιατί οι αρρώστιες είναι ο μεγαλύτερος πόνος και το μεγαλύτερο πρόβλημα της ανθρωπότητας. Υπάρχουν πολλές και φοβερές ασθένειες που βασανίζουν τον άνθρωπο, καταστρέφουν τη ζωή του και τον φέρνουν στην απελπισία. Αλλά ο Θεός είναι αγαθός και φιλάνθρωπος και από μας ζητάει να είμαστε ελεήμονες και να κάνουμε έργα αγάπης. Και το πρώτο από τα έργα της ελεημοσύνης είναι η θεραπεία των ασθενών, γιατί μ' αυτό τον τρόπο δείχνουμε τη συμπόνια και την αγάπη μας προς τους δυστυχισμένους συνανθρώπους μας που υποφέρουν..."

Άγιος Λουκάς

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

Τα παιδιά της 8ης μέρας


Και τότε, την 8η μέρα, ο Θεός έπλασε τον Θανάση. Τον άνθρωπο σαν τον Θανάση. Αυτόν τον άγγελο, τον μεταξύ ουρανού και γης, τον προορισμένο να υπενθυμίζει σε όλους τους επίλοιπους, τους σαν και μας, τον Παράδεισο, τον τόπο των αγγέλων, μα και τους ίδιους τους αγγέλους. Τον προικισμένο, όχι με την ειδική ανάγκη, που του σημειώσαμε εμείς, αλλά με την ειδική, αυτή την υπέροχη αγάπη που μας χάρισε αυτός. Μα και με τη χαρά. Αυτή την ένθεη χαρά, της οποίας διατελούμε επαίτες και την αποζητούμε, μα δεν τη φτάνουμε, την απλότητα και τη γαλήνη, την ικανότητα να κοιτούμε γύρω μας με ευγνωμοσύνη δεν τη φτάνουμε. Ο Θανάσης, τα παιδιά σαν τον Θανάση, την έχουν έμφυτη. Με αυτή γεννιούνται. Με αυτή και φεύγουν. Και την αφήνουν σε μας. Παρακαταθήκη και ελπίδα, τρόπο ζωής προς επιβίωση και ο μόνος δρόμος προς το Θεό. Χαρά ένθεη που υπάρχει και ως επίγεια. Αρκεί να τη δεις στο κάθε βήμα σου. Να τη ντυθείς και να πας παραπέρα.

Παιδιά που δε θα μεγαλώσουν ποτέ, και ευτυχώς, παιδιά που φεύγουν όπως και έρχονται, ως άγγελοι επίγειοι, μας αγκαλιάζουν με το βλέμμα τους, με την ψυχή τους ολάκερη, την ακακία, την ανεξικακία απέναντι στη δική μας δυσκολία, την αμνησικακία, όταν και όποτε και συχνά δεχτούν απάνω τους την απόρριψη, το χλευασμό, την αποπομπή. Εμείς οι επίλοιποι δυσκολευόμαστε, για χρόνια δυσκολευόμαστε να συμφιλιωθούμε με την αδυναμία των άλλων να αγαπήσουν το διαφορετικό, αυτό το διαφορετικό πλάσμα που είναι το παιδί μας. Εμείς οι επίλοιποι, αδύναμοι εξίσου ως προς την αγάπη και με κείνους. Στον ίδιο βαθμό δυσκολεμένοι να χωρέσουμε την έλλειψη αγάπης. Αυτά όμως, τα παιδιά μας, αυτοί οι άγγελοι, ως άγγελοι που είναι, κουβαλάν την αγάπη απάνω τους πανσέληνη. Και συγχωρούν. Την ίδια ώρα λησμονούν την αποστροφή που δέχτηκαν. Τη σβήνουν από τον "σκληρό". Και συνεχίζουν. Με τη μέγιστη, μετά την αγάπη, αρετή της απάθειας να πορεύονται. Να μας δείχνουν το δρόμο, εμάς των κανονικών, με την ασθενική μας αγάπη να υπομνηματίζει διαρκώς την ατελή μας φύση.

Άγγελοι επίγειοι εντός των σπιτιών. Που σου τους εμπιστεύεται ο Θεός για όσο. Έναν άγγελο σου παραδίδει στα χέρια να τον φροντίσεις. Στην αρχή δυσκολεύεσαι. Πώς να χωρέσεις έναν άγγελο μες στην επίγεια ζωή σου; Πώς να δεχτείς το διαφορετικό παιδί σου; Τα χρόνια περνούν. Και δεν μπορείς να τα φανταστείς αλλιώς. Δε θέλεις να τα σκεφτείς δίχως αυτό το αλλιώτικο παιδί σου. Δε θα το άλλαζες με τίποτα. Αυτή είναι η αλήθεια. Αν κάποιος σου' λεγε ότι μπορείς, αν πολύ το επιθυμείς, να το αλλάξεις σε ένα κανονικό παιδί, δε θα το άλλαζες. Γιατί αυτό το παιδί είναι το χέρι του Θεού μέσα στο σπίτι σου. Είναι το χέρι Του που σε τραβά προς Εκείνον. Είναι η ίδια η αγάπη. Μια αγάπη που θα δυσκολευτεί κανείς να την ανταμώσει τόσο αγνή και ανυπόκριτη. Τόσο ανιδιoτελή. Τόσο ολόκληρη. Σου δίνονται ολάκερα δίχως να προσμένουν το αντάλλαγμα. Σου δίνονται με τόλμη και αφοβία. Ως ερωτευμένα υπάρχουν γύρω μας. Ερωτευμένα με την ίδια τη ζωή, με τους ανθρώπους στο πλάι τους. Σου δίνονται και νιώθεις ότι πάντα λιγότερο δίνεις, πάντα λιγότερο αγαπάς. Τα παιδιά τούτα μπορούν και αγαπούν ίσως και παραπάνω από τους γονείς τους. Δεν ολιγοψυχούν, δεν εγκαταλείπουν, δε διστάζουν, δεν αμφιβάλλουν. Είναι διά βίου και επιουσίως εκεί. Στο πλάι σου. 

Σε υποχρεώνουν να γονατίσεις παραπάνω, να τα φροντίσεις παραπάνω, να αγαπήσεις παραπάνω. Πολλές φορές και πάνω από το παραπάνω. Σα να πονά ένα από τα δυο σου χέρια. Ποιο φροντίζεις περισσότερο; Αυτό το πονεμένο, το χτυπημένο, αυτό που "φαίνεται" πως έχει πιότερο την ανάγκη σου. Αυτό που σε πονά σε κάθε σου κίνηση. Αυτό το ευαίσθητο. Που δεν το αντέχεις να πονά. Δεν αντέχεις τούτο το παιδί σου να πονά. Γιατί αυτών των παιδιών ο πόνος δεν τους πρέπει. Αυτά τα παιδιά τα νιώθεις να υπάρχουν μέσα σε μια χαρά εδεμική, να αγνοούν τον πόνο, τη θλίψη, τη δυσκολία, την κακία, να είναι εντελώς ανυπεράσπιστα απέναντι στην επίγεια οδύνη. Δεν αντέχουν να σε βλέπουν να κλαις. Δεν αντέχεις να τα βλέπεις να υποφέρουν. Αν είσαι γονιός, αυτό σου βγαίνει. Αν είσαι αδελφός, έχω τη βεβαιότητα πως αν τα κανονικά αδέλφια πονιούνται 10 φορές, αυτά τα αδέλφια πονάν για τον διαφορετικό αδελφό τους 100 και παραπάνω. Έτσι είναι.

Η ζωή τους μια ζωή άλλη, παράλληλη της κανονικής και πέρα από τη δική της συνηθισμένη και οικεία ρότα. Με διαφορετικές δυσκολίες, σε διαφορετικούς χρόνους και τόπους. Με βαθμό δυσκολίας που ποικίλλει και ενδεχομένως ανεβαίνει. Βρίσκεται κανείς ώρες-ώρες στο πέραν των ανθρώπινων ορίων και αντοχών. Στο πέραν της υπομονής. Ίσως και τούτο να' ναι το τίμημα της αγάπης που δέχεσαι. Και σηκώνεσαι ξανά. Και προχωράς με τη γεύση και την εμπειρία της πτώσης. Και αναθεωρείς. Μετανοείς προσώρας έστω. Αρχίζεις από την αρχή. Μέσα στις ίδιες δυσκολίες που επαναλαμβάνονται, μπορεί και να εντείνονται. Μέσα από τούτες οφείλεις να κάνεις ό,τι οφείλεις και για το κάθε "κανονικό" παιδί σου. Οφείλεις να είναι ευτυχισμένα, όσο το δυνατόν πιο ευτυχισμένα, μέσα στην καθημερινότητά τους. Τούτο οφείλουμε και για τους εαυτούς μας άλλωστε. Όμως, η λογική σκευή, η απεχθής αυτή λογική σκευή, θολώνει το τζάμι και βλέπουμε αλλιώς και ετοιμάζουμε τα παιδιά μας για όλα τα άλλα, όχι όμως για το μοναδικό που έχουν και αυτά ανάγκη, να γευτούν την ευτυχία, να πλημμυρίσουν με την ένθεη χαρά, να στέκονται όρθια με ελπίδα. Και έρχονται αυτά τα παιδιά και καταλύουν τις κανονικές προοπτικές που "οφείλει" σχεδόν καθ' υπαγόρευσιν να ακολουθήσει ένα φυσιολογικό παιδί. Και διαπιστώνεις πόσο αιχμάλωτα είναι τα κανονικά παιδιά μας μέσα σε αυτή την κανονική ρότα που τα έχει προορισμένα το σύστημα που παγιώσαμε ως επίγεια ζωή. Και κάποτε ξυπνάς. Και υποχρεώνεσαι να δεις αλλιώς. Μέσα από την πορεία ενός παιδιού μη κανονικού και τις δικές του ανάγκες και επιθυμίες. Την ανάγκη και οφειλή και μιας επίγειας ευτυχίας προτού την επουράνια. Αναθεωρείς ξανά. Οπλίζεσαι αλλιώς. Προχωράς αλλού και παραπέρα. 

Τέτοιος ο Θανάσης, παιδί αγαπημένο, όχι μονάχα για την οικογένειά του, μα και για όλους όσοι τον ανταμώσαμε, μας αγκάλιασε, μας αγάπησε με το δικό του ολόφωτο τρόπο, τον κάθε ένα ξεχωριστά και όλους μαζί με μια αγκαλιά. Ήθελε τα ελάχιστα, όπως όλα αυτά τα παιδιά, ήταν ευγνώμων για αυτά τα ελάχιστα. Του χάριζες ένα χαμόγελο, σου χάριζε την ψυχή του. Μας έλεγχε με τον αυθορμητισμό, την πηγαία χαρά του. Το χαμόγελο και την καλοσύνη του. Εξέπεμπε αγάπη και τη σκόρπαγε δίχως σκέψη δεύτερη. 

Είχα την τύχη να τον ανταμώσω στη ζωή μου, είχα την περαιτέρω ευλογία να τον κοιτώ και να με κοιτά για έναν ολόκληρο χρόνο από το τελευταίο θρανίο ενός σχολείου της πόλης μου, να μου μιλά και να δείχνει τον ενθουσιασμό του με τα χέρια του, τα μάτια του, το σώμα όλο, να με παρασύρει στο άνευ όρων ενός αυθορμητισμού αγαπητικού, να μου μαθαίνει πως η ποίηση είναι ένα μονοπάτι που μπορούν να το πάρουν όλοι, να κοντοσταθούν, στίχους να αγαπήσουν, να παραμυθηθούν. Ενστικτωδώς να σταθούν στο απόσταγμά της. Κυρίως μου έδειξε το δρόμο προς τη γαλήνη, τον πέραν της οργής, εκεί όπου ως πέτρα υπάρχεις που μαλάκωσε και στρογγύλεψε, δίχως τις αμυχές της. Με έλεγξε με την καλοσύνη που μου υπέδειξε, το πώς οφείλουμε να διατηρούμε το πρόσωπο της αγάπης, ακόμα και όταν δεν το μπορούμε. Το πώς οφείλει το καλό να γονατίζει μπροστά στο κακό.

Τον αποχαιρετήσαμε με χαρμολύπη στις 3 του Ιούνη, δίχως την αγωνία για την ανάπαυση της ψυχής του, καθώς αυτή ήταν κάτι εκ προοιμίου συντελεσμένη. Ο Θανάσης ήρθε εδώ για μας, για τις ατελείς ψυχές μας, να μας εμφυσήσει κάτι από την πνοή του Παραδείσου, μέτοχους να μας κάνει μιας αγγελικής πολιτείας και τρόπου ζωής που τα αγνοούμε και πώς αλλιώς να πάρουμε τη γεύση τους; Ήρθε και μας έδωσε γεύσεις της Παραδείσου και του χρωστούμε ευγνωμοσύνη.

Τον αποχαιρετήσαμε με τη βεβαιότητα πως η αγκαλιά του άλλαξε τώρα σχήμα και δεν είναι παρά μια ομπρέλα που μας σκέπει από Απάνω και μας προσεύχεται και μας αγαπά με τρόπο ένθεο πια. Τον αποχαιρετήσαμε μέσα σε μια εκκλησιά που ακούγονταν τ' αηδόνια ίσαμε μέσα, σα να χαίρονταν αυτά εκεί που εμείς πενθούσαμε. Ήταν όλοι εκεί. Και πενθούσαν αλλιώς. Το ένιωθες αυτό. Πώς να πενθήσεις έναν άγγελο; Τον αφήνεις να πετάξει εκεί όπου ανήκε. Πώς να τον κρατήσεις; Τον αφήνεις να πάει στον Θεό του. Τον ευχαριστείς για όσο Σου τον παραχώρησε. Τον πένθησαν όλοι όσοι από αυτόν μυχίως ευεργετήθηκαν. Όσοι με οποιονδήποτε τρόπο τον διακόνησαν, όσοι στάθηκαν φίλοι του, συντροφιά του, αγαπημένοι άνθρωποί του τα είκοσι αυτά χρόνια της επίγειας ζωής του. Μα οι γονείς των παιδιών σαν τον Θανάση νιώθεις πως τον πένθησαν και αλλιώς, γιατί όλοι τους ανήκουν σε μια ευρύτερη, διαφορετική, οικογένεια που το κάθε μέλος της είναι και δικό τους μέλος. Όταν ένας πονά, είναι κάπως σα να πονάνε όλοι. Όταν ένα παιδί φεύγει, είναι κάπως σα να φεύγει το δικό σου παιδί.

Τα παιδιά της 8ης μέρας, όπως ο γλυκός μας Θανάσης, μας υποχρεώνουν να αγαπήσουμε περισσότερο, να ελπίσουμε περισσότερο, να αφεθούμε περισσότερο σε αυτό το θαύμα της ζωής της κάθε μέρας. Όταν έλεγε ο Χριστός να γίνουμε σαν τα παιδιά, έχω την εντύπωση ότι εννοούσε σαν αυτά τα παιδιά. Πως σαν "αυτά" τα παιδιά.

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

"Ο θάνατος, η γενέθλιος μέρα"


"Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών"

Αυτή η προσδοκία είναι η μεγαλύτερη κι η καλύτερη. Μετά την Ανάσταση του Χριστού δεν υπάρχουν περιθώρια απογνώσεως. Ο θάνατος νικήθηκε με τον θάνατο. Ο θάνατος των οσίων είναι γενέθλιος ημέρα. Τους αγίους τους εορτάζουμε την ημέρα της εκδημίας τους και όχι της γεννήσεώς τους. Μπορούμε να περιπαίζουμε τον θάνατο. Να προσδοκούμε Ανάσταση.

Ο Μαρξ στις χιλιάδες σελίδες που έγραψε δεν αναφέρει ούτε μια φορά τη λέξη θάνατος. Κι είναι το πιο σίγουρο στη ζωή. Μόνο ο Θεός μπορεί να λυτρώσει τον άνθρωπο από τον φόβο του θανάτου. Ο μοναχός ζει ως νεκρός κι αυτή η εκούσια νέκρωσή του τού δίνει μια ελευθερία. Όλα είναι πένθιμα κι όμως ζωηφόρα. Πολλά του θυμίζουν τον θάνατο και τίποτε δεν τον απελπίζει.

Είναι μεγάλη ευλογία αυτή η αφοβία του θανάτου. Μακάριοι οι κατέχοντες το δώρο, όταν ένας κόσμος πάσχει από φοβίες και ταράζεται μόνο στο άκουσμα του θανάτου. Φοβάται ο ανέτοιμος. Φοβάται ο ανέντιμος. Φοβάται ο φιλήδονος και φιλάργυρος. Φοβάται ο αθεόφοβος.

Η προσδοκία της βέβαιης αναστάσεως των σωμάτων, που κατά θαυματουργικό τρόπο θα προσλάβουμε και θα μετέχουν της χαράς ή της λύπης, είναι τιμή στο ανθρώπινο σώμα, το οποίο πρέπει να σεβόμαστε και να προσέχουμε, μόνο όσο του πρέπει κι αξίζει. Η νύχτα πάντα θυμίζει τον θάνατο, και το στασίδι, και το ράσο, και το σώμα, και το κλινάρι, και το κελλί κι όλα φέρνουν το φως, την ανάσταση, την αιωνιότητα, την ευφροσύνη και την αγαλλίαση, τον αγγελικό όρθρο.

Αιωνία η μνήμη των αειμνήστων και αξιομακαρίστων κτιτόρων της αγίας και ιεράς μονής ταύτης: Ιερωνύμου, Ιωάννου, Χρυσοστόμου και Ιωάννου των μοναχών, που προείδαν το τέλος τους, που το ανέμεναν χαρωπά, που κέρδισαν τη χαρά της νίκης, της αφοβίας, της ελπίδος, της ατελεύτητης ειρήνης και της ατέρμονης ελευθερίας.

Αιωνία η μνήμη αυτών"

Μωυσής μοναχός αγιορείτης

Αιωνία η μνήμη αυτού, του Μωυσή, Κύριε.

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Πένθος ενέσκηψε


ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ 

Πλένω τα μάτια στη θάλασσα και στον Ουρανό που γιορτάζουν
σας θυμάμαι αρχαίοι φίλοι
όσοι μείνατε στην πέρα ακρογιαλιά φοβούμενοι.
συλλογίζομαι αυτούς που πέθαναν ετοιμάζοντας τα δισάκια
ξέρω πως τάχαν όλα έτοιμα
μα τους βρήκε ο θάνατος στην προκυμαία
ελπίζω και πιστεύω στην αγάπη του Θεού και της θάλασσας.
πώς να μη θυμηθώ όσους σκότωσε ο πόλεμος
πόσους φτώχυνε γυμνώνοντάς τους
πόσους έκαμε να γυρίσουν πίσω βλαστημώντας
κι άλλους που δεν πήγανε να πάρουν παράσημα κι αποζημιώσεις
κι άλλους πάλι που τα φορούν ανάξια στις εθνικές επετείους
άλλοι που πεθαίνουν λίγο-λίγο στα λιμάνια
άλλοι που πεθαίνουν τώρα που σας γράφω.
Δεν ξέρω πώς δεν ξέρω
πάντα βρίσκεις μια γωνιά για πόλεμο
μια γωνιά ειρήνης
ένα σανίδι για σχεδία, μια σημαία και μια θάλασσα
η Ελλάδα είναι νησί, θάλασσα, καράβι
ο άνθρωπος διαλέγει μοναχός πώς θα πεθάνει.
ευχαριστώ τον Θεό που θυμάμαι
αρχαίοι φίλοι ζωντανοί και πεθαμένοι
ευχαριστώ και τον Θεό που με θυμάται.
ο άνθρωπος πεθαίνει μονος
κι ο άγγελος πηγαίνει την ψυχή του
στον δακρυσμένο θεό από χαρά ή λύπη
μακάριοι οι θαλασσοπεθαμένοι
όσους τους βρήκε ο θάνατος στο ταξίδι...

μοναχός Μωυσής Αγιορείτης

Των Αγίων Πατέρων τα χαράματα. Ανέβηκε και τούτος μαζί τους. Και τον πενθούμε. Όσοι ακουμπούσαμε στη μορφή και στη γραφή του. Όσοι τον νιώσαμε να υπάρχει ως ποιητής. Με αυτή τη ρασοφόρα μορφή του. Την κεκαλυμμένη ποιητική ψυχή του. Τον πενθούμε. Και τον νιώθουμε τώρα από πάνω. Και τον παρακαλούμε να συνεχίσει να κάνει ό,τι και εδώ έκανε. Να μας έχει στην προσευχή του.

Πόσο μπορείς

 

"Τα πάντα αξίζουν τον κόπο όταν η ψυχή δεν είναι μικρή"

FERNANDO PESSOA

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

"Κατακλυσμός"


Στο χωριό μου τη μέρα τούτη τη λέγαν οι παλιοί "Κατακλυσμό". Ως την Απόδοση της Ανάστασης, Κόλαση δεν υπάρχει, Παράδεισος ούτε, ούτε σύνορα ούτε και όρια ανάμεσά τους, παρά οι ψυχές όλες μαζί ευφραίνονται. Και δίκαιοι και άδικοι κάτω από το φως του Χριστού που πάτησε το θάνατο. Ύστερα όμως, η κάθε μια μπαίνει ξανά στη θέση της. Ύστερα όμως, επιστρέφει. Στο χωριό μου, στους πρόποδες του Κόζιακα, στην κορυφογραμμή του η δύση να φεγγίζει, τη μέρα τούτη τη λένε και πάλι "Κατακλυσμό". 

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

Όπως η ζωή δεν αντέχει /αντέχεται


ΛΕΞΑΞΙΕΣ

Καμία ποίηση δεν αντέχει
και προπαντός δεν αντέχεται
αν δεν πατάει στις λέξεις-αξίες του λαού της:
καΐκι, καΐτι, μάνταλο, καραούλι,
όπως πατάν τ' απόσκια στις σκιές
και οι πιθανοί κόσμοι
στους πιθανούς κόσμους,
η Σμύρνη στη Νέα Σμύρνη της,
το Άδενδρο και η Ξεχασμένη στη Βέροια
ή στη Σαλονίκη τους,
το Πόπλι και το Ρούδαρι στις Πρέσπες τους,
τα φυτά στο χώμα τους
και τα πουλιά στα κλαδιά τους.


ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ

Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Της ζωής


Νιώθει κανείς την ανάγκη να ευχαριστήσει όλους αυτούς τους απλούς ανθρώπους, εθελοντές κανονικούς, που δωρίζουν κάτι πολύτιμο σε όλους εμάς, τους γονείς των παιδιών με αναπηρία: το χρόνο τους, το μεράκι τους, την αγάπη τους. Νιώθει την ανάγκη να τους αγκαλιάσει έναν-έναν. Εθελοντές δίπλα από το "Σύλλογο των γονέων, κηδεμόνων και φίλων των ατόμων με αναπηρία της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας" που παλεύουν μαζί για τα αυτονόητα.

Φέτος μας γέμισαν δώρα εν όψει της γιορτής της μητέρας. Το ίδιο συνέβη και με το Ειδικό σχολείο Πτολεμαϊδας. Λουλούδια, δυόσμος, βασιλικός, μικρές κατασκευές και μια ολόκληρη γιορτή στο Σύλλογο για όλες εμάς. Νιώσαμε αιφνιδίως ότι υπάρχουμε. Γύρω μας αυτοί οι υπέροχοι άνθρωποι, οι εθελοντές, ο ακούραστος πρόεδρος, οι δάσκαλοι πριν λίγες μέρες στο σχολείο, ο ακούραστος στον ίδιο βαθμό διευθυντής. Όλοι τους με τρόπο συγκινητικό να εργάζονται πέρα από κάθε φαντασία. Να φροντίζουν. Και τα παιδιά και εμάς.

Τους ευγνωμονώ και τους ευχαριστώ. Έναν- έναν. Κάθε φορά που τους ανταμώνω, είτε στο Κέντρο φροντίδας, όπου τα παιδιά μας υπάρχουν σε μια συντροφιά αγαπητική, είτε στο Ειδικό σχολείο της πόλης μας, νιώθω τυχερή που ζω αυτή την απίστευτη συγκυρία, να συμβαίνουν πράγματα υπέροχα, με τα ελάχιστα της αγάπης, που είναι και τα μόνα αληθινά. Πράγματα αδιανόητα για είκοσι χρόνια πριν -και πολλά λέω. Ελπίζω και προσεύχομαι, πράγματα που θα περπατούν στις κορυφογραμμές της αγάπης. Που θα ανθίζουν σε πείσμα της απραξίας.

Πέραν τούτων μια μικρή στιγμή, από κείνες τις θαυμαστές στιγμές που ακινητοποιούν το χρόνο, ένα μικρό παιδί και ένα μικρό λουλούδι, μια στάλα, πέρα από ανθοπωλεία ή έτοιμες συγκινήσεις, που καλές είναι και αυτές, όμως τούτη η στάλα, είναι μια στάλα ευτυχίας, που τη δίνεις ψίχουλο-ψίχουλο αντίδωρο σε όλες αυτές, τις ίδιες με εσένα μάνες: "Μαμά, είναι δικό σου".

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

Συνάντηση με την άλλη όχθη ΙΙ


 Ο Μίμης Σουλιώτης ήταν ένας από τους δασκάλους μου. Όχι από εκείνους που σε αξιολογούν και τους ξεχνάς, αλλά από εκείνους που ένα κομμάτι του εαυτού τους εξακολουθεί να ζει μέσα σου. Θα μπορούσαμε να είχαμε βρεθεί αλλού, το ακαδημαϊκό ακροατήριο ήταν η αφορμή. Ήξερε από ποίηση, ήξερε από τσίπουρο, κάπνιζε το ένα πάνω στο άλλο, έζησε το ρεμπέτικο, τίμησε τη γυναίκα. 
Δεν ανήκε στους θεωρητικούς της φιλολογίας που αγχώνονται να δημιουργήσουν όρους τόσο εξεζητημένους που δεν τους καταλαβαίνει κανείς άλλος πλην του εαυτού τους, έτσι ώστε να εξυψώνουν το "εγώ" τους.
Αντίθετα, μιλούσε βαθιά και απλά. Συνομιλούσε με τους ποιητές σαν να συναντάει παλιούς καλούς φίλους. Μπορούσε να ακτινογραφήσει τη δομή του κάθε βιβλίου, να σου πει την ιστορία της κάθε γραμματοσειράς. 
Κάναμε μάθημα στην Κύπρο, σε ένα παλιό ξακουστό αρχοντικό που το Πανεπιστήμιο είχε αναστηλώσει για να κάνει μαθήματα και εκδηλώσεις. Τώρα που το σκέφτομαι νομίζω ότι ήμασταν ένα καλό ακροατήριο. Εγώ ήμουν ο μόνος ελλαδίτης εκεί, οπότε διαβάζοντας τον κατάλογο στο πρώτο μάθημα είπε "Δημητριάδης δε μου φαίνεται κυπριακό όνομα". Του είπα ότι είμαι από τη Θεσσαλονίκη και τότε γέλασε κάτω από τα μουστάκια του "Α, είσαι καλαμαράς". Οι υπόλοιποι εκεί ψιλοπάγωσαν, γιατί αυτή η έκφραση χρησιμοποιείται από τους Κύπριους προς τους ελλαδίτες κάπως μειωτικά. Εμείς όμως αμέσως συνεννοηθήκαμε, γιατί αυτός ο χαρακτηρισμός της κυπριακής αργκό συνέπεσε με την ιδιότητά μας: ήμασταν δύο γραφιάδες, δύο άνθρωποι του καλαμαριού. Επιπλεον, απολαμβάναμε και οι δύο να ψάχνουμε τον γλωσσικό πλούτο του ελληνόφωνου χώρου, όχι μόνο από τα βιβλία αλλά και βιωματικά. Μόνο που μας χώριζαν κάτι δεκαετίες εμπειρίας και κάτι χιλιάδες βιβλία. Δεν κοίταζε όμως ποτέ από ψηλά.
Η Λευκωσία είχε, το 2010, ένα όλο κι όλο ρεμπετάδικο της προκοπής. Ρεμπετάδικο κανονικό, όχι ταβέρνα με έναν βαρεμένο μπουζουξή στη γωνία. Εγώ βρέθηκα εκεί γιατί δύο κολλητοί μου είχαν πιάσει δουλειά σερβιτόροι, όταν όμως είδα τι υψηλής ποιότητας μουσικοί υπήρχαν εκεί, κόλλησα και πήγαινα σχεδόν κάθε βδομάδα. 
Σε λίγο καιρό, να σου και ο Σουλιώτης. Δεν άργησαν να τον μάθουν καλά, και σε κάποια φάση του προγράμματος του έδιναν την κιθάρα να πει ένα-δύο τραγούδια.

Με τον Μόντη είχε φιλολογικό έρωτα. Συχνά έλεγε ολόκληρα ποιήματα από μνήμης και έπειτα από τρια-τέσσερα δευτερόλεπτα παύσης κατέληγε  "για να δείτε τι μεγάλο ποιητή έβγαλε η Κύπρος".

Αυτό το Σάββατο, στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, η Όλγα Ντέλλα, ποιήτρια, φιλόλογος και μαθήτρια του Σουλιώτη, θα παρουσιάσει στην αίθουσα "Κώστας Μόντης" αυτή τη μεταφυσική συνάντηση μεταξύ τους. Κατά τις 6.


Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Συνάντηση με την άλλη όχθη Ι


"Και κάτι άλλο, φίλοι μου. Πρέπει να ξέρετε
πως απλώς διεκπεραιώνουμε ξένη αλληλογραφία,
τίποτα περισσότερο"

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Άγια σκόνη


Τυφλοί γερανοί έγιναν άγια σκόνη στο Βαν.
Γύρισαν και έφυγαν.
Αχ, της  δικής μας χώρας ο χαμός.
Όμως, εσύ μην κλαις, εγώ έχω ήδη κλάψει πολύ. 
Το καραβάνι πέρασε πνιγμένο στο δάκρυ και στη μαύρη έρημο γονάτισε. 
Κουρασμένο από του δικού μας κόσμου τον πόνο και την αγωνία.
Όμως, εσύ μην κλαις, εγώ έχω ήδη κλάψει πολύ. 
Μην κλαις, τα δάκρυα μου στέγνωσαν.
Το γάλα μου πάγωσε στα δικά σου χείλη, 
ξέρω ότι είναι πικρό, παίδι μου, 
και δεν το θέλεις, 
γιατί έχει πάρει τη γεύση της θλίψης. 
Όμως, εσύ μην κλαις, εγώ έχω κλάψει ήδη αρκετά. 

μεταφρασμένο από τη Μαίρη Γκαλιάν, μαθήτρια από την Αρμενία
24 Απριλίου 1915, ημέρα της γενοκτονίας των Αρμενίων

Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

Συγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλε


Εί τις ευσεβής και φιλόθεος, απολαυέτω της καλής ταύτης και λαμπράς πανηγύρεως.
Εί τις ευγνώμων, εισελθέτω χαίρων εις την χαράν του Κυρίου αυτού.
Εί τις έκαμε νηστεύων, απολαυέτω νύν το δηνάριον.
Εί τις από της πρώτης ώρας ειργάσατο, δεχέσθω σήμερον το δίκαιον όφλημα.
Εί τις μετά την τρίτην ήλθεν, ευχαρίστως εορτασάτω.
Εί τις μετά την έκτην έφθασε, μηδέν αμφιβαλλέτω˙ και γάρ ουδέν ζημειούται.
Εί τις υστέρησεν εις την ενάτην, προσελθέτω, μηδέν ενδοιάζων.

Εί τις εις μόνην έφθασε την ενδεκάτην, μη φοβηθή την βραδύτητα˙ φιλότιμος γάρ ων ο Δεσπότης, δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον˙ αναπαύει τον της ενδεκάτης, ως τον εργασάμενον από της πρώτης˙ και τον ύστερον ελεεί και τον πρώτον θεραπεύει˙ κακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται˙ και τα έργα δέχεται και την γνώμην ασπάζεται˙ και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί.

Ουκούν εισέλθετε πάντες εις την χαράν του Κυρίου υμών˙ και πρώτοι και δεύτεροι τον μισθόν απολαύετε. Πλούσιοι και πένητες μετ' αλλήλων χορεύσατε˙ εγκρατείς και ράθυμοι την ημέραν τιμήσατε˙ νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, ευφράνθητε σήμερον. Η τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες.

Ο μόσχος πολύς, μηδείς εξέλθη πεινών. Πάντες απολαύσατε του συμποσίου της πίστεως˙ πάντες απολαύσατε του πλούτου της χρηστότητος. Μηδείς θρηνείτω πενίαν˙ εφάνη γάρ η κοινή Βασιλεία. Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα˙ συγνώμη γάρ εκ του τάφου ανέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον˙ ηλευθέρωσε γάρ ημάς ο του Σωτήρος θάνατος. Έσβεσεν αυτόν, υπ' αυτού κατεχόμενος.

Εσκύλευσε τον άδην ο κατελθών εις τον άδην. Επίκρανεν αυτόν, γευσάμενον της σαρκός αυτού. Και τούτο προλαβών Ησαϊας εβόησεν˙ ο άδης φησίν, επικράνθη, συναντήσας σοι κάτω.

Επικράνθη˙ και γάρ κατηργήθη.
Επικράνθη˙ και γάρ ενεπαίχθη.
Επικράνθη˙ και γάρ ενεκρώθη.
Επικράνθη˙ και γάρ καθηρέθη.
Επικράνθη˙ και γάρ εδεσμεύθη.
Έλαβε σώμα και Θεώ περιέτυχεν.
Έλαβε γήν και συνήντησεν ουρανώ.
Έλαβεν όπερ έβλεπε και πέπτωκεν όθεν ουκ έβλεπε.
Πού σου, θάνατε, το κέντρον;
Πού σου, άδη, το νίκος;

Ανέστη Χριστός και σύ καταβέβλησαι.
Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες.
Ανέστη Χριστός και χαίρουσιν άγγελοι.
Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται.
Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς επί μνήματος.
Χριστός γάρ εγερθείς εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο.
Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν. 

Κατηχητικός Λόγος Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Στα κατώφλια της Ανάστασης


Τὸν ἥλιον κρύψαντα τὰς ἰδίας ἀκτίνας,
καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ διαρραγέν, τῷ τοῦ Σωτῆρος θανάτῳ,
ὁ Ἰωσὴφ θεασάμενος, προσῆλθε τῷ Πιλάτῳ καὶ καθικετεύει λέγων·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδεν ξενίζειν τοὺς πτωχούς τε καὶ ξένους·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλῖναι·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ἡ Μήτηρ καθορῶσα νεκρωθέντα ἐβόα·
Ὦ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, εἰ καὶ τὰ σπλάγχνα τιτρώσκομαι,
καὶ καρδίαν σπαράττομαι, νεκρόν σε καθορῶσα,
ἀλλὰ τῇ σῇ ἀναστάσει θαρροῦσα μεγαλύνω.
Καὶ τούτοις τοίνυν τοῖς λόγοις δυσωπῶν τὸν Πιλᾶτον
ὁ εὐσχήμων λαμβάνει τοῦ Σωτῆρος τὸ σῶμα,
ὃ καὶ φόβῳ ἐν σινδόνι ἐνειλήσας καὶ σμύρνῃ, κατέθετο ἐν τάφῳ
τὸν παρέχοντα πᾶσι ζωὴν αἰώνιον καὶ τὸ μέγα ἔλεος. 


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΚΡΟΠΟΛΙΤΗΣ


Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ 

Ο κηπουρός του τάφου, γέροντας αγαθός,
αυτός που παραστάθηκε στα ογκώδη γεγονότα,
και στις πρωινές οράσεις των γυναικών,
σε όλες τις ανοιξιάτικες καλωσύνες
όχι απαθής, αλλά μεστός (γέροντα καθώς ήτο)
έμενε κι' ασυγκίνητος εν μέρει τους φαινόταν.

Αλλά η  ψυχή του ακέραια δίχως ν' αναλωθεί
σε άκαιρες πράξεις ή σε λόγια περισσά,
ωρίμασε σε πλήρη ιδέα της θεογνωσίας.

Μελέτες, περιδιάβασες, μετεωρισμοί,
αιώνων απασχόληση για ν' αποβεί
κάποτε ανέβασμα ψυχών των νέων παιδιών,
πολλάκις άκαρπη, πάντοτε μισερή,
-ηλιοδαρμός και πάμπλουτη αχτινοβολία,
βίαιο χύμα κάδου της χρυσής βροχής
και ποντισμός πολλού φωτός, πλούσιων βολίδων
απόβηκε στον γέροντα η εωθινή
μύηση σε κόσμους εχτεινόμενους
από τα βάθη των ταρτάρων και του ίσκιου,
ως με την όλη ουσία του ύψους και της θεότητας,
με διάμεσα περιβόλια καλωσύνης,
ανθώνες τέρψεως και τρυφής και κελαηδήματα
πουλιών ωραία, χρωματιστών, που προϋπαντούνε
ψυχές που αιφνίδια ανθίσανε, γερόντων έστω,
σ' αιφνίδια και φλογώδη Αποκάλυψη του Μυστηρίου.

ΙΕΡΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Ποιος θάλεγε την Κυριακή τη βαγιοφόρα,
τότε που ο Κύριος πέρασε σιμά μας
καθισμένος στον πώλο του κι' ευλόγα,
πως θα δραματιζόταν τέτοιο πάθος;

Ποιος θάλεγε, πως τα παιδιά που ψέλναν
κι' οι ώριμοι που στρώναν τις μαντύες,
πως θα τον καταριόνταν σε τρεις μέρες
και θα ζητούσαν το σταυρόν απ' τους αρχόντους;

Πράξες μονάχα μυστικές προλέγαν
σαν βελουδένια όνειρα της νύχτας,
πως μιαν αγάπη, μια θυσία και μια συγγνώμη
προτίθετο τα ελέη της να σκορπίσει.

Γυναίκες ήσαν εαρινές, που κλείναν μύρα
και τάχυναν στ' αέρινα ποδάρια,
αυτές, που σούρνοντο μετά στα περιβόλια
ν' ανθοκομήσουν για το νεκρό Σώμα.

Γυναίκες ήσαν, και βαθύχρωμοι πανσέδες
οι νύχτες τους, το κρυφό βάρος τ' ομορφαίναν
και το φωτίζαν, πλάθαν, συγκροτούσαν
σε πράξες της ευλαβικής ημέρας.

Γυναίκες ήσαν, που όσο κι' αν χωρίζαν
τις μοίρες τους, (κι' η μια ξεχνιέται σ' έγνοιες,
κι' η άλλη διαλέγει την καλή μερίδα),
όμως κι' οι δυο τους τη θανή δουλεύαν).

Χριστέ μου, ας γίνει κι' οι ψυχές μας νάχουν
συμπόνιες, σαν εκείνες τις γυναίκες.
να μαλακώσουν οι έχθρητες. και να δεχθούμε
μιαν άξια Ανάσταση, πολύ γαληνεμένη.

Τ..Κ.ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ