Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Τότε που η νύχτα γίνεται πιο φωτεινή


Στις 30 Ιανουαρίου, έχουμε διπλή γιορτή στο νησί μας με τον εορτασμό των Τριών Ιεραρχών και της επετείου της Ευρέσεως της Ιεράς εικόνας της Παναγίας μας, αναβιώνοντας το έθιμο «Φαναράκια».
Η μοναχή Πελαγία από το μοναστήρι της Παναγίας των Αγγέλων στο Κεχροβούνι, είδε ένα όνειρο που επαναλήφθηκε τρεις συνεχόμενες Κυριακές τον Ιούλιο του 1822 και υποχρέωσε τους Τηνίους να σκάψουν στο σημείο που υπέδειξε στη μοναχή η Παναγία για να βρουν την εικόνα.
Κάθε χωριό είχε αναλάβει να σκάβει με τη σειρά ξεκινώντας στις 23 Ιουλίου 1822. Ήταν τέλη Ιανουαρίου 1823 και ήταν η σειρά των Φαλαταδιανών να σκάψουν όταν η αξίνα του Εμμανουήλ Μάτσα ή Σπανού έπεσε επάνω στην εικόνα της Παναγιάς.
Η είδηση έφθασε σε κάθε σημείο του νησιού και αμέσως όλοι οι Τήνιοι παράτησαν κάθε ασχολία και έτρεξαν να δουν και να προσκυνήσουν την εικόνα. Επειδή νύχτωνε πήραν μαζί τους όλοι κι από ένα λαδοφάναρο και εκείνη τη νύχτα όλα τα σοκάκια και τα μονοπάτια του νησιού γέμισαν φώτα.


Το Έθιμο «Φαναράκια»

Από τότε, μαζί με τον εορτασμό της εικόνας, καθιερώθηκε και η λαμπαδηφορία, γνωστή ως «Φαναράκια», όπου συμμετέχουν όλοι οι Τήνιοι. Κάθε 30 Γενάρη η νύχτα είναι πιο φωτεινή.
Νωρίς το απόγευμα της παραμονής, κόσμος πολύς αρχίζει να συγκεντρώνεται στο μεγάλο προαύλιο της εκκλησίας της Μεγαλόχαρης. Ο κύριος λόγος όμως ανήκει στη νεολαία του νησιού και στους μαθητές όλων των σχολείων της Τήνου, οι οποίοι ξεκινούν από τα σχολεία τους και καταφτάνουν στον περίβολο της Παναγίας μαζί με τους ντόπιους αλλά και όσους επισκέπτες βρίσκονται στο νησί με τα φαναράκια τους στα χέρια.
Κάθε Τήνιος έχει το δικό του φαναράκι. Ξύλινα σκαλιστά φαναράκια που απεικονίζουν την Παναγία, την «Έλλη», καράβια και ό,τι σχέδιο βάζει ο νους. Γύρω είναι τυλιγμένα με πολύχρωμες ζελατίνες για να μη σβήνει το κεράκι από τον αέρα. Για να μη συμβούν απρόοπτα κρέμονται από ψηλά ξύλινα κοντάρια που κρατούν οι κάτοχοί τους.


Κατά τη λαμπαδηφορία ανάμεσα στα σοκάκια της Χώρας σχηματίζεται ένα εντυπωσιακό πολύχρωμο ποτάμι μέσα στη νύχτα, ήχοι από το «Δεύτε Τήνιοι πολίτες να πανηγυρίσομεν...» ακούγονται από τα στενά και ο νυχτερινός ουρανός φέγγει από τα βεγγαλικά που ρίχνουν τα αγκυροβολημένα πλοία στο λιμάνι.
Μετά το τέλος της πομπής φτάνοντας στον Ιερό Ναό των Τριών Ιεραρχών, σαν έθιμο τα παιδιά έσπαγαν με τα κοντάρια τους τις ζελατίνες από τα φαναράκια των συμμαθητών τους περιμένοντας την επόμενη χρονιά που θα τα έφτιαχναν για τον νέο εορτασμό.

κείμενο: TINOS MAGAZINE
φωτογραφίες: Έβελυν Φώσκολου

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Η διάσωση ενός εγκλήματος


Πώς διασώζεις ένα έγκλημα; Αποσπώντας την προσοχή από απάνω του. Τότε εδραιώνεις την επιμήκυνσή του. Τότε το καθιερώνεις έως ότου της αδιαφορίας. Τότε το νομιμοποιείς. Γιατί ουδέν καταλυτικότερον της συνήθειας της όποιας καθημερινότητας. Το διασώζεις, αφήνοντας τα φίδια να περιζώσουν τον καθένα χωριστά και να τον κλείσουν στον πανικό του μισοάδειου ψυγείου του, στον κοπετό της δανειο-ευμάρειας ή της χλιδής των παχυλών μισθών που αιφνίδια και ανεπιστρεπτί έχασε, στην κοντόφθαλμη ασφάλεια των αποθεμάτων του καταψύκτη του, στην ψευδοεπανάσταση των επικείμενων αξιολογήσεών του, στην ποταπή και εγωκεντρική αυλή του σπιτιού του. Κλείνοντάς τον στο μπαλκόνι του και στον ακάλυπτό του.

Το διασώζεις, διασπώντας τα μέλη από τον κορμό, σπέρνοντας φαρμάκια στο κάθε χωράφι χωριστά, επιμένοντας υποδορίως στα έξωθεν και τα έσωθεν ζιζάνια που θα το ταλανίσουν.

Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν. Άνθρωποι καταπίνονται. Η ψυχή ντύνεται, γδύνεται, βρέχεται, υποφέρει. Έγραφε ο ποιητής Κρίτων Αθανασούλης. Η ψυχή επιμένει. Κυλά περιμένοντας από γωνιά σε γωνιά. Από όνειρο σ' όνειρο. Δεν έχει άλλη δύναμη από τη δύναμη να περιμένει. Δεν έχει άλλη ελπίδα από τη δύναμη της ελπίδας. Δεν έχει άλλη δύναμη από τη δική της -ανέλπιστη- παρουσία. Οι λέξεις δεν έπαψαν να μαρτυρούν. Και όσο υπάρχει το "ανέλπιστο", δεν μπορεί παρά να υπάρχει και η ελπίδα.

Για τούτο και δεν παύει να περιμένει. Και να ελπίζει. Εκείνον ή εκείνους που απάνω της θα λυγίσουν και θα της σταθούν. Που θα την απαγκιάσουν. Τούτη η ελπίδα καταρρέει τελευταία.

Ψυχές στα πεζοδρόμια του σήμερα, ψυχές μέσα στη θάλασσα. Ναυαγοί στη στεριά, ναυαγοί και εκεί. Η ελπίδα ψυχορραγεί. Όσο το χέρι δεν την εγγίζει, η ελπίδα ψυχορραγεί. Η φωνή του Σκιαθίτη μας εγγίζει ως το χέρι εκείνο που λαμπαδηφορεί την ελπίδα. Δεν τη φέρνει. Την υποδείχνει όμως. Την υπογραμμίζει μονάχα, ως οδοδείκτη στον οποίο οφείλει κανείς να επιστρέψει και να τον ακολουθήσει -τυφλά σχεδόν- με τη βεβαιότητα πως είναι η μοναδική βεβαιότητα που υπάρχει ακόμα στον κόσμο, η ανθρωπιά μονάχα. Και η δική της εγρήγορση. Και η δική της εκ θεμελίων επανάσταση. Η μόνη και πανάκριβη επανάσταση που μπορεί να αξιωθεί ο κόσμος:

«Ἐβάδιζον μὲ τὴν ἀσθενῆ ἐλπίδα ὅτι θὰ ὑπῆρχε σιμὰ κάπου, ἂν ὄχι καλύβη χωρικοῦ, τοὐλάχιστον μανδρίον ποιμένος, καὶ ὅτι θὰ εὕρισκον ψυχὴν συμπονοῦσαν εἰς τὴν δυστυχίαν των».

 «Ἔ! Δὲν εἶναι ἄνθρωποι ἐδῶ;».

Όμως άνθρωποι δεν ήταν. Και πώς να ήταν δηλαδή; Κλεισμένοι στον κλοιό του ο καθένας και στο εγωπαθές του σύμπαν, έχοντας λησμονήσει προ πολλού τη σύσπαση εκείνη της ψυχής που λέγεται συμπόνια ή ευσπλαχνία και που υπάρχει εκ γενετής στον καθένα. Σε κατάσταση χειμερίας νάρκης, αν και εν δυνάμει, σε κατάσταση από μηχανής θεού που χαλάει το μηχάνημά του.

Αδυνατεί ο νους να χωρέσει  την ανθρώπινη τραγωδία, τις χιλιάδες που αγνοούμε και τις ελάχιστες που μας φτάνουν. Αδυνατεί να χωρέσει την εικόνα του χεριού που δεν απλώθηκε, για να χωρέσει και να σώσει το άλλο. Αδυνατεί να χωρέσει την εικόνα του χεριού που έσπρωξε, που εγκατέλειψε, που βύθισε, που δεν έστερξε. Αδυνατεί να συμφιλιωθεί με το άδικο πένθος που πλάκωσε, με το φαρμάκι της απονιάς και της ασπλαχνίας, με το ψεύδος που έδραμε ως τελειωτικό χτύπημα να περιτυλίξει τις καταστάσεις. Αδυνατεί να χωρέσει το γεγονός ότι η Κόλαση που βρήκαν οι ναυαγοί στο Φαρμακονήσι ήταν χειρότερη από αυτήν που άφησαν.

Αδυνατεί να χωρέσει την υποκρισία των όσων δε δίστασαν να εκμεταλλευτούν για μια ακόμα φορά την ανθρώπινη ζωή, προκειμένου να αλιεύσουν μια ακόμη πολιτική αιχμή. Αδυνατεί να εντάξει στο ανθρώπινο είδος τα κοράκια εκείνα των κομμάτων που δε διστάζουν προκειμένου να αφαρπάξουν τις εντυπώσεις, να τις εκμαιεύσουν ή να τις κατασκευάσουν. 

Χριστούγεννα 2013 ανήμερα. Στη Σταδίου απάνω τα πρόχειρα στρώματα έχουν ήδη στρωθεί στα πεζοδρόμια. Λίγο προτού την εκπνοή της μέρας διασχίζω τις έκθετες μορφές με μια δυσκολία που τις κοιτάζω. Ένας νέος άντρας κουλουριασμένος, έχει ήδη αποκοιμηθεί, τείνοντας το χέρι με το άδειο πλαστικό ποτήρι από τη συνήθεια της μέρας και μέσα στον ύπνο του, το χέρι λυγισμένο από τον ύπνο που τον είχε βρει, και μια υγράδα δίπλα απ' τα χείλη, ανθρώπου που αποκοιμήθηκε βαριά και που δεν είναι μάνα ή αγαπημένη δίπλα, τη δροσιά τούτη να τη σκουπίσει και κάπως να την απαλύνει. 

Ιανουάριος 2014. Ανήμερα του σήμερα. Το άδικο που ενέσκηψε, το άδικο που επιστρέφει, θα σκιάσει ανεπούλωτα την πορεία τούτου του τόπου, καθώς το είπε πολλά προ Χριστού χρόνια ο Ησίοδος, που δεν ήταν παραμυθάς όπως ο αγαπημένος Όμηρος, αλλά δάσκαλος αγαπημένος εξίσου. 

"Όποιος δεχτεί και ομολογεί το δίκαιο, όπου το αναγνωρίσει,
σ' αυτόν ο Ζευς, με τ' άγρυπνό του μάτι, την ευτυχία χαρίζει.
Αν όμως κάποιος ψευδομαρτυρήσει με τη θέλησή του,
και παραβεί τον όρκο του, αν το δίκαιο βλάφτει
και τυφλώνεται με τύφλα αγιάτρευτη, αυτού η γενιά
θα πάει χαμένη και μελλοντικά θα σβήσει"

Ησίοδος, Εκλογές από τον Ησίοδο (μτφρ.Δ.Μαρωνίτη), Το Ροδακιό

Ακολούθησε ο Χριστός, για να εδραιώσει τη δικαιοσύνη στην Ανατολή μα και στον κόσμο της Δύσης, έναν κόσμο που εντούτοις λιποτάκτησε προς την απλωσιά και την ευκολία του δρόμου της κατανάλωσης, που εξακολουθεί να πεινά και να διψά, να τρέφεται μονάχα από αυτό που δεν έχει, από Εκείνον που δεν έχει, και να το αγνοεί:

«Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται »


Ακούγεται μακρόθεν η φωνή του Ρώσου "η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο". Η ομορφιά της ψυχής και η δική της καλοσύνη. Η αγάπη θα σώσει τον κόσμο. Και τούτη είναι η ύστατη και η μοναδική ελπίδα του κόσμου πια. Και του καθένα χωριστά.

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Το σχεδόν ακίνητο μιας αιωνιότητας

 

"Μόνο στην ποίηση καταλαβαίνει ο κόσμος τον έρωτα. Στη ζωή την καθημερινή τον αποκαλούν βραχνάδα και του προσφέρουνε μια καλή κουταλιά απ' αυτό το εμετικό μίγμα που λέγεται κοινός νους".

MARY WEBB, Η αλεπουδίτσα (1917), μτφρ. Άννα Σικελιανού, Νεφέλη 1988

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Η νοσταλγία των παιδιών


Παλιά, όταν ήμουν μικρός και τώρα κάθε Κυριακή πάω στον παππού μου και στη γιαγιά μου που μέναν στη Βέροια. Εκεί περνούσα ωραία. Η γιαγιά με τη μαμά ετοίμαζαν το φαγητό. Εγώ με τον παππού μου παίζαμε ποδόσφαιρο, μου έλεγε ιστορίες και μου έδινε χρήματα. Όταν πήγα στην Α' δημοτικού δυστυχώς ο παππούς μου πέθανε.  Όλα αυτά τα χρόνια νοσταλγώ να τον δω, έστω και μία φορά και ας γινόταν το τέλος του κόσμου. Και τώρα έχουμε στο σπίτι μια κολόνια και ένα πουκάμισο. Αυτά έχουν μια ξεχωριστή μυρωδιά και όταν τα μυρίζω θυμάμαι τον παππού μου.

ΓΙΑΝΝΗΣ

Όταν πήγαμε μια μέρα με τη γιαγιά μου μια βόλτα στο χωριό, είδα ένα μικρό ρυάκι. Εκεί ήταν μια σκιά που καθίσαμε, επειδή ήταν καλοκαίρι και εκεί πάει μια ώρα πίσω. Τότε κανείς δεν είχε ξυπνήσει. Καθώς ακολουθούσα το ρυάκι, είδα πολύχρωμες πέτρες και όταν γύρισα μάζεψα πολλές, για να έχω να θυμάμαι την πατρίδα μου.
Νοσταλγία νιώθω για τον παππού μου, για τους συγγενείς μου, για την πατρίδα μου, για το χωριό μου γενικά

ΕΝΤΙ α

Η νοσταλγία για τον Οδυσσέα ήταν η πατρίδα του, η γυναίκα του, ο Τηλέμαχος, αλλά πιο πολύ η πατρίδα του. Η νοσταλγία για εμένα είναι η πατρίδα μου, το χωριό μου, το σπίτι μου, όταν λείπω, τα ξαδέρφια μου, ο παππούς, η γιαγιά μου, αλλά πιο πολύ σαν τον Οδυσσέα η πατρίδα μου.
Νοσταλγία νιώθω για πολλά, για μερικές στιγμές που ήθελα να τις ξαναζήσω, για ένα παιχνίδι που ακόμα το φτιάχνω από ξύλα εκεί στην πατρίδα μου και για το χωριό μου γενικά.
Όταν πήγαμε μια μέρα με τη γιαγιά μου στο χωριό βόλτα είδα ένα μικρό ρυάκι που εκεί ήταν πρωί κατά τις 7 η ώρα εδώ, γιατί εκεί πάει μια ώρα πίσω, τότε κανείς δεν είχε ξυπνήσει και βλέπω μερικές πέτρες που ήταν πολλά χρώματα, καθώς ακολουθούσα το ρυάκι κι όταν γύρισα είχα μαζέψει πέτρες για να θυμάμαι την πατρίδα μου.
Την τελευταία φορά που πήγα, όταν γύρισα, έφυγα νύχτα και χωρίς να αποχαιρετίσω μερικά πρόσωπα

ΕΝΤΙ β

Για εμένα νοσταλγία σημαίνει να θέλω κάτι που να μην το έχω, όπως έναν άνθρωπο που έχει πεθάνει, έχει φύγει σε άλλη χώρα, έναν άνθρωπο που αγαπάω να θέλω τόσο πολύ να δω.

ΔΗΜΗΤΡΑ

Η νοσταλγία του Οδυσσέα είναι να περπατήσει στης πατρικής του γης το χώμα, ας δει τον καπνό της Ιθάκης ψηλά στον ουρανό και ας πεθάνει. Νοσταλγία για εμένα είναι που πέθανε ο παππούς μου, αλλά ήμουν Α’ Δημοτικού και δεν τον θυμάμαι καλά. Ελπίζω πως στην Δεύτερη Παρουσία του Χριστού που θα αναστηθούν όλοι, θέλω να έρθει και να με αγκαλιάσει, έστω για τελευταία φορά.

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ

Ο Οδυσσέας νοσταλγεί τόσο πολύ την πατρίδα του, που έστω καπνό της ν’ ανεβαίνει λαχταρούσε να δει και ας πέθαινε. Με εντυπωσιάζει πολύ αυτό που νιώθει ο Οδυσσέας, επειδή είναι κάτι το τόσο δυνατό, το τόσο αληθινό. Νοσταλγία για εμένα σημαίνει κάτι παρόμοιο με αυτό του Οδυσσέα, ίσως λιγότερο δυνατό. Νοσταλγώ πολλά πράγματα, αμέτρητα.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ

Η νοσταλγία του Οδυσσέα ήταν για την επιστροφή στους δικούς του και για την πατρίδα. Εγώ νοσταλγώ το χωριό μου που κατεδαφίστηκε.

ΓΙΩΡΓΟΣ

Ο Οδυσσέας νοσταλγεί να δει την πατρίδα του, έστω και τον καπνό της πατρίδας του να ανηφορίζει και ας πεθάνει, δηλαδή θέλει τόσο πολύ να δει την πατρίδα του που όταν τη δει ας πεθάνει. Νοσταλγία για μένα σημαίνει να θέλεις να δεις κάποιους και να μην μπορείς.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

Ο Οδυσσέας νοσταλγούσε να φτάσει σπίτι του. Γι α μένα νοσταλγία είναι ότι θέλω να δω για μια τελευταία φορά τη γιαγιά μου που πέθανε.

ΘΕΜΗΣ

Νοσταλγία για εμένα είναι το σπίτι μου, γιατί εκεί μεγάλωσα

ΧΑΡΗΣ

Ο Οδυσσέας ένιωθε νοσταλγία για την οικογένειά του και κυρίως για την πατρίδα του (να δει καπνό ν΄ ανηφορίζει και απελπισμένος εύχεται το θάνατο). Νοσταλγία νιώθω για τον παππού μου τον Χρήστο που πέθανε.

ΧΡΗΣΤΟΣ

Ο Οδυσσέας νοσταλγεί την πατρίδα του όπως και εμείς κάποια άλλα πράγματα. Νοσταλγία σημαίνει να θέλεις να ξαναζήσεις κάτι όπως σε έναν τόπο ή να ξαναδούμε κάποιο πρόσωπο. Εγώ νοσταλγώ τον παππού μου, ο οποίος έχει φύγει λόγω δουλειάς σε μια άλλη χώρα. Τώρα όσο μπορούμε τον επισκεπτόμαστε μία φορά τους δυο μήνες. Θα ήθελα πολύ ο παππούς μου να ξανάρθει εδώ, να τον δω, να τον αγκαλιάσω

ΜΗΝΑΣ

Ο Οδυσσέας νοσταλγεί την πατρίδα του, την οικογένειά του, τους δούλους και τις δούλες του, το γιο του, αντίθετα με εμένα που δεν νοσταλγώ κάτι ή κάποιον

ΓΙΑΝΝΗΣ

Νοσταλγία για εμένα σημαίνει επιθυμία, όταν δηλαδή επιθυμώ κάτι πάρα πολύ

ΣΩΤΗΡΙΑ

Νοσταλγία για μένα είναι να έχω τα απαραίτητα πράγματα για να ζήσω

ΔΕΣΠΟΙΝΑ

Πεθυμούσε τόσο πολύ την πατρίδα του που ήθελε να δει μονάχα καπνό από την πατρίδα του και να πεθάνει. Νοσταλγία λέξη σημαντική μόνο αν την χρησιμοποιούμε σωστά

ΦΩΤΕΙΝΗ

Ο νόστος του Οδυσσέα είναι ότι επιθυμούσε την Ιθάκη και δεν μπορούσε να πάει σε αυτήν. Νόστος για εμένα σημαίνει κάτι που επιθυμώ και δεν μπορώ να το έχω

ΘΑΝΟΣ

Νοσταλγία σημαίνει να λαχταράς την πατρίδα σου που τόσο αγαπάς

ΝΙΚΟΣ

Για μένα νοσταλγία είναι όταν θέλω να παίξω ποδόσφαιρο και δεν με αφήνουν

ΚΑΤΕΡΙΝΑ

Ο Οδυσσέας ήθελε να δει καπνό από την πατρίδα του και να πεθάνει. Και εμείς όταν πεθάνει ένας δικός μας άνθρωπος, θέλουμε να τον αγκαλιάσουμε και να τον φιλήσουμε

ΤΑΣΟΣ

Για μένα νοσταλγία είναι η ελευθερία, η οικογένεια και η ειρήνη

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ

Νοσταλγία για τον Οδυσσέα ήταν η ανάγκη του να επιστρέψει στην Ιθάκη με τους δικούς του. Για μένα νοσταλγία είναι ότι σκέφτομαι κάτι που πέρασε είτε ήταν οδυνηρό είτε ήταν χαρούμενο

ΙΟΡΔΑΝΗΣ α

Νοσταλγία είναι κάτι που σκεφτόμαστε από το παρελθόν και νιώθουμε βαθύ πόνο είτε γιατί ήταν πολύ οδυνηρό είτε γιατί ήταν πολύ όμορφο και πέρασε. Κάθε φθινόπωρο νοσταλγώ το ξέγνοιαστο καλοκαίρι που πέρασε

ΙΟΡΔΑΝΗΣ β

Ο Οδυσσέας νοσταλγούσε θέλοντας αλλά μην μπορώντας να φτάσει στην πατρίδα του. Εγώ πιστεύω πως η νοσταλγία σημαίνει να προσπαθείς να κάνεις κάτι, αλλά να μην τα καταφέρνεις ή να μη γίνεται

ΓΙΑΝΝΗΣ

Νοσταλγία σημαίνει όταν θυμηθείς κάτι από παλιά και στεναχωριέσαι, όπως ο Οδυσσέας

ΣΙΜΟΣ

Νοσταλγία είναι για εμένα αυτός ο βαθύς πόνος που νιώθει κάποιος όταν θέλει να κάνει κάτι ή να δει κάτι και δεν μπορεί

ΜΑΙΡΗ

Για τον Οδυσσέα η νοσταλγία του ήταν σαν τελευταία επιθυμία, γιατί του έφτανε να δει καπνό από την πατρική του γη και ας πέθαινε. Για εμένα η νοσταλγία είναι σαν ένα κομμάτι του εαυτού μου να λείπει

ΣΟΦΙΑ

Η νοσταλγία κατά τη γνώμη μου είναι ένας πόνος στην καρδιά. Μια μελαγχολία και πιστεύω πως για να το αντέξει κάποιος αυτό πρέπει να είναι δυνατός

ΑΝΝΑ

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

"Ο Έλλην βρυκόλαξ" στα κοντά

 


«- Πές μου τί στέκεσαι Θανάση, ὀρθός,
βουβὸς σὰ λείψανο, στὰ μάτια μπρός;
Γιατί Θανάση μου, βγαίνεις τὸ βράδυ;
     Ὕπνος γιὰ σένανε δὲν εἶν᾿ στὸν Ἅδη;
»

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Μέσα από ένα ταξίδι έρευνας στη μεσαιωνική και νεότερη ελληνική γραμματεία, η παράσταση, Ο  Έλλην Βρυκόλαξ επιχειρεί να μας φέρει σε επαφή με αυτά τα μυστηριώδη όντα, όπως τα συναντά κανείς στο έργο ξένων περιηγητών, λαογράφων, ποιητών αλλά και στις μαρτυρίες απλών καθημερινών ανθρώπων μέσα από τοπικές εφημερίδες ή αστικούς μύθους.

Τρεις ηθοποιοί με κύριο όργανό τους την μουσικότητα του λόγου αλλά και το σώμα τους δίνουν θεατρική υπόσταση σε κείμενα κατεξοχήν αφηγηματικά.

Ποιος είναι λοιπόν ο Βρυκόλακας του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη; Τι είδαν οι ξένοι περιηγητές στην προεπαναστατική νησιωτική, κυρίως, Ελλάδα; Τι κρύβουν οι αστικοί μύθοι της νεότερης Ελλάδας; Ποιος είναι ο Νεκρός αδερφός της δημοτικής μας ποίησης;

Η παράσταση «Ο Έλλην Βρυκόλαξ» μας αποκαλύπτει μία σκοτεινή μεταφυσική παράδοση στη σκιά του ελληνικού φωτός, όπου οι βρυκόλακες ή αλλιώς και βορβόλακες, στοιχειώνουν τις νύχτες της ελληνικής υπαίθρου, ενώ αυτό που φοβούνται περισσότερο και από τον ήλιο είναι το νερό της θάλασσας.

Κι ακόμη μας ξεναγεί στα άδυτα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά καθώς η παράσταση από σκηνή σε σκηνή μεταφέρει τους θεατές από τον ένα χώρο του θεάτρου στον άλλο.

Σκηνοθεσία – Διασκευή Κειμένων: Κωνσταντίνος Ντέλλας

Παίζουν: Μαρία Μπαγανά, Κωνσταντίνος Ντέλλας, Έλενα Γεωργίου

Πρωτότυπη μουσική – Επεξεργασία Ήχου: Παναγιώτης Γεωργοκώστας

Ενδυματολογική Επιμέλεια: Ντιάνα Νοτάρογλου

Έναρξη παραστάσεων: Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Επιφάνειος αποσπερίτης


«Η αλήθεια, για να υπάρχει, δεν έχει ανάγκη μήτε να τη διούμε, μήτε μάλιστα να ξέρουμε την ύπαρξή της. Η αλήθεια μοιάζει με τα μακρινά τ’ άστρα που δε φαίνουνται μέσα στον ουρανό, κι ωστόσο λάμπουν ολομόναχα, κι ας μη τα βλέπει κανένας!»

Γιάννης Ψυχάρης

από το Λεξικό Νεοελληνικών Παραθεμάτων και Αφορισμών (επιμ. Γ.Π. Σαββίδης)

www.snhell.gr/references/quotes/writer.asp?id=353