Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Η παραμυθία της γραφής


Μέσα από το γράψιμο ανοίγεται η ψυχή και η καρδιά του ανθρώπου δείχνοντας το τι είναι στην πραγματικότητα και όχι το τι είναι στην καθημερινή ζωή του. Απελευθερώνεται από αυτά που τον βασανίζουν και τον τρώνε κάθε μέρα που αν και θέλει να τα πει δεν μπορεί. Επομένως το γράμμα είναι ένας τρόπος για να ανοίξεις την ψυχή σου και να τα γράψεις όλα. Στην ουσία η ψυχή του ανθρώπου είναι  ενα ηφαίστειο που αν βρει έξοδο και γενναιότητα εκείνη την στιγμή θα εκραγεί και όλα αυτά που χρόνια σκεφτόταν, θα γραφτούν όλα πλέον πάνω σε ένα χαρτί. Όμως δεν είναι πάντοτε που μέσα στο γράμμα τα λέμε όλα, μερικές φορές γράφουμε απλώς για να έχουμε αυτόν που απευθυνόμαστε κοντά μας και ζωντανό στο μυαλό μας.  

 ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΛΙΑΝ
Α' γυμνασίου

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

Το ανήμπορό μας


Διαβάζω τα τραγελαφικά των ημερών στον τοπικό τύπο. Από τη μια διασωστικές και άλλες εθελοντικές ομάδες μαζεύουν κιβώτιο κιβώτιο, εβαπορέ το εβαπορέ, κριθαράκι το κριθαράκι, τρόφιμα και ρούχα για τους αδελφούς στην Κεφαλλονιά, μα και για κείνους δίπλα μας. Από την άλλη 180.000 ευρώ παραχωρήθηκαν για το καρναβάλι του Νομού, της πόλης της Κοζάνης δηλαδή, και γίναν σερπατίνες, φανοί, κιχιά και κομφετί. Και οίνος βέβαια -όπως και αρμόζει στα ξεφαντώματα, στα υψηλά γλέντια. 

Τούτο δεν είναι μονάχα τραγικό. Είναι και εφιαλτικό. Είναι και το ανήμπορό μας απέναντι σε αυτό το εμετικό πράμα που καλείται εξουσία και που κάνει ό,τι θέλει εν όψει μάλιστα του Μαϊου. Οι Αποκριές, ένα επιπλέον αλώνι που προσφέρεται για την αλίευση ψηφοφόρων και μετά τις βασιλόπιτες και προτού τα πανηγύρια του θέρους. Δώσε για να πάρεις. Οι άποροι, οι άστεγοι, τι να σου δώσουν;

Θα ανακαλέσω την ομηρική Ναυσικά, γιατί την έχουμε απόλυτη ανάγκη, την ευγένεια, την καλοσύνη, την ευθύνη, την ωριμότητά της απέναντι στην ανάγκη του Άλλου, του άγνωστου, του ανοίκειου, του αναγκεμένου απλώς. Να μας συνδέσει με τη σκληρότητα του σήμερα, τη βαθιά και ουσιαστική αδιαφορία για αυτό που γίνεται ή δε γίνεται στη διπλανή πόρτα. Για αυτό που υπάρχει ή δεν υπάρχει. Για το ψωμί που ναι ή για το ψωμί που δεν:

"Όλοι οι φτωχοί κι οι ξένοι είναι του Δία αποσταλμένοι
ακόμη κι αν τους δώσεις κάτι λίγο,
νομίζεται καλόδεχτο" 

ραψωδία ζ, στ.254

Θα ανατρέξω στον Ματθαίο τον Ευαγγελιστή και της Κυριακής το ανάγνωσμα, της Απόκρεω, που μόλις πέρασε. Το πώς συνδέονται μεταξύ τους μας αφήνει ενεούς τουλάχιστον. Και από την άλλη μια βαθιά παρηγοριά μας διασχίζει για αυτό το μήνυμα που κουβαλάν απάνω τους όλοι οι αιώνες, το μοναδικό που διασώζεται και σώζει εντέλει, το μήνυμα της αγάπης προς τον πλησίον, τον φτωχό, τον ξένο, τον άρρωστο, τον φυλακισμένο. Τον γυμνό.
Το μήνυμα της ελπίδας που από αλλού έρχεται. Όχι από εκεί που θα' πρεπε. Από εκεί που δεν το πιάνει το μάτι τ' ανθρώπου. Από τα χαμηλά έρχεται. Η αγάπη έρχεται από τα χαμηλά. Η αγάπη σκύβει για να φτάσει. Η αγάπη σώζει και σώζεται. Η αγάπη απλώνει σα δέντρο. Απάνω της είναι που κουρνιάζουν χιλιάδες τα πουλιά.

[...] τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με,  γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με. τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σε;  καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. 

τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε

Ματθ. κε’ 31-46

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Ο μοναχικός θρήνος


Μοναχικός θρήνος κάποτε ο χορός σε ώρες εσωτερικού πένθους, το πένθος εκείνο της καρδιάς του Βιζυηνού, που έχει ανάγκη να εξέλθει και εξέρχεται μέσα από το σώμα. Γιατί η ψυχή ποτέ μονάχη δεν πονά. Χοροί κυκλικοί αλλά και μοναχικοί. Χοροί κυκλικοί που γίνονται μοναχικοί. Αλλά και οι άλλοι, στο σχήμα του σταυρού ή της πτήσης. Σαν ανοίξει ο άνθρωπος τα χέρια, ύστατη προσπάθεια της ψυχής για να πετάξει. Το σώμα καρφωμένο να πετάξει.

Το παρακάτω άρθρο χρόνια πριν το είχα ξανασυναντήσει. Έτυχε και το βρήκα ξανά μπροστά. Το καταθέτω για την αλήθειά του. Για αυτόν το μοναχικό θρήνο που διασώζει. Μα και ο Αγγελόπουλος. Γι' αυτό το θρήνο της φυλής που επίσης διασώζει. Πόσο παράδοξο να φαίνεται ζεϊμπέκικο και να μην είναι. Ο θρήνος να είναι εντούτοις που το ένα εμπλέκεται μέσα στο άλλο. Αλληλοπεριχώρηση το λένε, αλλού όμως και κατ' ουσίαν αλλιώς. Στον Πόντο σαν ανοίξεις τα χέρια πονάς. Πενθείς βαθιά. Στη Δυτική Μακεδονία έχει να κάνει με τη δύναμη, τη λεβεντιά ίσως. Στην Κρήτη είναι η χαρά. Στην Ήπειρο τα χέρια δεν ανοίγουνε ποτέ σε τούτο το σχήμα. Για τούτο ίσως το πένθος μιας πατρίδας περιδινείται γύρω και μέσα στο πένθος του ζεϊμπέκικου -και το αντίστροφο.

"Το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται. Δεν έχει βήματα· είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται.
Είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε. Η περιγραφή της προετοιμασίας είναι σαφής:

Παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι,
ρίξε μια γλυκιά πενιά,
σαν γεμίσω το κεφάλι,
γύρνα το στη ζεϊμπεκιά.
(Τσέτσης) 

Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του· αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο ο οποίος εκφράζει σε κάποιον βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι' αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δεν σαλτάρει ασύστολα δεξιά κι αριστερά· βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που και ο τραγουδιστής ανασαίνει.
Ο σωστός χορεύει άπαξ· δεν μονοπωλεί την πίστα. Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία.
Τα μεγάλα ζεϊμπέκικα είναι βαριά, θανατερά:

Ίσως αύριο χτυπήσει πικραμένα
του θανάτου η καμπάνα και για μένα.
(Τσιτσάνης)

Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου,
όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατό μου.
(Βαμβακάρης) 

Το ζεϊμπέκικο δεν σε κάνει μάγκα*· πρέπει να είσαι για να το χορέψεις. Οι τσιχλίμαγκες με το τζελ που πατάνε ομαδικά σταφύλια στην πίστα εκφράζουν ακριβώς το χάος που διευθετεί η εσωτερική αυστηρότητα και το μέτρο του ζεϊμπέκικου.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι· απάδει προς το πνεύμα. [...]
Είναι χορός μοναχικός. Όταν το μνήμα χάσκει στα πόδια σου, ο τόπος δεν σηκώνει άλλον. Είναι προσβολή να ενοχλήσει μια ξένη κι απρόσκλητη παρουσία. Γι' αυτό κάποιοι ανίδεοι αριστεροί διανοούμενοι ερμήνευσαν την επιβεβλημένη ερημία του χορού με τα δικά τους φοβικά σύνδρομα· αποκάλεσαν το ζεϊμπέκικο «εξουσιαστικό χορό», που περιέχει, δήθεν, μια «αόρατη απειλή». Είδαν, φαίνεται, κάποιον σκυλόμαγκα να χορεύει και τρόμαξαν. Όμως, και έναν κυριούλη αν ενοχλήσεις στο βαλσάκι του, κι αυτός θα αντιδράσει.

Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός. Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων· είναι προσβολή γι' αυτόν που τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άντρα και δεν μπορεί να το δεχτεί. Και στο μάτι δεν κολλάει.
Μια γυναίκα δεν είναι μάγκας· είναι θηλυκό ή τίποτα. Κι ένας άντρας, πρώτα αρσενικό και μετά όλα τ' άλλα. Αυτό είναι το αρχέτυπο. Κι αν το εποικοδόμημα γέρνει καμιά φορά χαρωπά, η βάση μένει ακλόνητη. Εξαιρούνται οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας που μπορεί να έχουν προσωπικά βάσανα: χηρεία ή πένθος για παιδιά. (Κι όμως είδα σπουδαίο ζεϊμπέκικο από δύο γυναίκες· τη Λιλή Ζωγράφου, που αυτοσχεδίαζε έχοντας αγκαλιάσει τον εαυτό της από τους ώμους με τα χέρια χιαστί σαν αρχαία τραγωδός· και μια νεαρή πουτάνα σε ένα καταγώγιο των Τρικάλων, πιο αυτεξούσια απ' όλους τους αρσενικούς εκεί μέσα.)
Η μεγάλη ταραχή είναι οι χωρικοί. Σε πλατείες χωριών, με την ευκαιρία του τοπικού πανηγυριού ή άλλης γιορτής, κάτι καραμπουζουκλήδες ετεροδημότες χορεύουνε ζεϊμπέκικο στο χώμα· προφανώς για να δείξουνε στους συγχωριανούς τους πόσο μάγκες γίνανε στην πόλη. Οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν έχουν μπει στο νόημα κι ούτε μπορούν να εννοήσουν. Τα δικά τους ζόρια είναι κυκλικά· έρχονται, περνάνε και ξαναέρχονται σαν τις εποχές του χρόνου. Δεν είναι όλη η ζωή ρημάδι. Γι' αυτό χορεύουν εξώστρεφα, κάνουν φούρλες, σηκώνουν το γόνατο ή όλο το πόδι, κοιτάνε τους γύρω αν τους προσέχουν, χαμογελάνε χορεύοντας. Μιλάνε με τον Θεό των βροχών και του ήλιου, όχι τον σκοτεινό Θεό του χαμόσπιτου και των καταγωγίων.
Δεν γίνεται καν λόγος για το τσίρκο που χορεύει επιδεικτικά, σηκώνει τραπέζια με τα δόντια και ισορροπεί ποτήρια στο κεφάλι του. Ή τη φρικώδη καρικατούρα ζεϊμπέκικου που παρουσιάζουν οι χορευτές στις παλιές ελληνικές ταινίες και προσφάτως στα τηλεοπτικά σόου.
Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια. Το πολύ να χτυπήσει το δάπεδο με το χέρι «ν' ανοίξει η γη να μπει». Και, όσο χορεύει, τόσο μαυρίζει. Πότε μ' ανοιχτά τα μπράτσα μεταρσιώνεται σε αϊτό που επιπίπτει κατά παντός υπεύθυνου για τα πάθη του και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς τη μοίρα και το θείο.
Τα παλαμάκια που χτυπάνε οι φίλοι ή οι γκόμενες καλύτερα να λείπουν. Ο πόνος του άλλου δεν αποθεώνεται. Το πιο σωστό είναι να περιμένουν τον χορευτή να τελειώσει και να τον κεράσουν. Να πιούνε στην υγειά του· δηλαδή να του γιάνει ο καημός που τον έκανε να χορέψει.

Ειπώθηκε πως το ζεϊμπέκικο σβήνει. Ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922 έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο· δεν έχει θέση σε μια νέα κοινωνία με άλλα αιτήματα και άλλες προτεραιότητες. Μπορεί και να γίνει έτσι. Αν χαθούν η αδικία, ο έρωτας και ο πόνος· αν βρεθεί ένας άλλος τρόπος που οι άντρες θα μπορούν να εκφράζουν τα αισθήματά τους με τόση ομορφιά και ευγένεια, μπορεί να χαθεί και το ζεϊμπέκικο.
Όμως βλέπεις μερικές φορές κάτι παλικάρια να γεμίζουν την πίστα με ήθος και λεβεντιά που σε κάνουν να ελπίζεις όχι απλώς για τον συγκεκριμένο χορό, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο.

* Ο μάγκας είναι άντρας σεμνός, καλοντυμένος και μοναχικός. Δεν είναι επιδεικτικό κουτσαβάκι και αλανιάρης. Όπως αναφέρεται και στο Μείζον Ελληνικό Λεξικό, «μάγκας: έξυπνος και με συμπεριφορά που ταιριάζει σε άντρα».

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ, Τα Νέα 14/9/2002

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Αγνώστου ετύμου


Στη γέμιση του φεγγαριού άλλο δεντρό δεν πιάνει,
μόνο τσ’ αγάπης το δεντρό που πάντα ρίζες κάνει.
Ερωτόκριτος, Β΄, 315-316.

Αγνώστου ετύμου [οὐδεὶς οἶδεν ἐξ ὅτου ἐφάνη = ἀεί ποτε ζῇ ταῦτα…] σημειώνει ο φίλος γλωσσολόγος για την αγάπη. Αγνώστου ετύμου. Και παραπέμπει στη σχετική σελίδα του Μπαμπινιώτη :

Το ρήμα ἀγαπῶ (από το οποίο παρήχθη το ουσιαστικό ἀγάπη, μόλις τον 3ο αιώνα π.Χ.), μολονότι απαντά ήδη στον Όμηρο (Οδ. Ψ 214 «οὕνεκά σ’ οὐ τὸ πρῶτον, ἐπεὶ εἶδον, ὧδ’ ἀγάπησα») και χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλη έκταση σε όλη την αρχαιότητα φθάνοντας μέχρι σήμερα (πβ. λ.χ. Πλάτωνος Πολιτεία 330c «ὥσπερ γὰρ οἱ ποιηταὶ τὰ αὑτῶν ποιήματα καὶ οἱ πατέρες τοὺς παῖδας ἀγαπῶσι»), δεν μάς είναι ακόμη γνωστή η ετυμολογική του προέλευση. Χαρακτηρίζεται στα ειδικά λεξικά ως «αγνώστου ετύμου». 

Μία ετυμολογική υπόθεση (τού 1991) που δέχεται τελευταία στο ετυμολογικό του Λεξικό τής Αρχαίας Ελληνικής ο Robert Beekes είναι: ἀγαπῶ < ἄγα(ν) «πολύ» + πᾶ- «προστατεύω» (από μια ρίζα *pa- «προστατεύω»), ήτοι από μια αρχική σημασία «προστατεύω πολύ».

Άγνωστη –αξίζει να σημειωθεί– θεωρείται και η ετυμολογία τού συνώνυμου ρήματος φιλῶ (παράγωγο τού φίλος) που είναι η κατεξοχήν λέξη που σήμαινε «αγαπώ» στην αρχαία ήδη από τον Όμηρο ( πβ. Ιλ. Θ 343 «ὅς τις ἀνὴρ ἀγαθὸς…τὴν αὐτοῦ φιλέει [ενν. γυναῖκα] καὶ κήδεται ὡς καὶ ἐγὼ τὴν ἐκ θυμοῦ φίλεον») και που εξελίχθηκε στη σημερινή σημασία «ασπάζομαι, δίνω φιλί» (τη σημασία αυτή την είχε –παράλληλα προς τη σημασία τού «αγαπώ»– ήδη στα μετά τον Όμηρο χρόνια : «φιλούν στο στόμα» έναντι «φιλούν στα μάγουλα» παραδίδει ο Ηρόδοτος «φιλέονται τοῖσι στόμασι»– «τὰς παρειὰς φιλέονται»). Για τη λέξη υπάρχει μια ετυμολογική υπόθεση που τη συνδέει με μια ρίζα, που θα έδινε ως αρχική για τη λέξη φίλος, απ’ όπου προέρχεται το φιλῶ, τη σημασία «αυτὀς που βρίσκεται κοντά».

Και ο ἔρωτας (αρχ. ἔρως, ἔρωτος) που παράγεται από το πολύχρηστο στην αρχαία ρήμα ἔραμαι «ερωτεύομαι, αγαπώ με πάθος» (που έδωσε και τα ἐραστής, ἐράσμιος, ἀνέραστος, Ἐρατώ) μάς είναι ετυμολογικά επίσης άγνωστος. Τόσο που ο ετυμολόγος Beekes διερωτάται μήπως το ἔραμαι είναι προελληνική λέξη !

Τα παραπάνω συμπληρώνονται με τρεις παρετυμολογίες από την ιστορία της Λεξικογραφίας μας:

Γνήσιο Ετυμολογικό: Ἀγάπη· παρὰ τὸ ἄγαν ποιότητα ἔχειν.
Ετυμολογικό Συμεώνος:  Ἀγάπη· παρὰ τὸ ἄγαν πιότητα ἔχειν.
Μέγα Ετυμολογικό: Ἀγάπη Παρὰ τὸ ἄγειν τὸ πᾶν͵ ἤτοι ἑνοῦν καὶ συνάπτειν πρὸς ὁμόνοιαν· ἢ παρὰ τὸ ἄγαν ποιότητα ἔχειν.

Παραπέμπει κανείς επιπλέον στον Κόμβο Ελληνικής Γλώσσας για τα σχετικά περί αγάπης. Εκεί λήμματα και παραθέματα περιπλέκουν και ερμηνεύουν πιο γήινα το ζήτημα.

Εκεί όμως που αξίζει κανείς παραπάνω να σταθεί είναι στο Λεξικό Παραθεμάτων και Αφορισμών του Σπουδαστηρίου του Νέου Ελληνισμού, από όπου και αποσπά την "αγάπη" του Ψυχάρη από το "Ταξίδι" του (1888):

Η καρδιά μου μοιάζει με το γιαλό· όσο δε σ’ έχω, είμαι σαν το ξενιτεμένο το περιγιάλι κι όλο προσμένω να δροσιστώ με της αγάπης σου την πλημμύρα

Και έτσι αγγίζει κανείς το σήμερα, όπου σήμερα μια εξαιρετικη εκδοχή της αγάπης εντός ενός παραμυθιού. Ε, πού αλλού;

"Η αγάπη έρχεται σιγά σιγά. Σε πολιορκεί με λόγια και πράξεις και μετά είσαι στα απαλά της χέρια ένα ζυμάρι. Εγώ έτσι κι αλλιώς είμαι ένα πλάσμα εξαιρετικά ευέλικτο. Η αγάπη με έκανε λάστιχο. Μου έδωσε δύναμη αφάνταστη. Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς βρέθηκα σ' αυτή τη θέση. Πώς ο φόβος και ο θυμός της αρχής έγινε φροντίδα και αγάπη. Δηλαδή πώς χωρά ο άλλος και όλος ο κόσμος του μέσα σου; Πώς μεγαλώνει ο χώρος στο μυαλό και στην καρδιά σου; 
Από τότε που το έπαθα αυτό, απέκτησε η ουρά μου το μαγικό της χάρισμα. Τελικά η αγάπη κάνει θαύματα, πολύ σωστά το λένε. Εγώ το ζω. 

Από τα μάτια πιάνεται
στα χείλη κατεβαίνει
κι από τα χείλη στην καρδιά
ριζώνει και δε βγαίνει

[...] Και η αφή, ξέρετε, έχει πολλά μυστικά. Αυτή κρατά το κρυφό κλειδί της μοναξιάς.
Κι εκείνη την απασχολούσε η αγάπη και ο τρόπος της. Στην αρχή φοβόταν τα νυχάκια μου και τα κοφτερά μου φιλιά, το απρόσμενο γενικώς των τρόπων μου. Είχε, όμως, υπομονή. Έμαθε να με παρατηρεί, να υποχωρεί. Με έβαζε δίπλα της ισότιμα. Σε όλα έκανε χώρο και αυτό που τη δυσκόλεψε το ίδιο και την αντάμειψε.
Κι έτσι βρεθήκαμε στης αγάπης την κλωστή δεμένες. Εκείνη λέει κόκκινη κλωστή, γιατί αγαπά τα παραμύθια. Εγώ λέω χρυσή, ως βασίλισσα των γατών. Οι ποιητικές διαφωνίες μας, όμως, και οι συζητήσεις μας είναι ό,τι πιο ενδιαφέρον σ' αυτή τη σχέση. Σημασία έχει πως τα λόγια, οι σκέψεις και κυρίως οι πράξεις της αγάπης έκαναν το εγώ εμείς. Γι' αυτό παντού το νιαουρίζω πως μ' έμαθε ν' αγαπώ. Εκείνη επιμένει πως εγώ της έμαθα τις πιο ιδιαίτερες αποχρώσεις της αγάπης. Μπορεί. Όλα μπερδεύονται γλυκά".

ΦΩΤΕΙΝΗ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ, Κατ-γατ-καραγάτ, Πατάκης 2011

 Η έξοδος αρμόζει σ' ένα ποίημα, αφού ευγνωμονήσει κανείς τους λεξικογράφους για την παραμυθητική σημασία της αγάπης που καταθέτουν, "προστατεύω", "προστατεύω πολύ". Με τούτην μπορεί κανείς να προσδιορίσει και να ορίσει τα πάντα γύρω του. Το τι αγαπά, το τι δεν. Το πώς της αγάπης αλλά και το τι.

ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΙ

Όταν ανακαλύπτω ένα αστέρι
στον απογευματινό ουρανό
κι έρχομαι να σου μιλήσω γι' αυτό
μου λες ότι και συ το είδες

Όταν σου δείχνω ένα πουλί
που ψάχνει έναν τόπο να κουρνιάσει
στα κλαδιά αμυδρών δέντρων
μου λες ότι κι αυτό το είδες

Κάπως ο κόσμος που βλέπεις
κι αυτός που βλέπω
είναι πρακτικά ο ίδιος

Μήπως έχουμε δυο ζευγάρια μάτια
σ' ένα σώμα;

Αν είναι τότε απαραίτητο
μπορώ ν' αφήσω όλα τα θεάματα
σε σένα;

Κλείνω τα μάτια μου
Ο κόσμος μου ξαφνικά σβήνει
όμως ένας παρόμοιος κόσμος
συνεχίζεται στα μάτια σου

YAMAZAKI EIJI (Καραβίτη Β., Συγκομιδή. Σύγχρονοι ξένοι ποιητές, Γνώση 1988)

Και κλείνει κανείς, όπως και αρχίζει:
 

εκδοχή της Αλεξίου (ήταν και η πρώτη βέβαια των "Μυστικών του κήπου")





Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Κείμενα που επιστρέφουν


Μπλέκεται κανείς με ποιήματα μιας άλλης εποχής. Τότε που αποτελούσαν απλώς ανάγνωσμα των "Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας" της Α' Γυμνασίου. Που τα διάλεγες, μες απ' τα υπόλοιπα, για να τα "διεκπεραιώσεις" μες στο δίωρο της Λογοτεχνίας στο σχολείο. Τώρα δεν είν' μονάχα αυτό. 

Είναι που ζωντανεύουν τα παιδιά των ποιημάτων και βγαίνουν μες απ' τους στίχους, τα κενά, τα περιθώρια, μες απ' τις αράδες. Είναι που συνιστούν πια την πραγματικότητά μας. Που δεν ερμηνεύεται με ερμηνευτικά σχόλια παρά μονάχα με το ασήκωτο βάρος της ευθύνης απέναντι σε αυτό που καλούμε "ζωή" στο σήμερα ή και "πατρίδα". Και όχι φατρία. Και όχι αλώνι εμφύλιου διασυρμού άλλο πια. Και όχι πεδίο κομπογιαννίτικης πολιτικής στάσης και όχι εγκληματικής ανευθυνότητας που χρήζει δίκης για εσχάτη προδοσία. Όπως ακριβώς στο παρελθόν. Μπιρμπίληδες και οι ούτω καθεξής που μας φλόμωσαν χρόνια ολάκερα με την αλαζονική τους παντιέρα, που είχαν εγκατασταθεί τούτοι και οι όμοιοί τους στα "παράθυρα" με το ναρκισσισμό της αποκλειστικότητας του προοδευτισμού, που αφάρπαξαν τότε και όλοι μαζί ξεπουλάν τώρα ό,τι έχει απομείνει, χρήζουν δίκης για εσχάτη προδοσία. Όχι λιγότερο. Για ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ.

Είπα "ξεπουλάν". Και δεν μπορεί παρά να επιστρέψει κανείς στη Βυζαντινή ιστορία. Να συγκρίνει και να προβλέψει τα όσα θα επακολουθήσουν. Να δει μπροστά του σε απευθείας μετάδοση να υπογράφεται το Χρυσόβουλο του 1082 που παραχώρησε τόσα προνόμια στους Βενετούς άρχοντες, εμπόρους, τυχοδιώκτες και παρατρεχάμενους, που τους ανέδειξε σε κυρίαρχη και μοναδική του πλούτου τάξη εντός της ίδιας της Κωνσταντινούπολης, την ώρα που οι Βυζαντινοί ζούσαν στη σκιά τους, στο επίπεδο της φτώχειας και των αλλεπάλληλων εμφύλιων διαξιφισμών -κυριολεκτικά. Το Χρυσόβουλο τότε "ξεπουλούσε" στους Λατίνους τις "σκάλες", τις αποβάθρες, την πηγή πλούτου και δασμών της ακρωτηριασμένης ήδη αυτοκρατορίας, από αδυναμία να αναχαιτίσει η ίδια τους πανταχόθεν εχθρούς και ακριβώς επειδή τα ταμεία ήταν παντελώς άδεια από τη χείριστη διαχείριση αυτών που τα βρήκαν έτοιμα και αβρόχοις ποσί άραξαν στα Ιερά Παλάτια, όταν οι προγενέστεροι αλώνιζαν τα πεδία της μάχης και γέμιζαν τα θησαυροφυλάκια. 

Έτσι είναι, κάποιος -ο ένας, ο ικανός, ο πραγματικός ηγέτης- μαζεύει, ο επόμενος, ο ηγέτης-μαϊμού, σκορπίζει. Οι συσχετισμοί επιτρέπονται -θεωρούνται μάλιστα και επιβεβλημένοι. Τα "προνόμια" του σήμερα ήδη άλλαξαν χέρια, οι "σκάλες" ήδη λατινοκρατούνται, γερμανοκρατούνται κ.ο.κ., ζούμε πλέον στη μετά τη μεταπώληση εποχή. Τα γεγονότα είναι ήδη τετελεσμένα. Ποιος ο άφρων που φρονεί το αντίθετο.

Η χλιδή, η ευμάρεια της εποχής του Βασιλείου Β' Βουλγαροκτόνου -εκείνου που μάζευε-, το σύμπλεγμα ανωτερότητας και νίκης από τους νικηφόρους πολέμους του -εκείνων που σκόρπισαν-, η ψευδαίσθηση της αειφόρου ευημερίας με την οποία εμποτίστηκαν, οδήγησαν τους διαδόχους σε απανωτά τραγικά και ανεπανόρθωτα λάθη, που θα συνέβαιναν έτσι κι αλλιώς, καθώς οι ανίκανοι πολιτικοί ηγέτες δεν είναι δα μονάχα προνόμιο της σημερινής εποχής: Ματζικέρτ, Μυριοκέφαλο σε πρώτη δόση, Άλωση Α' -των Σταυροφόρων-, Άλωση Β' και ύστατη. 

Ποιος μας λέει ότι δεν έχουμε φτάσει στο τελευταίο στάδιο, όπως πιθανότατα εικάζουμε, αλλά ότι είμαστε ακόμα στο Ματζικερτ; Ποιος μπορεί να μας βεβαιώσει ότι δεν είμαστε βήματα πριν το Μυριοκέφαλο ή χρόνια μονάχα πριν την ύστατη Άλωση; Απλώς αναρωτιέμαι. Και σημειώνω: την ώρα που ο Μωάμεθ βόλτες έκοβε γύρω από τα τείχη, δένοντας την έσχατη πολιορκία, ρημάζοντας την ύπαιθρο και εκφοβίζοντας τους ελάχιστους υπερασπιστές, τα αδέλφια του Κωνσταντίνου, οι δυο Παλαιολόγοι, μάλωναν ποιος ποιες κτήσεις θα αρπάξει, απ' όσες είχαν εναπομείνει στον Ελλαδικό χώρο, μη διστάζοντας να συμπράξουν ο καθείς χωριστά με όποιον από τους εχθρούς μπορούσε να του εξασφαλίσει τα κρατίδια που διεκδικούσε -ενάντια στον αδελφό του φυσικά. Μακριά νυχτωμένοι που ήταν. Βαδίζουμε τυφλά στα βήματά τους. Αιωνία η μνήμη αμφοτέρων.

Θα το ξαναπώ. Γιατί το βλέπω. Πώς διασώζεις ένα έγκλημα -αυτό το έγκλημα; Αποσπώντας την προσοχή από απάνω του. Τότε εδραιώνεις την επιμήκυνσή του. Τότε το καθιερώνεις έως ότου της αδιαφορίας. Τότε το νομιμοποιείς. Γιατί ουδέν καταλυτικότερον της συνήθειας της όποιας καθημερινότητας. Το διασώζεις, αφήνοντας τα φίδια να περιζώσουν τον καθένα χωριστά και να τον κλείσουν στον πανικό του μισοάδειου ψυγείου του, στον κοπετό της δανειο-ευμάρειας ή της χλιδής των παχυλών μισθών που αιφνίδια και ανεπιστρεπτί έχασε, στην κοντόφθαλμη ασφάλεια των αποθεμάτων του καταψύκτη του, στην ψευδοεπανάσταση των επικείμενων αξιολογήσεών του, στην ποταπή και εγωκεντρική αυλή του σπιτιού του. Κλείνοντάς τον στο μπαλκόνι του και στον ακάλυπτό του.

Το διασώζεις, διασπώντας τα μέλη από τον κορμό, σπέρνοντας φαρμάκια στο κάθε χωράφι χωριστά, επιμένοντας υποδορίως στα έξωθεν και τα έσωθεν ζιζάνια που θα το ταλανίσουν.

Το διασώζεις, ρίχνοντας στάχτη στα μάτια. Συνεχίζοντας να σκορπάς αφειδώλευτα το όσα τελευταία τα είπαν ΕΣΠΑ και λειτουργούν ως ψηφοδόλωμα, όπως και τα προγενέστερα γνωστά. Όλα αιφνιδίως γίναν ΕΣΠΑ και λεφτά υπάρχουν φυσικά, για συλλόγους μοναχά, καρναβάλια, συνεστιάσεις, κλπ., για όποιον έχει δόντι ειδικά, όχι βεβαίως για αστέγους ειδικότερα. Τώρα που θα πολιορκηθούμε εκ νέου από τα καρναβαλικά σλόγκαν και μετά εκείνα των Χριστουγέννων που πέρασαν, ας κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή -όχι για τους απελπισμένους εκείνους που ανασαίνουν στο πλάι μας- αλλά για το ενταφιασμένο σπλάχνος και θάλπος της δικής μας καρδιάς που θα μπορούσε να συντρέξει, να αγκαλιάσει, να στεγάσει, αντί να επιδοθεί στον οίνο, στα κιχιά και στ' άρματα. Μη μου τους κυκλους τάραττε. Το είπαν άλλοι βέβαια προγενέστεροι. 




Για λόγους δικαιοσύνης και μόνο οφείλει να μνημονεύσει κανείς τους αθόρυβους εκείνους που δεν έχουν σχέση με τα χαρτιά, τα πλήκτρα, τα μελάνια, τα ΕΣΠΑ ή τους ψήφους, που δεν έγραψαν και δε θα γράψουν ενδεχομένως ποτέ, που κάνουν αυτό που οι υπόλοιποι της γραφής ή της πομπής αδυνατούμε, αυτό που έλεγε ο Ευριπίδης, να πράττεις περισσότερο, λιγότερο να σκέφτεσαι, και που κατεβαίνουν τις νύχτες στους δρόμους και που ψάχνουν εκεί που ξέρουν ότι θα βρουν και που αφήνουν στο πλάι των αυτοσχέδιων "σχεδιών", προμήθειες που αντέχουν, από κείνη την αγάπη που αντέχει ακόμα, άνθρωποι κανονικοί και άλλοι ρασοφόροι, κάτω από γέφυρες και στοές, εκεί μετά τις 9.30 το βράδυ, όταν χιονίζει και όταν δε χιονίζει, μακριά από τα βλέμματα, δέματα και γεύματα που ετοιμάζονται από ό,τι ακόμα αφήνει κανείς μες στα παρεξηγημένα παγκάρια, καθώς, για λόγους επίσης δικαιοσύνης και μόνο οφείλει κανείς να υπενθυμίσει ότι τα λεγόμενα "συσσίτια" και η όποια άλλη πρόνοια (επιδόματα, νοίκια, φάρμακα, κ.ο.κ) σε απόρους τότε, αστέγους σήμερα, υφίσταται εδώ και τουλάχιστον 20 χρόνια στις πιο πολλές από τις ενορίες των Αθηνών ή της επαρχίας (βλ. "Καλός Σαμαρείτης" Καϊλαρίων και αλλιώς Πτολεμαϊδας). Και τούτο είναι μαρτυρία.

Κείμενα λοιπόν που επιστρέφουν. Για να υπαγορεύσουν τη βεβαιότητα της επανάληψης. Μιας επανάληψης ίδιας και διαφορετικής. Παιδιά του μεσοπολέμου του Άγρα και παιδιά σχεδόν σημερινά του Βρεττάκου. Παιδιά της παιδικής εργασίας και παιδιά της φτώχειας. Παιδιά φορτωμένα εντούτοις ελπίδες απάνω τους, να φωτίσουν τον κόσμο ή που φωτίζουν τον κόσμο με τη γλυκύτητα και μόνο της αθωότητάς τους. Παιδιά που ζωντανεύουν μέσα στους στίχους. Που γίνονται ενήλικες και "σκύλοι" ενίοτε, για να παραδώσουν "το υγρό παράπονό" τους με κάποιον ύστατο τρόπο. 

Ένα ξανθό παιδί και ένα ακόμα παιδί με τα σπίρτα, ένας άνθρωπος με πρόσωπο σκύλου ή ένας σκύλος με ψυχή ανθρώπου που κυλά τη ζωή του "από γωνιά σε γωνιά, από όνειρο σ' όνειρο", μονάχα με τη δύναμη που του δίνει η ελπίδα πως επιτέλους θα έρθει ο Κύριός του, πως επιτέλους θα φανεί κάποιος να το σπλαχνιστεί και να το ελεήσει. Την ίδια ώρα που άνθρωποι με τα "καλά τους ντυμένοι" προσπερνούν. Άνθρωποι που δε φορέσαν τα καλά της ψυχής τους. Άνθρωποι που οικτίρουν μα δεν αγαπούν. Που αποστρέφουν εύκολα το κεφάλι. Που σιάζονται και βολεύονται καλύτερα στο αμάξι τους, στη ζωή τους, στην καθημερινότητά τους.

Ο Βενέζης επιστρέφει με τη σειρά του, για να καταστεί πιο επίκαιρος από ποτέ. Να επιβεβαιώσουν όλοι και ο καθένας χωριστά την αλήθεια που υπάρχει στην τέχνη, όταν αυτή έχει να κάνει με την αλήθεια της ζωής και όχι με την επιτήδευση της γραφής, τότε που για το γούστο σέρνει την πένα που έλεγε και ο Ντοστογιέφσκυ. 

ΤΟ ΞΑΝΘΟ ΠΑΙΔΙ

Ξανθό παιδί, γλυκά χλωμό,
μάτσο τα γιασεμιά πουλούσες,
τις βιόλες τις μοσκοβολούσες
έξω απ’ τον πέτρινο σταθμό. [....]

                                                                                        ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ

 ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ

Το παιδί της μεγάλωσε. Έκλεισε σήμερα
τα έξι του χρόνια. Το χτένισε όμορφα.
Δε θα ’χει πια ανάγκη. Περνά και το βλέπει.
Στη γωνιά της πλατείας στέκει σαν άντρας.
Απ’ τα πέντε κουτιά τα σπίρτα έχει κιόλας
πουλήσει τα τέσσερα. — Παίζει ο χειμώνας
στα δέκα του δάχτυλα. Έγινε νύχτα.
Κοιτάζει η μητέρα του δεξιά της, ζερβά της,
απάνω και κάτω. Σκοτάδι:

«Ας μπορούσεν ανάβοντας το παιδί μου ένα
σπίρτο
να φωτίσει τον κόσμο». 

                                                                 ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ 

ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΣΚΥΛΟΥ
Έχω την όψη ανθρώπου και την καρδιά ενός σκύλου.
Φαίνεται θα ’μαι εγκαταλελειμμένο σκυλί, πεινασμένο
που η γειτονιά το ξέρει και τ’ αποδιώχνει με βία.
Γι’ αυτό τους ανθρώπους κοιτάζω στα χέρια.
Μέρα και νύχτα ο καιρός μέσα μου αλλάζει,
η ψυχή μου ντύνεται, γδύνεται, βρέχεται, υποφέρει.
Αν προσέξεις, το βλέμμα μου είναι σκυλίσιο.
Κατεβαίνει ένα υγρό παράπονο από τα μάτια μου
γιατί έλειψεν ο Κύριός μου. Έξω από την εκκλησιά
περιμένω να βγει. O Κύριός μου ας ήταν.
Κόσμος πολύς, ευλογημένος, με τα καλά του ντυμένος
μ’ απομακρύνει. Μα ο Κύριός μου δε βγαίνει. Έτσι
κυλάει η ζωή μου περιμένοντας από γωνιά σε γωνιά
από όνειρο σ’ όνειρο. Δεν έχω δύναμη άλλη απ’ την δύναμη να περιμένω.
Όμως μια μέρα της συνοικίας τα παιδιά, στην ουρά μου
τον τενεκέ δέσαν των σκουπιδιών. Έτρεχα αγκομαχώντας.
Τέλος αποσύρθηκα κάτω από τον τσίγκο της γειτονιάς
που η βροχή τον κεντούσε. Άκουγα πάνω τα βήματά της.
Σα να κοιμόμουν, σαν να ονειρευόμουν εγώ το εγκαταλελειμμένο σκυλί
μου ήρθε να κλάψω. Όχι βέβαια για μένα που από κει
θα μ’ έδιωχναν πάλι. Αλλά γιατί δε θ’ άκουγα τα βήματα της βροχής
που μ’ έκαναν να ελπίζω πως έρχεται ο Κύριός μου. 


                                                                                           ΚΡΙΤΩΝ ΑΘΑΝΑΣΟΥΛΗΣ 



«Είναι σκληρή δουλειά. Ξεκινούν με τα χαράματα για να φτάξουν στην ώρα τους, όξω απ' τη χώρα, στο δρόμο που φκιάνουν. Οι μεγάλες πέτρες είναι αραδιασμένες στην άκρη του δρόμου, απ' τη μια κι απ' την άλλη... Στην αρχή το σφυρί δε χτυπά καλά, δε χτυπά σωστά. Χτυπά και στα δάχτυλα. Ο ήλιος καίει το κορμί, το κεφάλι βουίζει, το λίγο αίμα που τρέχει απ' τα χτυπημένα δάχτυλα πήζει γρήγορα. Έτσι, πούντο με πούντο, σταλαματιά-σταλαματιά τον ίδρο, η μακριά γραμμή το σπασμένο χαλίκι ολοένα αραδιάζεται, ολοένα μακραίνει. Άνθρωποι, ταξιδιώτες, αμάξια περνούν, φεύγουν. Είναι και φιλάνθρωποι, πρόσωπα καλής καρδιάς, που τυχαίνει να περνούν. Λένε σα βλέπουν τις γυναίκες που σπουν χαλίκι: «Κρίμα που είναι!» -σιάζουνται μες στο αμάξι τους και φεύγουν ήσυχοι. Όλα φεύγουν, και στη μακριά γραμμή του δρόμου δε μένει τίποτα άλλο από αδύνατες καρδιές που ζυμώνουνται με την πέτρα». 

                                                                                              ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ, Παραμύθι του Αιγαίου 
ΕΞΟΔΟΣ 

"Γιατί ο Κίμων", λέει ο Αριστοτέλης, "όντας πλούσιος, και τις λειτουργίες που του επέβαλλε η Πολιτεία τις εκτελούσε με λαμπρό τρόπο και πολλούς από τους συνδημότες του τους συντηρούσε ξοδεύοντας από τη δική του περιουσία. Γιατί κάθε πολίτης που καταγόταν από το δήμο των Λακιαδών μπορούσε, αν ήθελε, να πηγαίνει καθημερινά στο σπίτι του Κίμωνα και να προμηθεύεται ό,τι του ήταν αναγκαίο για να συντηρηθεί. Ακόμη και οι κήποι του ήταν άφρακτοι, για να παίρνει ο καθένας όσα φρούτα ήθελε". 

Αγνοώ τον πολιτικό αυτό των ημερών μας, μα και των χρόνων που προηγήθηκαν, και που θα διεκδικήσει σε λίγους μήνες την ψήφο των πολιτών τούτης της πατρίδας, αγνοώ αυτόν που φέρει απάνω του ένα έστω από τα ζωτικά αυτά γνωρίσματα -τα στοιχειώδη αναγκαία προσόντα βέβαια- του Κίμωνα. Ή και του Περικλή.

Και απλώς υπενθυμίζω την ευθύνη των ανθρώπων εκείνων που αφαίρεσαν τη ζωή από ανθρώπους όπως ο Καποδίστριας ή ο Δραγούμης, έτσι για να μην έχουμε την ψευδαίσθηση της δικής μας ασυλίας. Ότι είμαστε τα δήθεν θύματα. 

Είμαστε συνυπεύθυνοι. Πώς αλλιώς. Και κάποιοι είναι μονάχα θύματα. 


ΕΞΟΔΟΣ 

"Γιατί ο Κίμων", λέει ο Αριστοτέλης, "όντας πλούσιος, και τις λειτουργίες που του επέβαλλε η Πολιτεία τις εκτελούσε με λαμπρό τρόπο και πολλούς από τους συνδημότες του τους συντηρούσε ξοδεύοντας από τη δική του περιουσία. Γιατί κάθε πολίτης που καταγόταν από το δήμο των Λακιαδών μπορούσε, αν ήθελε, να πηγαίνει καθημερινά στο σπίτι του Κίμωνα και να προμηθεύεται ό,τι του ήταν αναγκαίο για να συντηρηθεί. Ακόμη και οι κήποι του ήταν άφρακτοι, για να παίρνει ο καθένας όσα φρούτα ήθελε". 

Αγνοώ τον πολιτικό αυτό των ημερών μας, μα και των χρόνων που προηγήθηκαν, και που θα διεκδικήσει σε λίγους μήνες την ψήφο των πολιτών τούτης της πατρίδας, αγνοώ αυτόν που φέρει απάνω του ένα έστω από τα ζωτικά αυτά γνωρίσματα -τα στοιχειώδη αναγκαία προσόντα βέβαια- του Κίμωνα. Ή και του Περικλή.

Και απλώς υπενθυμίζω την ευθύνη των ανθρώπων εκείνων που αφαίρεσαν τη ζωή από ανθρώπους όπως ο Καποδίστριας ή ο Δραγούμης, έτσι για να μην έχουμε την ψευδαίσθηση της δικής μας ασυλίας. Ότι είμαστε τα δήθεν θύματα. 

Είμαστε συνυπεύθυνοι. Πώς αλλιώς. Και κάποιοι είναι μονάχα θύματα.

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

Της μνήμης του

                                               
Της μνήμης μιας φωνής, μιας ακριβής ψυχής. Δυσεύρετο τραγούδι όπως και η ίδια η ποίηση. Ποίηση Ματθαίου Μουντέ.

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

Το νησί και το κοινόβιο


 

Ο Φεβρουάριος είναι μήνας παράξενος, έχει κάτι μυστικιστικό. Υποτίθεται ότι είναι μέσα στην καρδιά του χειμώνα, αλλά είναι πιο χαμογελαστός και από τον Μάρτιο ακόμα, που φέρνει την άνοιξη στις 22. Είναι και μικρός, τελειώνει γρήγορα. Και μόλις φύγει έχει φύγει μαζί του όλη ή γκριζάδα του χειμώνα, οι μέρες έχουν μεγαλώσει πάλι αρκετά, τα μεγάλα ζόρια έχουν περάσει. Το νησάκι μέσα μου μπορεί να ονειρευτεί λιακάδες, κι αυτό πολύ βοηθάει.

Δεν μιλάω για τα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά ζόρια που δεν έχουν τελειωμό και δεν κοιτάνε Φεβρουάριο ή Αύγουστο. Αυτά ήρθαν για να μείνουν, έχουν εγκατασταθεί για τα καλά στην ελληνική πραγματικότητα και θα κάνουν πολλά χρόνια, μια δεκαετία και βάλε για να φύγουνε εντελώς, να μπορέσει πάλι ο τόπος να ορθοποδήσει, δημιουργικός, παραγωγικός, αυτάρκης, γελαστός. Μιλάω για το άλλο κομμάτι, το μέσα μας κομμάτι.

Γιατί μέσα μας έχουμε ένα νησάκι που περνάει κι’ αυτό περιόδους συννεφιασμένες, με κρύο και καταιγίδες, στερήσεις, πολύ περιορισμένο ανεφοδιασμό λόγω των τρικυμιών που δεν επιτρέπουνε στα καράβια και τις βάρκες με τα «αγαθά» που όλοι έχουμε ανάγκη να φτάσουν μέχρι το λιμανάκι του. Δεν καταφέρνει να πλησιάσει η στοργή, το χάδι, η αγάπη, το φιλί, η αγκαλιά, ο έρωτας, η τέχνη, το τραγούδι – γιατί σκάνε πάνω στα βράχια με τα κύματα και το νησάκι αναγκάζεται να τα βγάλει πέρα με ό,τι έχει, με τα απολύτως αναγκαία. Αυτό δεν έχει σχέση ούτε με κυβερνήσεις ούτε με αντιπολιτεύσεις – είναι ιδιωτικό ζήτημα και λύνεται μονάχα με την ιδιωτική πρωτοβουλία του καθενός μας χωριστά. Αν (για παράδειγμα) δοκιμάσεις να καρφώσεις το βλέμμα σου αποφασιστικά σ’ αυτά τα βαριά σύννεφα τα μολυβένια που σε καταπλακώνουν, ψάχνοντας να τα τρυπήσεις, να τα διαπεράσεις και να ανοίξεις μια τρυπούλα να μπουν οι πρώτες λίγες αχτίδες, αμέσως όλο το τοπίο θα αλλάξει και η τρικυμία θα σταματήσει και η θάλασσα θα γίνει λίμνη και οι ανεφοδιασμοί θα ξεφορτώνονται στο παλιό λιμανάκι σου χαλαρά και όμορφα, ώστε να νοιώθεις επιτέλους πάλι ευτυχισμένος, τυχερός, χαρούμενος –στην ουσία ερωτευμένος. 

Είναι δύο τα ταμπλό στα οποία «παίζουμε» συγχρόνως και δεν πρέπει να παραμελούμε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το πρώτο είναι ο κοινός μας βίος, η κοινωνία –για την οποία πρέπει να νοιαζόμαστε πολύ και να παλεύουμε για τα δίκια της και να δίνουμε τους αγώνες μας, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για να βελτιώνεται ο μέσος όρος του «κοινού-βίου» μας, του κοινοβίου μας. Και το άλλο είναι το μέσα μας νησάκι που θέλει συνεχή φροντίδα, σαν τον μικρό πλανήτη του «Μικρού Πρίγκιπα», εκεί όπου φυτρώνουν συνεχώς τα μπάομπαμπς και αν δεν τα ξεριζώνεις κάθε μέρα αποφασιστικά και με πειθαρχία μεγάλη, κινδυνεύεις να πνιγείς από ασφυξία μέσα στην τρελή ικανότητά τους να πολλαπλασιάζονται και να θεριεύουν, μέχρι που δεν μένει χώρος πια για τίποτε άλλο στο νησάκι σου –και πάει, την έβαψες, είσαι μέσα σου κάρβουνο και ας έχουν λυθεί όλα τα «εξωτερικά» προβλήματα του κοινοβίου: Όσο και αν ευημερεί το κοινόβιο γύρω σου, αν δεν έχεις φροντίσει εσύ το νησάκι μέσα σου, δεν μετράς για ζωντανός άνθρωπος.

Κι’ αντίστροφα: Όσο και αν έχεις περιποιηθεί το μέσα σου νησάκι, όσο και αν το έχεις φροντίσει να είναι άψογο και να έχει όλα τα καλά, αν δεν έχεις ασχοληθεί με όσα συμβαίνουν γύρω σου, στο κοινόβιο, μέσα στην αληθινή ζωή όπου ζεις και δουλεύεις και πουλάς και αγοράζεις και δημιουργείς και μοιράζεσαι, τίποτα δεν είσαι. Ένας δυστυχισμένος μοναχικός μαγκούφης είσαι, που έχει φροντίσει μοναχά τον εαυτούλη του.

Ζούμε συγχρόνως σε δυό παράλληλες πραγματικότητες όλοι μας και πρέπει να φροντίζουμε να τις συντονίζουμε για να μπορούμε να προχωράμε μπρός για τον σκοπό της ζωής –που είναι η ευτυχία.


Ο Φεβρουάριος είναι μήνας παράξενος, έχει κάτι μυστικιστικό. Υποτίθεται ότι είναι μέσα στην καρδιά του χειμώνα, αλλά είναι πιο χαμογελαστός και από τον Μάρτιο ακόμα, που φέρνει την άνοιξη στις 22. Είναι και μικρός, τελειώνει γρήγορα. Και μόλις φύγει έχει φύγει μαζί του όλη ή γκριζάδα του χειμώνα, οι μέρες έχουν μεγαλώσει πάλι αρκετά, τα μεγάλα ζόρια έχουν περάσει. Το νησάκι μέσα μου μπορεί να ονειρευτεί λιακάδες, κι αυτό πολύ βοηθάει.
Δεν μιλάω για τα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά ζόρια που δεν έχουν τελειωμό και δεν κοιτάνε Φεβρουάριο ή Αύγουστο. Αυτά ήρθαν για να μείνουν, έχουν εγκατασταθεί για τα καλά στην ελληνική πραγματικότητα και θα κάνουν πολλά χρόνια, μια δεκαετία και βάλε για να φύγουνε εντελώς, να μπορέσει πάλι ο τόπος να ορθοποδήσει, δημιουργικός, παραγωγικός, αυτάρκης, γελαστός. Μιλάω για το άλλο κομμάτι, το μέσα μας κομμάτι.
- See more at: http://www.toportal.gr/?i=toportal.el.politismos&id=2220#sthash.eWASJ0nK.dMBfU6Je.dpuf


Το πόρταλ





Το νησί και το κοινόβιο


του Άρη Δαβαράκη
2 εικόνες
Ο Φεβρουάριος είναι μήνας παράξενος, έχει κάτι μυστικιστικό. Υποτίθεται ότι είναι μέσα στην καρδιά του χειμώνα, αλλά είναι πιο χαμογελαστός και από τον Μάρτιο ακόμα, που φέρνει την άνοιξη στις 22. Είναι και μικρός, τελειώνει γρήγορα. Και μόλις φύγει έχει φύγει μαζί του όλη ή γκριζάδα του χειμώνα, οι μέρες έχουν μεγαλώσει πάλι αρκετά, τα μεγάλα ζόρια έχουν περάσει. Το νησάκι μέσα μου μπορεί να ονειρευτεί λιακάδες, κι αυτό πολύ βοηθάει.
Δεν μιλάω για τα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά ζόρια που δεν έχουν τελειωμό και δεν κοιτάνε Φεβρουάριο ή Αύγουστο. Αυτά ήρθαν για να μείνουν, έχουν εγκατασταθεί για τα καλά στην ελληνική πραγματικότητα και θα κάνουν πολλά χρόνια, μια δεκαετία και βάλε για να φύγουνε εντελώς, να μπορέσει πάλι ο τόπος να ορθοποδήσει, δημιουργικός, παραγωγικός, αυτάρκης, γελαστός. Μιλάω για το άλλο κομμάτι, το μέσα μας κομμάτι.
Γιατί μέσα μας έχουμε ένα νησάκι που περνάει κι’ αυτό περιόδους συννεφιασμένες, με κρύο και καταιγίδες, στερήσεις, πολύ περιορισμένο ανεφοδιασμό λόγω των τρικυμιών που δεν επιτρέπουνε στα καράβια και τις βάρκες με τα «αγαθά» που όλοι έχουμε ανάγκη να φτάσουν μέχρι το λιμανάκι του. Δεν καταφέρνει να πλησιάσει η στοργή, το χάδι, η αγάπη, το φιλί, η αγκαλιά, ο έρωτας, η τέχνη, το τραγούδι – γιατί σκάνε πάνω στα βράχια με τα κύματα και το νησάκι αναγκάζεται να τα βγάλει πέρα με ότι έχει, με τα απολύτως αναγκαία. Αυτό δεν έχει σχέση ούτε με κυβερνήσεις ούτε με αντιπολιτεύσεις – είναι ιδιωτικό ζήτημα και λύνεται μονάχα με την ιδιωτική πρωτοβουλία του καθενός μας χωριστά. Αν (για παράδειγμα) δοκιμάσεις να καρφώσεις το βλέμμα σου αποφασιστικά σ’ αυτά τα βαριά σύννεφα τα μολυβένια που σε καταπλακώνουν, ψάχνοντας να τα τρυπήσεις, να τα διαπεράσεις και να ανοίξεις μια τρυπούλα να μπουν οι πρώτες λίγες αχτίδες, αμέσως όλο το τοπίο θα αλλάξει και η τρικυμία θα σταματήσει και η θάλασσα θα γίνει λίμνη και οι ανεφοδιασμοί θα ξεφορτώνονται στο παλιό λιμανάκι σου χαλαρά και όμορφα, ώστε να νοιώθεις επιτέλους πάλι ευτυχισμένος, τυχερός, χαρούμενος –στην ουσία ερωτευμένος.
Είναι δύο τα ταμπλό στα οποία «παίζουμε» συγχρόνως και δεν πρέπει να παραμελούμε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το πρώτο είναι ο κοινός μας βίος, η κοινωνία –για την οποία πρέπει να νοιαζόμαστε πολύ και να παλεύουμε για τα δίκια της και να δίνουμε τους αγώνες μας, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για να βελτιώνεται ο μέσος όρος του «κοινού-βίου» μας, του κοινοβίου μας. Και το άλλο είναι το μέσα μας νησάκι που θέλει συνεχή φροντίδα, σαν τον μικρό πλανήτη του «Μικρού Πρίγκιπα», εκεί όπου φυτρώνουν συνεχώς τα μπάομπαμπς και αν δεν τα ξεριζώνεις κάθε μέρα αποφασιστικά και με πειθαρχία μεγάλη, κινδυνεύεις να πνιγείς από ασφυξία μέσα στην τρελή ικανότητά τους να πολλαπλασιάζονται και να θεριεύουν, μέχρι που δεν μένει χώρος πια για τίποτε άλλο στο νησάκι σου –και πάει, την έβαψες, είσαι μέσα σου κάρβουνο και ας έχουν λυθεί όλα τα «εξωτερικά» προβλήματα του κοινοβίου: Όσο και αν ευημερεί το κοινόβιο γύρω σου, αν δεν έχεις φροντίσει εσύ το νησάκι μέσα σου, δεν μετράς για ζωντανός άνθρωπος.
Κι’ αντίστροφα: Όσο και αν έχεις περιποιηθεί το μέσα σου νησάκι, όσο και αν το έχεις φροντίσει να είναι άψογο και να έχει όλα τα καλά, αν δεν έχεις ασχοληθεί με όσα συμβαίνουν γύρω σου, στο κοινόβιο, μέσα στην αληθινή ζωή όπου ζεις και δουλεύεις και πουλάς και αγοράζεις και δημιουργείς και μοιράζεσαι, τίποτα δεν είσαι. Ένας δυστυχισμένος μοναχικός μαγκούφης είσαι, που έχει φροντίσει μοναχά τον εαυτούλη του.
Ζούμε συγχρόνως σε δυό παράλληλες πραγματικότητες όλοι μας και πρέπει να φροντίζουμε να τις συντονίζουμε για να μπορούμε να προχωράμε μπρός για τον σκοπό της ζωής –που είναι η ευτυχία.
- See more at: http://www.toportal.gr/?i=toportal.el.politismos&id=2220#sthash.eWASJ0nK.dMBfU6Je.dpuf

Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Οι μικρές και η μεγάλη Αγάπη


Να χαίρεστε όσα μας περιβάλλουν. Όλα μας διδάσκουν και μας οδηγούν στον Θεό. Όλα γύρω μας είναι σταλαγματιές της αγάπης του Θεού. Και τα έμψυχα και τα άψυχα και τα φυτά και τα ζώα και τα πουλιά και τα βουνά και η θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα και ο έναστρος ουρανός. Είναι οι μικρές αγάπες, μέσα από τις οποίες φτάνουμε στη μεγάλη Αγάπη, τον Χριστό. 

Για να γίνει κανείς χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή, πρέπει να γίνει ποιητής. "Χοντρές" ψυχές κοντά του ο Χριστός δεν θέλει. Ο χριστιανός, έστω και μόνο όταν αγαπάει, είναι ποιητής, είναι μες στην ποίηση. Την αγάπη ποιητικές καρδιές την ενεστερνίζονται, τη βάζουν μέσα στην καρδιά τους, την αγκαλιάζουν, τη νιώθουν βαθιά.

Να εκμεταλλεύεσθε τις ωραίες στιγμές. Οι ωραίες στιγμές προδιαθέτουν την ψυχή σε προσευχή, την καθιστούν λεπτή, ευγενική, ποιητική. Ξυπνήστε το πρωί να δείτε το βασιλιά ήλιο να βγαίνει ολοπόρφυρος απ' το πέλαγος. Όταν σας ενθουσιάζει ένα ωραίο τοπίο, ένα εκκλησάκι, κάτι ωραίο, να μη μένετε εκεί, να πηγαίνετε πέραν αυτού, να προχωρείτε σε δοξολογία για όλα τα ωραία, για να ζείτε το μόνον Ωραίον. Όλα είναι άγια [...]. Να τα χαίρεστε. Όλα μας πλουτίζουν, όλα μας οδηγούν στην μεγάλη Αγάπη, όλα μας οδηγούν στον Χριστό.

Να παρατηρείτε όσα έφτιαξε ο άνθρωπος, τα σπίτια, τα κτίρια, μεγάλα ή μικρά, τις πόλεις, τα χωριά, τους ανθρώπους, τον πολιτισμό τους. Να ρωτάτε, να ολοκληρώνετε τις γνώσεις σας για το καθετί, να μη στέκεστε αδιάφοροι. Αυτό σας βοηθάει σε βαθύτερη μελέτη των θαυμασίων του Θεού. Γίνονται όλα ευκαιρίες να συνδεόμαστε με όλα και με όλους. Γίνονται αιτίες ευχαριστίας και δεήσεως στον Κύριο του παντός. Να ζείτε μέσα σε όλα, στη φύση, στα πάντα. Η φύση είναι το μυστικό Ευαγγέλιο. Όταν, όμως, δεν έχει κανείς εσωτερική χάρη, δεν τον ωφελεί η φύση. Η φύση μάς ξυπνάει, αλλά δεν μπορεί να μας πάει στον Παράδεισο.

Ο πνευματέμφορος, αυτός που έχει το Πνεύμα του Θεού, προσέχει όταν περνάει, είναι όλο μάτια, όλο όσφρηση. Όλες του οι αισθήσεις ζούνε, αλλά ζούνε με το Πνεύμα του Θεού. Είναι αλλιώτικος. Όλα τα βλέπει κι όλα τ' ακούει. Βλέπει τα πουλιά, την πέτρα, την πεταλούδα... Περνάει από κάπου, αισθάνεται το καθετί, ένα άρωμα για παράδειγμα. Ζει μέσα σε όλα. Στις πεταλούδες, στις μέλισσες κλπ. Η χάρις τον κάνει να είναι προσεχτικός. Θέλει να είναι μαζί με όλα.

[...] Θυμάμαι τ' απολιθωμένα δέντρα, τους κορμούς που είδαμε στη Μυτιλήνη. Υπάρχουν από δεκαπέντε εκατομμύρια χρόνια. Μ' εντυπωσιάσανε τόσο πολύ! Κι αυτό είναι προσευχή, να βλέπεις τ' απολιθώματα και να δοξάζεις τα μεγαλεία του Θεού.

Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης

Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Η παραμυθία του Προσδοκώ

                                                                                                                                                                             Η παραμυθία του Προσδοκώ. Ανάσταση και Θέαση. Και το μαζί.