Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Ποιητής είναι κάποιος με τη ζωή του


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Ποιητής
Δεν είναι κάποιος
Όταν γράφει
Ή λέει
Πράγματα
Ωραία
Και
Συγκινητικά.

Ποιητής είναι κάποιος με τη ζωή του.


Η κυρία Ναζλού ή Ναυσικά δίπλα στη λίμνη Ζάζαρη. Κάθε μέρα και την ίδια ώρα στις όχθες της, να ταϊσει τις πάπιες και τις χήνες. Κάθε σούρουπο, εκεί γύρω στις 6.30, θα τη δεις να κατηφορίζει, χιονίζει ή βρέχει για να μοιράσει το λιγοστό και σε κείνες. Κι ύστερα να χάνεται μες στο σκοτάδι που απλώνει, μες στη βροχή που δυναμώνει, μες στη σιωπή της απλότητας, αφήνοντας ενεούς τους όποιους κατά θεϊκή παραχώρηση βρεθούν στο πλάι της.

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Το μέρος όπου γεννιούνται τα σύννεφα


Είναι από αυτούς που τους αγαπάς βαθιά. Όπως ο Βιζυηνός ή ο Παπαδιαμάντης. Για το άλγος εκείνο της ζωής που το έκαναν γραφή. Οι πιο βαθιά πονεμένοι, τούτοι μονάχα αξιώνονται τις κορυφογραμμές -έτσι από δικαιοσύνη. Το παρακάτω, χρόνια τώρα το κουβαλάς απάνω σου. Σήμερα το θυμήθηκες, το ξεφορτώνεις για την ημέρα, έτσι σα συναξάρι που θα μπορούσε να είναι. Ο Χερν, ο Λευκάδιος, εκείνο το μικρό παιδί που έζησε από τα πέντε δίχως μάνα, στα ξένα παντού κι απ' την πατρίδα ξένος και που απάγκιασε στην Άπω Ανατολή, μέσα στα άνθη της κερασιάς και των λιμνών όπου αυτή καθρεφτίζεται, εκεί όπου μαζί με το δικό του τ' όνομα πήρε και τ' άλλο: Κουιζίμι Γιάκουμο. Που θα πει, "το μέρος όπου γεννιούνται τα σύννεφα". Η ψυχή όπου γεννά τα σύννεφα. Η ίδια και που τα διώχνει. Αμήν και καλή Σαρακοστή.

Η ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ

Ζούσε κάποτε ένας νεαρός σαμουράι από το Κυότο που γνώρισε μεγάλη φτώχεια όταν καταστράφηκε ο άρχοντάς του. Αναγκάστηκε τότε να φύγει από το σπίτι του για να τεθεί στην υπηρεσία του κυβερνήτη μιας μακρινής επαρχίας. Πριν φύγει από την πρωτεύουσα ο σαμουράι χώρισε τη σύζυγό του, μια όμορφη και καλόκαρδη γυναίκα, ελπίζοντας πως μ' έναν άλλο γάμο θα' χε καλύτερη τύχη. Παντρεύτηκε λοιπόν την κόρη μιας σχετικά καλής οικογένειας και την πήρε μαζί του στη μακρινή επαρχία όπου τον είχαν καλέσει. 
   Αυτά έγιναν στην ηλικία εκείνη που τα νιάτα κάνουν τους ανθρώπους απερίσκεπτους και την επιθυμία κοφτερή εμπειρία. Ο σαμουράι δεν ήταν λοιπόν σε θέση να καταλάβει τι αξία είχαν τα αισθήματα που τόσο αψήφιστα είχε πετάξει.
   Ο δεύτερος γάμος του δε στάθηκε ευτυχισμένος. Ο χαρακτήρας της νέας συζύγου του ήταν σκληρός και εγωιστικός και πολύ γρήγορα άρχισε να βρίσκει αφορμές να αναπολεί με θλίψη τις μέρες του Κυότο. Με τον καιρό, ανακάλυψε πως αγαπούσε ακόμη την πρώτη γυναίκα του. Την αγαπούσε περισσότερο από όσο θα μπορούσε ποτέ ν' αγαπήσει τη δεύτερη. Άρχισε να νιώθει πόσο άδικος κι αχάριστος υπήρξε απέναντί της. Σιγά σιγά η μετάνοιά του βάθαινε και στο τέλος έγινε πληγή που δεν τον άφηνε πια σε ησυχία. Η μορφή της γυναίκας που είχε αδικήσει, η ευγενική της ομιλία, το χαμόγελο, οι λεπτοί κομψοί τρόποι, η άψογη υπομονή της τον κυνηγούσαν ασταμάτητα. Την έβλεπε καμιά φορά στα όνειρά του μπροστά στον αργαλειό της να υφαίνει όπως τότε που δούλευε μέρα νύχτα για να τον βοηθήσει στα δύσκολα χρόνια τους. Πιο συχνά όμως την έβλεπε γονατισμένη, μόνη, στο άθλιο δωμάτιο όπου την εγκατέλειψε, να σκουπίζει τα δάκρυά της με το φθαρμένο μανίκι του φτωχικού ρούχου που φορούσε. Ακόμη και στις ώρες της υπηρεσίας οι σκέψεις του γύριζαν σ' εκείνη. Αναρωτιόταν πώς να ζούσε τώρα, τι να' κανε. Κάτι στην καρδιά του τον βεβαίωνε πως δεν ήταν δυνατό να' χει δεχτεί άλλο σύζυγο, πως ποτέ της δε θα αρνιόταν να τον συγχωρέσει. Μυστικά λοιπόν αποφάσισε να ψάξει να τη βρει αμέσως μόλις θα γύριζε στο Κυότο, να της ζητήσει να τον συγχωρέσει, να την πάρει ξανά μαζί του. Να πράξει οτιδήποτε πράττει ένας άντρας για να εξιλεωθεί.
   Τα χρόνια όμως περνούσαν...
   Κάποτε τέλειωσε η επίσημη υπηρεσία του στον κυβερνήτη κι ο σαμουράι ήταν πια ελεύθερος. "Τώρα θα πάω πίσω στην αγαπημένη μου", υποσχέθηκε στον εαυτό του. "Α, τι τρέλα, τι σκληρότητα να τη χωρίσω!". Έστειλε τη δεύτερη γυναίκα του στους δικούς της (δεν του είχε κάνει παιδιά) και φτάνοντας στο Κυότο έτρεξε να βρει την παλιά του σύντροφο, χωρίς μάλιστα να  βρει τον καιρό ν' αλλάξει τα ταξιδιωτικά του ρούχα.

Όταν έφτασε στο δρόμο όπου ζούσε κάποτε, είχε πέσει πια η νύχτα, η νύχτα της δέκατης μέρας του ένατου μήνα. Η πόλη ήταν σιωπηλή σαν νεκροταφείο. Ένα λαμπρό φεγγάρι όμως έκανε ορατά τα πάντα. Βρήκε το σπίτι χωρίς δυσκολία. Έμοιαζε έρημο, ψηλά χορτάρια φύτρωναν στη στέγη. Χτύπησε στις συρτές πόρτες μα δεν απάντησε κανείς. Βλέποντας πως οι πόρτες δεν ήταν κλειδωμένες από μέσα, τις έσπρωξε σιγά και μπήκε. Το μπροστινό δωμάτιο, χωρίς ψάθες στο δάπεδο, ήταν άδειο. Κρύος αέρας έμπαινε από τις χαραμάδες στα σανίδια, το φεγγάρι έλαμπε μέσα από μια τρύπα στον τοίχο της κόγχης. Και τα άλλα όμως δωμάτια παρουσίαζαν την ίδια εικόνα εγκατάλειψης. Το σπίτι έμοιαζε ακατοίκητο. Ωστόσο ο σαμουράι αποφάσισε να επισκεφτεί, στην άλλη άκρη του σπιτιού, το μικρό δωμάτιο όπου παλιά συνήθιζε να ξεκουράζεται η γυναίκα του. Πλησιάζοντας το συρτό χώρισμά του είδε έκπληκτος μια λάμψη να έρχεται από μέσα. Έσπρωξε το χώρισμα και μια κραυγή χαράς βγήκε από τα χείλη του: την είδε εκεί, καθισμένη, να ράβει στο φως της χάρτινης λάμπας. Την ίδια στιγμή τα μάτια της αντίκρισαν τα δικά του και μ' ένα ευτυχισμένο χαμόγελο τον χαιρέτησε λέγοντας μόνο:
-Πότε γύρισες στο Κυότο; Πώς βρήκες το δρόμο σου ως εδώ σ' εμένα, μέσα από τα σκοτεινά δωμάτια;
   Τα χρόνια δεν την είχαν αλλάξει καθόλου. Έμοιαζε νέα κι όμορφη, όπως την είχε κρατήσει βαθιά μέσα στη μνήμη του. Πιο γλυκιά όμως από την κάθε ανάμνηση χάιδεψε τ' αυτιά του η μουσική της φωνής της μ' εκείνο το τρέμουλο της γαληνεμένης απορίας. Κάθησε χαρούμενος δίπλα της και της τα διηγήθηκε όλα: πόσο βαθιά είχε μετανιώσει για τον εγωισμό του, πόσο δυστυχισμένος ήταν μακριά της, πόσο πολύ του έλειπε, πόσο καιρό έτρεφε την ελπίδα και σχεδίαζε να επανορθώσει το σφάλμα του. Χαϊδεύοντάς τη συνεχώς, επιζητούσε τη συγνώμη της. Του απάντησε με την ευγενική της αγάπη, όπως ακριβώς το επιθυμούσε η καρδιά του. Τον παρακάλεσε να πάψει να κατηγορεί τον εαυτό του. Δεν είναι σωστό, του έλεγε να υποφέρει για λογαριασμό της. Εκείνη πάντοτε το πίστευε πως δεν της άξιζε να γίνει γυναίκα του. Ήξερε επίσης πως την είχε χωρίσει μόνο και μόνο από φτώχεια. Όσο ζούσαν μαζί, ήταν πάντοτε ευγενικός μαζί της. Εκείνη, πάλι, ούτε στιγμή δεν είχε πάψει να προσεύχεται για την ευτυχία του. Μα κι αν υπήρχε έστω λόγος να μιλάει για επανόρθωση, ετούτη η επίσκεψή του, που τόσο την τιμούσε, ήταν η πιο μεγάλη ανταμοιβή της. Τι μεγαλύτερη ευτυχία απ' το να τον δει άλλη μια φορά, έστω για λίγο;
   -Για λίγο! της απάντησε εκείνος μ' ένα γέλιο ικανοποίησης. Πες καλύτερα για εφτά ολόκληρες ζωές! Αγαπημένη μου, εκτός κι αν μου το απαγορεύσεις, γύρισα να ζήσω μαζί σου για πάντα. Για πάντα! Τίποτα πια δεν πρόκειται να μας χωρίσει. Έχω τα μέσα τώρα, έχω φίλους. Δε φοβόμαστε άλλο τη φτώχεια. Αύριο θα φτάσουν εδώ τα υπάρχοντά μου, θα' ρθουν και οι υπηρέτες μου να σε φροντίσουν. Θα κάνουμε το σπιτικό μας πάλι όμορφο.... Απόψε, πρόσθεσε κάπως ένοχα, ήρθα τόσο αργά -χωρίς καν ν' αλλάξω ρούχα- από τη μεγάλη επιθυμία μου να σε δω, να σου τα πω όλα αυτά.
   Έμοιαζε χαρούμενη ακούγοντας τα λόγια του κι άρχισε κι αυτή με τη σειρά της να του μιλάει για όσα συνέβηκαν στο Κυότο από τη μέρα που έφυγε. Εκτός από τη λύπη της για την οποία αρνήθηκε γλυκά να του μιλήσει. Κουβέντιασαν ως αργά τη νύχτα. Ύστερα τον οδήγησε σ' ένα πιο ζεστό δωμάτιο, στη νότια πλευρά του σπιτιού -εκεί που ήταν κάποτε το νυφικό τους δωμάτιο. 
   -Δεν έχεις κανέναν να σε βοηθάει στο σπίτι; τη ρώτησε όταν εκείνη άρχισε να του στρώνει το κρεβάτι.
   -Όχι, του απάντησε χαμογελώντας. Δεν είχα χρήματα για υπηρέτη. Έζησα μόνη μου όλα αυτά τα χρόνια.
   -Από αύριο θα' χεις όσους υπηρέτες θέλεις, της είπε. Καλούς υπηρέτες, μα κι ό,τι άλλο ποθήσει η καρδιά σου.
   Ξάπλωσαν να ξεκουραστούν, όχι να κοιμηθούν. Είχαν τόσα πολλά να πουν ο ένας στον άλλον. Μίλησαν για το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον, έως ότου άρχισε να ξημερώνει. Ύστερα χωρίς να το θέλει ο σαμουράι έκλεισε τα μάτια του κι αποκοιμήθηκε. 

Όταν ξύπνησε, το φως του ήλιου έμπαινε άπλετο μέσα από τις σχισμές του συρτού παραθυρόφυλλου. Με μεγάλη του έκπληξη είδε πως ήταν ξαπλωμένος πάνω στα γυμνά σανίδια του φθαρμένου δαπέδου... Όλα λοιπόν υπήρξαν ένα όνειρο; Όχι! Εκείνη ήταν δίπλα του, κοιμόταν ακόμη...Έσκυψε επάνω της, την κοίταξε κι έβγαλε μια κραυγή φρίκης: αυτή που κοιμότανε δίπλα του δεν είχε πρόσωπο! Μπροστά του, τυλιγμένο στο σάβανο, ήταν το κουφάρι της γυναίκας του. Τόσο λιωμένο που είχαν απομείνει μόνο τα κόκκαλά της και τα μακριά μπλεγμένα μαλλιά της. 
   Αργά αργά, καθώς έστεκε εκεί στον ήλιο τρεμάμενος και ανήμπορος, η παγωμένη φρίκη γίνηκε ανυπόφορη απελπισία. Τόσο τρομαχτικός ήταν ο πόνος του, που στο τέλος αδράχτηκε από την περιπαικτική σκιά της αμφιβολίας. Προσποιούμενος πως δεν ήξερε τη γειτονιά άρχισε να ρωτάει δεξιά και αριστερά πού ήταν το σπίτι όπου ζούσε η γυναίκα του.
   -Κανείς δε μένει πια σ' αυτό το σπίτι, του απάντησε ο άνθρωπος που ρώτησε. Ανήκε κάποτε στη γυναίκα ενός σαμουράι, ο οποίος έφυγε από την πόλη πριν πολλά χρόνια. Πριν φύγει, τη χώρισε για να παντρευτεί μια άλλη. Εκείνη ταράχτηκε τόσο πολύ, που αρρώστησε. Δεν είχε συγγενείς στο Κυότο. Κανένας δεν τη φρόντισε. Πέθανε το φθινόπωρο εκείνου του χρόνου, την δέκατη ημέρα του ένατου μήνα.

ΛΕΥΚΑΔΙΟΣ ΧΕΡΝ, Κείμενα από την Ιαπωνία (μτφρ.Σωτήρης Χαλικιάς), Ίνδικτος 2008