Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Άγια σκόνη


Τυφλοί γερανοί έγιναν άγια σκόνη στο Βαν.
Γύρισαν και έφυγαν.
Αχ, της  δικής μας χώρας ο χαμός.
Όμως, εσύ μην κλαις, εγώ έχω ήδη κλάψει πολύ. 
Το καραβάνι πέρασε πνιγμένο στο δάκρυ και στη μαύρη έρημο γονάτισε. 
Κουρασμένο από του δικού μας κόσμου τον πόνο και την αγωνία.
Όμως, εσύ μην κλαις, εγώ έχω ήδη κλάψει πολύ. 
Μην κλαις, τα δάκρυα μου στέγνωσαν.
Το γάλα μου πάγωσε στα δικά σου χείλη, 
ξέρω ότι είναι πικρό, παίδι μου, 
και δεν το θέλεις, 
γιατί έχει πάρει τη γεύση της θλίψης. 
Όμως, εσύ μην κλαις, εγώ έχω κλάψει ήδη αρκετά. 

μεταφρασμένο από τη Μαίρη Γκαλιάν, μαθήτρια από την Αρμενία
24 Απριλίου 1915, ημέρα της γενοκτονίας των Αρμενίων

Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

Συγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλε


Εί τις ευσεβής και φιλόθεος, απολαυέτω της καλής ταύτης και λαμπράς πανηγύρεως.
Εί τις ευγνώμων, εισελθέτω χαίρων εις την χαράν του Κυρίου αυτού.
Εί τις έκαμε νηστεύων, απολαυέτω νύν το δηνάριον.
Εί τις από της πρώτης ώρας ειργάσατο, δεχέσθω σήμερον το δίκαιον όφλημα.
Εί τις μετά την τρίτην ήλθεν, ευχαρίστως εορτασάτω.
Εί τις μετά την έκτην έφθασε, μηδέν αμφιβαλλέτω˙ και γάρ ουδέν ζημειούται.
Εί τις υστέρησεν εις την ενάτην, προσελθέτω, μηδέν ενδοιάζων.

Εί τις εις μόνην έφθασε την ενδεκάτην, μη φοβηθή την βραδύτητα˙ φιλότιμος γάρ ων ο Δεσπότης, δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον˙ αναπαύει τον της ενδεκάτης, ως τον εργασάμενον από της πρώτης˙ και τον ύστερον ελεεί και τον πρώτον θεραπεύει˙ κακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται˙ και τα έργα δέχεται και την γνώμην ασπάζεται˙ και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί.

Ουκούν εισέλθετε πάντες εις την χαράν του Κυρίου υμών˙ και πρώτοι και δεύτεροι τον μισθόν απολαύετε. Πλούσιοι και πένητες μετ' αλλήλων χορεύσατε˙ εγκρατείς και ράθυμοι την ημέραν τιμήσατε˙ νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, ευφράνθητε σήμερον. Η τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες.

Ο μόσχος πολύς, μηδείς εξέλθη πεινών. Πάντες απολαύσατε του συμποσίου της πίστεως˙ πάντες απολαύσατε του πλούτου της χρηστότητος. Μηδείς θρηνείτω πενίαν˙ εφάνη γάρ η κοινή Βασιλεία. Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα˙ συγνώμη γάρ εκ του τάφου ανέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον˙ ηλευθέρωσε γάρ ημάς ο του Σωτήρος θάνατος. Έσβεσεν αυτόν, υπ' αυτού κατεχόμενος.

Εσκύλευσε τον άδην ο κατελθών εις τον άδην. Επίκρανεν αυτόν, γευσάμενον της σαρκός αυτού. Και τούτο προλαβών Ησαϊας εβόησεν˙ ο άδης φησίν, επικράνθη, συναντήσας σοι κάτω.

Επικράνθη˙ και γάρ κατηργήθη.
Επικράνθη˙ και γάρ ενεπαίχθη.
Επικράνθη˙ και γάρ ενεκρώθη.
Επικράνθη˙ και γάρ καθηρέθη.
Επικράνθη˙ και γάρ εδεσμεύθη.
Έλαβε σώμα και Θεώ περιέτυχεν.
Έλαβε γήν και συνήντησεν ουρανώ.
Έλαβεν όπερ έβλεπε και πέπτωκεν όθεν ουκ έβλεπε.
Πού σου, θάνατε, το κέντρον;
Πού σου, άδη, το νίκος;

Ανέστη Χριστός και σύ καταβέβλησαι.
Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες.
Ανέστη Χριστός και χαίρουσιν άγγελοι.
Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται.
Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς επί μνήματος.
Χριστός γάρ εγερθείς εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο.
Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν. 

Κατηχητικός Λόγος Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Στα κατώφλια της Ανάστασης


Τὸν ἥλιον κρύψαντα τὰς ἰδίας ἀκτίνας,
καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ διαρραγέν, τῷ τοῦ Σωτῆρος θανάτῳ,
ὁ Ἰωσὴφ θεασάμενος, προσῆλθε τῷ Πιλάτῳ καὶ καθικετεύει λέγων·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδεν ξενίζειν τοὺς πτωχούς τε καὶ ξένους·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλῖναι·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ἡ Μήτηρ καθορῶσα νεκρωθέντα ἐβόα·
Ὦ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, εἰ καὶ τὰ σπλάγχνα τιτρώσκομαι,
καὶ καρδίαν σπαράττομαι, νεκρόν σε καθορῶσα,
ἀλλὰ τῇ σῇ ἀναστάσει θαρροῦσα μεγαλύνω.
Καὶ τούτοις τοίνυν τοῖς λόγοις δυσωπῶν τὸν Πιλᾶτον
ὁ εὐσχήμων λαμβάνει τοῦ Σωτῆρος τὸ σῶμα,
ὃ καὶ φόβῳ ἐν σινδόνι ἐνειλήσας καὶ σμύρνῃ, κατέθετο ἐν τάφῳ
τὸν παρέχοντα πᾶσι ζωὴν αἰώνιον καὶ τὸ μέγα ἔλεος. 


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΚΡΟΠΟΛΙΤΗΣ


Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ 

Ο κηπουρός του τάφου, γέροντας αγαθός,
αυτός που παραστάθηκε στα ογκώδη γεγονότα,
και στις πρωινές οράσεις των γυναικών,
σε όλες τις ανοιξιάτικες καλωσύνες
όχι απαθής, αλλά μεστός (γέροντα καθώς ήτο)
έμενε κι' ασυγκίνητος εν μέρει τους φαινόταν.

Αλλά η  ψυχή του ακέραια δίχως ν' αναλωθεί
σε άκαιρες πράξεις ή σε λόγια περισσά,
ωρίμασε σε πλήρη ιδέα της θεογνωσίας.

Μελέτες, περιδιάβασες, μετεωρισμοί,
αιώνων απασχόληση για ν' αποβεί
κάποτε ανέβασμα ψυχών των νέων παιδιών,
πολλάκις άκαρπη, πάντοτε μισερή,
-ηλιοδαρμός και πάμπλουτη αχτινοβολία,
βίαιο χύμα κάδου της χρυσής βροχής
και ποντισμός πολλού φωτός, πλούσιων βολίδων
απόβηκε στον γέροντα η εωθινή
μύηση σε κόσμους εχτεινόμενους
από τα βάθη των ταρτάρων και του ίσκιου,
ως με την όλη ουσία του ύψους και της θεότητας,
με διάμεσα περιβόλια καλωσύνης,
ανθώνες τέρψεως και τρυφής και κελαηδήματα
πουλιών ωραία, χρωματιστών, που προϋπαντούνε
ψυχές που αιφνίδια ανθίσανε, γερόντων έστω,
σ' αιφνίδια και φλογώδη Αποκάλυψη του Μυστηρίου.

ΙΕΡΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Ποιος θάλεγε την Κυριακή τη βαγιοφόρα,
τότε που ο Κύριος πέρασε σιμά μας
καθισμένος στον πώλο του κι' ευλόγα,
πως θα δραματιζόταν τέτοιο πάθος;

Ποιος θάλεγε, πως τα παιδιά που ψέλναν
κι' οι ώριμοι που στρώναν τις μαντύες,
πως θα τον καταριόνταν σε τρεις μέρες
και θα ζητούσαν το σταυρόν απ' τους αρχόντους;

Πράξες μονάχα μυστικές προλέγαν
σαν βελουδένια όνειρα της νύχτας,
πως μιαν αγάπη, μια θυσία και μια συγγνώμη
προτίθετο τα ελέη της να σκορπίσει.

Γυναίκες ήσαν εαρινές, που κλείναν μύρα
και τάχυναν στ' αέρινα ποδάρια,
αυτές, που σούρνοντο μετά στα περιβόλια
ν' ανθοκομήσουν για το νεκρό Σώμα.

Γυναίκες ήσαν, και βαθύχρωμοι πανσέδες
οι νύχτες τους, το κρυφό βάρος τ' ομορφαίναν
και το φωτίζαν, πλάθαν, συγκροτούσαν
σε πράξες της ευλαβικής ημέρας.

Γυναίκες ήσαν, που όσο κι' αν χωρίζαν
τις μοίρες τους, (κι' η μια ξεχνιέται σ' έγνοιες,
κι' η άλλη διαλέγει την καλή μερίδα),
όμως κι' οι δυο τους τη θανή δουλεύαν).

Χριστέ μου, ας γίνει κι' οι ψυχές μας νάχουν
συμπόνιες, σαν εκείνες τις γυναίκες.
να μαλακώσουν οι έχθρητες. και να δεχθούμε
μιαν άξια Ανάσταση, πολύ γαληνεμένη.

Τ..Κ.ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ 

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Σκοτείνιασ' ο τόπος


ΤΟ ΠΕΣΙΜΟ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Θάπεφτε, δεν άντεχε άλλο το Σταυρό.
Και θάπεφτε πολύ νωρίτερα
αν δεν Τον έβλεπε η Μητέρα Του.
Όταν Τη διέκρινε ανάμεσα στο πλήθος
πιέστηκε όσο μπορούσε,
συγκέντρωσε όση δύναμη μπορούσε
και πέρασε από μπροστά Της σταθερός κι’ ακμαίος,
μ’ ένα αδιόρατο κιόλας χαμόγελο.
Ελπίζει να τα καταφέρη ως το στρίψιμο του δρόμου,
προσεύχεται να τα καταφέρη ως το στρίψιμο του δρόμου
(«Αυτό, τουλάχιστο, Πάτερ μου»!).
Δε σκέφτεται τη Σταύρωση,
τίποτ’ απ’ όλα τ’ άλλα δε σκέφτεται,
μονάχα το στρίψιμο.
  
ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Η Παναγιά της Αλυπίας


Κυριακή των Βαϊων στην ενδοχώρα. Επιστρέφοντας από την εκκλησιά, βλέπεις καμιά εκατοστή άτομα έξω από τα Liddl. Ουρές στο βωμό του οβελία. Πήγε η πρώτη αρμαθιά, καρτερούν απ' έξω κι οι επόμενες. Έχουν και σεκιούριτι. 3.99 είναι αυτά. Πού νά' βρεις φτηνότερο! Αντίδωρο ακόμα κάπου δε μοιράσανε, μα αυτοί στήθηκαν απ' τα χαράματα, μη χάσουν και δε γιορτάσουν τη σούβλα. Ποιος Χριστός; Άλλωστε το υποδεικνύουν και τα βιβλία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Α' Γυμνασίου. Η "Πασχαλινή ιστορία" είναι το πιο άκυρο κείμενο για να νιώσει κανείς εντός ή εκτός σχολικής αίθουσας το οτιδήποτε σχετικό με την Ανάσταση. Κάτι που θα υποψιάσει κάπως τις ψυχές για ό,τι συντελείται "εντός" και "εκτός" τη Μεγάλη Βδομάδα, κάτι έστω που θα συγκινήσει ως ανάγνωση. Και το πλέον κατάλληλο, για να πετύχεις, αν το επιδιώκεις -που το επιδιώκεις- όλα τα αντίθετα. Το φωνάζει εξάλλου και το εισαγωγικό σημείωμα: "Στο συγκεκριμένο διήγημα παρουσιάζεται ο διχασμός του ήρωα. Τα φιλοζωικά του αισθήματα νικούν το πασχαλινό έθιμο, και έτσι το αθώο αρνάκι γλιτώνει τη σφαγή". Πάω πάσο μπροστά σε τέτοιον αδυσώπητο διχασμό. Νομίζει κανείς ότι έχει μπει σε κακόγουστη σειρά κινούμενων σχεδίων. Και ότι του ζητούν να παίξει κιόλας.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Ποιος Χριστός. Εξακολουθούμε να χορεύουμε το χορό της τάβλας. Δηλαδή της κοιλιάς. Και επιπλέον, σε σχέση με τις ουρές του οβελία: Ποια Ελλάδα. Ούτε τσίπα. Ζούμε την έσχατη Άλωση. Αυτήν που επίσης χτίσαμε με τα χέρια μας.

Δίχως να το θες, σου' ρχονται στίχοι από αλλού. Να χτυπιούνται με το δήθεν έθιμο, με τις ουρές, τις σούβλες, τον οβελία, το αθώο αρνάκι των Κειμένων της Νεολληνικής βλακείας. Σε βρίσκει κατάστηθα το "άδικον", η Θρηνωδούσα, η Παναγιά του Χάρου, η Dolorosa. Όλες, εδώ και αιώνες, να συμπυκνώνουν τη μια και μόνη κραυγή του Ανθρώπου. Αυτού που άδικα. Μαζί με κείνον που. Αυτόν τον Πρώτον:

Σφαγήν σου τὴν ἄδικον Χριστέ, ἡ Παρθένος βλέπουσα, ὀδυρομένη ἐβόα σοι· Τέκνον γλυκύτατον, πῶς ἀδίκως θνῄσκεις; πῶς τῷ ξύλῳ κρέμασαι, ὁ πᾶσαν γῆν κρεμάσας τοῖς ὕδασι; Μὴ λίπῃς μόνην με, Εὐεργέτα πολυέλεε, τὴν Μητέρα, καὶ δούλην σου δέομαι

Συν αυτώ, ο μοντικός Χριστός, να είναι ο μοναδικός που διασώζεται και διασώζει την ελάχιστη ανθρωπιά μας. Ένας ποιητής ως αντίδοτο στη φρίκη. Ένας ποιητής να την υποδεικνύει ως το μεδούλι. Αυτά "τα μετέπειτα". Αυτά "τα μέχρι τούδε". Αυτά τα εις το εξής: 

ΠΡΟΣ ΙΗΣΟΥ

Φοβάμαι πως δεν θάχης τίποτ’ άλλο να θυμάσαι από εμάς
παρά μονάχα εκείνη την κοπέλλα
που Σου σκούπισε το πρόσωπο

ΙΗΣΟΥΣ ΠΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Μπορώ τώρα να σας πω
πως ειλικρινά δε με πείραξε η Σταύρωση,
μπορώ τώρα να σας πω
πως ειλικρινά δε με πίκρανε η Σταύρωση
μα τα μετέπειτα,
μα τα μέχρι τούδε,
μα τα μέχρι τούδε σας
ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Τα μέχρι τούδε μας συνεχίζονται άπαυτα και ανερυθρίαστα. Τούτο το τελευταίο είναι που σοκάρει περισσότερο. Ώρες-ώρες καλύτερα τυφλός. Αν ειν' να βαδίζεις με μάτια ορθάνοιχτα στα σκοτάδια, αν είν' να βλέπεις το άδικο να στεριώνει ξανά και ξανά, καλύτερα, λέει, τυφλός. Αν πλάνο, είπαν το Φως, τότε ποιος το σκοτάδι;

ΤΥΦΛΟΣ ΠΡΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Τὶ εἶν' ἡ βοὴ στὸ Γολγοθᾶ ποὺ κόσμος τρέχει ἀπάνω;
-Πηγαίνουν νὰ σταυρώσουν δυὸ μαζί μὲ κάποιον πλᾶνο.
-Ποιοὶ νἆν οἱ δυὸ, ποὺ ἐκδικητής ὁ χάρος τοὺς προσμένει;
-Κλέφτες, φονιάδες, ἄρπαγες, κακούργοι ξακουσμένοι.
-Καὶ ποιὸς ὁ πλᾶνος ποὺ κὶ αὐτὸς θὰ σταυρωθῇ μαζὶ τους;
-Τοὺς Φαρισαίους ρώτησε, εἰναι δουλειὰ δικὴ τους!
-Θὰ πάω νὰ δῶ...

Εἶπα νὰ δῶ κὶ ἦρθαν στὸ νοῦ μου πάλι.
Τὰ χρόνια ποὺ ἤμουνα τυφλός. Τυφλός! Ἐσεῖς οἱ ἄλλοι
δὲν ξέρετε πόσο ἡ ψυχή μέσα στὰ στήθη εἶν' ἄδεια,
ὅταν μὲ μάτια ὁρθάνοιχτα βαδίζει στὰ σκοτάδια!
Πῶς τὴ θυμοῦμαι τὴ στιγμή ποὺ ἐστάθη αὐτός μπροστὰ μου
καὶ μ' εὐσπλαχνίσθη, κὶ ἔσκυψε, πῆρε πηλὸ απὸ χάμου
κὶ ἀλείφοντας τὰ μάτια μου μὲ τὸν πηλό ἐκείνο,
μοῦ εἶπε νὰ πάω στοὺ Σιλωάμ τὴ στέρνα να τα πλύνω!

Ὅταν τὸν πρωτοακτίκρυσα τὸν Φωτοδότη ἐμπρὸς μου,
στὴν ὄψη του εἴδα ὅλες μαζὶ τὶς ὀμορφιὲς τοῦ κόσμου.
Μοσχοβολοῦσε κὶ ἔλαμπε τὸ κάθε κίνημά του...
Φῶς καὶ τὰ χεἰλη, κὶ ἡ φωνή, τὰ μάτια κὶ ἡ ματιά του.
Στὰ χείλη του ἡ παρηγοριά, στὰ μάτια του ἡ ἐλπίδα...
Ἔστρεψα τότε ὁλόγυρα τὰ δυὸ μου μάτια κὶ εἴδα
κάθε ποὺ ζεῖ καὶ ποὺ δὲν ζεῖ, κὶ εἴδα παντοῦ γραμμένη
τὴν ὄψη του, λὲς κὶ ἤτανε καθρέπτης του ἡ οἰκουμένη.

Φῶς ἡ ζωή, χαρὰ τὸ φῶς! Ἀς πάω νὰ δῶ τὸν πλᾶνο
ποὺ θὰ καρφώσουν στὸ Σταυρό. Κατὰ τὸ λόφο ἐπάνω
κόσμος, περιγελάσματα κὶ ὀχλοβοή κὶ ἀντάρα
χίλιες φωνές σὰν μιὰ φωνή κὶ ὅλες σὰν μιὰ κατάρα.
Ποῦ πάει; Σπρώχνει καὶ σπρώχνεται καὶ πνίγεται καὶ πνίγει,
καὶ σταματᾶ προσμένοντας. Παράμερα ξανοίγει
τρεῖς μαυροφόρες μοὺ κρατοῦν μιὰ λιγοθυμισμένη.
Θὲ νἆναι μάνα ἡ δὐστυχη! Ξάφνω, μὲ μιὰς σωπαίνει
τὸ πλῆθος ποὺ ἀνταριάζονταν. -Γκάπ! Γκούπ! Καρφώνουν, κρότοι
πνιγμένοι μὲς στὰ βογγητά! Ὑψώνονται οἱ δυὸ πρῶτοι
σταυροί· κανεῖς δὲν στρέφεται. Γκάπ! Γκούπ! Ξανακαρφώνουν
μὰ βόγγος δὲν ἀκούγεται. Νὰ, καὶ τὸν τρίτον ὑψώνουν
Πῶς; Σὺ ποὺ μοῦδωσες τὸ φῶς, ἐσένα πλᾶνο λένε;
Κὶ ἦταν γραφτό τὰ μάτια μου νὰ βλέπουν γιὰ νὰ κλαῖνε;
Τὶ νὰ τὰ κἀνω καὶ τῆς γῆς καὶ τ' οὐρανοῦ τὰ κάλλη;
Πάρε τὸ φῶς ποὺ μοῦδωσες καὶ τύφλωσέ με πάλι! 

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΕΜΗΣ
 
Μοναδική παραμυθία και ασπίδα στη ντροπή που νιώθει ένας ελάχιστος της ενδοχώρας είναι η φωλιά που υπάρχει εντός των στασιδιών, αυτή η άκρα του Παραδείσου, ένας βιότοπος για επαπειλούμενα είδη, καταφύγιο για πολυτραυματίες και λησμονημένους.

Ήρθε στο νου σήμερα -ίσως και εξαιτίας όλων αυτών- η Παναγιά της Χάλκης, η παύσον λύπη ή Παυσολύπη. Ακούω έπειτα στην τηλε-απόλυση τους αγίους της αυριανής: Άγιος Παυσολύπιος, ο μάρτυς εκ Θράκης, ξιφει τελειούται. "Όταν τίποτα δεν είναι τυχαίο /Εγώ /Γιατί να υποκριθώ ότι είναι;" λέει κάπου στο "Άκος".

Αύριο της Κασσιανής, σαν αύριο π' ανέβηκε στα ουράνια κι ο Γιωργάκης από τη Βιζύη.

Όλα μες στην πανσέληνο του Απριλίου που ήδη ασήμωσε από σήμερα. Πανσέληνος της έκλειψης και της Μεγάλης Βδομάδας. Προτού την Ανάσταση. Όμως, από τη στιγμή που Αυτή επίκειται, δεν μπορεί παρά να είναι και αυτή μια πανσέληνος παυσολύπη.

14 Απριλίου

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Αποκόμματα


Τον λέγαν Δημήτρη. Κλεισμένος για μήνες στην καρδιοχειρουργική. Λίγο πριν τη Μεγάλη Βδομάδα φωνάζει το γιατρό πως τον θέλει. "Πες μου, τι θες. Θες να σου φέρω παϊδάκια, θες μπιφτέκια, τι θες;". Και γελά. "Θέλω να κατέβω στη λειτουργία την Ανάσταση". Εκείνος χαμογέλασε κι έφυγε. Δεν του είπε τίποτα. Ο Δημήτρης δεν κατέβηκε. Έφυγε μες στον Ιούλη. Ανήμερα των γενεθλίων του στο χώμα. Σαράντα και κάτι. Μου τον θύμισε σήμερα η αδελφή του.

Τη λέγαν Παρασκευή. Έφυγε σήμερα. Ήταν πενήντα, μα σήμερα έμοιαζε κοριτσόπουλο. Μ' ένα χαμόγελο στις παρειές, στα χείλη. Πρώτος είχε φύγει εκείνος. Νέος πολύ. Τη νύχτα που ανέβαινε, μπήκε στο ύπνο της και την αγκάλιασε, τη σήκωσε ψηλά και της μιλούσε. Της χάιδευε τα μαύρα της μαλλιά. Την έγνοιά της είχε που την άφηνε. Την αποχαιρετούσε. Τις λεπτομέρειες έχει χρόνια που μου τις είπε. Ήθελα να τις ξανακούσω. Δεν την πρόφτασα. Με ξεγέλασε πως είχε χρόνο ακόμα. Πως θα' ναι μαζί μας για λίγο ακόμα. Για χτες, για προχτές, για αύριο. "Θα ξανάρθω" της είπα. Με πρόφτασε κείνη. Και μου' μεινε το συσπασμένο παράπονο μες απ' τη μισάνοιχτη πόρτα, έτοιμο να λυθεί σε δάκρυα, που δε χύθηκαν. Μα σήμερα χαμογελούσε. Σαν κοριτσόπουλο. Απόψε μαζί τα λένε εκεί πάνω.

Δεν ξέρω πώς τον λέγαν. Προτού μια μέρα έμενε στην Ηλιούπολη. Μες στο χρόνο έχασε τη μάνα. Και λίγο μετά τη δουλειά. Κλείστηκε στο σπίτι τους. Δεν έβλεπε κανέναν. Βοήθεια από κανένα δε ζήτησε. Μα και κανείς δε ρώτησε αν τη χρειαζόταν. Πέθανε σήμερα από ασιτία. 37 χρονών. Το όνομά του, συνεχίζω να μην το ξέρω.

Καλή Ανάσταση

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

Το φρέαρ της παραμυθίας


Εισαγωγή στην παραμυθία των παραμυθιών της Φωτεινής Φραγκούλη

Η παραμυθία των παραμυθιών

Η παραμυθία των παραμυθιών. Υπάρχει μονάχα για κείνους που την έχουν απόλυτη ανάγκη. Για τους σαλεμένους και τους αλαφροΐσκιωτους. Για εκείνους τους σαν παιδιά, που τούτοι μονάχα μπορούν να δουν «τους αγγέλους με τα χρυσά φτερά»[1] να φωλιάζουν κάτω από «νησιά Κοχύλια». Μπορεί να ταξιδεύεις «χρόνια στα πέλαγα». Και ποτέ να μην τους δεις. Μπορεί μονάχα μια φορά να τους ανταμώσεις. Να αξιωθείς να δεις «τα κοράλλια να αναδύονται». Τα νησιά Κοχύλια. Σαν πυροφάνι εις το μέσον της θαλάσσης. Και από μέσα τους να βγαίνουν οι άγγελοι, «η άγια μορφή των αγγέλων και τα μάτια τους τ’ απόξενα». Με «σιωπή» μονάχα υποδέχεσαι το θαύμα τούτο. «Λέξη δε βγαίνει από το στόμα». Ή κι αν βγει είναι μονάχα λέξη-παραμύθι. Λέξη για να παρηγορήσει με το ασύλληπτο που ανοίγει κάποτε εντός της πραγματικής ζωής. Ή που ανοίγει εντός της η πραγματική ζωή.

Η παρουσία των απλών και ταπεινών. Των έναστρων.

Άνθρωποι που αξιώνονται τα παραμύθια εντός της πραγματικής ζωής. Άνθρωποι απλοί και ταπεινοί. Που «ό,τι γλυκό και τρυφερό διαθέτει η ψυχή τους, το κάνουν λόγο και χάδι». Που έχουν «μια κατανόηση για το κάθε τι και μια παρήγορη λέξη και για τα πιο δύσκολα του κόσμου τούτου». Που «η καλοσύνη τους σκορπίζει έξω από αυτούς κι αγκαλιάζει την πλάση». Άνθρωποι έναστροι. Ή και πλάσματα της φύσης. Απλά και ταπεινά. Έναστρα. Που θα μπορούσαν να κατέχουν και τη θέση των ανθρώπων. [...]

Τούτοι οι έναστροι της ψυχής. Που «αγαπούν τα δημιουργήματα, που σέβονται δέντρα και ζώα, μονάχα τούτοι αξιώνονται στην ανθρωπιά τους μέσα να δουν εκείνα που οι άδικοι στερούνται». Άνθρωποι που «θαυμάζουν το φεγγάρι, τον ήλιο, το χαλάζι σαν παιδί που τα βλέπει για πρώτη φορά». Μονάχα όσοι «στα τυφλά βαδίζουν χέρι με χέρι», μονάχα «οι αλαφροΐσκιωτοι» αξιώνονται κάποτε να δουν το «Άνθος του γυαλού», όπως το βεβαίωσε ο Παπαδιαμάντης. Κείνοι που «η πλάση αναγνωρίζει» και εμπιστεύεται «την αθωότητά τους». Κείνοι μονάχα. Που «διαγράφουν τα μονοπάτια της ερημιάς, στο σκοτάδι», που «πιστεύουν βαθιά «πως σ’ αυτό τον κόσμο όσα δεν έχουν μιλιά, την πιο αληθινή φωνή έχουν». Τούτοι μονάχα που κάποτε, μια φορά το πολύ «βλέπουν τα ουράνια ανοιχτά» και «ακούν τα μαντολίνα του ουρανού» και υπάρχουν πλέον και μεγαλώνουν «μ’ αυτό το φως, μ’ αυτή τη μουσική στο μυαλό και στην καρδιά τους». «Που αγαπούν όσα δε βλέπουν οι άλλοι», που μέσα στην επιούσια μέρα τους «δεν ξεχνούν τα μυστήρια της νύχτας». Και τα γράφουν. Τα γράφουν ως παραμύθια. [...]

Είναι τότε που τους κατακλύζει το «ανέκφραστο». Που «αναζητούν ένα τρόπο να πουν αυτά που δεν λέγονται». Όπως η Πορφυρένια. Που «λαχταρούσε να παρηγορηθεί και να παρηγορήσει. Να βρει έναν τρόπο να μπει στον κόσμο και στη ζωή με το δικό της το σκοπό». «Έτσι, νύχτα με τη νύχτα, πόντο με τον πόντο, αφή με την αφή, έμπαινε η Πορφυρένια σε μια γλώσσα δικιά της. Τη γλώσσα της μέσα-μέσα πατρίδας της». Όπως η Φωτεινή Φραγκούλη. Με την «αβάσταχτη λαχτάρα να πει τ’ ανείπωτα». Να γράψει «τα σιρόπια της ψυχής της». Παραμύθια να γράψει «για τα παιδιά μα και για όσους νιώθουνε παιδιά». Παραμύθια που’ ναι ποιήματα και ποιήματα που είναι ντυμένα παραμύθια. Με πλήρη συναίσθηση πως οι λέξεις είναι η μόνη γέφυρα με την ψυχή της αλλά και με την ψυχή των άλλων. «Τόση ευγένεια σε τόσο μικρό σκαρί»; Τόση η δύναμή τους.

Το άνευ όρων και ορίων των ηρώων

Εντός τούτων άνθρωποι-ήρωες ή και ζωντανά που υπερβαίνουν την πραγματικότητα και καθημερινότητά τους, που ξεκολλούν από το βάλτο τους, που δίχως φτερά πετάνε. [...]
Άνθρωποι που δε φοβούνται το άλμα προς τον Άλλον να κάνουν, γιατί το νιώθουν πια καλά πως «ο φόβος είναι η φυλακή της ψυχής» και η εντολή εντός των παραμυθιών είναι διαυγέστερη του ύδατος: «Πέτα πάνω απ’ όλα για να φτάσεις σ’ ό, τι αγαπάς». Και τούτοι πετούν. Γιατί αγαπούν. Και το φόβο τον ξορκίζουν. Και τότε «τα μυστικά του δάσους κοινωνούν», όπως η Ελαφοκυράνη που «μπήκε ελάφι και βγήκε γυναίκα αληθινή», που τη δάμασε η δοκιμασία της αγάπης. [...]

Και «ενώ στις πιο πολλές ιστορίες τα παλικάρια ψάχνουν να βρούνε την καλή τους, εδώ η κοπέλα είναι εκείνη που ψάχνει να βρει τον καλό της». Η Ελαφοκυράνη, όπως αλλού η Πορφυρένια, όπως η Αταίριαστη, όπως άλλωστε και η μικρή χήνα. «Ο δρόμος που πήραν» όλες τους «δεν είχε γυρισμό. Ήταν μονάχα δρόμος. «Πέρα από το μαγεμένο δάσος», που «για να μπεις σ’ αυτό, πρέπει πρώτα ν’ ανεβείς το βουνό κι ολομόναχος να μπεις στο κάστρο». Γιατί στην αγάπη μονάχος βαδίζεις κι έπειτα συναντάς τον Άλλον. Γιατί «η αγάπη ανθίζει στη σιωπή. Σε φυλακίζει για να σ’ ελευθερώσει». Και «όριο δεν έχει».

Αν καταφέρεις λοιπόν και το βουνό αντέξεις. Γιατί «όσο το ανεβαίνεις, όλα γίνονται πιο δυνατά. Και τότε ο άνθρωπος ή δυναμώνει και συνεχίζει ή δειλιάζει και γυρίζει πίσω. Μα η Κυράνη ήταν κόρη της ροδιάς και πίσω δεν γύρισε». Και το άλμα το έκανε, γιατί πολύ το ήθελε. Γιατί κατά βάθος «ήταν ελάφι και το ένιωθε». Ήταν η μικρή Λενιώ από «Το μισό πιθάρι», να κρύβει μέσα της την Ελαφοκυράνη και κείνη με τη σειρά της την Πορφυρένια και όλες μαζί την Αταίριαστη. Κορίτσια, ελαφοκόριτσα, που ενηλικιώνονται μονάχα σαν αγαπήσουν και τη στιγμή ακριβώς που θα πονέσουν για την αγάπη τους, που θα κάνουν και «τις μαύρες πέτρες να ανθίσουν» με την υπομονή μονάχα, που θα τις δουν, αυτές «τις παράταιρες», αυτές «τις απόκοσμες», αυτές τις άραχνες όμορφες. Κορίτσι-ελαφοκόριτσο που μες στην αντάρα της αγάπης «θα κλαίγει τη χαρά της και θα χαίρεται τη λύπη της» και θα αιμορραγεί την ίδια ώρα και που στο τέλος-τέλος «θα πει ναι στο ναι και ναι στο όχι». Γιατί η αγάπη σαν «είναι αληθινή, όλα τα δέχεται», όπως «τα δέντρα τον καιρό». Και «τα δέντρα της προσφοράς έχουν μια και μόνο αδυναμία: βρέχει, το δέχονται, χαλάζι ρίχνει, το ίδιο. Παγωνιά, ζέστη αφόρητη, πού να πάνε; Στον κεραυνό, στη φωτιά ακίνητα. Είναι βαθιές οι ρίζες». 

Είναι οι στιγμές, λίγο προτού την κορφή που η ψυχή λυγίζει, είναι τότε που φωτιά ανάβει και σε γύρω κάθεται και οι ψυχές ανοίγουν και τον πόνο τον μοιράζονται, «τα πρόσωπα γυαλίζουν» και «ιστορίες λένε», τους πιο κρυφούς «καημούς» τους. Γιατί «στα μέρη της Ανατολής έτσι παρηγορούν τ’ απαρηγόρητα». Γιατί στα μέρη της Ανατολής «τη λύπη με τραγούδια την ξορκίζανε». «Λόγια του καημού» και τραγούδια του καημού, «ένα παχύρευστο σιρόπι ο καημός που να κολλά παντού απάνω» και προπάντων στα απάνω-απάνω και στα μέσα-μέσα της ψυχής, «δίπλα στη φωτιά να γίνονται τούτα μικρές, πύρινες βελόνες». Που κεντούσαν το σώμα και την καρδιά. Κεντούσαν τις παλάμες». Και τότε αυτές «σμίγουν κι αρχίζουν με τα παλαμάκια να συνοδεύουν ένα αργό τραγούδι»: «Η αγάπη δεν είναι δεντρί /δεν είν’ ανθός να πέσει /μον’ είναι βάτοι και κλαδιά /κι αλλί σ’ τον που θα μπλέξει». Είναι τότε που «η μουσική βρίσκει τις ψυχές κατάστηθα». Και τότε εκείνος, όχι η Κυράνη, ούτε η Πορφυρένια, εκείνος μονάχα, λαβωμένος από μακριά και στον ίδιο βαθμό, «σηκώνεται κι αρχίζει να χορεύει ένα αργό ανατολίτικο σκοπό», από την ψυχή στα πόδια να κατεβαίνει, τα βήματα η ψυχή να τα ορίζει. βήματα του καημού. 
 
Είναι τότε που και εκείνος πρέπει να δοκιμαστεί και να δαμαστεί από τη δοκιμασία. Είναι τότε που του ορίζεται πως σα θέλει «να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα πρέπει να βρει το παγωμένο βουνό και να το κάνει να λιώσει. Μόνο έτσι ένα παλικάρι γίνεται αληθινός άντρας. Ούτε οι θάλασσες, ούτες τα ταξίδια είναι αρκετά». Μονάχα σα «δει τη μέσα αλήθειά του και σαν την παραδεχτεί». Και τρέξει να την αναζητήσει. Να «πάρει την όχθη και να την ανέβει». Να σπάσει τη μεταξύ τους ομίχλη. Γιατί «ο δρόμος ελεύθερος είναι και στο χέρι του καθενός να το κερδίσει αυτό που θέλει». Φτάνει να το παραδεχτεί. Όπως άλλωστε και η Ελαφοκυράνη. Από κορίτσι ελάφι και έπειτα από τον πόνο μέσα γυναίκα. Τρόπος άλλος «για να σπάσει ο πάγος δεν υπήρξε και δε θα υπάρξει ποτέ». Δεν είναι το μαχαίρι, η φωτιά μονάχα της καρδιάς είναι που λιώνει το παγωμένο βουνό. «Πρέπει όμως να λιώσει το βουνό για να πιστέψει κανείς πως η αγάπη του είναι πιο δυνατή απ’ όλα, κι από τα κοφτερά μαχαίρια κι από τον καυτό ήλιο κι από τις σαράντα τις φωτιές. Έτσι γίνεται. Σπάνια οι άνθρωποι πιστεύουμε αυτό που μας συμβαίνει. Θέλουμε τρανταχτά σημάδια για ν’ αποδείξουμε στον εαυτό μας την αλήθεια». Πως αλήθεια είναι ο Άλλος, αυτός που κάνει «τις ώρες και μοσχοβολούν», αυτός που «μυρίζει αγιόκλημα και λουΐζα», αυτός που βγαίνει και φωτίζει το σκοτάδι «σα φαναράκι μέσα στη νύχτα». Και πως δίχως Αυτόν «η ψυχή μαραζώνει» και «όλα γίνονται μέσα ένα αβάσταχτο “αχ”».

Μα «η αγάπη έρχεται σιγά-σιγά». Μες απ’ την ομίχλη αχνοφέγγει. «Σε πολιορκεί με λόγια και πράξεις και μετά είσαι στα απαλά της χέρια ένα ζυμάρι. Η αγάπη σε κάνει λάστιχο». Και ούτε που το καταλαβαίνεις πως «γίνεται και χωρά ο άλλος και όλος ο κόσμος του μέσα σου. Πώς μεγαλώνει ο χώρος στο μυαλό και στην καρδιά σου». Και ούτε πια ρωτάς. Μονάχα αφήνεσαι. Όπως η βάρκα στη θάλασσα και στα κύματά της. Με υπομονή, «μαθαίνεις να παρατηρείς, να υποχωρείς». Και κείνο που στην αρχή «σε δυσκολεύει, το ίδιο και σε ανταμείβει». Γιατί «η αγάπη κάνει τα δύσκολα εύκολα».

Όλες μαζί λοιπόν και μία-μία ξεχωριστά. Κορίτσια μα και δέντρα. Υποταγμένες στην ενεργή αγάπη. Αυτήν που χωρά και άλματα κάνει. Κι ας είναι δέντρο. Πουλί γίνεται και πετά και τον αγαπημένο φτάνει και ως δέντρο τα κλαδιά απλώνει και σπίτι τού φτιάχνει και στην κουφάλα μέσα απάγκιο για να ζήσει. 

Μα κάποτε η ομίχλη δε σηκώνεται και «η συνταγή χαλά», έτσι «ανεξήγητα», «κι ύστερα αρχίζει ο πόνος, που χαράζει στην καρδιά ένα αυλάκι για να τρέξει της λύπης το ποτάμι, που γράφει την ιστορία του καθενός». Κι ύστερα «η καταχνιά σκεπάζει τα μάτια της ψυχής». Όπως της κυδωνιάς. «Μια κυδωνιά ολομόναχη στην όχθη του ποταμού». Μια κυδωνιά «περίληψη της άνοιξης», «δώδεκα μήνες ανθισμένη». Και ένα παλικαράκι. «Στον κορμό της ν’ ακουμπά, να ονειρεύεται ταξίδια και περιπέτειες» και κείνη να τον κοιτά, να «της φτάνει αυτό για ν’ ανθίζει, να φουντώνει, να ομορφαίνει». «Πολλά να θέλει να του πει», μα «να σωπαίνει», «να μην τον τρομάξει». Κι «ο χρόνος για κείνη να γίνεται δύο κομμάτια: όταν εκείνος ήταν κοντά της, όταν εκείνος στεκόταν μακριά». Μα κάποτε εκείνος χάνεται, «οι μέρες περνούν», εκείνος δε φαίνεται, και κείνη «νιώθει μια υγρή φωτιά να κατακλύζει τις ρίζες, τον κορμό, τα κλαδιά της». Να «θέλει να χυθεί από τα άνθη της, να πλημμυρίσει το ποτάμι και τον κάμπο ολόκληρο». Μα τίποτα δεν μπορεί, γιατί ρίζες έχει, και μονάχα σείεται «πέρα-δώθε σπαραχτικά». Και τότε «τα δάκρυά της καταπίνει» και τούτη «η υγρή φωτιά θρέφει το κορμάκι της. Κι αυτό ωρίμασε και ήρθε η ώρα του η καλή. Και κάρπισε». Γιατί κι ο πόνος καρπός είναι. «Της πίκρας ο καρπός, ο πολύτιμος». 

Λένε πως «ο μεγάλος πόνος στερεύει τα δάκρυα». Και πως «σπρώχνει τον άνθρωπο σε μια πέτρινη σιωπή» και πως «δαμάζει την ψυχή». Λένε πως ο μεγάλος πόνος «κεντά στην ψυχή με ψιλή κλωστή ένα παράπονο βαθύ». «Πούσι ανέκφραστο τη σκεπάζει» και «μια λύπη βουβή» να χαρακώνει ακόμα και τις καρδιές των γύρω και «μια πηχτή σιωπή που ανθρώπου λόγος δεν τη διαπερνούσε». Κι «όταν τα μάτια πάψουνε να κλαίνε, είναι πια από μόνα τους δύο στέρεα δάκρυα, και το κορμί σαν γέρικη ελιά. ..Μια γέρικη ελιά με δύο μάτια δάκρυα».
 
«Τι όμως η ζωή δε σημάδεψε αλύπητα κι ύστερα πάλι η ίδια δε βρήκε χαραμάδα να το γιατροπορέψει;». Είναι τότε που τα δέντρα έρχονται και καταφτάνουν, «όλα τα δέντρα που αγάπησε κανείς, τα πλατάνια, οι καρυδιές, οι αμυγδαλιές κι οι φυστικιές, οι κερασιές, οι κυδωνιές, οι ροδιές και οι ελιές του κάμπου», δέντρα της συμπόνιας που πιότερο κι απ’ τους ανθρώπους συμπονούν και που «σείονται σύρριζα» με την πίκρα του ανθρώπου. Και «μπαίνουν στο γιαλό με πείσμα και με σιγουριά κι απλώνουν τις ρίζες τους και κάνουν μια παλίρροια, που γυρίζει η θάλασσα άνω κάτω». «Όταν τα δέντρα μπαίνουν στο γιαλό για να σώσουν τους ανθρώπους», εμείς σκύβουμε το κεφάλι.

Η παραμυθία του ομφάλιου τόπου

Το φρέαρ των παραμυθιών της Φωτεινής Φραγκούλη τροφοδοτείται υπογείως από μια θάλασσα, νερό υφάλμυρο της νοσταλγίας και της στέρησης του ομφάλιου τόπου, μα και από έναν ποταμό, «ένα ποτάμι από υγρή φωτιά», να υποδεικνύει τον άπαυτο δρόμο προς την αγάπη. Κατά την ανάγνωση έχει κανείς τη βεβαιότητα ότι αρδεύει νερό από αυτή τη θάλασσα μα και από αυτόν τον ποταμό συγχρόνως. Τη θάλασσα του ομφάλιου τόπου, τον ποταμό της αγάπης που δε βαλτώνει ποτέ. Το ένα υπάρχει εντός του άλλου και κανένα μοναχό του. [...]

Μια φορά λοιπόν κι έναν παλιό καιρό όλα συμβαίνουν «σ’ ένα πλουμιστό και μοσχομυρισμένο νησί του Αρχιπελάγου», εκεί όπου «οι άνθρωποι ζούσαν ολόψυχα τις εποχές, σ’ όλο τους το μεγαλείο». Από τη μια λοιπόν η Μυτιλήνη, η πατρίδα, από την άλλη ο Μόλυβος, η πατρίδα μέσα στην πατρίδα, που «αρχοντικά κατά τους τρόπους του σε υποδέχεται. Σίγουρος για τον εαυτό του, ανοίγει την αγκαλιά του και γιατρεύει την τσουκνίδα με μολόχα». «Απέναντι απ’ τα βράχια της Λέσβου, η Μικρά Ασία», ο άλλος τόπος, ο τόπος μέσα στον τόπο, σα να μη νοείται η ξενιτιά δίχως την πατρίδα και το αντίθετο.[...]

Και γύρω τους όλοι οι τόποι που τον αποτελούν, κρίκοι μιας αλυσίδας της μνήμης που ξεκινά από την ψυχή της, για να καταλήξει εκεί, στο κατώφλι του πατρικού σπιτιού, όπου μαζί της δενόμαστε κι εμείς και την ακολουθούμε σ’ αυτό το ταξίδι πέρα και πάνω απ’ τη θάλασσα: «Να, κοίτα στο τέλος του ατέλειωτου ωκεανού…ο Άι-Λιας και ο Λεπέτυμνος, το ψηλό βουνό. Βλέπεις το φωτάκι; Το καντήλι του είναι. […] Έλα, έλα, κοντεύουμε». Και πράγματι κοντεύουμε, εκεί «στ’ απόμερο μονοπάτι με τ’ αγκάθια και τα σπασμένα αρχαία αγγεία. Στ’ απόκοσμα τοπία του Πλατύ Γιαλού, στην παραλία της αρχαίας Μήθυμνας, στη σπηλιά με τις φώκιες, στον Ταξιάρχη του Μανταμάδου, στους ελαιώνες της Σκαμνιάς, στην Εφταλού και στον Άη-Γιώργη, στο ρωμαϊκό υδραγωγείο, στα καφενεία του χωριού, στης Παναγιάς το πανηγύρι» κι έπειτα απάνω «στο Κάστρο» με το βλέμμα να ξεδιπλώνεται «απ’ τον Άγι-Νικόλα» και την «Κερασιά του λιμανιού» ίσαμε «πέρα στον ορίζοντα που συναντάς τη Λήμνο και το Άγιο Όρος», ίσαμε «τα μπουγάζια και τα μέρη της Ανατολής και τα μαβιά βουνά που γειτονεύουν με το νησί». [...]

 Κι έπειτα το σπίτι, «που’ χε παράθυρα ανοιχτά στο φως και την ομορφιά του Κόσμου. Αργά κατεβαίνουμε στο «υπόγειό» του, να μας νοτίζει «η υγρή μυρωδιά» του από «τον καιρό που πάλιωσε και βαριανασαίνει», «από τη μυρωδιά της κάθε ώρας». Προχωράμε απάνω «στο πάτωμα με το νοτισμένο χώμα». Το βλέμμα σταματά απάνω «στα ράφια», εκεί «στο βάθος», όπου έχουν εδώ και χρόνια απαγκιάσει «τα καλαθάκια του καλοκαιριού. Ένας τοίχος γεμάτος καλαθάκια», οι μυρωδιές των πραγμάτων και η αφή τους», «οι σιωπές των αισθήσεων», «οι αμίλητες γλώσσες».[...]
  
Τόπος είναι οι άνθρωποι

Τόπος όμως δεν είναι μονάχα η πατρίδα, το σπίτι, παρά και προπάντων οι άνθρωποι. Η πιο αγαπημένη πατρίδα της ψυχής. Γι’ αυτό και νοσταλγία είναι κυρίως το άλγος του χρόνου που περνά, όταν μακριά από τους αγαπημένους είσαι. Η νοσταλγία τούτη είναι η έσχατη διάβρωση της ψυχής. Το ύστατο χτύπημα. Έρχεται τότε η μνήμη μονάχα να γιατροπορέψει, εντείνοντας την απόσταση και υπογραμμίζοντας την απουσία, υπάρχοντας εντούτοις ως έκτη αίσθηση. [...]

Η καρδιά της «έγινε αποθήκη για μέλι και ανθόνερο». Η καρδιά της ξεχειλίζει από τα αποκόμματα της μνήμης. Γράφει παραμύθια να ξορκίσει ακόμα και το θάνατο, το διαβρωτικό ερώτημα αυτών που μένουν πίσω: «Και τι θα κάνω εγώ; Πώς;». Πώς μένει κανείς πίσω και πού αυτός που πέρασε πια στην άλλη όχθη; Η απάντηση έρχεται από εκεί. Η μάνα είναι που τη βοηθά να σταθεί μετέωρη απάνω από τις δυο όχθες, να παρηγορηθεί: «Κοίταξε», καλή μου, «στα κλαδιά των δέντρων τα πουλιά. Χρόνια, όλη μας τη ζωή τη ζήσαμε μαζί τους. Τα αγαπάμε, τα συντροφεύουμε με τη σκέψη μας. Τα αγκαλιάσαμε ποτέ; Τα φιλήσαμε ποτέ; Όχι! Μόνο στη φαντασία μας, μόνο νοερά! Νοερά, λοιπόν. Έτσι θα μ’ αγαπάς πια. Σαν τα πουλιά». «Γιατί ό,τι αγαπήσαμε πολύ και αληθινά ποτέ του δεν πεθαίνει». [...]

Καλαθάκια του καλοκαιρού απ’ όπου «ξεχύνονται ένα ένα λόγια, πράματα, τραγούδια, εικόνες, των αισθήσεων κατακάθια. Όλα εκείνα που υφαίνουν μέσα σε κάθε άνθρωπο, μ’ ένα ξεχωριστό τρόπο, αυτό που για κείνον είναι ο τόπος, η πατρίδα του». [...]

Καλαθάκια που σχηματίζουν όχι ένα, αλλά μισό πιθάρι. Το πιθάρι είναι μισό. Δεν είναι μονάχα που το μισό είναι εδώ και το άλλο απέναντι, εκεί, στη Μικρά Ασία. Είναι μισό και γιατί δίπλα σ’ αυτό που έχει συμβεί, υπάρχει ως κενό η μνήμη του. Το άλλο μισό δηλαδή. Το μονάχα στη μνήμη πια. 

Δεν είναι που το άλλο είναι πάντα απέναντι, στο εκεί μιας άλλης πατρίδας, είναι και που η πατρίδα τούτη είναι και η επέκεινα πατρίδα. Είναι και που το άλλο μισό είναι το πιθάρι των τόπων που δεν υπάρχουν πια, παρά στη μνήμη, των όσων δεν υπάρχουν πια, παρά στη μνήμη, οι οικείοι εκείνοι, οι μέσα στη μνήμη αγαπημένοι. «Το ένα είναι μέσα στ’ άλλο. Το φως περιέχει το σκοτάδι, η ομιλία τη σιωπή. Το σήμερα, το χτες». Και το πιθάρι, ζώντες και κεκοιμημένους μαζί. Τώρα μονάχα υπάρχει ως ολόκληρο. [...]

«Το χωριό της» είναι πια «σαν καράβι που ξεμακραίνει». Και ο κάμπος, η γραμμή του ορίζοντα, η ροδιά της που μεγάλωνε στο δάκρυ του αποχωρισμού, δεν ήταν παρά ένα τεράστιο ρόδι, που δεν ήταν ρόδι αλλά ένα κουβάρι, ένα κόκκινο κουβάρι στην καρέκλα της μαμάς της που ξετυλιγόταν και την άκρη του την έπαιρνε μαζί της». Την άκρη αυτή που την εμπιστεύεται στα χέρια μας.

Έξοδος

Τούτος είναι και ο τρόπος της με τον οποίο μας εγγίζει, «δε σκιάζεται στα σκότη, μόνο πλησιάζει τους ανθρώπους και τους συντροφεύει και στα σπίτια τους μπαίνει και στις καρδιές τους με τις μουσικές και τα τραγούδια της». Με τα παραμύθια-ποιήματά της. Που «ρίζωσαν στη ζωή σα δεντράκι με το δικό τους τρόπο, δίπλα στους άλλους». Σαν ένα «αειθαλές πλατανάκι με δυνάμεις μαγικές». «Να καταγράφει όλα τα περιστατικά της ζωής σαν ανάγλυφες χαλκομανίες στα τρυφερά του φύλλα, σαν ανάγλυφες φωτογραφίες μνήμης».

«Βαθιά πηγάδια οι άνθρωποι» και κείνη το ξέρει καλύτερα και μαζί τους «κολυμπά σε σκοτεινά» ή φωτεινά νερά. Γιατί «καλύτερο απ’ αυτό δεν έχει, να είναι με τους ανθρώπους, να νιώθει τις χαρές τους και τις λύπες τους». Το σκοτάδι και το φως τους. «Κι είναι αλήθεια πως σε πολλά σπίτια μπήκε και πολλών ανθρώπων ιστορίες άκουσε και τις έκλεισε μες την καρδιά της. Κι όπως τα σχέδια στο κορμί των ναυτικών, άγκυρες, καρδούλες και γοργόνες στο στήθος τους και στα γερά τους μπράτσα, έτσι κι η γνωριμιά της με κάποιους από αυτούς ήταν τόσο σημαδιακή που άφησε χνάρια στην ψυχή της για πάντα». Χνάρια που τα ακολουθούμε εδώ και χρόνια και εμείς. Τη βλέπουμε «σαν μεθυσμένη να μεταμορφώνει με μια μαγική δύναμη τα γύρω της απλά πράγματα σε τοπία του Παράδεισου». «Σαν γεφυράκι ανάμεσα στα παλιά και στα καινούργια». 

29 Μαρτίου 2014

[1] Τα παραθέματα στα εισαγωγικά προέρχονται από τα παραμύθια της Φωτεινής Φραγκούλη: «Η Ελαφοκυράνη», «Η Πορφυρένια και το μαντολίνο της», «Το μισό πιθάρι», «Το τραγούδι της Περσεφόνης», «Κατ-γατ-καραγάτ», «Οι άγγελοι των κοχυλιών», «Εφτά ορφανά μολύβια…εφτά ιστορίες». 

Η φωτογραφία από μια ανάβαση στη Βλάστη.

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Το μισό και το ολόκληρο


"Γιατί με τα παιδιά είναι από παντού καλύτερα"

Πόσο κοντά η Πτολεμαϊδα στην άλλη όχθη; Όσο η Μυτιλήνη στο Αϊβαλί. Τόσο. Η πιο προσφυγική πόλη του ελλαδικού χώρου, ένα κράμα Μικρασιατών, Ποντίων, Θρακιωτών και γηγενών, δε θα μπορούσε παρά να υπάρχει ως η Μυτιλήνη απέναντι στα μαβιά βουνά της Μικρασίας. Ως το μισό που αναζητά το άλλο του μισό και δεν το βρίσκει παρά μονάχα στους δρόμους και τα μονοπάτια της μνήμης.

Τούτη η μέρα, η μέρα του "Μισού πιθαριού", του παραμυθιού της Φωτεινής Φραγκούλη (βραβευμένου με το Α' βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού Βιβλίου, καθώς και του περιοδικού "Διαβάζω", όταν υπήρχε) ξεκίνησε εδώ και μήνες. Μήνες ανάγνωσης και προετοιμασίας ώσπου το μισό να γίνει ολόκληρο.


Αναζητώντας έπειτα και όλοι μαζί το μισό πιθάρι, περάσαμε απέναντι. Το ταξίδι, που εν μέρει το οφείλουμε σε ό,τι ξεκίνησε μέσα από την ανάγνωση, περνούσε από την Πόλη.


Μέσα στα σοκάκια της και κατεβαίνοντας προς την Παναγία των Βλαχερνών από τη Μονή της Χώρας ακούγονταν τα παιδιά να φωνάζουν δυνατά τα λόγια τους. Ο ένας να λέει του αλλουνού και όλοι μαζί όλων.


Κι ύστερα μια στιγμή σαν ποίημα, από κείνα τα άγραφα ποιήματα που σημαδεύουν το χρόνο. Ήρθε να μας υπογραμμίσει η θεϊκή παραχώρηση το πού βαδίζαμε. Ότι βαδίζαμε από το μισό προς το ολόκληρο. Το περιστατικό το διέσωσε ο Γιώργος, ο παππούς του παραμυθιού, που και το έζησε. Το βράδυ που βγήκαμε στο Βόσπορο στη συνοικία Ορτάκιοϊ, ψιλόβρεχε. Μες στα στενά τα παιδιά μας τριγυρνούσαν, ντόπιους από απέναντι αντάμωναν. Κάποιος, αναγνωρίζοντας ότι Έλληνες ήταν απέναντι, μέσα στη νύχτα ρωτά: "Φλώρινα;". Η παρέα των παιδιά απαντά: "Πτολεμαϊδα!". Κείνος φωνάζει τότε την κραυγή της προσφυγιάς του "Ερμακιά". Μα χάθηκε μες στο σκοτάδι. Αν στεκόταν μια στιγμή, αν πίστευε το απίστευτο που συμβαίνει μονάχα στα παραμύθια μα και στην πραγματική ζωή -αν το πιστεύεις και το θες πολύ- θα άκουγε το Γιώργο να του φωνάζει και τη δική του πατρίδα "Ερμακιά".


"Τώρα μονάχα μπορούμε να παίξουμε το μισό πιθάρι" ακούω τη Σοφία να λέει φεύγοντας από την Κωνσταντινούπολη. Τώρα μονάχα.


 Νομίζω ότι κατά κάποιο τρόπο το μισό τούτες τις μέρες -μαζί και με τη Φωτεινή- έγινε μέσα μας ολόκληρο.




29 Μαρτίου 2014
"Το μισό πιθάρι" της Φωτεινής Φραγκούλη στο 3ο Γυμνάσιο Πτολεμαϊδας

http://www.eordaialive.gr/ 

http://www.eordaia.org/