Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Το κοίλο της σιωπής



 ΜΙΑ ΣΤΑΛΑΓΜΑΤΙΑ

Θεέ μου, δέξου τη θηλιά του κρεμασμένου στη μέση του πελάγους
τις ακονισμένες μας αισθήσεις στη μέση της θύελλας

τα μάτια που σκίρτησαν στην κραταιή θάλασσα
την ακοή που τρόχισε εκείνη η σταγόνα αίματος
όταν ακύρωσε το ηλιοβασίλεμα.

Δέξου τις πτυχές των λογισμών που γύρεψαν μιαν άκρη Σου
πολύτιμα πετράδια που ανύποπτοι συλλέξαμε.

Συγχώρεσέ μας που θελήσαμε να εξερευνήσουμε
το βαθύ Πηγάδι μας σα να μην οφείλαμε τα λύτρα των ηδονών.

Ευλόγησε την προσμονή μας την παιδιάστικη που ακόμη
κονταροχτυπιέται με τη βόρεια ακμή της Παρουσίας Σου.

Ήμαρτον για ό,τι ανυποχωρήτο επέβαλε ο τρόμος για το αγκάθι
                                                   και όχι η ουσία του άνθους.

Ήμαρτον για το χάος που επιδιώξαμε για να ισορροπήσουμε
                                                   το άλλο χάος, του πόνου.

Μην αποστρέφεις το Πρόσωπο Σου από την ακόρεστη πείνα
για ένα Παράδεισο ολότελα δικό μας.

Άσε μας να γείρουμε στο προσκεφάλι μιας φυλλωσιάς
όπου Ψιθύρισες ένα όνομα και από τότε μας ταξιδεύει
χωρίς να νιώθουμε το βάρος της Ύπαρξης.

Άσε μας να γείρουμε στο θρόισμα μιας Ματιάς Σου
και ας μην είναι αρκετά τα μάτια της ψυχής μας
                                                   όταν διαχέεις την Χάρη.

Απόθεσέ μας στην άρμη της ευλογίας Σου.

Λύσε το παράδερμα των χεριών μας στο άρωμα των βουνών.

Δώσε μας καρδιά ισχυρή στο ποδοβολητό των επίορκων.

Διατήρησε τη Μέθη και την Ενάργειά μας γιατί είμαστε
τόσο μαγεμένοι π' ούτε ο νους, μήτες οι αισθήσεις μάς αρκούν.

Πάρε Θεέ μου μια σταλαγματιά από τούτη τη Μέθεξη
                          και χύσε την σε μια κούπα να μας κερνάς
όταν ναυαγοί και αυτόχειρες παγιδευμένοι
                          στο σκοτεινό πέρασμα μιας τυφλής στιγμής

θα διαβαίνουμε τούτον τον κόσμο, χωρίς να βλέπουμε το Θαύμα.

ΕΥΑ ΜΟΔΙΝΟΥ, Το κοίλο της σιωπής, εκδόσεις Εριφύλη, Αθήνα 2003

 http://www.evamodinou.gr/

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Το φως

  

ΟΙ ΚΟΙΜΩΜΕΝΟΙ

Πόσο όμορφοι είναι όσοι κοιμόνται έτσι ξαπλωμένοι γυμνοί,
Επιπλέουν πιασμένοι χέρι με χέρι πάνω σ' όλη τη γη, απ' την ανατολή ως τη δύση,
έτσι ξαπλωμένοι γυμνοί,
επιπλέουν πιασμένοι χέρι με χέρι ασιάτες κι αφρικανοί, ευρωπαίοι κι αμερικανοί,
επιπλέουν πιασμένοι χέρι με χέρι μορφωμένοι κι αμόρφωτοι, άντρες και γυναίκες,
το γυμνό χέρι του κοριτσιού αγκαλιάζει το γυμνό στήθος του αγαπημένου της, σφίγγονται αγνά, τα χείλη του αγγίζουν τον λαιμό της,
ο πατέρας κρατά στην αγκαλιά του τον ανήλικο ή τον ενήλικο γιο του με απέραντη
αγάπη κι ο γιος κρατά στην αγκαλιά του τον πατέρα με απέραντη αγάπη,
τα λευκά μαλλιά της μητέρας αστράφτουν πάνω στον λευκό καρπό της κόρης,
η ανάσα του αγοριού ενώνεται με την ανάσα του άντρα, ο φίλος αγκαλιάζει τον φίλο του,
ο μαθητής φιλά τον δάσκαλο κι ο δάσκαλος φιλά τον μαθητή, το άδικο γίνεται δίκαιο,
το κάλεσμα του σκλάβου δεν διαφέρει απ' το κάλεσμα του αφέντη κι ο αφέντης
χαιρετά τον σκλάβο,
ο κατάδικος βγαίνει απ' τη φυλακή, ο τρελός βρίσκει τα λογικά του, οι άρρωστοι
ξανανιώνουν,
ο ιδρώτας κι ο πυρετός σταματούν, ο άρρωστος λαιμός γίνεται καλά, τα πνευμόνια
του φυματικού γιατρεύονται, το φτωχό βασανισμένο κεφάλι λυτρώνεται,
οι αρθρώσεις του ρευματικού κινούνται απαλά σαν πρώτα και πιο απαλά από ποτέ,
το άσθμα σταματά, οι πόροι ανοίγουν, ο παραλυτικός περπατά με λυγεράδα,
οι πρησμένοι κι οι σεληνιασμένοι κι αυτοί που τους πνίγει η συμφόρηση του αίματός τους
ξυπνούν υγιείς,
περνούν μέσα απ' τη νύχτα και την αλχημεία της νύχτας και δυναμώνουν και
ξυπνούν.

Κι εγώ περνώ απ' τη νύχτα,
στέκομαι για λίγο μακριά σου, ω νύχτα, μα ξαναγυρνώ πάλι κοντά σου και σ' αγαπώ.
Γιατί να φοβηθώ να σου εμπιστευθώ τον εαυτό μου;
Δεν φοβάμαι, εσύ μ' οδήγησες σωστά,
αγαπώ το πλούσιο κύλισμα της ημέρας, μα δεν σε εγκαταλείπω, εσένα που μέσα
σου μένω για τόσο πολύ ξαπλωμένος,
δεν ξέρω πώς ήρθα από εσένα μήτε πού πάω μαζί σου, μα ξέρω πως ήρθα καλά
και ξέρω πως πάω καλά.

Θα σταματήσω λιγάκι με τη νύχτα και θα σηκωθώ στην ώρα μου,
θα περάσω όπως πρέπει τη μέρα, ω μητέρα μου, κι όπως πρέπει θα γυρίσω κοντά σου.

WALT WHITMAN (μτφρ.Γιώργος Βαρθαλίτης), Νέα Ευθύνη, τχ.23

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Ο "ταχύς εις βοήθειαν"


 Αγίου Λουκά σήμερα του ιατρού. Αγίου Λουκά του Ρώσου. Επισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας. Πάμπολλοι τον ένιωσαν στο πλάι τους. Πάμπολλοι θα τον νιώσουν. Τρέχει. Στην ικεσία τρέχει. Ως γιατρός που είναι. Ψυχών και σωμάτων. Πώς ν' αρνηθεί; Κατ' αυτήν την έννοια τη σημερινή μέρα τη νιώθουμε γιορτή. Και παραμυθία μεγάλη. Και ελπίδα. Ως το τέλος της ελπίδας. Σα να γιορτάζουμε κάτι δικό μας. Κάτι πολύ δικό μας. Έναν πολύ δικό μας άνθρωπο.

"Αγάπησα το μαρτύριο που τόσο παράξενα καθαρίζει την ψυχή"

"Έχετε ποτέ σκεφτεί ότι ο Κύριος έστειλε τους μαθητές Του όχι μόνο να κηρύττουν αλλά και να θεραπεύουν τους ασθενείς; Αν ο Κύριος θεωρούσε τη θεραπεία των ασθενών έργο τόσο σημαντικό ώστε να το βάλει σε μια σειρά με το κήρυγμα του Ευαγγελίου, τότε αυτό σημαίνει ότι είναι ένα από τα σπουδαιότερα ανθρώπινα έργα. Δεν είπε: "Να κηρύσσετε το Ευαγγέλιο και να μαθαίνετε τους ανθρώπους πώς να οικοδομήσουν την κοινωνική τους ζωή". Πουθενά δεν λέει κάτι τέτοιο. Δίνει όμως στους Αποστόλους την εντολή να θεραπεύουν τις ασθένειες. Γιατί έτσι; Διότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός και ο ίδιος θεράπευε τους ανθρώπους, έδιωχνε δαιμόνια και ανάσταινε νεκρούς και στους μαθητές Του έδωσε εντολή να θεραπεύουν τους ασθενείς.

Γιατί οι αρρώστιες είναι ο μεγαλύτερος πόνος και το μεγαλύτερο πρόβλημα της ανθρωπότητας. Υπάρχουν πολλές και φοβερές ασθένειες που βασανίζουν τον άνθρωπο, καταστρέφουν τη ζωή του και τον φέρνουν στην απελπισία. Αλλά ο Θεός είναι αγαθός και φιλάνθρωπος και από μας ζητάει να είμαστε ελεήμονες και να κάνουμε έργα αγάπης. Και το πρώτο από τα έργα της ελεημοσύνης είναι η θεραπεία των ασθενών, γιατί μ' αυτό τον τρόπο δείχνουμε τη συμπόνια και την αγάπη μας προς τους δυστυχισμένους συνανθρώπους μας που υποφέρουν..."

Άγιος Λουκάς

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

Τα παιδιά της 8ης μέρας


Και τότε, την 8η μέρα, ο Θεός έπλασε τον Θανάση. Τον άνθρωπο σαν τον Θανάση. Αυτόν τον άγγελο, τον μεταξύ ουρανού και γης, τον προορισμένο να υπενθυμίζει σε όλους τους επίλοιπους, τους σαν και μας, τον Παράδεισο, τον τόπο των αγγέλων, μα και τους ίδιους τους αγγέλους. Τον προικισμένο, όχι με την ειδική ανάγκη, που του σημειώσαμε εμείς, αλλά με την ειδική, αυτή την υπέροχη αγάπη που μας χάρισε αυτός. Μα και με τη χαρά. Αυτή την ένθεη χαρά, της οποίας διατελούμε επαίτες και την αποζητούμε, μα δεν τη φτάνουμε, την απλότητα και τη γαλήνη, την ικανότητα να κοιτούμε γύρω μας με ευγνωμοσύνη δεν τη φτάνουμε. Ο Θανάσης, τα παιδιά σαν τον Θανάση, την έχουν έμφυτη. Με αυτή γεννιούνται. Με αυτή και φεύγουν. Και την αφήνουν σε μας. Παρακαταθήκη και ελπίδα, τρόπο ζωής προς επιβίωση και ο μόνος δρόμος προς το Θεό. Χαρά ένθεη που υπάρχει και ως επίγεια. Αρκεί να τη δεις στο κάθε βήμα σου. Να τη ντυθείς και να πας παραπέρα.

Παιδιά που δε θα μεγαλώσουν ποτέ, και ευτυχώς, παιδιά που φεύγουν όπως και έρχονται, ως άγγελοι επίγειοι, μας αγκαλιάζουν με το βλέμμα τους, με την ψυχή τους ολάκερη, την ακακία, την ανεξικακία απέναντι στη δική μας δυσκολία, την αμνησικακία, όταν και όποτε και συχνά δεχτούν απάνω τους την απόρριψη, το χλευασμό, την αποπομπή. Εμείς οι επίλοιποι δυσκολευόμαστε, για χρόνια δυσκολευόμαστε να συμφιλιωθούμε με την αδυναμία των άλλων να αγαπήσουν το διαφορετικό, αυτό το διαφορετικό πλάσμα που είναι το παιδί μας. Εμείς οι επίλοιποι, αδύναμοι εξίσου ως προς την αγάπη και με κείνους. Στον ίδιο βαθμό δυσκολεμένοι να χωρέσουμε την έλλειψη αγάπης. Αυτά όμως, τα παιδιά μας, αυτοί οι άγγελοι, ως άγγελοι που είναι, κουβαλάν την αγάπη απάνω τους πανσέληνη. Και συγχωρούν. Την ίδια ώρα λησμονούν την αποστροφή που δέχτηκαν. Τη σβήνουν από τον "σκληρό". Και συνεχίζουν. Με τη μέγιστη, μετά την αγάπη, αρετή της απάθειας να πορεύονται. Να μας δείχνουν το δρόμο, εμάς των κανονικών, με την ασθενική μας αγάπη να υπομνηματίζει διαρκώς την ατελή μας φύση.

Άγγελοι επίγειοι εντός των σπιτιών. Που σου τους εμπιστεύεται ο Θεός για όσο. Έναν άγγελο σου παραδίδει στα χέρια να τον φροντίσεις. Στην αρχή δυσκολεύεσαι. Πώς να χωρέσεις έναν άγγελο μες στην επίγεια ζωή σου; Πώς να δεχτείς το διαφορετικό παιδί σου; Τα χρόνια περνούν. Και δεν μπορείς να τα φανταστείς αλλιώς. Δε θέλεις να τα σκεφτείς δίχως αυτό το αλλιώτικο παιδί σου. Δε θα το άλλαζες με τίποτα. Αυτή είναι η αλήθεια. Αν κάποιος σου' λεγε ότι μπορείς, αν πολύ το επιθυμείς, να το αλλάξεις σε ένα κανονικό παιδί, δε θα το άλλαζες. Γιατί αυτό το παιδί είναι το χέρι του Θεού μέσα στο σπίτι σου. Είναι το χέρι Του που σε τραβά προς Εκείνον. Είναι η ίδια η αγάπη. Μια αγάπη που θα δυσκολευτεί κανείς να την ανταμώσει τόσο αγνή και ανυπόκριτη. Τόσο ανιδιoτελή. Τόσο ολόκληρη. Σου δίνονται ολάκερα δίχως να προσμένουν το αντάλλαγμα. Σου δίνονται με τόλμη και αφοβία. Ως ερωτευμένα υπάρχουν γύρω μας. Ερωτευμένα με την ίδια τη ζωή, με τους ανθρώπους στο πλάι τους. Σου δίνονται και νιώθεις ότι πάντα λιγότερο δίνεις, πάντα λιγότερο αγαπάς. Τα παιδιά τούτα μπορούν και αγαπούν ίσως και παραπάνω από τους γονείς τους. Δεν ολιγοψυχούν, δεν εγκαταλείπουν, δε διστάζουν, δεν αμφιβάλλουν. Είναι διά βίου και επιουσίως εκεί. Στο πλάι σου. 

Σε υποχρεώνουν να γονατίσεις παραπάνω, να τα φροντίσεις παραπάνω, να αγαπήσεις παραπάνω. Πολλές φορές και πάνω από το παραπάνω. Σα να πονά ένα από τα δυο σου χέρια. Ποιο φροντίζεις περισσότερο; Αυτό το πονεμένο, το χτυπημένο, αυτό που "φαίνεται" πως έχει πιότερο την ανάγκη σου. Αυτό που σε πονά σε κάθε σου κίνηση. Αυτό το ευαίσθητο. Που δεν το αντέχεις να πονά. Δεν αντέχεις τούτο το παιδί σου να πονά. Γιατί αυτών των παιδιών ο πόνος δεν τους πρέπει. Αυτά τα παιδιά τα νιώθεις να υπάρχουν μέσα σε μια χαρά εδεμική, να αγνοούν τον πόνο, τη θλίψη, τη δυσκολία, την κακία, να είναι εντελώς ανυπεράσπιστα απέναντι στην επίγεια οδύνη. Δεν αντέχουν να σε βλέπουν να κλαις. Δεν αντέχεις να τα βλέπεις να υποφέρουν. Αν είσαι γονιός, αυτό σου βγαίνει. Αν είσαι αδελφός, έχω τη βεβαιότητα πως αν τα κανονικά αδέλφια πονιούνται 10 φορές, αυτά τα αδέλφια πονάν για τον διαφορετικό αδελφό τους 100 και παραπάνω. Έτσι είναι.

Η ζωή τους μια ζωή άλλη, παράλληλη της κανονικής και πέρα από τη δική της συνηθισμένη και οικεία ρότα. Με διαφορετικές δυσκολίες, σε διαφορετικούς χρόνους και τόπους. Με βαθμό δυσκολίας που ποικίλλει και ενδεχομένως ανεβαίνει. Βρίσκεται κανείς ώρες-ώρες στο πέραν των ανθρώπινων ορίων και αντοχών. Στο πέραν της υπομονής. Ίσως και τούτο να' ναι το τίμημα της αγάπης που δέχεσαι. Και σηκώνεσαι ξανά. Και προχωράς με τη γεύση και την εμπειρία της πτώσης. Και αναθεωρείς. Μετανοείς προσώρας έστω. Αρχίζεις από την αρχή. Μέσα στις ίδιες δυσκολίες που επαναλαμβάνονται, μπορεί και να εντείνονται. Μέσα από τούτες οφείλεις να κάνεις ό,τι οφείλεις και για το κάθε "κανονικό" παιδί σου. Οφείλεις να είναι ευτυχισμένα, όσο το δυνατόν πιο ευτυχισμένα, μέσα στην καθημερινότητά τους. Τούτο οφείλουμε και για τους εαυτούς μας άλλωστε. Όμως, η λογική σκευή, η απεχθής αυτή λογική σκευή, θολώνει το τζάμι και βλέπουμε αλλιώς και ετοιμάζουμε τα παιδιά μας για όλα τα άλλα, όχι όμως για το μοναδικό που έχουν και αυτά ανάγκη, να γευτούν την ευτυχία, να πλημμυρίσουν με την ένθεη χαρά, να στέκονται όρθια με ελπίδα. Και έρχονται αυτά τα παιδιά και καταλύουν τις κανονικές προοπτικές που "οφείλει" σχεδόν καθ' υπαγόρευσιν να ακολουθήσει ένα φυσιολογικό παιδί. Και διαπιστώνεις πόσο αιχμάλωτα είναι τα κανονικά παιδιά μας μέσα σε αυτή την κανονική ρότα που τα έχει προορισμένα το σύστημα που παγιώσαμε ως επίγεια ζωή. Και κάποτε ξυπνάς. Και υποχρεώνεσαι να δεις αλλιώς. Μέσα από την πορεία ενός παιδιού μη κανονικού και τις δικές του ανάγκες και επιθυμίες. Την ανάγκη και οφειλή και μιας επίγειας ευτυχίας προτού την επουράνια. Αναθεωρείς ξανά. Οπλίζεσαι αλλιώς. Προχωράς αλλού και παραπέρα. 

Τέτοιος ο Θανάσης, παιδί αγαπημένο, όχι μονάχα για την οικογένειά του, μα και για όλους όσοι τον ανταμώσαμε, μας αγκάλιασε, μας αγάπησε με το δικό του ολόφωτο τρόπο, τον κάθε ένα ξεχωριστά και όλους μαζί με μια αγκαλιά. Ήθελε τα ελάχιστα, όπως όλα αυτά τα παιδιά, ήταν ευγνώμων για αυτά τα ελάχιστα. Του χάριζες ένα χαμόγελο, σου χάριζε την ψυχή του. Μας έλεγχε με τον αυθορμητισμό, την πηγαία χαρά του. Το χαμόγελο και την καλοσύνη του. Εξέπεμπε αγάπη και τη σκόρπαγε δίχως σκέψη δεύτερη. 

Είχα την τύχη να τον ανταμώσω στη ζωή μου, είχα την περαιτέρω ευλογία να τον κοιτώ και να με κοιτά για έναν ολόκληρο χρόνο από το τελευταίο θρανίο ενός σχολείου της πόλης μου, να μου μιλά και να δείχνει τον ενθουσιασμό του με τα χέρια του, τα μάτια του, το σώμα όλο, να με παρασύρει στο άνευ όρων ενός αυθορμητισμού αγαπητικού, να μου μαθαίνει πως η ποίηση είναι ένα μονοπάτι που μπορούν να το πάρουν όλοι, να κοντοσταθούν, στίχους να αγαπήσουν, να παραμυθηθούν. Ενστικτωδώς να σταθούν στο απόσταγμά της. Κυρίως μου έδειξε το δρόμο προς τη γαλήνη, τον πέραν της οργής, εκεί όπου ως πέτρα υπάρχεις που μαλάκωσε και στρογγύλεψε, δίχως τις αμυχές της. Με έλεγξε με την καλοσύνη που μου υπέδειξε, το πώς οφείλουμε να διατηρούμε το πρόσωπο της αγάπης, ακόμα και όταν δεν το μπορούμε. Το πώς οφείλει το καλό να γονατίζει μπροστά στο κακό.

Τον αποχαιρετήσαμε με χαρμολύπη στις 3 του Ιούνη, δίχως την αγωνία για την ανάπαυση της ψυχής του, καθώς αυτή ήταν κάτι εκ προοιμίου συντελεσμένη. Ο Θανάσης ήρθε εδώ για μας, για τις ατελείς ψυχές μας, να μας εμφυσήσει κάτι από την πνοή του Παραδείσου, μέτοχους να μας κάνει μιας αγγελικής πολιτείας και τρόπου ζωής που τα αγνοούμε και πώς αλλιώς να πάρουμε τη γεύση τους; Ήρθε και μας έδωσε γεύσεις της Παραδείσου και του χρωστούμε ευγνωμοσύνη.

Τον αποχαιρετήσαμε με τη βεβαιότητα πως η αγκαλιά του άλλαξε τώρα σχήμα και δεν είναι παρά μια ομπρέλα που μας σκέπει από Απάνω και μας προσεύχεται και μας αγαπά με τρόπο ένθεο πια. Τον αποχαιρετήσαμε μέσα σε μια εκκλησιά που ακούγονταν τ' αηδόνια ίσαμε μέσα, σα να χαίρονταν αυτά εκεί που εμείς πενθούσαμε. Ήταν όλοι εκεί. Και πενθούσαν αλλιώς. Το ένιωθες αυτό. Πώς να πενθήσεις έναν άγγελο; Τον αφήνεις να πετάξει εκεί όπου ανήκε. Πώς να τον κρατήσεις; Τον αφήνεις να πάει στον Θεό του. Τον ευχαριστείς για όσο Σου τον παραχώρησε. Τον πένθησαν όλοι όσοι από αυτόν μυχίως ευεργετήθηκαν. Όσοι με οποιονδήποτε τρόπο τον διακόνησαν, όσοι στάθηκαν φίλοι του, συντροφιά του, αγαπημένοι άνθρωποί του τα είκοσι αυτά χρόνια της επίγειας ζωής του. Μα οι γονείς των παιδιών σαν τον Θανάση νιώθεις πως τον πένθησαν και αλλιώς, γιατί όλοι τους ανήκουν σε μια ευρύτερη, διαφορετική, οικογένεια που το κάθε μέλος της είναι και δικό τους μέλος. Όταν ένας πονά, είναι κάπως σα να πονάνε όλοι. Όταν ένα παιδί φεύγει, είναι κάπως σα να φεύγει το δικό σου παιδί.

Τα παιδιά της 8ης μέρας, όπως ο γλυκός μας Θανάσης, μας υποχρεώνουν να αγαπήσουμε περισσότερο, να ελπίσουμε περισσότερο, να αφεθούμε περισσότερο σε αυτό το θαύμα της ζωής της κάθε μέρας. Όταν έλεγε ο Χριστός να γίνουμε σαν τα παιδιά, έχω την εντύπωση ότι εννοούσε σαν αυτά τα παιδιά. Πως σαν "αυτά" τα παιδιά.

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

"Ο θάνατος, η γενέθλιος μέρα"


"Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών"

Αυτή η προσδοκία είναι η μεγαλύτερη κι η καλύτερη. Μετά την Ανάσταση του Χριστού δεν υπάρχουν περιθώρια απογνώσεως. Ο θάνατος νικήθηκε με τον θάνατο. Ο θάνατος των οσίων είναι γενέθλιος ημέρα. Τους αγίους τους εορτάζουμε την ημέρα της εκδημίας τους και όχι της γεννήσεώς τους. Μπορούμε να περιπαίζουμε τον θάνατο. Να προσδοκούμε Ανάσταση.

Ο Μαρξ στις χιλιάδες σελίδες που έγραψε δεν αναφέρει ούτε μια φορά τη λέξη θάνατος. Κι είναι το πιο σίγουρο στη ζωή. Μόνο ο Θεός μπορεί να λυτρώσει τον άνθρωπο από τον φόβο του θανάτου. Ο μοναχός ζει ως νεκρός κι αυτή η εκούσια νέκρωσή του τού δίνει μια ελευθερία. Όλα είναι πένθιμα κι όμως ζωηφόρα. Πολλά του θυμίζουν τον θάνατο και τίποτε δεν τον απελπίζει.

Είναι μεγάλη ευλογία αυτή η αφοβία του θανάτου. Μακάριοι οι κατέχοντες το δώρο, όταν ένας κόσμος πάσχει από φοβίες και ταράζεται μόνο στο άκουσμα του θανάτου. Φοβάται ο ανέτοιμος. Φοβάται ο ανέντιμος. Φοβάται ο φιλήδονος και φιλάργυρος. Φοβάται ο αθεόφοβος.

Η προσδοκία της βέβαιης αναστάσεως των σωμάτων, που κατά θαυματουργικό τρόπο θα προσλάβουμε και θα μετέχουν της χαράς ή της λύπης, είναι τιμή στο ανθρώπινο σώμα, το οποίο πρέπει να σεβόμαστε και να προσέχουμε, μόνο όσο του πρέπει κι αξίζει. Η νύχτα πάντα θυμίζει τον θάνατο, και το στασίδι, και το ράσο, και το σώμα, και το κλινάρι, και το κελλί κι όλα φέρνουν το φως, την ανάσταση, την αιωνιότητα, την ευφροσύνη και την αγαλλίαση, τον αγγελικό όρθρο.

Αιωνία η μνήμη των αειμνήστων και αξιομακαρίστων κτιτόρων της αγίας και ιεράς μονής ταύτης: Ιερωνύμου, Ιωάννου, Χρυσοστόμου και Ιωάννου των μοναχών, που προείδαν το τέλος τους, που το ανέμεναν χαρωπά, που κέρδισαν τη χαρά της νίκης, της αφοβίας, της ελπίδος, της ατελεύτητης ειρήνης και της ατέρμονης ελευθερίας.

Αιωνία η μνήμη αυτών"

Μωυσής μοναχός αγιορείτης

Αιωνία η μνήμη αυτού, του Μωυσή, Κύριε.

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Πένθος ενέσκηψε


ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ 

Πλένω τα μάτια στη θάλασσα και στον Ουρανό που γιορτάζουν
σας θυμάμαι αρχαίοι φίλοι
όσοι μείνατε στην πέρα ακρογιαλιά φοβούμενοι.
συλλογίζομαι αυτούς που πέθαναν ετοιμάζοντας τα δισάκια
ξέρω πως τάχαν όλα έτοιμα
μα τους βρήκε ο θάνατος στην προκυμαία
ελπίζω και πιστεύω στην αγάπη του Θεού και της θάλασσας.
πώς να μη θυμηθώ όσους σκότωσε ο πόλεμος
πόσους φτώχυνε γυμνώνοντάς τους
πόσους έκαμε να γυρίσουν πίσω βλαστημώντας
κι άλλους που δεν πήγανε να πάρουν παράσημα κι αποζημιώσεις
κι άλλους πάλι που τα φορούν ανάξια στις εθνικές επετείους
άλλοι που πεθαίνουν λίγο-λίγο στα λιμάνια
άλλοι που πεθαίνουν τώρα που σας γράφω.
Δεν ξέρω πώς δεν ξέρω
πάντα βρίσκεις μια γωνιά για πόλεμο
μια γωνιά ειρήνης
ένα σανίδι για σχεδία, μια σημαία και μια θάλασσα
η Ελλάδα είναι νησί, θάλασσα, καράβι
ο άνθρωπος διαλέγει μοναχός πώς θα πεθάνει.
ευχαριστώ τον Θεό που θυμάμαι
αρχαίοι φίλοι ζωντανοί και πεθαμένοι
ευχαριστώ και τον Θεό που με θυμάται.
ο άνθρωπος πεθαίνει μονος
κι ο άγγελος πηγαίνει την ψυχή του
στον δακρυσμένο θεό από χαρά ή λύπη
μακάριοι οι θαλασσοπεθαμένοι
όσους τους βρήκε ο θάνατος στο ταξίδι...

μοναχός Μωυσής Αγιορείτης

Των Αγίων Πατέρων τα χαράματα. Ανέβηκε και τούτος μαζί τους. Και τον πενθούμε. Όσοι ακουμπούσαμε στη μορφή και στη γραφή του. Όσοι τον νιώσαμε να υπάρχει ως ποιητής. Με αυτή τη ρασοφόρα μορφή του. Την κεκαλυμμένη ποιητική ψυχή του. Τον πενθούμε. Και τον νιώθουμε τώρα από πάνω. Και τον παρακαλούμε να συνεχίσει να κάνει ό,τι και εδώ έκανε. Να μας έχει στην προσευχή του.

Πόσο μπορείς

 

"Τα πάντα αξίζουν τον κόπο όταν η ψυχή δεν είναι μικρή"

FERNANDO PESSOA