Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Ήτανε αέρας

  

Ήταν καλοκαίρι και πάλι πριν χρόνια. Σε μια θάλασσα μπροστά μες στον Ιούλη. Τότε που καιγόταν η Ελλάδα, καιγόταν η Ηλεία. Τότε που χάθηκε η Όλγα μες στις φλόγες, δίχως να προλάβει να ντυθεί την Οφηλία. Τη σκέφτομαι από χτες και ας μην τη γνώρισα. Μονάχα από τις φωτογραφίες της τότε, από τον αδελφό, και κυρίως από το ρίγος απάνω μου, όταν μετά από μερικούς μήνες βρέθηκα στην παράσταση δίχως αυτήν, με τους συνοδοιπόρους της να τερματίζουν δίχως αυτήν, μα να παίζουν ανάστατοι ενώπιον μιας Όλγας που δεν ήταν η Όλγα τους, αλλά έφερε το όνομά της και τούτο ήταν αρκετό για να υπάρχει κάπως και κείνη ανάμεσά τους. Το βάρος του ονόματος και το άλγος του ονόματος να ενδημεί με παύσεις.

Ήταν τότε και ήταν σούρουπο και μαζευόμασταν από τη θάλασσα. Και ακουγόταν στο ράδιο τούτο το τραγούδι, δίχως τους στίχους του Χρονά, μα με την άλλη εκτέλεση, που την αγαπάς κάτι περισσότερο από εξίσου. Και ξάφνου αέρας σηκώθηκε, σηκώθηκε άμμος, η θάλασσα δε φαινόταν και μέσα στην ασφάλεια του αυτοκινήτου έβλεπες τον ολιγόλεπτο χαλασμό, τον ανεξήγητο, σαν κάτι από το επέκεινα να σε επισκέφτηκε, που το χρόνο σταματά, τον τόπο ακυρώνει, και για λίγο υπάρχεις μέσα σε αυτό το μικρό παράδοξο που σε ακινητοποιεί, σου παίρνει τη λαλιά και σε μαγεύει. Από τότε τούτο το τραγούδι είναι σημαδεμένο.

Την σκέφτηκα πάλι σήμερα στην πρωινή λειτουργία και υποχρεώνομαι να τη μνημονεύσω εν μέσω του θέρους που χάθηκε. Μαζί με κείνη την αμμοθύελλα την ανεξήγητη ενώπιον της θάλασσας. Μαζί με κείνο τον άνεμο που αγνοεί κανείς από πού εισόρμησε. Μαζί με κείνο το τραγούδι στην εκτέλεση τη δίχως την ποίηση του Χρονά. Αλλά και στην άλλη. Που το ένα συμπληρώνει το άλλο και υπάρχουν όλα εδώ σήμερα. Στο πολύ κοντά και στο πολύ μακριά της θάλασσας. Στο πολύ και στο πέρα του ανέμου. Στο εδώ της σιωπής στο αύριό της. Στο άλμα από την απουσία στην παρουσία. Στο πέρασμα από τη γη προς τα ουράνια.