Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Οι αφανείς


Τον ανταμώνει κανείς ξανά. Παραμονή της Παναγίας. Φύλακα θεματοφύλακα του Μελά. Ο ίσκιός του. Δίχως γιορτή και σκόλη. Αμισθί ασφαλώς. Γιατί τα έργα της καρδιάς δεν πληρώνονται. Πράττονται μονάχα. 


 Τον παρακαλάς να σταθεί για λίγο στο πλάι του για μια φωτογραφία μνήμης. Το δικαιούται περισσότερο από τον καθένα. Ο κύριος Γιώργος από το χωριό Στάτιστα και σήμερα Μελάς της επαρχίας Κορεστείων Καστοριάς, μες σε χωριά φαντάσματα και σπίτια στο χρώμα σχεδόν της φωτιάς, παραμένει ίσως ο έσχατος φύλακας του σπιτιού μέσα στο οποίο σκοτώθηκε ο Παύλος Μελάς.


Στο σπίτι αυτό του παππού του, που το δώρισε η οικογένεια στο κράτος, που το κράτος το ξέχασε ως παντελώς άχρηστο και μη παραγωγικό, που ένας Χριστόδουλος, των ουρανών τώρα, σχεδόν απαίτησε να συντηρηθεί εκ θεμελίων, το οποίο και έγινε. Και έτσι, όποιος λοξοδρομήσει προς τα Κορέστεια τον ανταμώνει, ό,τι ώρα και να' ναι, ό,τι μέρα και να' ναι, για όσο θα' ναι.


Ξανασημειώνω τα πριν, τα εδώ της Αλυπίας για τον κύριο Γιώργο, που ούτε το επώνυμό του δε ρώτησα, λες και δεν έχει όνομα, παρά είναι ένας από αυτούς τους ελάχιστους, αυτούς τους αφανείς και αγνώστους, αυτούς τους φτωχούς αγίους του Παπαδιαμάντη.


Φεύγεις ξανά με τη σκέψη να τανύζεται ως την επόμενη φορά που θα λοξοδρομήσεις, για να προσκυνήσεις ξανά, τη μνήμη του Μελά, αλλά και τον κύριο Γιώργο, που στέκει και σώζει τη συλλογική μνήμη εντός μιας ατόφιας σιωπής.

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

Από Θεό


Πόσο κράτησε η Μεταμόρφωση; Μια σταγόνα, γράφει ο Αυγουστίνος. Μια σταγόνα ήταν αρκετή να τυλίξει μέσα σε φως θεϊκό τον Υιό, μια σταγόνα αρκούσε για τους άλλους να Τον δουν μέσα σ' αυτό το θεϊκό του φως, να πέσουν να Τον προσκυνήσουν.

Σημειώνει κανείς σχεδόν αυθαίρετα τις ελάχιστες σταγόνες μέσα στις οποίες τυλίγεται κάποτε η κάθε ψυχή με αυτό το θεϊκό της φως και μέσα σ' αυτό το φως αξιώνονται και τη βλέπουν και οι άλλοι, αξιώνεται και η ίδια και βλέπει σχεδόν ως πρωτόπλαστο τον εαυτό της, ενδεδυμένο με μια χαρά αλλιώτικη. 

Η στιγμή προκαλεί σε γονυκλισία. Και όλοι -αυτοί που το βλέπουν- γονατίζουν μπρος σε αυτό το ολιγόλεπτο φως της, που τη μνήμη του θα κρατήσουν -μαζί με την ίδια την ψυχή που το αξιώνεται- πολύ περισσότερο από ό,τι κράτησε το ίδιο.

Σημειώνει κανείς πως από Θεό μας έκανε ο Θεός και όχι από χώμα. Από Θεό απλώς, για τούτο και κάποτε -μες στο ελάχιστο μιας σταγόνας- επιτρέπει να ντυθεί κανείς, και ο πιο ατελής, αυτό το θεϊκό φως, της αγάπης το φως και του έρωτα. Της καλοσύνης και της τρυφερότητας. Της άνευ ψιμυθίων ανθρωπιάς.

Μαλακώνει τότε η ψυχή όπως μαλακώνουν τα βουνά μέσα στο φως της δύσης. 

Μαλακώνει όπως ζεστή η άμμος μες στην έρημο.

Και φωτίζει φως. Αυτό του Θεού το φως που το μεταγγίζει ως έρωτα και ως αγάπη. Καλοσύνη και τρυφερότητα. Αψιμυθίωτη ανθρωπιά. Που κάνει τους αγίους να πατούν πάνω από τα ύδατα, όπως ο Άγιος του ποταμού Νικάνορας και τους Θεούς να περπατούν πάνω από τη θάλασσα.

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

"Θα σας μαρτυρήσω όλους στο Θεό"


Ακούω τη γυναίκα να ρωτά, την προαιώνια ερώτηση, να διαιωνίζεται μέσα στους αιώνες: Και πού είναι ο Θεός εκεί, παππούλη; Γιατί δεν κάνει κάτι; Γιατί δεν είναι ανάμεσά τους; 

Ακούω και την απάντηση: Ο Θεός είναι εκεί και αγκαλιάζει όλα αυτά τα παιδιά που εμείς σκοτώνουμε και περιμένει εσένα και εμένα να κάνουμε κάτι. Και εμείς δεν κάνουμε.

Τυλιγμένοι μέσα στην αυτάρκεια των στιγμών ευτυχίας και δυστυχίας μας ο καθένας, ανήμποροι να εισβάλουμε στην όποια εμπόλεμη πραγματικότητα ή να την αποτρέψουμε, ελάχιστοι μπρος στον ανθρώπινο πόνο, μονάχα ρωγμές με λόγια είμαστε να σημαδεύουν το κενό.

"Θα σας μαρτυρήσω όλους στο Θεό" φωνάζει το μικρό παιδί "Θα του τα πω όλα". Και τούτη η κραυγή, παιδιού που πέθανε πια, στοιχειώνει την όποια θερινή πραγματικότητα, στοιχειώνει την όποια μακαριότητά μας, στοιχειώνει τον ύπνο και τον ξύπνο μας.