Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Το τίποτα ωραιότερο της ευσπλαχνίας

 
 
Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου 'δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
«Είδες -μου λέει- γεννήθηκε η ευσπλαχνία! Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.
Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα 'χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ' αυτό.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Στο βουνό των ελάτων


ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ ΤΩΝ ΕΛΑΤΩΝ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

[...]
Αδίκως δεν εσχέτιζα, χρόνους τώρα, την άνοδο του βουνού
των Ελατιών, με τα Χριστούγεννα εν καιρώ χειμώνος.
Απ' τις Γιορτές, αυτήν κυρίως ψηλά γιορτάζει όλος ο χρόνος
τα κεράκια και τα στολίδια μόνο λείπουν απ' το δέντρο αυτό,
που με μεγαλοπρέπειαν αφθονεί. Πρώτες αυτές οι κορφές
οι περύψηλες γίνονται τρυφερές ερωτεμένες αγκαλιές,
να δεχτούν τον Ερχόμενο στη γης, μια νύχτα παγερά,
μικρόν Χριστό, εν είδει χιονάτης νεφέλης, που ορμάει από Βορρά!

Αλλά χτες είδα παραπανίσια, που δεν θα λησμονήσω,
βέβαια πράγματα κι' αυθεντικά: είδα αυτό το Αχούρι, σκοτεινό,
αμελημένο, κι' οσφράνθηκα και πάτησα το μαλακό σανό!
Θέλησα, αμέσως τότε, αλλά κρατήθηκα, να τραγουδήσω
(τόσον ήτο Χριστουγεννιάτικο το πράγμα) τον ύμνο των Ποιμένων:
ήτον ως να είδα το Νιογέννητο, την Παναγία, και πιο πίσω
πολλούς Αγγέλους. Και τον Ιωσήφ γονατισμένον!

Τ.Κ.ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Ο ραφτάκος των λέξεων

 
 "Απ' ό,τι κάλλη έχει άνθρωπος, τα λόγια έχουν τη χάρη 
να κάμουσιν κάθε καρδιάν παρηγοριά να πάρει".

Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος
moto του παραμυθιού
 
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια πόλη που ήταν μικρή κι έμοιαζε ακόμη με χωριό, ζούσε ένας ράφτης. Ένας ράφτης που ήταν μοναδικός [...]. Γιατί κλωστές και νήματα δεν είχε για να ράβει τα υφάσματα, ούτε και μαλλί είχε για τα πλεκτά του. Αντί γι' αυτά χρησιμοποιούσε ένα πιο αγαπημένο του υλικό, ένα υλικό μοναδικό....τις λέξεις. Λέξεις από παραμύθια, λέξεις από ποιήματα, από τραγούδια, από ιστορίες παλιές και λεξικά κι εγκυκλοπαίδειες.
   Προσεκτικά διάλεγε τις λέξεις, μέσα από τα τετράδια και τα βιβλία που είχε στα ράφια, δίπλα στα τόπια με τα υφάσματα. Και τις έβαζε τη μια δίπλα στην άλλη, πλέκοντας τα γράμματα μεταξύ τους... Κοίταζε μέσα από τα χοντρά γυαλιά του να πλέκονται τα γράμματα τα στρογγυλά, το ο και το θ, με τα πιο μυτερά, το χ, το κ και το ι. Κι έφτιαχνε έτσι, λέξη λέξη, προτάσεις ολόκληρες, που ένωναν τα υφάσματα μεταξύ τους ή έπλεκαν τα κασκόλ και τα σκουφιά του...
   Κι αν ήταν για κασκόλ και για σκουφιά, τότε τα έπλεκε με λέξεις ζεστές όπως: λιακάδα, καλοκαίρι, φλόγα ή φωτιά. Για τα χοντρά πουλόβερ, διάλεγε ακόμα πιο ζεστές: φούρνος, μαγκάλι, θράκα, καίω, τσουρουφλίζω. Και τα πολύ χοντρά παλτά, αυτά για το πολύ το κρύο, τα έραβε με πιο ζεστές ακόμα, όπως: τζάκι και ξυλόσομπα ή αγάπη και αγκαλιά.
 
Αντώνης Παπαθεοδούλου, Ο ραφτάκος των λέξεων, εκδόσεις Μεταίχμιο 2012