Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

το πέρασμα


Σε λίγες μέρες. Σε λίγες ώρες οι δείκτες των ρολογιών, τα φύλλα των ημερολογίων, μα πάνω απ’ όλα η ύπαρξη μας θα μετρήσει την αλλαγή, το πέρασμα, την φεύγα ενός ακόμη χρόνου.
Ενός χρόνου που κύλησε πάνω στις μέρες και τις ώρες, μα περισσότερος απαιτητικός κύλησες πάνω στην ψυχή και τα κορμιά μας.
Άφησε σημάδια. Σμίλεψε εμπειρίες. Ζωγράφισε λευκά και σκοτεινά τοπία. Σάρκωσε επιθυμίες, απέρριψε όνειρα. Ματαίωσε πόθους, αποκαθήλωσε μύθους, σταύρωσε και ανέστησε την ύπαρξη μας.
Ζητούμενο το νέο χρόνο να ζήσουμε την ζωή που μας ανήκει. Εμείς και όχι άλλοι στη θέση μας. Για μας και όχι για τις προσδοκίες των άλλων. Μαζί με τους άλλους όχι όμως για τους άλλους. Χωρίς ενοχές για αυτό που υπήρξαμε. Δίχως φόβο για αυτό που είμαστε. Με ελπίδα και όνειρο για εκείνο που μπορεί να γίνουμε. Λευτεριά στα όνειρα μας...

π.Λίβυος

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

λυγμική ανθρωπιά


Προσευχές από το συναξάρι ενός Εσθονού




 



  
 
«Το ύφος αυτό είναι μια περιοχή στην οποία περιπλανιέμαι όταν ψάχνω για απαντήσεις – για την ζωή μου, τη μουσική μου, το έργο μου. (…) Εδώ είμαι μόνος με την σιωπή. Έχω ανακαλύψει πως είναι αρκετό όταν μια νότα παίζεται όμορφα. Αυτή η μια νότα, ή ένας σιωπηλός παλμός, ή μια κίνηση σιωπής με ανακουφίζουν. Δουλεύω με πολύ λίγα στοιχεία – με μια φωνή, με δυο φωνές. Χτίζω με τα πιο πρωτόγονα υλικά – με την τριάδα, με μια συγκεκριμένη τονικότητα. Οι τρεις νότες μια τριάδας είναι σαν καμπάνες. Και γι’ αυτό το ονόμασα tintinnabuli.»  

Αναλόγως, έχω γράψει έναν θρήνο  – όχι για τους νεκρούς, μα για τους ζωντανούς, που έχουν να παλέψουν με αυτά τα θέματα οι ίδιοι. Ένα θρήνο για εμάς, που παλεύουμε με τον πόνο και την απελπισία σε αυτόν τον κόσμο.» 

Arvo Pärt


Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

Σαν προσευχή

 
Κύριε, εκείνο το παγερό βράδυ δεν βρέθηκε κατάλυμα να σε φιλοξενήσει. Ένας χώρος να στεγάσει την αγάπη σου. Μία γωνιά να ζεστάνει την νεαρή μητέρα σου. Μικρό παιδί μες στην αθωότητα μου, απορούσα, «μα γιατί δεν βρέθηκε κανείς να σε φιλοξενήσει; Βρέφος, μωρό παιδί, μιας ξένης κοπέλας χαμένης μέσα στην νύχτα με την αγωνία στα μάτια». Τώρα που μεγάλωσα και η αθωότητα έδωσε την θέση της στην εμπειρία του κακού, έμαθα το «γιατί». Γιατί αυτός ο κόσμος δεν αντέχει Χριστέ μου, την ομορφιά της αγνότητας σου. Κόσμος ψεύδους και υποκρισίας, μίσους και αδικίας, δεν έχει χώρο για σένα. Είμαι πλέον βέβαιος, ότι όσες φορές κι αν ξανάρθεις σε αυτή την γη, πάλι σε φάτνη θα γεννηθείς, γιατί δεν σε αντέχουν.
Δεν μπορούν την αγάπη και την ελευθερία σου. Τους παιδεύεις Χριστέ μου, τους μπερδεύεις. Αυτοί διψάνε για εξουσία και δύναμη και εσύ έρχεσαι ταπεινός και αδύναμος. Αυτοί διψάνε για απειλές και τιμωρίες και εσύ συγχωρείς και ανέχεσαι. Αυτοί θέλουν «νόμους» και «δικαιοσύνη» και εσύ τους δίνεις αγκαλιές και φιλιά, την κόλαση ποθούν και τους χαρίζεις τον παράδεισο.
Γι αυτό σου λέω, και σήμερα πάλι να ερχόσουν σε σκοτεινό και παγερό δρόμο θα σε πετούσαν. Πρόσφυγα θα σε έκαναν, ζητιάνο και ρακένδυτο, τρελό θα σε ονόμαζαν, ως ασεβή και αιρετικό θα σε καταδίκαζαν, έξω από τις θρησκείες τους θα σε πετούσαν ως επικίνδυνο.
Είναι αλήθεια Χριστέ μου, ότι ποτέ δεν σε κατάλαβαν οι ισχυροί και «δίκαιοι», οι «ικανοί» και επιτυχημένοι, οι καθώς πρέπει και «τέλειοι». Μονάχα εκείνοι οι ταπεινοί και τσαλακωμένοι της ζωής, οι απογοητευμένοι και πονεμένοι, οι αμαρτωλοί, οι πόρνες και τελώνες της ιστορίας, όλοι εκείνοι που ποτέ δεν θεώρησαν ότι αξίζουν την Βασιλεία σου, μονάχα εκείνοι Κύριε, σε αναγνώρισαν και σε δέχθηκαν, γιατί πρώτα είχαν αποδεχθεί την αποτυχία και την αδυναμία τους, το πυκνό σκοτάδι της δικής τους παγερής νύχτας.
Είναι Χριστέ μου που αιώνες τώρα επιμένεις να αγαπάς τους κολασμένους που μυρίζουν παράδεισο. Είναι Κύριε που αγαπάς εκείνους που δεν αγάπησε κανείς…

π.λίβυος 

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

Ο ευαγγελισμός των αλαφροϊσκιωτων


Ο Ευαγγελισμός των Ποιμένων

Ω εσείς, κοντά στη φωτιά, που ξέρετε τον υπερφυσικό ουρανό
και τους οιωνούς διαβάζετε των άστρων -
σηκώστε το βλέμμα ψηλά και δείτε προς τα εδώ:
υπάρχω: άστρο καινό που ανατέλλει.
Η πλήρης ύπαρξή μου καίει
κι εκτυφλωτικά θεόρατη φέγγει
τέτοιο ένα φως που το βαθύ
Στερέωμα πλέον δεν μου αρκεί.
Αφήστε η λάμψη μου στον μύχιο εαυτό σας να εισέλθει:
ω, βλέμματα σκοτεινά και σκοτεινές καρδιές:
Μοίρες σάς κατακλύζουν νυχτερινές.
Ποιαν έρημο, Ποιμένες,
υπάρχω τώρα εντός σας! Μεμιάς κατέκτησα τον χώρο.
Μην απορείτε: το μέγα αρτόδεντρο
έριχνε έναν ίσκιο - κι αυτόν εγώ τον έστειλα.
Ω εσείς θαρραλέοι, αν ξέρατε πώς λάμπει τώρα
στα ατενή σας πρόσωπα το μέλλον.
Στο δυνατό αυτό φως θα συμβεί ό,τι Σπουδαίο.
Την εχεμύθειά σας εμπιστεύομαι - για εσάς, ψυχές γεμάτες
πίστη,
όλα εδώ έχουν φωνή: η φλόγα μιλάει κι η βροχή,
ο άνεμος και τ' αποδημητικά πουλιά - κι αυτό που είστε
τίποτε δεν ξεπερνά και δεν μεγαλώνει,
αν η έπαρση το τρέφει.
Και τα πράγματα δεν τα κρατάτε
στο Κενό του στήθους σας για να τα βασανίσετε.
Καθώς η ευφροσύνη μες στον Άγγελο ξεχύνεται,
έτσι σαλεύει εντός σας το Επίγειο.
Κι αν ξάφνου άρπαζε φωτιά μια βάτος,
θ' ακούγατε από μέσα της να σας καλεί ο Αιώνιος -
κι αν Χερουβείμ να περπατήσουν καταδέχονταν
κι εκεί που βόσκουν τα κοπάδια σας πλησίαζαν, δεν θα
σαστίζατε:
θα πέφτατε στο χώμα με το πρόσωπο, θα προσκυνούσατε
και γη τον τόπο αυτόν θ' αποκαλούσατε.

Κι έτσι θα ήταν. Πρέπει να είναι κάτι Νέο
για το οποίο η Οικουμένη πάσχει να διευρυνθεί.
Τι είναι μια βάτος για μας: ο Θεός συναισθάνεται τον
εαυτό Του
σε νεαρής γυναίκας μέσα την κοιλιά.
Είμαι ολοφάνερα εκείνο το ζεστό εντός, που σας οδηγεί.

R.M. RILKE (μετάφραση:Μιχάλης Παπαντωνόπουλος) 

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Carmen Seculare


"Δυο ήλιοι δυο φεγγάρια". Παραδοσιακό Ζακύνθου. Ίσως και να το' χε ακούσει, μέσα από καμιά ανοιχτή πόρτα να εξέρχεται, να κοντοστέκεται εκείνος, να μαζεύει λέξεις.

[...]

Aυγή ’ναι κι’ άστραφτε γλυκά σα στην αρχή της πλάσης,
[...]

Δεν είναι χόρτο ταπεινό, χαμόδεντρο δεν είναι·

Bρύσες απλώνει τα κλαδιά το δέντρο στον αέρα·

[...]

Σαστίζ’ η γη κι’ η θάλασσα κι’ ο ουρανός το τέρας,

Tο μέγα πολυκάντηλο μες στο ναό της φύσης,

Kι’ αρμόζουν διάφορο το φως χίλιες χιλιάδες άστρα,

Xίλιες χιλιάδες άσματα μιλούν και κάνουν ένα.

Στο δένδρο κάτου δέησην έκαμ’ η βοσκοπούλα·

T’ άστρα γοργά τη δέχτηκαν καθώς η γη τον ήλιο.

Tα Σεραφείμ εγνώρισαν το βάθος της αγάπης,

Kι’ ολόκληρ’ η Παράδεισο διπλή Παράδεισό ’ναι.

Ποιος είχε πει που σούμελλε, πέτρα, να βγάλης ρόδο;


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ
Carmen seculare 

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

Η γραφή ως (αυτο)ίαση



Η γραφή

«Η ποίηση» γράφει ο ποιητής Αργύρης Χιόνης, «είναι ένα ποτήρι αδειανό /που το γεμίζουμε με το αίμα μας. /Ύστερα το προσφέρουμε στους άλλους /ή δεν το προσφέρουμε αλλά μας το παίρνουν […]». Κατά τη διάρκεια, πριν και μετά, «η αιμορραγία συντελείται». Με αυτή την αιμορραγία σταματά η ίδια η αιμορραγία. «Μες στην δοκιμασίαν, […] /το έργον σου θυμήσου», λέει ο Καβάφης, αυτή την παραμυθία, την αδιαπραγμάτευτη, που σου δωρίζει η γραφή ενώπιον της αγωνίας και του μαρτυρίου. Το καβαφικό αντίδοτο στην ίδια την πανδαμάτορα ζωή, «οι νάρκης του άλγους δοκιμές», «εν Φαντασία και Λόγω», η ικεσία στην «Τέχνη της Ποιήσεως, που κάπως ξέρει από φάρμακα». Ό,τι δεν μπόρεσε κανείς να ζήσει, ό,τι έζησε και άφησε σημάδι, ό,τι στοιχειώνει την πραγματική ζωή, το απελευθερώνει, το σαρκώνει στη γραφή μέσα, το θεραπεύει. Βυθίζεται στη γραφή προκειμένου να σωθεί. Μέσα από το φαρμάκι της κυοφορίας οδηγείται στη φαρμακεία της γέννησης. Σε κείνο «το τέλος που είναι και αρχή»,[1] όπως το έγραφε ο Eliot.


Ο άνθρωπος της γραφής

Ο άνθρωπος της γραφής δεν είναι ένα εξωπραγματικό, εσωστρεφές, ανένταχτο ον. Είναι ένας καθημερινός άνθρωπος με μια δεδομένη από τα γεννοφάσκια του ιδιότητα, σχεδόν προορισμένος να ακούει περισσότερο, να βλέπει εις βάθος, να οσφραίνεται τον έξω κόσμο με τις δυνάμεις του εντός. Όπως ακριβώς ο Κορυφαίος της αρχαίας τραγωδίας ή ο Βλέπων της Παλαιάς Διαθήκης. Όλα να τα φιλτράρει μέσα από αυτό το αγωνιώδες πνεύμα και την ασύχαστη ψυχή του. Έπειτα καταγράφει με ό,τι βρει και πάνω σε ό,τι βρει ό,τι είδε, άκουσε, οσφράνθηκε, όσα υπάρχουν και όσα δεν υπάρχουν, ακόμα και εκείνα που οραματίστηκε. Μετεωρίζεται μέσα στον κόσμο που υπάρχει και σε εκείνον τον μυστικό της ψυχής. Φέρνει στην επιφάνεια την αφάνεια του μέσα άλγους που προηγήθηκε, τον μοιράζεται με έναν ιδανικό ακροατή, έχει τη βεβαιότητα ότι κάποιος τον ακούει, τον συντρέχει, τον συμπονά, τον ευσπλαχνίζεται. «Ο άνθρωπος» γράφει η ποιήτρια Όλγα Βότση «ζητάει τον άνθρωπο σα λύκος. Εναγώνια, σπαραχτικά. […] να σταθεί για λίγο στον κύκλο της ζεστασιάς του».[2] Γράφει επομένως υπάρχοντας μες στην παραμυθία της κοινωνίας του πόνου.

Ο άνθρωπος της γραφής θεραπεύεται από τα σκοτάδια του μέσα από τα ίδια τα σκοτάδια, βγαίνει στο φως μέσα από τη σπείρα του σκότους, ξορκίζει το κακό, σβήνει την οδό του πόνου διασχίζοντας την ίδια την οδό που γίνεται γραφή, αναπαριστά το ένδον βίωμα και το καταθέτει. Γράφει, γιατί κάποτε η γραφή γίνεται «το πρόσχημα του βίου μας», γιατί, όπως έλεγε ο ποιητής Ματθαίος Μουντές, «γράφω /για να κρατιέμαι στη ζωή /για τον αναπόδραστον αγώνα /να μην τρελαθώ».[3] Γράφει, γιατί κατά την Λίλη Ζωγράφου, «η καλλιτεχνική δημιουργία, όπως και η τρέλα -ναι, η παραφροσύνη- είναι η διέξοδος από την εσωτερική σύγκρουση του ατόμου με τον κόσμο ή το άμεσο περιβάλλον του. Η Δημιουργία είναι η πρόσκαιρη κατάργηση ενός κλίματος και η μετάβαση σ’ ένα άλλο, που κατασκευάζει ο Δημιουργός, όπου και καταφεύγει για να ανασαίνει άνετα μέσα του».[4] 

Γράφει λοιπόν για να ανασάνει, για να υπάρξει άνετα τουλάχιστον μέσα. Γράφει και κάποτε σώζεται, έστω και προσώρας, για μερικά χρόνια έστω, όπως η Ann Sexton ή η Πηνελόπη Δέλτα και άπειροι άλλοι, κάνοντας την επιβίωσή τους με τρόπο συγκλονιστικό γραφή, ή και ζωγραφική όπως ο Van Gogh, γλυπτική όπως ο Χαλεπάς, καθυστερώντας πάραυτα τη φυγή τους από αυτό τον κόσμο, δίνοντας στον εαυτό τους bonus ζωής. «Το ποιητικό έργο», γράφει ο ποιητής Γιώργος Γεωργούσης, «δεν μπορεί να ξεφύγει εντελώς από την μοίρα τού να είναι, εκτός από τα άλλα, και μια, με τον τρόπο της, κρυψιγενής αυτοβιογραφία. Δεν υπάρχει μεγάλος δημιουργός χωρίς συνείδηση του εαυτού του, αφού και ο εαυτός του είναι κι αυτός αντικείμενο της μελέτης του. […] Ο Δάντης […] και ο Θερβάντες […] είναι τυπικά παραδείγματα άκρως προσωπικού έργου μεγάλης αντικειμενικότητας –η αυτοβιογραφία που γίνεται κοσμογραφία και ψυχογραφία».[5] Και πάραυτα αναλγησία ή στην καλύτερη περίπτωση ίαση.

Η ποίηση υπήρχε πάντα με τρόπο ostinato e angoscioso,[6] επίμονα και εναγώνια, σχεδόν παραπληγικά, με την ασφυξία του ύστατου λόγου άρθρωσης, με τον ακρωτηριασμό του μοναδικού σου χεριού, σα να’ σαι πουλί που πιάστηκε μες σε παγίδα επιούσια και μες στην υστερία της τελεσίγραφης αιχμαλωσίας γράφεις, κάνοντας φτερά τις ίδιες τις λέξεις ή απλώς γάζες επούλωσης ενός πόνου χοϊκού. Η ποίηση βγαίνει «μ” έναν βαθύ βρυχηθμό, [...] πετάγεται απ” την ψυχή σου /σαν πύραυλος«, συμβαίνει «μονάχα όταν νιώσεις /πως αν δεν το κάνεις /θα τρελαθείς, /θ” αυτοκτονήσεις ή θα σκοτώσεις«. Συμβαίνει μονάχα όταν «νιώσεις πως ο ήλιος /σου καίει μέσα σου /τα σπλάχνα«, γράφει ο Bukowski.[7] Αν δε συμβεί έτσι, με τρόπο καθημαγμένο, ό,τι προκύψει ποίηση δεν είναι, παρά τέχνη κατ” επίφασιν, τέχνη «για το γούστο«, όπως έλεγε ο Ντοστογιέφσκη.[8]

Συχνότατα θεωρήθηκαν οι άνθρωποι της γραφής αλαφροΐσκιωτοι που αδυνατούν να εκφύγουν από τον πόνο, που κουράζουν με την αγεφύρωτη οδύνη τους -ένας σπαραγμός να τους χωρίζει από το σώμα των υπολοίπων, που δυσκολεύουν με την έντασή της και προκαλούν αποστροφή μες στην εφήμερη ευημερία του σήμερα, την επικράτηση της χαλάρωσης, του εφησυχασμού, της αδιαφορίας. Ο άνθρωπος της γραφής αδυνατεί να χαλαρώσει, να ευημερήσει αβασάνιστα, να εφησυχάσει, να αδιαφορήσει. Υιοθετεί τον πόνο των άλλων μέσα στον δικό του πόνο, πονά και για κείνους ή κάνει το δικό του πόνο σκευή, ώστε και για τους άλλους να μιλήσει. «Εάν η γλώσσα είναι το πιο ατίθασο δημιούργημα του ανθρώπου, η ποιητική γλώσσα είναι η πιο ανθρώπινη εκδοχή αυτού του δημιουργήματος»,[9] γράφει ο Γεωργούσης. Και ο άνθρωπος της γραφής είναι κάποτε ο πιο γονυκλινής μες στους ανθρώπους. Μπορεί τίποτα το πρωτότυπο να μη λέει, να περιδινείται γύρω από τα ίδια ορόσημα, την ύπαρξη, το θάνατο, τον έρωτα, εντούτοις καταθέτει τη δική του αλήθεια και όσο πιο εκσκαπτικά το κάνει, τόσο πιο αυθεντική είναι η φωνή που μιλά, γιατί «το σημαντικότερο», κατά την Μαρίνα Τσβετάγιεβα, «δεν είναι να πεις κάτι καινούργιο, είναι να έχεις μόνος σου αναζητήσει και βρει αυτό που λες, και να είναι αληθινό».[10]

Οι γραφείς τούτοι πεθαίνουν για την αλήθεια των πραγμάτων και για τούτο δεν βολεύουν τον εαυτό τους πάνω σε μια φλοιώδη πραγματικότητα. Ανάγκη τους ήταν πάντα να διαρρήξουν τον μανδύα, για ν’ αντικρύσουν τον πυρήνα, της ψυχής τους, της ψυχής του κόσμου. Μέσα από την ψυχή τους οδεύουν με τρόπο αλάνθαστο στην ψυχή του κόσμου. Όσο πιο βαθιά εισχωρούν στη δική τους, όσο βαθύτερα σκάψουν, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να ανταμώσουν με «το αρχικό Ψ της Ψυχής του κόσμου«,[11] όπως το έλεγε ο Πεντζίκης, από τούτο το αλωνάκι να αγγίξουν τις Μεγάλες Ουσίες,[12] όπως το έγραφε ο Σολωμός. Τούτο της ψυχής το όργωμα είναι πάντα επώδυνο, προτού βλαστήσει ό,τι βλαστήσει, η οδύνη είναι αυτή που κυριαρχεί. Οι άνθρωποι της γραφής δεν περιπατούν, δεν περιηγούνται, ποτέ δεν έκαναν στα λόγια περίπατο, φορούν το λόγο κατάσαρκα και τον ζούνε στην κόψη του ξυραφιού.

Για τούτο και αυτοκτονούν την κάθε μέρα εξαιτίας μιας ευαισθησίας, που στην αφαίμαξή της έχουν προ πολλού υποκύψει και τούτο έχει γίνει η επίγεια κόλασή τους. «Τα σώματα των ποιητών είναι διάτρητα από την ευαισθησία τους κι από τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων. Τα σώματα των ποιητών είναι σημαίες ήττας. Όμως δεν υπάρχουν ποιητές νικημένοι, όπως δεν υπάρχουν ποιητές νικητές. Υπάρχουν ποιητές»,[13] γράφει η Λίλη Ζωγράφου. Άνθρωποι που γράφουν και για όσους δεν μπορούν. Άνθρωποι που πονούν για όλους μας.

Ο καιρός του σταυρού

Προτού τους αγγίξει το όποιο φως, όταν στο σκοτάδι είναι, όταν στον καιρό του σταυρού, φόβος τους σκορπίζει, η ίδια η αμφισβήτηση, η αθυμία που φέρνει το βύθος της αγωνίας, ο καιρός του σταυρού που σε κάνει σχοινοβάτη ή τυφλοπόντικα. Οι πληγές κακοφορμίζουν, επιστρέφουν, υπάρχουν. Ο πόνος θριαμβεύει κεκλεισμένων των θυρών, ένας πόνος μασίφ, που προκαλεί τεμαχισμό σε αυτό το παλίμψηστο που καλείται ψυχή. Εξέρχονται δια της γραφής, κάποτε βουλιάζουν μέσα της, όπως θα βούλιαζαν και μέσα στην πραγματικότητα της ζωής, κάποτε ποτέ δεν εξέρχονται από το λαβύρινθό τους, χτυπιούνται πάνω στα τοιχώματά του, αδυνατούν να εντοπίσουν την όποια έξοδο. Είναι η στιγμή που τίποτα δε βοηθά, ούτε καν η γραφή. Παράδειγμα κραυγαλέο ο Καρυωτάκης. Παράδειγμα στωικής αναχώρησης η Πολυδούρη. Κοντά τους ο Βιζυηνός, ο Μαγιακόφσκυ, η Τσβετάγιεβα, ο Τσέλαν. Η Πλαθ, ο Λαπαθιώτης, ο Γιαννόπουλος, ο Παβέζε.

Οι άνθρωποι της γραφής ακολουθούν αναπότρεπτα την οδό του μαρτυρίου τους. Δεν υπεκφεύγουν, δεν ωραιοποιούν, δε θάβουν τον πόνο, στέκονται έναντί του και τον γεύονται ολάκερο. Υποβαστάζουν μια ασφυξία που εντός της καλούνται να επιβιώσουν. Γιατί κάποτε ζουν μόνο στο σώμα των γραπτών τους. Και έτσι το πένθος της ζωής με τη γραφή ξορκίζουν, παρ’ όλο που δεν το αποβάλλουν, παρά μόνο κύκλους επάλληλους κάνει και κείνοι συνεχίζουν με την ίδια ένταση τον πόνο να βιώνουν και την αποτύπωσή του. Την αλυπία δηλαδή να αναζητούν με μανία. Με χρονολογία 6 Οκτωβρίου 1802 υπάρχει ένα σημείωμα του Μπετόβεν, κάτι σαν πρωθύστερη αποκωδικοποίηση του παρόντος αλλά και του μέλλοντός του: «Ω, εσείς άνθρωποι που πιστεύετε ή λέτε ότι είμαι κακόβουλος, πεισματάρης ή μισάνθρωπος, πόσο πολύ με αδικείτε. Δεν ξέρετε τον κρυφό λόγο που με κάνει να φαίνομαι έτσι στα μάτια σας, και θα έδινα τέλος στη ζωή μου – ήταν μόνο η τέχνη μου που με κράτησε πίσω. Φάνταζε αδύνατο να εγκαταλείψω τα εγκόσμια μέχρι να βγάλω έξω όσα ένιωθα ότι υπήρχαν μέσα μου».

Επομένως υπάρχει η γραφή. υπάρχει κάποτε ως η μόνη παραμυθία, ως δέντρο μοναδικό, ως βροχή μες σε μακρόβια ανομβρία, ως το ελάχιστο νερό μέσα σε στέρνα.  Υπάρχει ως μια στάλα ζωής μετά τον καιρό του σταυρού. Είναι ο καθρέφτης της, όλα τα φανερώνει. Όπως είναι, αλλά και όπως θα ήθελες να είναι. Αυτό που συνέβη αλλά και ό,τι δεν συνέβη, αλλά θα ήθελες να συμβεί. Τα αρνητικά πρόσημα της ζωής και προπάντων τα ευκταία. Η γραφή στην καλύτερη της στιγμή γίνεται παραμύθι. Το παραμύθι μέσα στην πραγματικότητα. Και επομένως, η μοναδική της παραμυθία.

Έξοδος

Η ψυχή είναι ένα πηγάδι. Μέσω της γραφής ανασύρεις το σκοτάδι της, το ανεβάζεις στο φως. Το σκοτάδι τούτο φιλτράρεται πλέον μέσα από αυτό το φως και γίνεται το ίδιο φως, αυτό το αγγελικό και μαύρο σολωμικό φως. Ανεμίζεις ένα ποίημα στον ουρανό, ανεμίζεις μια κραυγή στον ουρανό, να ανασάνεις.

Ιάται επομένως μονάχα αυτός που μετέχει άμεσα, ο καθημαγμένος, ο αιμορραγών; Όχι, βέβαια. Ισχύει το αλωνάκι του Σολωμού. Από αυτό το αλωνάκι στον κόσμο όλο. Από τη μια ψυχή, στην κοινωνία των ψυχών. Από ένα στίχο σώζεσαι -ενδέχεται- όταν τον γράψεις, τον εκτοξεύσεις, τον δεις απάνω στο χαρτί, στην πέτρα, στο φύλλο, στον κορμό, στο χιόνι ή στην άμμο, αλλά και από ένα στίχο σώζεσαι -μπορεί και με την ίδια πιθανότητα, όταν τον διαβάσεις.

Διαβάζεις επομένως και λυτρώνεσαι. Λυτρώνεσαι και ενδέχεται να γράψεις. Γράφεις με τη σειρά σου και παρηγορείσαι. Παρηγορείσαι και άρα θεραπεύεσαι. Έστω, -κι αν δεν θεραπεύεσαι πλήρως- βάζεις μια γάζα ή παίρνεις ένα παυσίπονο. Καθυστερείς κάπως τον επιούσιο θάνατο. Άρα ενδέχεται να συναντήσεις την έξοδο από το λαβύρινθο. Τούτο μπορεί να συμβεί και σε μια σχολική τάξη. Όχι η δημιουργική γραφή, αλλά η «ιαματική». Η ίαση της ψυχής και επομένως το ένα και μοναδικό βήμα, το εφιαλτικά αναγκαίο προς τα μπροστά. Άρα και προς την ελευθερία. Η γραφή συνιστά μια πράξη ελευθερίας. Τη μόνη ίσως που κάποτε αξιωνόμαστε.

Έγραφε ο Γιάννης Τσαρούχης, μιλώντας για τον Γιαννούλη Χαλεπά: «Η τέχνη είναι ένα μυστηριώδες πράγμα. Και αυτό το μυστηριώδες πράγμα πρέπει να βλέπεται σαν τη μεγαλύτερη παρηγοριά, σαν ένα μεγάλο αντίβαρο μέσα στην ζωή, δοσμένο από την ίδια μυστηριώδη δύναμι του ανθρώπου».[14]

Γράφει με το δικό της τρόπο η μαθήτρια της Α” γυμνασίου Μαίρη Γκαλιάν: «Μέσα από το γράψιμο ανοίγεται η ψυχή και η καρδιά του ανθρώπου δείχνοντας το τι είναι στην πραγματικότητα και όχι το τι είναι στην καθημερινή ζωή του. Απελευθερώνεται από αυτά που τον βασανίζουν και τον τρώνε κάθε μέρα που αν και θέλει να τα πει δεν μπορεί. Επομένως η γραφή είναι ένας τρόπος για να ανοίξεις την ψυχή σου και να τα γράψεις όλα. Στην ουσία η ψυχή του ανθρώπου είναι  ενα ηφαίστειο που αν βρει έξοδο και γενναιότητα εκείνη την στιγμή θα εκραγεί και όλα αυτά που χρόνια σκεφτόταν, θα γραφτούν όλα πλέον πάνω σε ένα χαρτί. Όμως δεν είναι πάντοτε που μέσα στη γραφή τα λέμε όλα, μερικές φορές γράφουμε απλώς για να έχουμε αυτόν που απευθυνόμαστε κοντά μας και ζωντανό στο μυαλό μας».

Όλγα Ντέλλα  
 
εισήγηση στο Συνέδριο Ψυχιατρικής και Εκπαίδευσης που συνέβη στην Κοζάνη αρχές του μήνα
στο περιοδικό Fractal: http://fractalart.gr/grafi/


[1] Eliot T.S., East Coker, Τέσσερα Κουαρτέτα (μτφρ.Χάρης Βλαβιανός), εκδόσεις Πατάκη, 20122, σελ.83
[2] Βότση Όλ., Τα γκρεμά του ανθρώπου Γ, Οδύνη και Ευδία, Οι εκδόσεις των φίλων, 1984, σελ.49
[3] Μουντές Μ., Ένα πρόσχημα βίου, Οι θαμνώνες, Τα Αντίποινα, εκδόσεις Καστανιώτη, 1993, σελ.39
[4] Ζωγράφου Λ., Κώστας Καρυωτάκης Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 19966, σελ.43
[5] Γεωργούσης Γ., Επίμετρο, Άρρητα και Ρητά, Οι μέρες και οι πέτρες, Γαβριηλίδης 2007, 110
[6] Lucciano A.-M., Γιάννης Χρήστου. Έργο και προσωπικότητα ενός Έλληνα συνθέτη της εποχής μας (μτφρ.Γ. Λεωτσάκος), εκδόσεις Βιβλιοσυνεργατική, 1987
[7] Bukowski C., Ώστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας, Να περιφέρεσαι στην τρέλα (μτφρ. Σ. Τριανταφύλλου), Ηλέκτρα 20032, 22
[8] «Αυτός έτσι για το γούστο σέρνει την πέννα«, Ντοστογιέφσκη (1930), Οι φτωχοί. Μτφρ.Σ.Ι.Ζηζήλα, Ελευθερουδάκης, σ.125
[9] Γεωργούσης Γ., Επίμετρο, Άρρητα και Ρητά, Οι μέρες και οι πέτρες, Γαβριηλίδης 2007, 109
[10] Τσβετάγιεβα Μ., Η ιστορία της Σονέτσκα, εκδόσεις Νεφέλη, 1995, σελ.44
[11] Πεντζίκης Ν.Γ., Πόλεως και Νομού Δράμας παραμυθία, εκδόσεις Άγρα, 1999, σελ.80-81
[12] Βελουδής Γ., Διονυσίου Σολωμού. «Στοχασμοί» στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, εκδόσεις Περίπλους, 1997, σελ.34
[13] Ζωγράφου Λ. 19966, Κώστας Καρυωτάκης Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ.24
[14] Τσαρούχης Γ.,1999,  Για τον Γιαννούλη Χαλεπά, Χαλεπάς. Ο Κοσμοκαλόγερος καλλιτέχνης από τον Πύργο της Τήνου. Επιμ.Στρατής Γ.Φιλιππότης, εκδόσεις Ερίννη, σελ.171

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Υπέρ Αναπαύσιος

 
ΠΟΛΛΕΣ φορὲς οἱ λειτουργοὶ ἱερεῖς συναντοῦν παράξενα χαρτιὰ, στὰ ὁποῖα οἱ χριστιανοὶ φέρουν ὀνόματα γιὰ μνημόνευσι στὴν ἁγία Πρόθεσι. Μερικὰ ἔχουν παράξενα καὶ ἀπίθανα αἰτήματα. Ἄλλα δὲ εἶναι καὶ χαριτωμένα. «Ὑπὲρ ἀγωνισαμένων, πεσόντων, ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος, ὧν τὰ ὀνόματα οὐκ ἐμνημονεύθησαν», «ὀρφανῶν, φυλακισμένων, ἀσθενῶν, μισούντων καὶ ἀγαπούντων μας». 
ΤΟ πιὸ ὄμορφο ψυχοχάρτι ὅμως, ποὺ εἶδαν τὰ μάτια μου στὰ τριάντα ἕξι χρόνια διακονίας, ἦταν στὶς 6 Αὐγούστου 2015 στὴν πανήγυρι τῆς Ἀρδάσσης. Ἦταν ἑνὸς ἐννιάχρονου ἀγοριοῦ. Πάνω σαὐτὸ τὸ εἰδικὸ χαρτὶ ἔβγαλε τὸν καημὸ καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν πρόωρη ἀναχώρησι τοῦ νέου πατέρα του. Ἦταν τότε ἑξάχρονο παιδάκι καὶ τώρα ποὺ ἔμαθε νὰ γράφη γράμματα κι ὀνόματα στὸ χαρτί, βρῆκε τρόπο νὰ συναντᾶ τὸ μπαμπᾶ του. Ἔγραψε μὲ φανερὴ προσπάθεια τὸ ψυχοχάρτι «’Υπὲρ Αναπαύσιος».

Ὕστερα ὅμως, τριγύρω ἀπὸ τὰ ὀχτὼ ὀνόματα ἔκαμε στολίδια τῆς παιδικῆς του φαντασίας. Ζωγράφισε πρῶτα ἕναν Ἐσταυρωμένο, τρία πετούμενα χελιδόνια νὰ κάμνουν βουτιὲς ἐπὶ τῶν ὀνομάτων, μία χήνα, ἕνα φτερωτὸ ἀρνὶ ἢ ἴσως φτερωτὸ ἄλογο, ἕνα τετράποδο ἀδήλου ταυτότητος καὶ τέλος ἕνα ἄνθος ἀπὸ τὸ ὁποῖο στάζουν δάκρυα. Τοῦτο τὸ ἄνθος ὑπολογίζω νὰ εἶναι τὰ ἑξάχρονα κάποτε καὶ τώρα ἐννιάχρονα ματάκια του. Ἀπὸ αὐτὰ ἴσως κατὰ καιροὺς νὰ στάζουν κι ἄλλες φορὲς δάκρυα, ὅποτε νοσταλγοῦν τὸν μπαμπάκα τους.
Βλέποντας τοῦτα τὰ δάκρυα ἀναζήτησα σὲ ἕνα τετράδιό μου τοῦ 1966 τὸ ὑπέροχο ποίημα τοῦ Ἰωάννη Πολέμη γιὰ τὰ «Παιδικὰ Δάκρυα».

Ματάκια τῶν παιδιῶν, ματάκια ἁγνά,
ποὺ ὅσα θωρεῖτε γύρω σας εἶναι παιγνίδια,
ἐσεῖς, ποὺ δακρυσμένα καὶ στεγνὰ
τὴν ἴδια ὄψη δείχνετε, πάντα τὴν ἴδια.

Ἀμίλητοι καθρέφτες φωτεροί,
ποὺ ἡ σκέψη δὲν σᾶς θάμπωσε μηδὲ κι ἡ ἔγνοια
παραθυράκια ποὺ ἡ ψυχὴ θωρεῖ
κι ὅλα τῆς φαίνονται τριανταφυλλένια.

Ματάκια ἐσεῖς ποὺ δίχως ἀφορμὴ
κάθε στιγμὴ δακρύζετε, καθὼς γελᾶτε,
ματάκια τῶν μικρῶν παιδιῶν, ἄχ! Μὴ
τὰ δροσερά σας δάκρυα μὴ τὰ σπαταλᾶτε.

Ἔχετ’ ἐμπρός σας στράτα μακρυνὴ
θὰ σᾶς μαράνη ἡ κούραση κι ἡ θλίψη μαύρη,
ἀνέλπιδα ἡ καρδιά σας θὰ πονῆ,
καὶ θὰ ζητήση δάκρυα καὶ δὲν θε ναὔρη.

ἀρ.νι.μα.

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

Για τον Gjergj Kola

     

Η ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ 

Συναντώ τον Gjergj Kola από κοντά το 2011. Σ’ ένα σπίτι σαν καταφύγιο, σχεδόν να ίπταται απάνω από την Κοζάνη. Μέσα και έξω από τον κόσμο της. Να ζει ως ασκητής με τη συντροφιά σχεδόν μονάχα των χρωμάτων. Η οικογένειά του είναι στην Ιταλία. Το πατρικό του σπίτι στην Αλβανία. Εκείνος πηγαινοέρχεται μεταξύ των τριών πόλων. Με τα «μάτια της ψυχής», όπως το λέει ο Όμηρος, βρίσκεται πάντοτε αλλού. Του ζητώ δυο χέρια, για τα χέρια του Παπαδιαμάντη. Ένα εξώφυλλο δηλαδή. Στην πορεία νιώθω ότι μπορώ να του εμπιστευτώ και ένα παραμύθι. Ο Γιώργος το αγκαλιάζει με την ίδια αγάπη που κάποιος το γράφει. Το δουλεύει από την Ιταλία. Μιλάμε διαδικτυακά. Προχωράμε. Το παραμύθι τελειώνει. Το ίδιο και ο Παπαδιαμάντης.

Έρχεται η ώρα να προχωρήσει και αυτός σε κάτι ολότελα δικό του. Από χρόνια τον βασανίζουν οι θρύλοι του ομφάλιου τόπου, η ίδια δηλαδή η πατρίδα. Μια πατρίδα που διαρκώς τη βρίσκει και τη χάνει. Που διαρκώς αυτός εδώ και αυτή στην άλλη όχθη. Η ανάγκη του είναι επιτακτική, να επιστρέψει με κάποιο τρόπο κοντά της. Η γραφή ή η ζωγραφική υπήρξε πάντα ένας δρόμος για την επιστροφή. Ίσως πιο πραγματικός κι απ’ τον πραγματικό.

Δοκιμάζει και δοκιμάζεται μέσα από λαδομπογιές και τη μελάνη. Δοκιμάζει το λόγο. Ζωγραφίζει και γράφει. Γράφει και ζωγραφίζει. Προκύπτουν οι ζωγραφικές παραστάσεις των τριών αλβανικών μύθων μαζί με το λόγο που τις συνοδεύει, να υπάρχουν ως το δικό του απόσταγμα της νοσταλγίας. Το αποτέλεσμα μέσα από αυτό το άλγος, είναι μια ελεγεία. η ελεγεία των χρωμάτων, ένα διαρκές πένθος που διαρκώς επιμηκύνεται, καθώς ο χρόνος τον διασχίζει αμείλικτος. Το ταξίδι του αυτό γύρω από μια πατρίδα που αδυνατεί πια να προσεγγίσει, πραγματώνεται πλέον μέσα σε ό,τι συνιστά την πατρίδα.

Μου ζητά μια μετάφραση στα ελληνικά, πλάι στα ιταλικά, τα ρώσικα και τα αγγλικά. Θέλει το κείμενό του να υπάρχει στη γλώσσα που τον συνόδεψε για περίπου 20 χρόνια. Παιδευόμαστε ένα καλοκαίρι. Το βιβλίο φτάνει στο τέλος του. Στην αρχή δηλαδή της αφής.

Κατά τη μετάφραση συναντώ όχι δίχως έκπληξη τις δικές μας παραλογές, τα αφηγηματικά ποιήματα της δημοτικής ποίησης που συνιστούν άλλωστε και τα παλαιότερα δημοτικά τραγούδια. Ο γενέθλιος χρόνος τους χάνεται μέσα στο Βυζάντιο. Ο γενέθλιος τόπος τους υπάρχει μέσα στα Βαλκάνια. «Το κάστρο του Ροζαφά» είναι ο πρώτος αλβανικός μύθος, η ελληνική παραλλαγή για την παραλογή «Του γιοφυριού της Άρτας».

Εδώ θα σταθώ λίγο. Το κάστρο του Ροζαφά βρίσκεται έως και σήμερα στην πόλη Σκόντρα στα βόρεια της Αλβανίας. Πάλεψαν να το στεριώσουν όπως και το γιοφύρι της Άρτας. Το στέριωσαν απάνω στη δύναμη μιας γυναίκας. Η Ελληνίδα καταράστηκε το χτίσιμό της, αλλά άλλαξε την κατάρα μην τύχει και διαβεί ο αδελφός της. Η Αλβανίδα δέχτηκε εθελουσίως το χτίσιμό της με τον μοναδικό όρο να τρανέψει ο γιος της και να διαφεντέψει τον τόπο. Διαβάζοντας την αλβανική παραλλαγή διαπιστώνω ότι το κάστρο αυτό το έχω περπατήσει ένα καλοκαίρι που διασχίζαμε την πατρίδα του Γιώργου. Θυμάμαι το κάστρο να στάζει από παντού. Θυμάμαι τη ροδιά απάνω στις πολεμίστρες του. Την αντάμωση των τριών ποταμών,  Buna, Drini και Kiri, στα θεμέλιά του. Θυμάμαι κυρίως, το ξαναλέω, νερό να στάζει, να τρέχει από την κορφή του λόφου του και ως τις υπώρειες. Ανεβαίνοντας μουσκέψαμε. Κατεβαίνοντας το ίδιο. Όταν συναντήθηκα χάρη στον Γιώργο με το θρύλο που συνοδεύει αυτό το κάστρο, όλες οι απορίες λύθηκαν, αλλά και η συγκίνηση ήταν κάτι που με συνοδεύει ως και τα σήμερα. Σας διαβάζω το στερνό λόγο της γυναίκας, που υπάρχει και ως η μοναδική της παραμυθία:

«Αφού έτσι ήταν το γραφτό, έτσι θα γίνει, μόνο πρώτα αφήστε με να πω μια στερνή μου επιθυμία. Όταν θα με βάλετε στα θεμέλια του κάστρου, να μου αφήσετε έξω το δεξί μου μάτι, το δεξί μου χέρι, το δεξί μου στήθος και το δεξί μου πόδι, γιατί έχω μωρό παιδί και όταν θα κλαίει, με το ένα μου μάτι θα το βλέπω, με το ένα μου χέρι θα το χαϊδεύω, με το ένα μου πόδι την κούνια του θα κουνάω και με το στήθος μου θα το θηλάζω. Να γίνει τείχος το στήθος μου και το κάστρο να μείνει όρθιο και δυνατό, ο γιος μου να γίνει δυνατός σαν και αυτό και για πάντα να βασιλεύει».
   Όταν το λόγο της τελείωσε, ο άντρας της την χάιδεψε στο κεφάλι, κοιτώντας την με αγάπη και τα τρία αδέλφια την πήραν και την έβαλαν μέσα στα θεμέλια του κάστρου, κάνοντας αυτό που εκείνη δέχτηκε με θάρρος. Μόλις εκτέλεσαν την επιθυμία της, ξανάρχισαν τη δουλειά τους και τα τείχη άρχισαν να σηκώνονται, οι πέτρες σταμάτησαν να σωριάζονται και το κάστρο δεν έπεσε ποτέ πια. Δευτερόλεπτα, λεπτά, ώρες, μέρες, ο ατέλειωτος χρόνος έχει περάσει, όμως και σήμερα ακόμα οι πέτρες στάζουν, συνεχίζοντας να τρέχουν, όπως τα δάκρυα της μάνας για το γιο της, που μεγάλωσε, πολέμησε και βασίλεψε, όπως εκείνη το ευχήθηκε».

Μου είπε ο Γιώργος πως μια άλλη παράδοση θέλει το νερό που τρέχει ακόμα, να’ ναι  το γάλα της μάνας που θηλάζει το μικρό παιδί. Όπως και να έχει, όταν το μεταφυσικό συναντά το φυσικό, όταν ανεβαίνεις ένα κάστρο σήμερα και νιώθεις μια άγνωστη και ανεξήγητη ροή από παντού να το τυλίγει, όταν γνωρίζεις πια το θρύλο που το συνοδεύει, δεν μπορείς παρά να σκύψεις το κεφάλι με ευγνωμοσύνη μέσα στα μυστήρια του παρελθόντος που εμφωλεύουν και διεκδικούν τη θέση τους μέσα στο παρόν.

Αν το χρώμα που επικρατεί στο θρύλο του Ροζαφά είναι το κόκκινο της γυναικείας μορφής, που θαρρώ ότι δεν παύει ο Κόλα να το υπογραμμίζει σε κάθε στιγμή, σα να θέλει να αγκαλιάσει τη γυναίκα με την τρυφερότητα που δεν έλαβε από τα επίγεια και με δέος απέναντι στην εθελούσια θυσία της, στο δεύτερο θρύλο, «τον όρκο του Κωνσταντίνου», που δεν είναι παρά η ελληνική παραλλαγή της παραλογής «Του νεκρού αδελφού», το χρώμα είναι μαύρο και μάλιστα το μαύρο του θανάτου που συνοδεύει τον Κωνσταντίνο όπου και όποτε εμφανίζεται.

Ένα βασικό κόκκινο, φωτεινό και δυνατό για τη γυναίκα του Ροζαφά, τόσο δυνατό όσο και η δύναμή της στη θυσία, τόσο φωτεινό όσο και η ίδια η ελπίδα για το γιο της. Αιματόχρωμο όπως και η ζωή που έδωσε. Ένα βασικό μαύρο, αραχνιασμένο όπως οι πόρτες του Άδη, που τις διασχίζει ο Κωνσταντίνος δίχως και να τις ξεπερνά, με την προϋπόθεση του χρόνου του ανακαλέματος και μέσα από την επιτακτική οδύνη που κουβαλά μια κατάρα. Ανεβαίνει στον Απάνω για τόσο όσο να ξεχρεώσει τον όρκο του προς τη μάνα. Να φέρει τη Ντοροτίνα, την αδελφή του, πίσω από τα ξένα. Είναι τυλιγμένος μέσα στο ανεπίστρεπτο του θανάτου. Είναι μια σκιά. Η σκιά αυτή ρίχνει το σκοτάδι της και στις επίλοιπες τραγικές μορφές, τη μάνα, την αδελφή του, να υπάρχουν ως αποχρώσεις του θανάτου επίσης. Σκιές ζωντανές, ακριβώς γιατί και οι ίδιες ετοιμάζονται να τον συναντήσουν στον Κάτω. Το μαύρο συνιστά προοικονομία της μοίρας τους. Η γυναίκα του Ροζαφά όμως γίνεται ένα πουλί. Το φτέρωμά της είναι πορφυρό. Βαδίζει προς την ελευθερία.

Τρίτος θρύλος είναι η ιστορία του ήρωα Gjergi Elez Alia -ο μόνος άλλωστε θρύλος με τη σφραγίδα του ομφάλιου τόπου. Η ανάγνωση προχωρά από τη συγκίνηση του λόγου των οικείων παραλογών στην κατάνυξη του ανοίκειου, που έχει να κάνει με έναν αλβανικό ήρωα και την αδελφή του. Ο Γιώργος Κόλα, όπως και στους άλλους θρύλους, υιοθέτησε τη δύναμη του κοινού λόγου, τον ίδιο το λόγο δηλαδή των απλών, καθημερινών ανθρώπων και τον ενσωμάτωσε στην αφήγηση, για να αποδώσει τον ηρωισμό του πολεμιστή αλλά και τα μετόπισθεν του ηρωισμού της καθημερινότητας της αδελφής του.

Οι δυο ήρωες είναι λουσμένοι στο φως. Το φως αυτό υπογραμμίζεται με την επιλογή του λευκού, ακόμα και όταν σέρνονται καθημαγμένοι μέσα στη μάχη και έπειτα στο εννιάχρονο κρεβάτι των πληγών ο Gjergj, στη μοναξιά της φροντίδας του και στην υπομονή των 9 αυτών χρόνων, η αδελφή του. Φαίνεται πως ο πόνος, η καρτερία, το μαρτύριο, η αγάπη δεν μπορεί παρά να αποδίδονται με τη δύναμη της αγνότητας ενός λευκού. Το λευκό στέκεται και από μόνο του. Οι δυο ήρωες χάνονται στο τέλος μέσα σ’ αυτό.

Τον κοινό λόγο που διάλεξε για τη γραφή, υιοθέτησε ο Kola και στη ζωγραφική, κρατώντας την αμεσότητα και την απλότητα των μορφών ενός ναΐφ ζωγράφου, κάτι μεταξύ ζωγραφικής παιδιού ή και πρωτόγονου, μια φαινομενικά απλή παράσταση, σχεδόν αυτοδίδακτη, δίχως τίποτα το απλοϊκό εντούτοις. Ο Ισπανός ναΐφ Huan Miro είπε ότι "Χρειάστηκε να γεράσω, για να μάθω να ζωγραφίζω σαν παιδί". Ο Gjergj Kola φαίνεται ότι διαρκώς συνδιαλέγεται με τη ναΐφ οπτική, μην παύοντας να αντλεί από αυτή την αιωνόβια πηγή, από εκεί από όπου θα έπρεπε να αντλούν όλα τα έργα τέχνης, προκειμένου να δικαιολογούν την ύπαρξή τους. Από την ουσία του φυσικού, όπου αγγίζει το μεταφυσικό.

Η ναΐφ διάστασή του μας υποβάλλει με την αφοπλιστικότητά της. Υπάρχει όπως ένα παραδοσιακό παραμύθι. Γιατί ασφαλώς περί αυτού πρόκειται. Για τρία σκοτεινά παραμύθια όπως είναι άλλωστε οι παραλογές σε όλες τις παραδόσεις. Εδώ τον αφηγηματικό λόγο τον καταλαμβάνουν οι μορφές των προσώπων, το τραγικό προσδιορίζεται μέσα από τα χρώματα, η ποίηση στέκεται παντού, στις ρυτίδες, στο σκοτάδι, στο φως. Όλα ζουν την τραγικότητα και χρωματίζονται από αυτήν, τα δέντρα, τα πουλιά, τα ίδια τα νερά, ο ουρανός, ο ήλιος. Όλα δίνονται στην επιφάνεια της ουσίας. Αποκαλύπτονται και υπάρχουν δια γυμνού οφθαλμού. Όπως μια πληγή ανεπούλωτη, που ρέει αιωνόβια όπως την ίδια την ώρα του χτυπήματος, δίχως τίποτα και κανένας να μπορεί να σταματήσει την αιμορραγία. Αυτή είναι η ναΐφ ματιά του Κόλα. Το τραγικό εμφωλεύει στην καθημερινή ομορφιά. Αναδεικνύει την ομορφιά της ζωής μέσα από μια πληγή που δεν κλείνει. Όλα φιλτράρονται μέσα από το άλγος.

Οι ναΐφ, όχι οι αυτοδίδακτοι ασφαλώς, αλλά οι άλλοι, όπως ο Γιώργος, αποκαλούνται και «ζωγράφοι της άγιας καρδιάς». Η άγια καρδιά κινεί τα πινέλα, με την ανάσα της σχεδιάζει κανείς τις μορφές, με τα χρώματά της ζωγραφίζει τα δικά του συναισθήματα. Όπως άλλωστε έγραφε ο ζωγράφος και γλύπτης Μαρίνο Μαρίνι, «κάθε μου συναίσθημα είναι χρώμα». Το ίδιο και στον Kola. Κάθε χρώμα και συναίσθημα. Μέσα στο σκοτάδι το φως. Το κόκκινο με το μαύρο, η ελπίδα με την απελπισία, το τραγικό να επιβιώνει από γενιά σε γενιά. Τι διασώζεται; Η ίδια η καρδιά ενός νοσταλγού που χρωματίζει με την ελεγεία των χρωμάτων την ενδοχώρα της πατρίδας του. Την ίδια δηλαδή την ψυχή του.
Όλγα Ντέλλα

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

Προσευχή στον Ποταμοθεό




Ο Οδυσσέας μόλις έχει φύγει από την Ωγυγία και την Καλυψώ. Οδεύει προς την πατρίδα. Ο πλους περνά μέσα από τη δοκιμασία, προτού του χαριστεί ο νόστος. Όπως ακριβώς και στο παραμύθι. Βρίσκεται στο έλεος του Ποσειδώνα. Σχοινοβατεί απάνω στα κύματα. Παλεύει μονάχος. «Η περήφανη ψυχή του, όπως την περιγράφει ο Όμηρος, πολέμησε μέχρι τέλους. Και είναι πολύ σημαντικό», γράφει η Τριανταφυλλιά, «να πολεμά η ψυχή, όχι μόνο το μυαλό, γιατί το μυαλό μπορεί να εγκαταλείψει τη μάχη, αντίθετα η καρδιά ποτέ». Μιλά μόνος. «Μιλά μόνος, γιατί δεν ήξερε τι να κάνει, γιατί ένιωθε κάτι να σπάει μέσα στην καρδιά του σα να χάνει το άλλο του μισό» λέει ο Αλέξανδρος. «Δεν μπορεί να ανοίξει την καρδιά του παρά μόνο στη μοναξιά του», σημειώνει η Ερμιόνη.

Αγνοεί την παρουσία της Αθηνάς που υπάρχει. Η στεριά μπροστά του. Μια στεριά βραχώδης. Έτοιμη να τον ξεσκίσει προτού τη φτάσει. Σε μια αποφασιστική στιγμή κατά τον Bresson, βλέπει τον ποταμό και την εκβολή του. Αναγνωρίζει το δρόμο μέσα από αυτόν. Προσεύχεται γονυκλινής μέσα στη θάλασσα. Να τον αφήσει ο ποτάμιος θεός να εισέλθει στην εκβολή του. Να τον σώσει. Ο τόπος λειτουργεί ως δέντρο, η εκβολή ως φωλιά-κουφάλα, όπου ο ναυαγός μπορεί να σωθεί. Η προσευχή εισακούεται. Ο ποταμός τον δέχεται. Ο Οδυσσέας σώζεται. Ήδη ο νόστος συντελείται. Γι’ αυτόν τον άνθρωπο που «η Ιθάκη ήταν μάνα, πατέρας, γυναίκα, παιδί και σπίτι», όπως λέει ο Τηλέμαχος. «Τόπος σου», γράφει ο Δημήτρης, «είναι εκεί που σου ανήκει κάθε πέτρα και εκεί που νιώθεις κάθε λεπτομέρεια της πατρίδας σου μέρος του δικού σου εαυτού». «Πατρίδα», γράφει η Τριανταφυλλιά, «είναι το χώμα που όταν φύγεις κάπου και επιστρέψεις, θα ακουμπήσεις το έδαφος να το φιλήσεις. Αυτό είναι πατρίδα». «Νόστος» γράφει η Αθηνά «είναι κάτι που αργεί να έρθει και το λαχταράς τόσο πολύ».

Ο Όμηρος λένε πως ήταν τυφλός. Δεν ξέρει κανείς αν ήταν πράγματι. Οι τόποι του, ο ποταμός-θεός, η εκβολή του ίσως και να υπάρχουν. Ίσως και να τους αναγνωρίσει κανείς περπατώντας τη νήσο του. Ένας τόπος ιερός και την ίδια ώρα βραχώδης, με βράχια στο χρώμα της δύσης και του αίματος, ένας ποταμός από τότε, μια εκβολή έως και σήμερα, ένας κόλπος καταφύγιο μέσα στο γύρω απρόσιτο, μια θάλασσα που γαλήνεψε άξαφνα, ένας ναυαγός που επιβίωσε, μια προσευχή σε μια Αγία, ίσως και να είναι κάτι περισσότερο από μια απλή υπόθεση. Ο κόλπος της Αγίας Μαρκέλλας και η εκβολή του ποταμού της, το βραχώδες τείχος γύρω της, θα μπορούσε -παράτολμα ίσως, αλλά χωρίς να έχει καμία σημασία- να τα ταυτίσει κανείς με τον ομηρικό τόπο του ποτάμιου θεού, τόπο ικεσίας και σωτηρίας του ναυαγού στα ενδότερα μιας εκβολής-φωλιάς. Αλλα ποιος ξέρει;

Τα παιδιά της Α’ Γυμνασίου συναντούν τον ποταμοθεό, τον ίδιο τον Οδυσσέα, την προσευχή του. Ακόμα και μέσα από την άχαρη σύμβαση της εξεταστικής περιόδου, υπερβαίνουν τις προαγωγικές εξετάσεις και γράφουν με την ψυχή τους. Αιφνιδιάζουν για μια ακόμα φορά, δίνοντας τη βαθύτερη ερμηνεία του συγκεκριμένου τόπου που είναι η έννοια του "ιερού". Αν ο ποταμός ήταν δέντρο, τότε η εκβολή του θα ήταν μια κουφάλα, ο τόπος εκείνος όπου σώζεσαι, λέγαμε. Όμως αυτά, με τρόπο συγκινητικό, αναγνωρίζουν μια άλλου είδους ιερότητα που δεν μπορεί παρά να καθηλώνει.

Από ανάγκη και μόνο να μαθητεύσει κανείς στη δική τους αγνότητα και ευθυβολία, μοιράζεται τα λόγια τους.

"Eπάκουσε, όποιος κι αν είσαι, ποταμέ βασιλικέ μου.
Προσπέφτω, χίλιες φορές παρακαλώ σε, γλίτωσέ με
από την απειλή του ποσειδώνιου πελάγου […] 
Ένας που έπαθε πολλά κι εγώ, τώρα στα γόνατά σου πέφτω,
ποταμέ μου, ζητώ να μ' ελεήσεις, βασιλιά μου.
Iκέτης σου είμαι, και το ομολογώ
.

Ευχήθηκε κι ευθύς ο ποταμός ανέκοψε το ρέμα, 
σταμάτησε το κύμα, μπροστά του τα νερά γαλήνεψε,
τον πήρε και τον έσωσε στις εκβολές του"

ΟΜΗΡΟΣ


Με λυγισμένη την καρδιά ο Οδυσσέας ζητάει από τον θεό ποταμό να τον ευσπλαχνιστεί και να τον αφήσει να μπει στις εκβολές του, προσεύχεται σαν να είναι ένα δέντρο, να πιαστεί από τα κλαδιά του και να σωθεί

ΣΤΕΛΙΟΣ

Ο συγκεκριμένος τόπος για τον ναυαγό είναι ένας τόπος προστασίας και καταφυγής. Νιώθει ασφάλεια δίπλα από τον ποταμό, καθώς προσεύχεται. Όπως είναι για εμάς η Εκκλησία

ΕΡΜΙΟΝΗ

Ο τόπος για τον Οδυσσέα είναι ιερός, ευλογημένος, αγαπητός. Ο τόπος είναι μια ελπίδα να σωθεί γι’ αυτό και ο Οδυσσέας πέφτει στα γόνατα, ικετεύοντας τον ποταμό θεό

ΑΓΓΕΛΟΣ

Ο τόπος για τον Οδυσσέα ήταν σαν ιερό

ΓΙΩΡΓΟΣ

Σαν ένα πηγάδι σωτηρίας όπου ο Οδυσσέας πρέπει να μπει μέσα για να σωθεί και το παρακαλάει, για να σταματήσει το κύμα του θανάτου, σαν ένας τοίχος προστασίας, γιατί οι ποταμοί ήταν θεότητες εκείνον τον καιρό και ο Οδυσσέας έπρεπε να ικετέψει βασανισμένος όπως ήταν, τα νερά του ποταμού για να σταματήσουν τη μεγάλη τρικυμία

ΧΡΗΣΤΟΣ

Ο Οδυσσέας βλέπει την εκβολή του ποταμού σαν τη σωτηρία του, σαν τη λύτρωσή του, σαν την ασφάλειά του

ΤΑΣΟΣ

Ο Οδυσσέας βρίσκει αγαλλίαση στον μέρος που είναι. Στον ποταμό. Τώρα βρίσκει τρόπο να σωθεί. Είναι μια κουφάλα δέντρου που θέλει να χωθεί εκεί μέσα. Ο ποταμός είναι ένα ιερό μέρος γι’ αυτόν

ΧΑΡΟΥΛΑ

Ο Οδυσσέας παρακάλεσε τον Θεό ποταμό λυπητερά σα να κρέμεται από μια κλωστή, ο Θεός τον λυπήθηκε και τον έσωσε

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Για τον ναυαγό ο συγκεκριμένος τόπος λειτουργεί σαν έναν ποταμό που του ζητάς τα πάντα και αυτός σου τα δίνει

ΝΤΑΝΙΕΛΑ

Δυο μερόνυχτα ο Οδυσσέας στη θάλασσας πολεμούσε. Ζητούσε έλεος μέσα από τα τόσα βάσανά του. Αντίπαλός του τα άγρια νερά, για βοήθεια η πίστη. Όταν ξαφνικά αντίκρυσε τον ποταμό, ένας κόμπος λύθηκε από την ψυχή του. Προσευχόταν η πύλη του ποταμού να ανοίξει και να πατήσει χώμα γης που τόσο λαχταρούσε

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Ο συγκεκριμένος τόπος για τον Οδυσσέας λειτουργεί ως ελπίδα, την ελπίδα να ξεφύγει από τον Ποσειδώνα, την οργή του, σαν πρόβατο από τα δόντια του λύκου, να τρέξει στον βοσκό

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ο τόπος λειτουργεί σαν προσευχή

ΘΟΔΩΡΗΣ

Ο ποταμός για τον ναυαγό είναι τόπος προσευχής

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ

Σα λύτρωση για τον πολύπαθο Οδυσσέα

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ως απάνεμο λιμάνι που σώζει τον Οδυσσέα σε αντίθεση με το πέλαγος που τον βασανίζει

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Ως ένα καταφύγιο ή ένα σπίτι όπου εκεί θα σωθείς και θα είσαι προστατευμένος

ΧΡΗΣΤΟΣ

Ο ποταμός αφού ο Οδυσσέας είναι ικέτης κατά κάποιο περίεργο λόγο λειτουργεί ως ναός. Θα μπορούσα να δικαιολογήσει την προσευχή του Οδυσσέα ως προσευχή για τη ζωή. Αν δεν υπήρχε ο θεός, ο Οδυσσέας δε θα γύριζε ποτέ στην πατρίδα του

ΜΑΡΚΟΣ

Σαν ένα ιερό εφόσον η ευχή του πραγματοποιείται

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Γι’ αυτόν η εκβολή είναι μια σανίδα σωτηρίας, η διέξοδος στο δρόμο του θανάτου

ΓΙΩΡΓΟΣ

Σαν μια πόρτα για να ξεφύγει

ΕΙΡΗΝΗ

Σαν ένας σημερινός ναός

ΒΑΣΙΛΗΣ

Σαν το μονοπάτι της σωτηρίας του

ΕΛΕΝΗ

Ως η μοναδική του ευκαιρία ή ελπίδα για να γλιτώσει από αυτήν την τρομερή τρικυμία. Είναι όπως όταν γίνεται σεισμός που κουνιούνται τα δέντρα, όμως μέσα στην κουφάλα τους τα ζώα μπορούν να βρουν σωτηρία, γιατί εκεί είναι ένα ασφαλές μέρος

ΒΑΣΩ

Για έναν ναυαγό η εκβολή θεωρείται σαν έξοδος από κάτι

ΜΑΡΙΑ

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2015

"Να κάνεις τη σιωπή να ακούγεται"

 
"Μόνο μια φορά πέφτει κάθε βροχή
και όλες οι σταγόνες της είναι
εκείνη η βροχή"

Hugo Mujica

Της Ελένης Γαλάνη

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015. Στο Μπουένος Άιρες γιορτάζουν τα διακόσια πέντε χρόνια ανεξαρτησίας της Αργεντινής από την Ισπανία με τριήμερο εκδηλώσεων και οι προετοιμασίες για την ομιλία της προέδρου Christina de Kirchner την επόμενη μέρα στην ιστορική Plaza de Mayo κορυφώνονται. Η Λεωφόρος της 9ης Ιουλίου που οδηγεί στην μεγάλη πλατεία είναι γεμάτη πούλμαν και ανθρώπους – κάποιοι κρατούν σημαίες. 
Το ραντεβού με τον Hugo Mujica είναι στο σπίτι του στην οδό Libertad, που όπως μου έγραψε στο μέιλ «είναι κοντά στο ξενοδοχείο σας, μόνο δέκα τετράγωνα μακριά». Οι δρόμοι είναι μεγάλοι και ευθείς στο Μπουένος Άιρες (τόσο μεγάλοι που τα νούμερα των σπιτιών είναι τετραψήφια) και τέμνονται σε απόλυτη συμμετρία. Οι αποστάσεις μετριούνται σε τετράγωνα, η ρυμοτομία θυμίζει το Μανχάταν.
Με περιμένει στο γραφείο ενός ψηλοτάβανου δωματίου που είναι γεμάτο βιβλία. Η βιβλιοθήκη καλύπτει ολόκληρη τη μεγάλη πλευρά του τοίχου μέχρι ψηλά στο ταβάνι – χρειάζεται σκάλα για να φτάσει κανείς στα ψηλότερα ράφια. Παρατηρώ τις ράχες των βιβλίων, υπάρχουν πολλές δερματόδετες εκδόσεις. Όλα είναι τακτοποιημένα στην εντέλεια, ο φωτισμός είναι χαμηλός, δεν υπάρχει κεντρικό φως, μόνο κάποια φωτιστικά δαπέδου, το δωμάτιο είναι σχεδόν σκοτεινό.

Ήσασταν ζωγράφος προτού γίνετε ποιητής;

Ναι. Συνηθίζω να λέω πως γεννήθηκα τρεις φορές: η πρώτη φορά ήταν εδώ στην Αργεντινή, όπου μου δόθηκε το δώρο της ζωής και μια γλώσσα, τα ισπανικά. Μετά, στα δεκαενιά μου, ταξίδεψα στην Αμερική αναζητώντας την ελευθερία. Είχα 37 δολάρια στην τσέπη. Στη Νέα Υόρκη, χρειάστηκε να δημιουργήσω τη ζωή μου από την αρχή και να μάθω μια άλλη γλώσσα, γιατί δεν ήξερα λέξη αγγλικά. Τρίτη φορά, ως μοναχός, πρώτα στις ΗΠΑ και ύστερα στη Γαλλία, μου δόθηκε μια καινούρια γλώσσα, η γλώσσα της σιωπής. Μετά από τρία χρόνια στο μοναστήρι, την περίοδο που είχα δώσει όρκο σιωπής ξεκίνησα να γράφω ποίηση. Στεκόμουν, θυμάμαι, μπροστά σε ένα παράθυρο και ξεκίνησα να γράφω σε ένα χαρτί αυτό που έβλεπα. Δεν είχα γράψει ποτέ τίποτα μέχρι τότε. Ένιωσα ότι δημιουργήθηκε κάτι εκείνη τη στιγμή, κάτι που ήταν ποίηση. 
 
Πώς είναι όταν κάποιος δίνει όρκο σιωπής;

Η σιωπή σε οδηγεί στο να μάθεις να ακούς. Ποίηση σημαίνει να κάνεις τη σιωπή να ακούγεται εκεί που οι λέξεις γεννιούνται, να δίνεις ζωή στην σιωπή που γεννάνε οι λέξεις. 
 
«Κύριε Ελέησον (Kyrie Eleison)» και «Κένωσις (Kénosis)», από τις εκδόσεις Troquel-Estaciones (1991 και 1992 αντίστοιχα) είναι τα ονόματα δύο βιβλίων σας – οι λέξεις είναι ελληνικές. Μιλάτε ελληνικά;

Όχι. Οι γνώσεις μου για την ελληνική γλώσσα σταματούν εδώ. Επισκέφτηκα την Ελλάδα πριν από πολλά χρόνια, το 1979. Ταξίδευα στην Τουρκία τότε και από την Τουρκία πέρασα στην Θεσσαλονίκη και από εκεί στην Αθωνική πολιτεία. Είχα διαβάσει ελληνική φιλοσοφία. Όταν κάποιος ταξιδεύει σε έναν τόπο ως τουρίστας γνωρίζει περισσότερο το παρελθόν του τόπου, παρά το παρόν του.

[...]

Μιλήστε μας για τις επιρροές σας. Έχετε γράψει βιβλία και δοκίμια για τον Georg Trakl, τον Heidegger, τον Paul Celan. Σας έχει επηρεάσει η γερμανική λογοτεχνία;

Σε μεγάλο βαθμό. Η λογοτεχνία όμως είναι ένα πεδίο όπου οι γνώσεις μου είναι περιορισμένες. Η μεγαλύτερή μου επιρροή για την ποίηση είναι η μουσική. Εμπνέομαι κυρίως ακούγοντας μουσική. Μετά ακολουθεί η ζωγραφική, ο Giorgio Morandi για παράδειγμα (μου δείχνει ένα βιβλίο με φωτογραφίες έργων του Giorgio Morandi), θα ήθελα να γράφω ποίηση όπως ο Morandi ζωγραφίζει. Αγαπώ επίσης τον κινηματογράφο και το θέατρο. Κάθε μήνα διαβάζω περίπου έξι βιβλία –κυρίως ποίηση και δοκίμια– ενώ βλέπω κατά προσέγγιση δεκαέξι ταινίες, και θα πάω περίπου έξι φορές στο θέατρο. Θα έλεγα ότι με ενδιαφέρει η δημιουργικότητα εν γένει. Είναι η εμμονή μου. Η μαγική στιγμή που κάτι γεννιέται, την αναζητώ και αλλού, όχι μόνο στην λογοτεχνία. 
Για την ποίηση, όμως, που με ρωτάτε, πράγματι αγαπώ τον Georg Trakl, τον Hölderlin όπως και άλλους όπως τον René Char… Από Έλληνες μου αρέσει ο Γιώργος Σεφέρης. Επίσης εκτιμώ πολύ τον Giuseppe Ungaretti. 

Ξέρετε άλλους Έλληνες ποιητές;

Έχω εδώ ένα μικρό τετράδιο όπου έχω σημειώσει τα δεκαπέντε αγαπημένα μου ποιήματα. Μέσα σε αυτά υπάρχει ένα ποίημα μιας Ελληνίδας ποιήτριας που αγαπώ ιδιαίτερα. Το ποίημα λέγεται «Το τέλος του σπιτιού», το όνομα της ποιήτριας είναι (ψάχνει το ποίημα μέσα στο τετράδιο)... Ελένη Βακαλό.
 
Γνωρίζατε τον Ernesto Sabato ο οποίος έχει εκφραστεί εγκωμιαστικά για την ποίησή σας και είχατε φιλική σχέση με τον Allen Ginsberg. Σας επηρέασαν;

Ναι, ιδιαίτερα o Ginsberg με επηρέασε, μου άλλαξε τη ζωή. Με σύστησε στον Ινδό γκουρού που ακολουθώντας τον οδηγήθηκα στο μοναστήρι, σ’ ένα κομβικό σημείο στη ζωή μου. Επίσης, γνώριζα τον Ernesto Cardenal ο οποίος διετέλεσε και υπουργός πολιτισμού με τους Σαντινίστας. Από λατινοαμερικάνους ποιητές μου αρέσει ο Rafael Cadenas από την Βενεζουέλα. Μου αρέσουν και κάποιοι βορειοαμερικανοί, όπως για παράδειγμα ο Wallace Stevens. Όμως, όπως είπα, οι επιρροές μου προέρχονται κυρίως από άλλα κανάλια, από τη ζωγραφική ιδιαίτερα – ο Morandi, για παράδειγμα, όταν πρωτοείδα πίνακές του αποφάσισα να ταξιδέψω στην Ιταλία μόνο για να δω τα έργα του από κοντά. Θα ήθελα να ζω όπως ο Morandi ζωγραφίζει.
Οι φίλοι μου και οι παρέες μου είναι οι περισσότερες έξω από τον λογοτεχνικό χώρο. Καλλιτέχνες, ηθοποιοί, ζωγράφοι... Όταν κάποιος κάνει παρέα με ανθρώπους από τον λογοτεχνικό χώρο καταλήγει να ασχολείται με κουτσομπολιά περισσότερο, ενώ αυτό δεν συμβαίνει με ανθρώπους από άλλους χώρους όπου δεν υπάρχει ο ανταγωνισμός και οι συζητήσεις είναι πιο ουσιαστικές: με τους ζωγράφους θα μιλήσεις για τη ζωγραφική, με τους ηθοποιούς για το θέατρο κοκ.
 
Γράφετε κυρίως ολιγόστιχα ποιήματα όπου χρησιμοποιείτε με πολλή προσοχή την κάθε λέξη. Η ποίησή σας μου θυμίζει έναν στίχο του Σεφέρη: «Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη».
 
Θα ήθελα να γράψω ένα ποίημα που όταν θα το διαβάζω δυνατά δεν θα ακούγεται τίποτα παρά μόνο η σιωπή. Η ομορφιά της τελειότητας δεν είναι ορατή. Ορατό είναι μόνο ό,τι ξεφεύγει από την τελειότητα. Όταν διαβάζω ένα ποίημα, για παράδειγμα, και τελειώνοντας την απαγγελία μου κανείς δεν χειροκροτάει νιώθω τη δύναμη που έχει το ποίημα να δημιουργεί σιωπή.
 
Ποίηση είναι κάτι άλλο από το ποίημα. Το ποίημα είναι μια εκδήλωση της ποίησης. Συμβαίνει μέσα στην ποίηση, και θα έπρεπε να μας φέρνει πίσω σε αυτή. Σημασία έχει η δημιουργία. Έχω ανάγκη τη δημιουργία και το γράψιμο όπως έχω ανάγκη την τροφή. Η δημιουργία είναι το πιο κοντινό σημείο που μπορεί να φτάσει κανείς στο μυστήριο της ζωής. Στην κατανόηση του μυστηρίου που είναι ο καθένας μας. Γιατί προτού υπάρξουμε δεν υπήρχε τίποτα. Και αυτό είναι η δημιουργία: γεννιέται κάτι από το μηδέν. Όλοι βέβαια, θα θέλαμε να ξέρουμε γιατί είμαστε εδώ και γιατί αύριο δεν θα είμαστε. Η ύπαρξη όμως, η ζωή, από μόνη της, είναι εξαιρετικά πολύτιμη. Και νομίζω ότι η ποίησή μου αγγίζει αυτό ακριβώς το σημείο όπου η ζωή είναι γυμνή, απλή και πολύτιμη. Γι’ αυτό και έχει αγγίξει πολλούς ανθρώπους η ποίησή μου, γιατί όλοι είμαστε ίδιοι, είμαστε γυμνοί.  

Σε εκείνο το πνευματικό ταξίδι σας στο μοναστήρι βρήκατε απαντήσεις στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα;

Δεν πιστεύω στις απαντήσεις. Είναι κι αυτές ένας τρόπος άσκησης ελέγχου. Εξηγώ σημαίνει ελέγχω. Καταλαβαίνω κάτι σημαίνει το βάζω μέσα στο μυαλό μου, η ύπαρξη όμως (η λέξη στα αγγλικά είναι ex - istence), είναι κάτι έξω από το μυαλό (ex σημαίνει έξω). Με ενδιαφέρει περισσότερο η αποδοχή, να μπορώ να αποδέχομαι.

Μεγαλώνοντας έχουμε την αίσθηση ότι αποκτάμε τον έλεγχο;

Αντίθετα. Όσο πλησιάζει κανείς στον θάνατο ο έλεγχος χάνεται. Κάτι που δεν ξέρεις τι είναι, θα αποκτήσει εξουσία επάνω σου. Θάνατος είναι η απώλεια του ελέγχου. Όταν ήμουν στο μοναστήρι πίστευα ότι με το διάβασμα θα φτάσω στη γνώση. Μου είπαν «από τις 2 μέχρι τις 6 θα πας στο δάσος. Μην κάνεις τίποτα, μην διαβάσεις, μην προσευχηθείς, γιατί όταν προσεύχεσαι παράγεις κάτι, μόνο να υπάρχεις». Ύπαρξη, όχι πράξη. 
 
Το καταφέρνετε αυτό;

Ανήκω στη γενιά του ’60, την γενιά των χίπις. Κάποια στιγμή στην ζωή μου χρειάστηκε να επιλέξω ανάμεσα σε τρεις δρόμους: ο ένας ήταν να επιστρέψω στο σύστημα, που δεν ανήκα εκεί. Ο δεύτερος δρόμος ήταν να πεθάνω μέσα σε κάποιο ψυχιατρείο ή σε κάποιο νοσοκομείο από ναρκωτικά, όπως πολλοί φίλοι μου πέθαναν από τα ναρκωτικά ή από ασθένειες που προκλήθηκαν από καταχρήσεις. Ο τρίτος δρόμος ήταν ο μυστικισμός. Αυτόν τον δρόμο πήρα. 
 
Θα θέλατε να πείτε κάτι στους Έλληνες αναγνώστες σας;

Να μην χάνουν την επαφή τους με τη δημιουργία. Όλοι έχουμε μια πνευματική και δημιουργική πλευρά. Οι καλλιτέχνες και οι ποιητές κάνουμε αυτή την πλευρά μας επάγγελμα, κάνουμε τη δημιουργικότητα επάγγελμα, αλλά η δημιουργικότητα υπάρχει στον καθένα. Η ζωή η ίδια είναι δημιουργία, όλοι δημιουργούμε με τον τρόπο μας κάτι, είτε αυτό είναι μια σαλάτα, ένα μωρό ή οτιδήποτε άλλο. Γράφω ένα βιβλίο τώρα που αναφέρεται στον Έλληνα θεό Διόνυσο. Ο τίτλος θα είναι «Διόνυσος ο έρωτας της δημιουργίας». Για μένα ο Διόνυσος συμβολίζει ακριβώς την δημιουργία. Ζωή σημαίνει δημιουργία. 
 
Και οι θρησκείες τι σχέση έχουν με όλα αυτά;

Οι περισσότερες θρησκείες πιστεύουν ότι έχουν τις απαντήσεις. Όταν όμως ξέρεις, ή πιστεύεις ότι ξέρεις, περιορίζεσαι και περιορίζεις. Σταματά η δημιουργικότητα. 
 
Και η ποίηση; Υπάρχει κακή ποίηση;

Δεν υπάρχει κακή ποίηση. Υπάρχει ποίηση και οτιδήποτε άλλο δεν είναι ποίηση. Το κριτήριο είναι αυτό που λες να υπάρχει μέσα σε αυτό που γράφεις. Κάποιες φορές μπορεί να διαβάσεις ένα βιβλίο που θεωρείται καλό αλλά αυτό που ονοματίζει το βιβλίο δεν υπάρχει μέσα στο βιβλίο. Αν για παράδειγμα γράψεις ένα βιβλίο για τον Διόνυσο, ο Διόνυσος πρέπει να είναι μέσα στο βιβλίο. Το ίδιο ισχύει και για μια ιδέα, ένα δέντρο, ένα τριαντάφυλλο, αν γράφεις γι’ αυτά πρέπει να υπάρχουν μέσα στο βιβλίο. Να τα έχεις φέρει στη ζωή και να ζουν μέσα στο βιβλίο σου. 
 
Ζωγραφίζετε ακόμα;

Όχι πια. Σταμάτησα τη ζωγραφική πριν μπω στο μοναστήρι. Εκφράζομαι μέσα από τη γραφή και μέσα από τη ζωή. 

Ταξιδέψατε πολύ. Θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας μια ιστορία;

Θυμάμαι όταν ήρθα στην Ελλάδα είχα πάει στην Ουρανούπολη για να πάρω το πλοίο για το Άγιο Όρος. Βγήκα από το λεωφορείο –θα πρέπει να ήμουν ο μοναδικός ξένος επιβάτης εκείνη την ημέρα– και με υποδέχτηκε μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα. Μου είπε «Κύριε (Mister)» και μου έκανε νόημα να την ακολουθήσω. Με οδήγησε, θυμάμαι, σε ένα δωμάτιο, μου έδειξε παλιές φωτογραφίες γυναικών και μετά μου έδειξε ένα κρεβάτι, υποψιάζομαι ότι ήθελε να μου νοικιάσει το δωμάτιο. Δεν ανταλλάξαμε λέξη με αυτή τη γυναίκα στα γαλλικά, στα αγγλικά ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα αλλά θυμάμαι καθαρά την συνάντησή μας και θυμάμαι ότι κοίταξα το νερό στην παραλία και τα βότσαλα και σκέφτηκα «εδώ είναι ένας ωραίος τόπος για να πεθάνει κανείς». 
 
http://www.bookpress.gr/sinenteuxeis/xenoi/hugo-mujica?utm_source=Newsletter&utm_medium=email

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

Ρωγμές Ι




Αυτόν που προσπαθεί με τρόπο αγαπητικά επίμονο το χαμόγελο ν' ανθίζει στα χείλη σου, να τον προσέχεις σαν άγγελο σου. Γιατί ποθεί τον «παράδεισο» σου.

Ρωγμές ΙΙ


ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧΕΣ

[...]
Θυμάμαι την κοπέλα να φωνάζει από την αποβάθρα του σταθμού: "Αγάπα μέχρι και τις πέτρες, ακούς; Έχεις λιγότερο χρόνο απ' όσο φαντάζεσαι και, τον περισσότερο, τον έχεις ήδη υποθηκευμένο" κι είχε πάρει ολόκληρη φωτιά, έλαμπε καθώς χάνονταν μέχρι που τίποτα δεν έμεινε, πέρα από στάχτες και σκιά.
   Ό,τι αρπάζει φωτιά, λάμπει. Και, σαν σβήσει, ο καπνός του πάει πάντα προς τα πάνω. Κι αν δεν είμαστε αρκετά θεοί για να γεμίσουμε μ' αγάπη όλους τους ανθρώπους, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον ετούτο: να γεμίσουμε με ανθρώπους όση αγάπη απομένει. Έτσι, μια μέρα, θα φτιάξουμε τον δικό μας παράδεισο

Ξανά, Άνοιξη. Λες και δεν ζήσαμε ποτέ χειμώνα. [...]

ΥΜΝΟΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ

[...]

ΙΙΙ Ο ύμνος της πίστης

Αμυγδαλιά να εμπιστεύεσαι
καθώς, χειμώνας, γύρω
διαρκώς σε ταπεινώνει.

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ Ι

Φωνή:

Πνίγεται ο άγιος στα δάκρυά του
κι η θάλασσα, στην πλάτη, τον σηκώνει.
Έχει άνωση η προσευχή.

ΤΡΙΩΝ, ΤΕΣΣΑΡΩΝ, ΠΕΝΤΕ ΕΤΩΝ

[...]

Κι η ευτυχία, τίποτε άλλο,
παρά οι παύσεις οι μικρές, οι εκκωφαντικές
σφηνωμένες, αναπάντεχα,
καταμεσής στη μουσική.

ΩΔΗ ΣΤΟΥΣ ΗΤΤΗΜΕΝΟΥΣ ΗΡΩΕΣ

Τους ανθρώπους που αγαπούν, να τους φοβάσαι. Ακόμη ελπίζουν. Κοιμούνται με ανοιχτή την ψυχή, σε πείσμα του χειμώνα. Ξυπόλητοι περπατούν πάνω στις γνώμες των ανθρώπων, τραγουδούν δυναντά, πολεμάν δράκους και χορεύουν στα στενά, πηδώντας πάνω από βελόνες και χαλάσματα ως τα παιδιά υπερνικούν τα κάγκελα της αλάνας ή κατακτούν πύργους πανύψηλους.
Τα βράδια, σαν πέσει κεραυνός, δειλά μεταξύ τους ψιθυρίζουν. Ύστερα κλαίνε με λυγμούς, ψηλώνουν, βγάζουν γένια, γρατζουνάν στο μέτωπο ρυτίδες και, άστεγοι στον χρόνο, κρεμούν τον εαυτό τους από την θηλιά μες στη ντουλάπα. Το αυριανό τους σιδερώνουν πρόσωπο, να επιβιώσουν.

Σε αυτούς απευθύνομαι. οι υπόλοιποι,
                                                           δεν με χρειάζεστε.

Ο ΕΠΑΙΤΗΣ

Το δειλινό κρεμούσε την επίσημη ενδυμασία του όταν, την ησυχία, διέκοψε ένας επαίτης, ορμώντας σαν ξαφνικό αγέρι μες στο ξωκλήσι. Ένα σακί κεφάλια κρατούσαν τα χέρια του κι ένας πόνος αβάσταχτος κρεμόταν απ' τα μάτια. Οι πιστοί παραμέρισαν οπλίζοντας το σταυροκόπημά τους, ο ιερέας διέκοψε την λειτουργία, τα παιδιά κρύφτηκαν στις φούστες των μανάδων. "Τι θέλεις εδώ;" φώναξαν, "ν' ακουμπήσω κάπου την ζωή" απάντησε ο ζητιάνος κι άφησε να πέσει με κρότο στο πάτωμα το σακί. "Τα κεφάλια όλων εκείνων που δε συγχώρεσα. Πλήθυναν με τα χρόνια, και τώρα, δυσχεραίνουν κάθε μου βήμα, τραβώντας τη σκέψη προς την θλίψη ως τα γκέμια στρίβουν το άλογο".
"Τα μάτια τους με οδήγησαν εδώ" είπε με μισή φωνή, "βοηθήστε με" και στεκόταν εκεί μονάχος, δέντρο εκτεθειμένο σε έρημη κορφή, παρακαλώντας να βρέξει δυο δράμια ψυχή, να βγάλει κι αυτή την εβδομάδα. Μα πώς να τον βοηθήσεις. Ό,τι έχει σάρκα κι οστά είναι εύκολο, κόβεις ένα κομμάτι και μοιράζεσαι, μα την ψυχή, πώς να την μοιραστείς; Ολόκληρη την δίνεις ή καθόλου... -Αυτό είναι ζωή: σηκώνεις τον θεό κι ευθύς, από κάτω, πετάγεται το φίδι.

-Τι θέλεις από εμάς; επανέλαβαν.
-Πρόδωσα τον χρόνο και θέλω να κρυφτώ.
-Δεν κρύβεται κανείς από τον χρόνο.
-Κι όμως κρύβεται, όταν αγαπάει.

Κι άρχισε ο επαίτης να αγκαλιάζει ασυνάρτητα ανθρώπους, σαν να πρόσταζε την καρδιά του να ανθίσει, ερήμην κάθε πυρκαγιάς τριγύρω.

[...]

ΓΙΩΡΓΟΣ Χ.ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ, Εξορία στην γέννηση, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2015

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

ω σπλάγχνος της αγάπης


προσκυνῶ σου τὸ εὔσπλαγχνον Κύριε
γράφει ο Ρωμανός και τον ακολουθώ
κατά πόδας σχεδόν
λέξη τη λέξη
εγώ
το πλάσμα της παλάμης Του,
όπως αλλού το έγραψε
εσύ μαζί
πλάσμα της ίδιας παλάμης
αυτής των ήλων

ας έρθει το φως
αυτό της Ανάστασης
το μετά τη Σταύρωση