Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

η χαμένη ιερότητα του κόσμου


 
 
στον απόηχο των εορτών

Ακούς έθιμα και παραδόσεις ενός παρελθόντος απλησίαστου -μήπως και άλλου τόπου; Δεν αναρωτιέσαι για το θάνατο ακόμα και της συντήρησης αυτών -για επιβίωση δεν τίθεται θέμα. Λυπάσαι μονάχα βαθιά γιατί εκείνος ο κόσμος ο άνευ του όποιου γραμματισμού, που λένε και οι γλωσσολόγοι, είχε κατορθώσει να συλλάβει, να αγκαλιάσει και να εξυψώσει ως ιερό το ελάχιστο της φθαρτότητας τούτης είτε ήταν στοιχείο της φύσης, δέντρο, ήλιος, άνεμος, φωτιά, είτε ήταν ο χοϊκός κόσμος που τον περιέβαλε, το ψωμί, το νερό, οι καρποί, το αγκωνάρι, η πυροστιά. Η ιεροποίηση νιώθω πως δεν είχε να κάνει με ειδωλολατρία ούτε και με φόβο τελικά, όσο ήταν απόρροια αυτής της ένθεης στάσης απέναντι στη ζωή που έκανε το κάθετι ιερό και έφερνε το σεβασμό του στην καθημερινότητα και την όριζε -αυτός ο σεβασμός αυτή η ιερότητα.


Ζούμε μέσα σε αυτή την απώλεια. Στην εστία αυτή θέσαμε την πρωτοκαθεδρία της κατανάλωσης. Όλα έχουν να κάνουν με την απληστία και με τη θλίψη για ό,τι δεν την τροφοδοτεί. Η αυτάρκεια του απλού και του ελάχιστου είναι στα απολεσθέντα. Ωστόσο κάποτε ο άνθρωπος είχε ανάγκη μονάχα από “της εστίας την θαλπωρήν”, “το θάλπος της αγκάλης”, “τον καπνόν του μελάθρου”, το “αόρατον εκείνον κέντρον, το ισχυρόν εκείνο λεπτόν νήμα ως τρίχα ξανθής μακράς κυματιζούσης κόμης”, την αγάπη είχε ο άνθρωπος ανάγκη, και τώρα το ίδιο μονάχα έχει απολύτως ανάγκη, αυτός που ανεβοκατεβαίνει και τρέχει και πάει κι έρχεται εντός του κόσμου τούτου ως “επιβάτης ξένος κι έρημος”, εκείνος του “Αγναντέματος” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.


Σε όλες τις παραδόσεις, όλων των αρχαίων λαών, θα συναντήσει κανείς όχι χωρίς συγκίνηση το ιερό που υπάρχει και ως το “χαμένο κέντρο” της σύγχρονης ζωής. Αυτή η πίστη διοχετεύτηκε στα παραμύθια και στα πρώτα τραγούδια του κόσμου. Τα δέντρα μιλούν, τα πουλιά ομοίως, ο ήλιος είναι πατέρας, η γη καλεί, κανείς δεν το αμφισβητεί, κανείς δεν απορεί. Ο άνθρωπος στέκει συμφιλιωμένος εντός τους. Η δήθεν ενηλικίωση του κόσμου συνιστά και την αφετηρία της απώλειας. Εξοστράκισε με τους μηχανισμούς της ειρωνείας τον όποιο συμβολισμό, την όποια μυσταγωγία, τελετουργία ως περιττά και άφιλα του μοντέρνου και του μεταμοντέρνου παντοκράτορα ανθρώπου.


Για να φανεί τώρα για μια ακόμα φορά πόσο γυμνός, θεόγυμνος, ανυπεράσπιστος είναι ο homo pantokrator που κατασκεύασαν οι αιώνες που ακολούθησαν.


Περαιτέρω σκέψεις θα ήταν φλυαρία. Κάθε φορά όμως πενθώ την αδυναμία και την αδιαφορία των ανθρώπων να αντιληφθούν, να φωλιάσουν, να καταφύγουν σε αυτή την ομορφιά και την ιερότητα που συνεχίζει να παραχωρεί για χάρη μας ο χρόνος ενός Θεού που είτε τον πιστεύεις είτε όχι νιώθεις βαθιά μια “άλλη”-διακριτική παρουσία να συνοδεύει τα ισχνά βήματα των φτωχών και δυνατών-αδυνάτων της γης, τα δικά μας.


Πενθώ την ανημπόρια των παιδιών να αφεθούν στο φως του ήλιου, την ανυπαρξία της αυγής από τα μάτια τους -ακόμα και από το λεξιλόγιό τους, την άγνοια του όποιου περιεχομένου της λέξης- πενθώ την απώλεια των ονομάτων των ανέμων, τις ταπεινές εκείνες αρχέγονες λέξεις που δεν θα ακουστούν πια ή που είμαστε οι τελευταίοι κάτοικοι που τις ακούμε να μας τις λένε-, πενθώ τις λέξεις που εμείς δεν λέμε, πενθώ τα δέντρα που κόπηκαν βάναυσα και που θα κοπούν, όταν οι Ινδιάνοι είχαν την ευαισθησία να μην ξεριζώνουν τίποτα που έχει ζωή, πενθώ τις Δρυάδες και τις Νηρηίδες που δε θα φανούν πια και σε κανέναν τόπο, ούτε τον Κελτών ούτε και των Ελλήνων, πενθώ την πίστη εκείνη ότι σε κάθε δέντρο φωλιάζει η ψυχή ενός ανθρώπου και για τούτο το αγαπάς, το συμπονάς το δέντρο, το προστατεύεις.


Πενθώ τη βαθιά ουσία σε όλους τους συμβολισμούς που αφορούσαν στην ιερότητα αυτού του κόσμου.


Αντ' αυτού βόμβες, εκρήξεις, δηθενικές επαναστάσεις, φόβος, κραυγές, αλλοπρόσαλλοι ναρκισσιστές, επιδειξιομανείς, κοινωνικά δικτυωμένοι, με πάμπολλους εικονικούς φίλους, έρημοι άνθρωποι.


Αντ' αυτού η μεθεόρτια απόγνωση και το ερώτημα “με τι γέμισε η ψυχή και πότε;”.