Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Ο κοινόχρηστος του αχειροποίητου



σκόρπια και από καιρό στοιβαγμένα

Δεν λανθάνει ο καινός τόπος. Ούτε είναι και ολωσδιόλου καινός. Τουναντίον υπάρχει, ελίσσεται, σκαρφαλώνει, αγκομαχά να πιαστεί οπουδήποτε. Όλα έχουν σημασία αρκεί να έχουν να κάνουν με τα ένδον. Αυτά δίχως αιδώ, δίχως σκέψη, δίχως περίσκεψη, δίχως δεύτερη ματιά τα αμολάς στα μπαλκόνια, μπουγάδα εσώψυχη με την ψευδαίσθηση ή και τη βεβαιότητα ότι διαβάζεσαι εκ των φίλων. Τα πιο δύσβατα ή και άβατα της ψυχής με το πρόσχημα του γράφω, γίνονται ρεπορτάζ λεπτομερές προς όλους. Θα πει κανείς εμένα δεν με απασχολεί. Το αντίθετο. Με θέλγει. Το ζητώ άπαυτα να υπάρχω μέσα εκεί, αφού από όπου αλλού φαίνεται πως απουσιάζω.  Άσε που εδώ είναι και ακίνδυνα. Γράφεις, καλλιεργείς, αναρτάς, power point στιγμή με στιγμή τα της ζωής. Της μοναδικής ζωής σου. Στήνεις το είδωλό σου. Ανδριάντα ή και προτομή. Όπως θέλεις το γλύφεις. Ανφάς ή και προφίλ. Ό,τι θέλεις φοράς ή και γυμνός. Εσύ είσαι. Πλασμένος από σένα. Όλα είναι μάρκετινγκ. Και δεν υπάρχει καλύτερο από το αυτολανσάρισμα. Σωστά.

Προκαλεί κάτι σα ναυτία το γεγονός. Μπορεί και θυμό. Και τέλος-τέλος λύπη. Η εισβολή του αχειροποίητου της ψυχής σε τόπο κοινόχρηστο. Το να εισερχόμαστε εκ της κλειδαρότρυπας και της θύρας -με άδεια ασφαλώς- εις τα άβατα της οικογενειακής ζωής, της εσωτερικής ζωής, της αναγνωστικής ζωής. Δίχως μέτρο, δίχως νόημα, δίχως διάκριση. Αυτό το τελευταίο προπάντων.
 
Νιώθω έναν ναρκισσισμό, παγιδευμένο ίσως σε μεθόδους διαδικτυακές που αρέσκονται και ευνοούν άλλωστε τέτοια  αδιάκριτα άλματα, δίνοντας πάντα την εντύπωση ότι το μοίρασμα γίνεται μεταξύ φίλων. Αν τούτο και ο τρόπος που γίνεται καλείται μοίρασμα, θα πω ότι πρόκειται  για κάποια ανεπάρκεια ίσως ή για misunderstanding που λένε και οι Άγγλοι. Κάτι κάποιος δεν έχει αντιληφθεί. Κάπως κάπου κάποτε έχουμε χάσει την ουσία. Τον άξονα της ζωής. Το μοίρασμα με τους ανθρώπους του ενός χεριού το πολύ.
 
Όλοι ενδεχομένως να έχουμε πέσει στην παγίδα. Ωστόσο πρόκειται περί πλάνης, βάλτου που σε τραβά προς τα κάτω εκεί που έχεις την εντύπωση ότι μέσα του προχωράς.  Ότι ελέγχεις τη διάβασή του. Ότι προχωράς και απάνω του ίσως. Αργά ή γρήγορα θα σε βυθίσει, θα δεις τα λασπόνερα, θα λερωθείς. Αργά ή γρήγορα.
 
Διαπιστώνει κανείς με μελαγχολία σχεδόν τα σύγχρονα "πνευματικά" γκέτο να ξεφυτρώνουν ως μανιτάρια, προμαχώνες να υπάρχουν των πλήκτρων, ποιος θα γράψει τα περισσότερα της ενδοχώρας. Με απώτατο φυσικά το λάικ. Την επιβεβαίωση, την εξύμνηση, το διθύραμβο. Την αυτοκατάργηση της σιωπής ως περιττής. Ή και εφιαλτικής. Αν δυσανασχετούμε με τον εκφυλισμό των κατά καιρούς survivors, δεν ξέρω τι πρέπει να κάνουμε με την επίδοση των ανθρώπων της γραφής στο αλώνι μιας τέτοιου είδους άκρατης εξωστρέφειας. Σχεδόν κάποτε "ασύστολης" γραφής.
 
Είναι σαφώς ο νέος τρόπος. Τολμάς να μείνεις πίσω; Τόλμα

Υπάρχει ασφαλώς και το χρονογραφικό άλλοθι. Αν τούτο όλο -το να μιλάει κανείς λες και όλοι αναγνωρίζουν τους φίλους του, τους κωδικούς του, τα προσωπικά μονοπάτια του- καλείται χρονογράφημα, θα σιωπήσω. Ωστόσο, νιώθω, κοιτώντας και πίσω (Γιώργο Ιωάννου ας πούμε) ότι αλλιώς, αλλιώς συμβαίνει η χρονογραφική εστίαση. Πάντα από τα ένδον οδηγείσαι στους άλλους. Για τούτο και τα κείμενα τούτα δεν παλιώνουν. Με αυτά τα καινούρια που τα ευνοεί η ακράτεια λόγου τύπου φέισμπουκ -όσο λογοτεχνικά άρτια και αν είναι /και άψογα να πω-  από το εγώ καταλήγεις στο εγώ. Ένας εγωκεντρισμός μασκαρεμένος τα υπαγορεύει. Εγωκεντρισμός τα δημοσιοποιεί. Μπορεί και έλλειψη. Ανάγκη ίσως να σταθείς στα πόδια σου. Να επιβεβαιωθείς εκ των άλλων. Να υπάρχεις στα μάτια της κοινής γνώμης. Ως άνθρωπος, ως συγγραφέας, ως δάσκαλος, ως γονιός, ως κάτι τέλος πάντων. Μοναξιά. Μοναξιά κυρίως. Άλλωστε η γραφή συμμαχούσε πάντα μαζί της. Όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Την άγρια σιωπή του τόπου της γραφής, του λάθε βιώσας, λίγοι άντεξαν ή θα αντέξουν. Ελάχιστοι ασφαλώς οι μέσα σε κουκούλι. Η επίδειξη κατισχύει. Η επίδειξη χαλά τη μαγιά. Το λάξευμα της προτομής σου. Του ατσαλάκωτου βίου σου. Το καμάρι των δικών σου. Των ό,τι δικών σου.
 
Μας ελέγχει, μας ελέγχει πάντα η μοναδική σχεδόν δια της βίας φωτογραφία του Σκιαθίτη. Προκαλεί τεμαχισμό σε ό,τι ήξερες σε ό,τι ξέρεις. Σε ό,τι προχωράς.

Αναρωτιέμαι και τώρα που γράφτηκαν τα παραπάνω. Γιατί να ασχοληθεί κανείς. Γιατί να μπει στον κόπο να μιλήσει. Γιατί να μη γυρίσει ωχαδελφικά σελίδα. Έτσι, για την τιμή των όπλων, απαντώ. Για τίποτε άλλο.

Δεν έχει άλλωστε και νόημα.
 

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

μια βραδιά



"Να ξετυλίξουμε το κόκκινο κουβάρι, να το κάνουμε μονοπάτι,
 
να μας πάει στους άχρονους τόπους
 
που είναι μέσα βαθιά μας"

Αγνή Στρουμπούλη

Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

και συ τη ρίζα

 

"Ἐπόθουν, ἀλλ᾽ ἡ συνοδία τῶν οἰκείων μου, [...] δὲν θὰ ἤθελε νὰ μοὶ τὸ ἐπιτρέψῃ"
 


“Ιστάμην ορθός, ακίνητος, και δεν εχόρταινα να βλέπω” και τότε, τότε “μοῦ ἐφάνη τάχα, πὼς ἦρθ᾽ ἕνα κορίτσι ὄμορφο, μὰ ὄμορφο πολύ, ἔλαμπε τὸ πρόσωπό του, καὶ μοῦ ἔδωκε ἕνα λουλουδάκι λευκό, μοσχομυρωδᾶτο, καὶ μοῦ εἶπε: «Νά, ἄνθος τῆς Ἐδέμ». “Κοπέλα όμορφη”, “παρεστῶσα ἐκεῖ, ἡ φέρουσα τὴν ἁγνότητα εἰς τὰ ὄμματα τὰ κάτω νεύοντα, καὶ τὸν γλυκασμὸν περὶ τὰ χείλη τὰ ἁβρὰ καὶ μελιχρά”, “Αγία” ίσως, “σὰν νά ᾽βγαινε ἀπ᾽ τὴν Ἁγία Πύλη τοῦ Ἱεροῦ”. “Έπλεον ὡς ἐν ὀνείρῳ εἰς ἄλλον κόσμον”. “Αὐτὰ εἶδα” είπε και σώπασε.
 
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ